Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ, Λόγιος Τελικά οι άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους!

Η πληρότητα του φωτός είναι προσιτή μόνο σε μια μειονότητα. Δύσκολα τη δέχεται η ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό η αυστηρότητα, ο φανατισμός και η σκληρότητα χαρακτηρίζουν συχνά τους Χριστιανούς στην ιστορία. Ο άνθρωπος αφομοιώνει ένα μέρος της αλήθειας και ικανοποιείται. Έχοντας την ικανότητα να διαστρέφει τα πάντα, μετατρέπει κι αυτή την απόλυτη αλήθεια σε όργανο των παθών του. Οι μαθητές που βρίσκονταν κοντά στο θείο Διδάσκαλο και δέχονταν το φως που εκχυνόταν από την προσωπικότητά Του «παραμόρφωσαν» κι οι ίδιοι ως ένα σημείο το Χριστιανισμό. Κατάλαβαν πολλές φορές την αλήθεια του Χριστού με τον τρόπο τους, υπερβολικά ανθρώπινα και την προσάρμοσαν στην περιορισμένη εβραϊκή τους αντίληψη.
μικρογραφία, κωδ.602, 13ος αι. Ι.Μ.Μ.Β
μικρογραφία, κωδ.602, 13ος αι. Ι.Μ.Μ.Β
Το πρόβλημα γενικά παρουσιάζεται άστοχα, όταν επικρίνεται ο Χριστιανισμός του Μεσαίωνα και κατηγορείται η χριστιανική πίστη για τις πυρές της Ιερής Εξέτασης, το φανατισμό, την αυστηρότητα και τη σκληρότητα. Η επίθεση ενάντια στο μεσαιωνικό Χριστιανισμό ξεκινά από μια διαπίστωση αναμφισβήτητων γεγονότων και δεν είναι διόλου μια επίθεση ενάντια στον καθαρό Χριστιανισμό, αλλά μάλλον ενάντια στους ανθρώπους, τους Χριστιανούς. Τελικά άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους.
Η θεοκρατική αρχή ήταν αποκλειστικότητα του Ρωμαιοκαθολικισμού του Μεσαίωνα. Χάρη σ’ αυτήν την αρχή η Εκκλησία αντιμετωπιζόταν σαν κράτος. Η ίδια αρχή πρόσφερε στους Πάπες μια ολότελα κοσμική εξουσία. Για τη σκληρότητα όμως και τη μεσαιωνική αναλγησία είναι υπεύθυνη η βάρβαρη φύση του ανθρώπου κι όχι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Την εποχή εκείνη ο κόσμος ήταν επιρρεπής στην αναρχία, γιατί διακατεχόταν από άγρια και αιμοδιψή ένστικτα. Η Εκκλησία προσπαθούσε να τον οργανώσει, επιχειρούσε να τον δαμάσει και να τον εκχριστιανίσει. Αλλά πάντοτε δεν το πετύχαινε, γιατί ήταν μεγάλη η αντίσταση της ανθρώπινης φύσης που έμεινε μακριά από το φως. Ο κόσμος του Μεσαίωνα ήταν μόνο τυπικά χριστιανικός, αφού στην ουσία του, ήταν μισός χριστιανικός και μισός ειδωλολατρικός. Η ίδια η εκκλησιαστική ιεραρχία ήταν στο σύνολό της αμαρτωλή, αφού έκανε το παν για να περάσει τα ανθρώπινα πάθη της στη ζωή της Εκκλησίας. Ήταν φανερά κενόδοξη και πολύ συχνά παραμόρφωνε την αλήθεια του Χριστού. Πάντως το θείο στοιχείο έμεινε άθικτο στην Εκκλησία και συνέχιζε να φωτίζει τους ανθρώπους. Η ευαγγελική φωνή του Χριστού αντηχούσε πάντοτε στην αυθεντική της καθαρότητα. Χωρίς την Εκκλησία και το Χριστιανισμό ο μεσαιωνικός απάνθρωπος και αιμοχαρής κόσμος θα πνιγόταν στο αίμα και θα χανόταν οριστικά ο πνευματικός πολιτισμός. Γιατί ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός πολιτισμός διατηρήθηκε από την Εκκλησία στο υψηλό επίπεδο που έφτασε, και μ’ αυτό μεταδόθηκε από την Εκκλησία στο νέο κόσμο. Οι μοναδικοί σοφοί, φιλόσοφοι και διανοούμενοι του Μεσαίωνα ήταν μοναχοί. Χάρη στο Χριστιανισμό έγινε δυνατή η διαμόρφωση του τύπου του «ιππότη», στον οποίο ημέρεψαν κι εξευγενίστηκαν η σκληρότητα κι η αγριότητα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνώρισε την Ιερή Εξέταση, ούτε και παρόμοιες βιαιότητες στα θέματα πίστης και συνείδησης. Ο φανατισμός δεν τη χαρακτήρισε άμεσα. Το ιστορικό της αμάρτημα οφείλεται στην υπέρμετρα μεγάλη της υποταγή στην εξουσία της Πολιτείας. Οι παραμορφώσεις και τα ανθρώπινα αμαρτήματα υπήρχαν και στη Ρωμαιοκαθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά οι πλάνες του Χριστιανισμού σ’ ολόκληρο τον κόσμο ήταν πάντοτε πλάνες των Χριστιανών και προέρχονταν ουσιαστικά απ’ την ανθρώπινη αδυναμία τους. Αν δεν ζείτε σύμφωνα με την αλήθεια και την παραμορφώνετε, θα κατακριθείτε σεις οι ίδιοι κι όχι η αλήθεια.
Οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερία και τη θέλουν μόνον όταν υποχρεώνονται για το καλό. Δεν παύουν όμως να κατηγορούν το Θεό για τις συνέπειες της απεριόριστης ελευθερίας που τους πρόσφερε.
Ποιός λοιπόν είναι υπεύθυνος για το ότι η ανθρώπινη ζωή είναι πνιγμένη στο κακό; Ο Χριστιανισμός ή ο Χριστός;
Ο Χριστός ποτέ δεν δίδαξε αυτό που επικρίνεται και απορρίπτεται στο Χριστιανισμό. Αν οι άνθρωποι είχαν ακολουθήσει τις εντολές Του, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να επαναστατούν ενάντια στη χριστιανική θρησκεία.
Στον Wells υπάρχει ένας διάλογος ανάμεσα στους ανθρώπους και το Θεό. Οι άνθρωποι διαμαρτύρονται στο Θεό για τις δυστυχίες, τους πόνους, τους πολέμους και τις καταχρήσεις, που γεμίζουν τη ζωή τους και την κάνουν ανυπόφορη, κι ο Θεός τους απαντά: «Αν αυτό δε σας ευχαριστεί, μη το κάνετε». Ο διάλογος αυτός, αξιόλογος για την απλότητά του, είναι πολύ διδακτικός. Ο Χριστιανισμός συγκρούεται στον κόσμο με την ανήκουστη αντίδραση των δυνάμεων του κακού, παλεύει μ’ ένα σκοτεινό κόσμο. Μπροστά του ορθώνονται όχι μόνο το ανθρώπινο, αλλά και το υπέρ-ανθρώπινο κακό. Οι δυνάμεις του άδη ξεσηκώνονται ενάντια στο Χριστό και την Εκκλησία. Οι δυνάμεις όμως αυτές εργάζονται όχι μόνον έξω από την Εκκλησία και το Χριστιανισμό, αλλά και μέσα τους με τελικό σκοπό να καταστρέψουν την πρώτη και να εκφυλίσουν τον δεύτερο. Η βδελυρότητα, που είναι η αιτία της φθοράς, κυριαρχεί και στο χώρο του ιερού, αλλά δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο ιερή, εκεί μέσα ακτινοβολεί περισσότερο. Αν οι άνθρωποι διέθεταν καθαρή πνευματική δράση, χωρίς αμφιβολία θα καταλάβαιναν πως σταυρώνουν το Χριστό, όταν διαστρέφουν το Χριστιανισμό και τον αναθεματίζουν για το κακό που δεν ευθύνεται. Ο Χριστός χύνει αιώνια το αίμα του για τις αμαρτίες του κόσμου, για τις αμαρτίες κι εκείνων που τον αγνοούν και τον σταυρώνουν.
Κανείς δεν μπορεί να κρίνει την Αλήθεια σύμφωνα με τη λογική των ανθρώπων και γενικά σύμφωνα με τα κριτήρια των πιο κακών απ’ αυτούς. Πρέπει την αλήθεια να τη δεις κατά πρόσωπο, για να δεις το φως που ακτινοβολεί. Πρέπει να κρίνουμε τη χριστιανική πίστη από τους Αποστόλους, τους μάρτυρες, τους ήρωες και τους αγίους της, κι όχι από τη μάζα των μισών Χριστιανών και μισών ειδωλολατρών που κάνουν το παν για να παραμορφώσουν την εικόνα της στον κόσμο.
Στη χριστιανική ανθρωπότητα επιφυλάχτηκαν δυό μεγάλες δοκιμασίες, η δοκιμασία του διωγμού κι η δοκιμασία του θριάμβου. Οι Χριστιανοί ξεπέρασαν την πρώτη και έγιναν μάρτυρες και ήρωες. Θριάμβευσαν στην αρχή του Χριστιανισμού, αφού υπέμειναν τους διωγμούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ξεπερνούν ανάλογους διωγμούς στη Ρωσία, καθώς βασανίζονταν από την κομμουνιστική καταδίωξη. Όμως είναι πιο δύσκολο να αντέξει κανείς τη δοκιμασία του θριάμβου. Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος γονάτισε μπροστά στο Σταυρό κι ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, τότε άρχισε μια περίοδος δοκιμασίας του θριάμβου. Κι οι Χριστιανοί άντεξαν τη δοκιμασία αυτή με πιο πολλές απώλειες σε σχέση με το διωγμό.
Συχνά οι ίδιοι οι διωκόμενοι μεταμορφώθηκαν σε διώκτες. Αφέθηκαν μόνοι τους στον πειρασμό της εξουσίας και της κυριαρχίας του κόσμου. Τότε πέρασαν στο Χριστιανισμό παραμορφώσεις που έγιναν στη συνέχεια πηγές κατηγοριών ενάντια σ’ αυτόν. Αλλά δεν είναι υπεύθυνη η χριστιανική πίστη γι’ αυτό που, από τη χαρά του θριάμβού τους στον κόσμο, δεν κατάλαβαν οι άνθρωποι. Ο Χριστός ξανασταυρώθηκε για άλλη μια φορά από εκείνους που θεωρούνταν υπηρέτες Του στη γη και ξέχασαν ποιό Πνεύμα τους είχε ενδυναμώσει.
(Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμός και Κοινωνική πραγματικότητα, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ.235-239).

Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ, Λόγιος Πρέπει να είσαι απαιτητικός;

Οι άνθρωποι της εποχής μας, που βρίσκονται μακριά από το Χριστιανισμό, υποστηρίζουν με πείσμα πως η χριστιανική Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται από τέλειους και άγιους ανθρώπους. Οι ίδιοι αυτοί κατηγορούν την Εκκλησία ότι προσφέρει καταφύγιο στους αμαρτωλούς, σε ατελείς ψυχές, σε ψευδοχριστιανούς. Είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα ενάντια στο Χριστιανισμό. Αλλά το επιχείρημα αυτό δεν κατανοεί τη φύση της Εκκλησίας και τελικά λησμονεί την ουσία της, γιατί η Εκκλησία πριν απ’ όλα υπάρχει για τους αμαρτωλούς, τους ατελείς και τους ελεεινούς. Κατεβαίνει στον κόσμο και μοχθεί ανάμεσα στα καταποντισμένα από την αμαρτία στοιχεία. Ουράνια κατά την καταγωγή και αιώνια κατά την αρχή της εργάζεται στο χώρο και το χρόνο χωρίς να ξεφεύγει στα άκρα, δηλαδή μακριά από τον αμαρτωλό κόσμο ή αδιάφορη για τα βάσανά του. Βασική της υποχρέωση είναι η βοήθεια κι η σωτηρία του κόσμου για την αιώνια ζωή, η εξύψωσή του στον ουρανό.
Η ουσία του Χριστιανισμού βρίσκεται στη συνάντηση της αιωνιότητας και του χρόνου, του ουρανού και της γης, του θείου και του ανθρώπινου, κι όχι στην απομάκρυνσή τους. Το ανθρώπινο και το πρόσκαιρο δεν μπορεί να αγνοηθεί και να παραμεληθεί, αλλά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού εμφανίστηκε μια αιρετική κίνηση που ονομαζόταν «μοντανισμός». Η κίνηση αυτή δίδασκε πως η Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται αποκλειστικά από τέλειες και άγιες υπάρξεις, και απαιτούσε οι αμαρτωλοί κι οι μη τέλειοι να απομακρυνθούν από τους κόλπους της. Για τους μοντανιστές η Εκκλησία ήταν μια κοινότητα που δέχτηκε τα ιδιαίτερα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, το πιο μεγάλο τμήμα της αμαρτωλής ανθρωπότητας τοποθετήθηκε μακριά από το Χριστιανισμό. Η εκκλησιαστική συνείδηση καταδίκασε το μοντανισμό και ομολόγησε πίστη στην Εκκλησία των μετανοιωμένων αμαρτωλών. Οι άγιοι είναι το οχυρό και το στήριγμα της Εκκλησίας, αλλ’ αυτή δεν εξαρτάται αποκλειστικά απ’ αυτούς, γιατί ολόκληρη η ανθρωπότητα, η ανθρωπότητα που αναζητά τη σωτηρία της, ανήκει σ’ όλα τα επίπεδα της τελείωσης. Η Εκκλησία στη γη είναι «στρατευμένη» και αγωνίζεται ενάντια στο κακό και την αμαρτία, αλλά δεν είναι ακόμα η «θριαμβεύουσα». Ο Χριστός ο ίδιος ήταν κοντά στους τελώνες και τους αμαρτωλούς, μολονότι τον κατηγορούσαν οι Φαρισαίοι. Κι η Εκκλησία του πρέπει να είναι όμοια· δεν πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από αγνές υπάρξεις· οφείλει να είναι πάντοτε μ’ εκείνους που χάνονται. Ο Χριστιανισμός, που θα αναγνώριζε μόνο τέλειες υπάρξεις, θα ήταν ένας φαρισαϊκός Χριστιανισμός. Η συμπάθεια, η συγχώρηση, η αγάπη στον πλησίον, μ’ όλες τις ελλείψεις και τα σφάλματά τους, είναι έργο της χριστιανικής αγάπης κι ο δρόμος για την τελείωσή της. Η ενοχοποίηση του Χριστιανισμού για το σκοτάδι, που θα εξαφανίσει την Εκκλησία μέσα στην αποστολή της, είναι επίσης φαρισαϊκή. Άλλωστε, δεν έχει αποδειχτεί πως οι ίδιοι οι κατήγοροι είναι τόσο καθαροί και τέλειοι.
Πρέπει
Ο μοντανισμός ήταν πάντοτε μέσα στο Χριστιανισμό ένα παράδειγμα απατηλής μεγαλομανίας. Έτσι εμφάνισε μια έλλειψη αγάπης, μια πνευματική αλαζονεία, μια ψεύτικη ηθικότητα. Το ψέμα του αναφέρεται στην απαίτηση του maximum, όχι από τον εαυτό του, αλλ’ από τους άλλους ανθρώπους. Κατηγορείτε τους άλλους, γιατί δεν πέτυχαν να εφαρμόσουν την καθαρότητα, την τελειότητα και την αγιότητα, και διόλου δεν σκέφτεστε να τις εφαρμόσετε σεις οι ίδιοι. Αυτοί που πραγματικά εγγίζουν την τελείωση και την αγιότητα δε συνηθίζουν να κατηγορούν τους άλλους. Οι άγιοι, οι Startzi (Ρώσοι ασκητές με μεγάλη πνευματικότητα) είναι επιεικείς στους ανθρώπους. Για να αποφύγεις την υποκρισία και το φαρισαϊσμό, πρέπει να είσαι απαιτητικός όχι από τους άλλους, μα από τον ίδιο τον εαυτό σου. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Συνδυάζει την αυστηρότητα και την τραχύτητα προς τον εαυτό του με την επιείκεια, την καλοσύνη και την πραότητα προς τον πλησίον.
Ο Χριστιανισμός διακρίνεται καθαρά απ’ τον «τολστοϊσμό», που είναι ένας απόλυτος ηθικισμός. Ο Τolstoi κρίνει αυστηρά τον λεγόμενο «Ιστορικό Χριστιανισμό», κι η κριτική του, που στηρίζεται σε γεγονότα, είναι συχνά δίκαιη. Ισχυρίζεται πως ο Χριστιανισμός κηρύχτηκε συχνά σαν απόλυτη διδασκαλία, χωρίς να εφαρμοστεί στη ζωή, χωρίς οι άνθρωποι να ακολουθήσουν τις εντολές του. Γι’ αυτόν όλος ο Χριστιανισμός περιορίζεται στην ηθική διδασκαλία του Χριστού και στις εντολές Του, ενώ παραμένει άγνωστη και εχθρική η μυστική και μυστηριακή πλευρά του.
Ο Τοlstoi πίστευε πως όλα συνδέονται με την αλήθεια της σύλληψης κι ήταν πανευτυχής όταν πραγματοποιούσε τις πνευματικές του συλλήψεις. Αν κάποιος αναγνώριζε τον αληθινό νόμο, το νόμο του Κυρίου της ζωής, δηλαδή του Θεού, από εκεί και μετά θα ήταν εύκολο με τη δύναμή Του να τον τηρήσει. Στο σημείο αυτό διαφαίνεται η πλάνη μιας υπερβολικά ορθολογιστικής συνείδησης, για την οποία παραμένει απλησίαστο το μυστήριο της ελευθερίας και της χάρης. Η αισιοδοξία αυτή αντιφάσκει στο τραγικό νόημα της ζωής. Ο Απόστολος Παύλος μάς λέει, «ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλά ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. Ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό αλλά η οικούσα εν εμοί αμαρτία» (Ρωμ 7, 19-20).
Αυτή η μαρτυρία ενός από τους πιο μεγάλους Χριστιανούς μας αποκαλύπτει το ανεξιχνίαστο της ανθρώπινης καρδίας. Μας βοηθά να καταλάβουμε πως «η χρεωκοπία» του Χριστιανισμού, είναι μια χρεωκοπία ανθρώπινη κι όχι μια αποτυχία θεία.
Ο Τοlstoi δεν αναγνώριζε την ελευθερία του ανθρώπου κι ούτε έβλεπε το κακό που υπήρχε στο βάθος της ανθρώπινης φύσης. Εντόπιζε την πηγή του κακού στην περιοχή της συνείδησης κι όχι στην περιοχή της επιθυμίας και της ελευθερίας. Έτσι, για την αντιμετώπιση του κακού δεν είχε λόγο να προσφύγει στη θεία βοήθεια και χάρη· θα έφτανε γι’ αυτό μια αλλαγή της συνείδησης. Γι’ αυτόν ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας. Ήταν ο μεγάλος παιδαγωγός της ζωής, ο εκδότης των νόμων και των ηθικών εντολών. Κι ο Τοlstoi θεωρούσε εύκολη την εφαρμογή του Χριστιανισμού στη ζωή, γιατί, έλεγε, είναι πιο ευχάριστο, ωφέλιμο και συνετό να ζεις σύμφωνα με το νόμο της αγάπης παρά σύμφωνα με το νόμο του μίσους που αποδέχεται ο κόσμος. Νόμιζε πως ο Χριστός μας διδάσκει να μη «διαπράττουμε ανοησίες». Πίστευε πως η μη εφαρμογή του Χριστιανισμού στη ζωή κι η μη πραγματοποίηση των εντολών του Χριστού οφείλεται στο λάθος μιας θεολογικής διδασκαλίας που έστρεψε όλη την προσοχή στον ίδιο το Χριστό και συνέδεσε τα πάντα με τη θεία χάρη και την εξαγορά του ανθρώπου από την αμαρτία με τη θυσία του Χριστού. Ο Τοlstoi κλόνισε από τα θεμέλιά της τη χριστιανική Εκκλησία.
Είναι μέσα στο πνεύμα της αλήθειας εκείνος που θέλει να πάρει το Χριστιανισμό στα σοβαρά, που επιθυμεί να τηρήσει στη ζωή του τις εντολές του Χριστού, όμως κάνει μεγάλο λάθος αν φαντάζεται πως γι’ αυτό είναι αρκετή μια φωτισμένη συνείδηση και πως μπορεί να το επιτύχει χωρίς το Χριστό -Σωτήρα, χωρίς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με το να ζητά ο Τοlstoi μια τέτοια προσπάθεια από τους ανθρώπους, πέφτει στην πλάνη μιας ηθικής των άκρων. Αυθεντικό θεωρεί μόνο τον προσωπικό του Χριστιανισμό. Κατηγορεί για ανηθικότητα το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων, επειδή δεν απαρνήθηκαν την περιουσία τους, επειδή δεν εργάζονται χειρωνακτικά, ή επειδή καπνίζουν και τρώνε κρέας, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να εφαρμόσουν στη ζωή τους την ηθική της υπερβολής. Η αγάπη γι’ αυτόν μεταμορφώθηκε σε νόμο κενό από χάρη, σε μια πηγή κατηγοριών.
Στον Τοlstoi υπάρχει ένα πολύ δίκαιο κριτικό πνεύμα. Το πνεύμα αυτό ξεσκεπάζει τα αμαρτήματα και αναλύει τον μη χριστιανικό χαρακτήρα της κοινωνίας και του πολιτισμού. Αλλά δεν μπορεί να διακρίνει, πέρα από τα αμαρτήματα, τις ατέλειες και τις διαστροφές των Χριστιανών, το μυστικό Χριστιανισμό. Η αλαζονεία της λογικής τον εμποδίζει να δεχτεί μέσα του το Χριστό. Ο Τοlstoi ήταν ένας μεγαλοφυής άνθρωπος με άδολες προθέσεις στην αναζήτηση της θείας αλήθειας. Όμως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που δεν διαθέτουν ούτε τη μεγαλοφυΐα ούτε τη δίψα του για την αλήθεια συγκρούονται ταυτόχρονα με τον Χριστιανισμό και τους Χριστιανούς, χωρίς να ενδιαφέρονται για κάποια εσωτερική τελειότητα, χωρίς να τους εγγίζει ή να τους πονά, έστω και λίγο, το πρόβλημα του νοήματος και της δικαίωσης της ζωής.
Είναι λάθος να πιστεύει κανείς πως είναι εύκολο να ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, τη στιγμή που καταδικάζει τη διδασκαλία Του, με τη δικαιολογία ότι δεν την εφαρμόζουν οι Χριστιανοί. Αλλά είναι ακόμα πιο μεγάλο λάθος να νομίζει πως δεν είναι διόλου απαραίτητο να εφαρμοστεί ο Χριστιανισμός σ’ όλη την πληρότητα της ζωής. Ο Χριστιανός κάθε στιγμή της ύπαρξής του πρέπει να αποζητά μια τελειότητα ανάλογη με την τελειότητα του Ουράνιου Πατέρα, να φλέγεται από τον πόθο της θείας Βασιλείας. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Μθ 6, 33).
Με τη σκέψη πως η ανθρώπινη φύση είναι αμαρτωλή και το ιδανικό στη γη παραμένει οπωσδήποτε απρόσιτο, δεν μπορεί να παραλύσει η προσπάθεια για την τελείωση, η επιθυμία για τη θεία δικαιοσύνη και τη Βασιλεία του Θεού. Οφείλουμε να επιζητούμε την εφαρμογή της θείας αλήθειας χωρίς να μας απορροφά ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει πραγματικότητα αυτή η πληρότητα της ζωής. Το γεγονός ότι είναι μικρός ο αριθμός των ανθρώπων πάνω στη γη που πιστεύουν στην αλήθεια του Χριστού, ότι ο άνθρωπος δεν της προσφέρει ούτε μια ώρα σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του, διόλου δεν μπορεί να μειώσει την ευθύνη μας για την πραγμάτωσή της. Ο μοναδικός αληθινός δρόμος βρίσκεται στη δυναμική προσπάθεια για προσέγγιση της Αλήθειας του Χριστού, για αναζήτηση της Βασιλείας των Ουρανών, χωρίς να αποθέτουμε τις δυσκολίες και τα εμπόδια στην πλάτη του πλησίον.
Ο Χριστιανισμός περνά σε μια ολότελα νέα εποχή. Από εδώ και πέρα είναι αδύνατο να βιώσει εξωτερικά την πίστη του, να κλειστεί σε μια τυπική ευλάβεια. Οι πιστοί πρέπει να πάρουν πολύ στα σοβαρά την πραγματοποίηση του Χριστιανισμού σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Πρέπει να υπερασπιστούν την πίστη τους προσωπικά, με μια αφοσίωση στο Χριστό και τις εντολές Του, με μια αντιπαράθεση της αγάπης στο μίσος του κόσμου.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας τη στιγμή αυτή γίνεται η επιλογή των πιο καλών, των πιο ειλικρινών, των πιο φλογερών, των πιο ικανών για θυσία, των πιο πιστών στο Χριστό, και η λιποταξία εκείνων που ήταν από συνήθεια ορθόδοξοι, εξωτερικά ορθόδοξοι, χωρίς να καταλαβαίνουν τη σημασία της πίστης τους και το βαθύτερο νόημα των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως τελειώνει η εποχή της σύγχυσης Χριστιανισμού και παγανισμού, κι αρχίζει μια καινούρια εποχή ενός εξαγνισμένου Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός εκφυλίστηκε από το γεγονός ότι ήταν μια θρησκεία εξουσίας, μια κρατική θρησκεία, και ότι η Εκκλησία επιβλήθηκε με το ξίφος των Αυτοκρατόρων ή και ευνοήθηκε σε βάρος εκείνων, των οποίων η πίστη ήταν διαφορετική από την πίστη των εξουσιαστών. Κι αν για έναν μεγάλο αριθμό συνειδήσεων, έπαυσε ο Χριστιανισμός να είναι η θρησκεία του Σταυρού, είναι γιατί προσαρμόστηκε στην ιδέα του διώκτη κι όχι του διωκόμενου, γιατί άφησε να ερμηνευτεί σαν ένας εξαγιασμός των ειδωλολατρικών συνηθειών, χωρίς να απαιτεί μια πραγματική φώτιση και μεταμόρφωση.
Όμως ήρθε ο καιρός που ο Χριστιανισμός πρέπει να μεταβληθεί σε διωκόμενο, ο καιρός που θα ζητηθεί από το Χριστιανό ένας πιο μεγάλος ηρωισμός, μια πιο μεγάλη εξαγνιστική αγάπη, περισσότερη ακεραιότητα και καθαρή συνείδηση στην ομολογία της πίστης του. Έφτασε η στιγμή που οι Χριστιανοί θα παύσουν να είναι το εμπόδιο στο δρόμο του Χριστιανισμού.
(Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμός και Κοινωνική πραγματικότητα, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ.240-247)

Κώστας Αβαράς Νέα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου!

Νέα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
στον τιμητικό τόμο εις μνήμην του καθηγητή της κλασικής φιλολογίας Χρίστου Θεοδωρίδη

Πηγή: wikimedia commons
Πηγή: wikimedia commons
Τον Ιούνιο του 2015 κυκλοφόρησε στο Βερολίνο από τον σημαντικό για τις εκδόσεις του στον χώρο της κλασικής και μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας γερμανικό εκδοτικό οίκο De Gruyter ο τιμητικός τόμος εις μνήμην του καθηγητή της κλασικής φιλολογίας Χρίστου Θεοδωρίδη (Lemmata. Beitrage zum Gedenken an Christos Theodoridis) με την επιμέλεια συνεργατών και μαθητών του, κορυφαίων τώρα φιλολόγων (M. Tziatzi – M. Billerbeck – F. Montanari – K. Tsantsanoglou). Ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα επισημαίνει κανείς στις σελίδες 550-575 έναν κατάλογο «Νέων χειρογράφων της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου», συνταγμένο από τον καθηγητή της ελληνικής παλαιογραφίας και κωδικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Σωτηρούδη και τον μοναχό Ζαχαρία Ξηροποταμηνό.
Ύστερα από τη δημοσίευση του τόμου Συμπληρωματικός Κατάλογος Ελληνικών Χειρογράφων Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους (426-557) (περιγραφή: Παναγιώτης Σωτηρούδης, – μοναχός Ζαχαρίας Ξηροποταμηνός) από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2012 εντοπίστηκαν, κατά την τακτοποίηση των παλαιτύπων, εννέα χειρόγραφα μέσα σε κιβώτια. Επίσης, κατά τη συντήρηση όλων των χειρογράφων της μονής, κυρίως, βρέθηκαν και έξι σπαράγματα (δύο περγαμηνά και τέσσερα χάρτινα).
Τα σπαράγματα κρίθηκε σκόπιμο να ενταχθούν στους ήδη υπάρχοντες αριθμούς 554 (περγαμηνά) και 555 (χάρτινα), ενώ τα χειρόγραφα προστέθηκαν στη συλλογή με τους αριθμούς 558-566.
Η γενική κατάσταση των περγαμηνών φύλλων, που χρονολογούνται στον 12ο αιώνα, είναι μέτρια έως κακή: η μία όψη, αυτή που είχε επικολληθεί στη στάχωση η σε άλλο φύλλο, είναι δύσκολο να διαβαστεί. Επιπλέον, τα φύλλα είναι ψαλιδισμένα, με κηλίδες υγρασίας, εξίτηλα κτλ.
Την ίδια εικόνα παρουσιάζουν και τα χάρτινα σπαράγματα 555η-ια, με εξαίρεση τον αρ. 555ια (που έχει συντηρηθεί): τα περισσότερα είναι εξίτηλα από τη μέχρι τώρα χρήση τους και από τις εργασίες αποκολλήσεως, παρουσιάζουν εκτεταμένες κηλίδες υγρασίας και είναι σητόβρωτα σε μεγάλο βαθμό με μεγάλα χάσματα κειμένου. Πολλές φορές το κείμενο του ενός φύλλου έχει αποτυπωθεί στο άλλο, ώστε σε πολλά σημεία είναι σχεδόν αδύνατο να διαβαστούν. Πρόκειται για λυτά φύλλα η δίφυλλα που προέρχονται από διαφορετικούς κώδικες.

Ο αφιλοχρήματος Σιατίστης Αντώνιος († 17.12.2005)

Παράδειγμα σύγχρονης αγιότητος,
Μητροπολίτης Σιατίστης Αντώνιος
Σαν σήμερα 17 Δεκεμβρίου του 2005 «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» ο μακαριστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος, ένα παράδειγμα σύγχρονης αγιότητος, ο ταπεινός και αφιλοχρήματος. Καταθέτω ένα περιστατικό, όπως μου το διηγήθηκε ο Γέροντας Στέφανος και τούτο προς δόξαν Θεού και παραδειγματισμό όλων μας.
siatisthsantwnios
Ένα απόγευμα ο φιλάγιος και φιλακόλουθος Μητροπολίτης Αντώνιος έψαλλε τον Εσπερινό μόνος του με ψάλτη τον νυν Ηγούμενο της Μονής του Δρυοβούνου, πατέρα Στέφανο. Στο τέλος του Εσπερινού τον πλησίασε μία γυναίκα και ζήτησε να εξομολογηθεί. Ο πατήρ Στέφανος τον αποχαιρέτισε και ο Δεσπότης έμεινε για να εξομολογήσει την ψυχή που του έστειλε ο Κύριος.
Την επομένη ημέρα το πρωϊ, όρθρου βαθέος, ο Δεσπότης πήρε τηλέφωνο τον πατέρα Στέφανο. Εκείνος τα έχασε. Τόσο πρωϊ τηλέφωνο καλό δεν προμηνύει. Το σήκωσε και άκουσε τον Δεσπότη να του λέει.
-Δεν είμαι καθόλου καλά. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ!
-Γιατί, Δεσπότη μου, τον ρώτησε με αγωνία αυτός. Μήπως είσθε άρρωστος και πρέπει να έλθω να σας μεταφέρω σε νοσοκομείο; Σημειωτέον ότι ο Δεσπότης δεν είχε ούτε αυτοκίνητο.
-Όχι, πάτερ Στέφανε, απάντησε. Αλλά θυμάσαι χθες εκείνη την γυναίκα που ζήτησε να εξομολογηθεί; Αυτή φεύγοντας μου άφησε ένα φακελλάκι. Όταν το άνοιξα είδα μέσα δέκα λίρες.  Τα έχασα! Μου ανέβηκε η πίεση. Όλο το βράδυ δεν μπόρεσα ούτε να ξαπλώσω στο κρεββάτι. Έλεγα. «Σκέψου, Αντώνιε, να πεθάνεις σήμερα το βράδυ και οι άλλοι να βρουν αυτές τις λίρες και να πουν ότι ήσουν φιλοχρήματος και προσποιητά έκανες τον αφιλάργυρο»! Ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες και παρακαλούσα τον Θεό να μην με πάρει αυτή τη βραδιά και φανώ ασυνεπής στα λόγια που διδάσκω για την πτωχεία του Ιησού. Έλα, σε παρακαλώ, να τις πάρεις και να τις διαθέσεις, όπου εσύ θέλεις. Θέλω να φύγουν από κοντά μου!

Αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Νοσταλγικές αναμνήσεις

«… Βγήκα ένα παιδί εικοσιδύο χρόνων από το Άγιον Όρος… Το μόνο που προσπάθησα ήταν να κρατήσω σαν παρακαταθήκη τα όσα με δίδαξαν οι Γεροντάδες μου… Ευχαριστώ τον Θεόν, διότι στα εξήντα μου χρόνια διδάσκω εκείνα που με δίδαξε ο γέρων Γρηγόριος και ο παπα- Ιωακείμ και όλοι όσους αναφέρω μέσα στα Απομνημονεύματα”. Ας είναι η ψυχή τους στα χέρια του Θεού και ας πρεσβεύουν και για μας… Θεωρώ σαν την μεγαλυτέρα ευλογία που φέρω στην ζωή μου την κληρονομιά που μου έδωσαν οι Γεροντάδες μου: Την γνήσια μοναχική σκέψι και ζωή…»
( Από την προφορική πνευματική διαθήκη του μακαριστού Γέροντος Χερουβείμ)
…Ήρχοντο πατέρες από την σκήτη μας, από την Μικρά Αγία Άννα, από την έρημο των Καρουλίων, των Κατουνακίων και του Αγίου Βασιλείου. Κρίνα ευωδιαστά, κρίνα ζωντανά της προσευχής, της νήψεως και της ησυχίας, με τυπωμένη επάνω τους την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος. Επιστρέφοντας στην καλύβη μας, ανέφερα στον Γέροντά μου ποιούς πατέρας συνήντησα και τον παρακαλούσα να μου μιλήση για τον καθένα χωριστά. Εμείς, τα νέα καλογέρια, δεν μιλούσαμε με κανένα μεγαλύτερο, αλλ’ ούτε και μεταξύ μας.
skiti-ag-annas
Ανταλλάσσαμε μόνο ένα χαιρετισμό «ευλογείτε – ο Κύριος», κάνοντας βαθειά υπόκλιση.
Όλοι περίμεναν υπομονητικά το μοτοράκι. Πατέρες άγιοι, ευλογημένοι· θα μένουν για πάντα στον νού μου τυπωμένες οι μορφές τους, ταπεινές, σιωπηλές, σκυμμένες προς την γή. Με τα παλιά τους ζωστικά, με τις άσπρες μάλλινες κάλτσες, τα χονδροπάπουτσά τους, με τον ντορβά, το μπαστούνι, με το τριμμένο κομποσχοίνι στο χέρι… Δεν θα μπορέσω ποτέ να τους λησμονήσω. Σαράντα χρόνια πέρασαν, αλλά το μυστήριο της σιωπής τους, η προσπάθειά τους να μένουν αφανείς, «ως καθ’ ημέραν αποθνήσκοντες», προκάλεσαν τον θαυμασμό μου, ο οποίος διατηρείται αμείωτος, σαν να τους είδα χθές. Ζωντανά μυροδοχεία του Αγίου Πνεύματος. Απαρνήθηκαν όλα τα εξωτερικά, τα συμβατικά, τα σκύβαλα. Έσκαψαν μέσα τους, καλλιέργησαν τον εσωτερικό τους κόσμο και βρήκαν έτσι τον θησαυρό, τον Θεόν, την Βασιλεία των Ουρανών. Πόσα δεν έχει πράγματι να πή αυτή η αυταπάρνησίς τους, αυτός ο απαράμιλλος ηρωισμός [τους, η] θέωσίς τους εν Χριστώ Ιησού, στον απροσανατόλιστο και ανειρήνευτο [κόσμο μας].
Ανάμεσα στους πατέρας που συναντούσα σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, στον αρσανά της Αγίας Άννης, ξεχώριζε ο π. Αθανάσιος, μικρότερος αδελφός κατά σάρκα του γέροντος Ιωσήφ του Σπηλαιώτου. Το ζωστικό του κατάστικτο από μπαλώματα λογιών-λογιών, μόλις εκάλυπτε το σώμα του. Από το χέρι του ποτέ σχεδόν δεν έλειπε ένα μεγάλο τριμμένο κομποσχοίνι, δουλεμένο στην προσευχή του Ιησού. Το φορτίο του ήταν ένα ολόκληρο τσουβάλι με διάφορα πράγματα. Το φόρτωνε στην πλάτη και ακολουθούσε το ανηφορικό μονοπάτι προς την σπηλιά τους.
Η συνοδία του γέροντος Ιωσήφ, του συγχρόνου αυτού νηπτικού πατρός, που άφησε όνομα στο Όρος, απετελείτο από επτά – οκτώ αδελφούς, διαλεκτούς και βιαστάς μοναχούς. Καλλιεργούσαν την νοερά προσευχή και ήσαν οι πνευματικές προφυλακές της σκήτης μας. Μόνο τις πρωινές ώρες εδέχοντο επισκέψεις ή έβγαιναν για κάποια δουλειά. Όλο σχεδόν τον υπόλοιπο χρόνο του εικοσιτετραώρου ήσαν αφοσιωμένοι στην νήψι και στην προσευχή, το κυριώτερο έργο των αληθινών μοναχών.
Το πρόγραμμά τους αυτό άρχιζε μετά την μεσημβρινή ανάπαυσι. Προσηύχοντο και μελετούσαν ο καθένας στο κελλί του εν σιωπή, μέχρι τα μεσάνυκτα, δηλαδή μέχρι τις έξι με το βυζαντινό ωρολόγιο. Κατόπιν επήγαιναν στην εκκλησία και τελούσαν καθημερινώς την θ. Λειτουργία. Τις πρωινές ώρες ανεπαύοντο και ησχολούντο με το εργόχειρό τους, προσευχόμενοι διαρκώς και μυστικώς. Το πρόγραμμά τους αυτό το πληροφορήθηκα έπειτα από πολλά χρόνια από τους υποτακτικούς του γέροντος Ιωσήφ, οι οποίοι εφαρμόζουν το ίδιο, με μικρές παραλλαγές, μέχρι σήμερα.
Ο γέρων Ιωσήφ μου ήταν τελείως άγνωστος. Εμείς οι μικροί δεν είχαμε ευλογία να δούμε τους Γεροντάδες άλλων συνοδιών. Για τον υποτακτικό του π. Αθανάσιο, ο δικός μου Γέροντας συνήθιζε να λέη χαριτολογώντας: «Αυτός ο μοναχός είναι ένα αγιουλάκι». Η σπηλιά τους ήταν ένας τόπος, τον οποίο ελάχιστοι πατέρες εγνώριζαν. Οι υποτακτικοί του γέροντος Ιωσήφ εζούσαν την ζωή του Αγίου Πνεύματος, αγωνιζόμενοι να βαδίσουν στα ίχνη των μυστικών Πατέρων του ΙΔ΄ αιώνος. Και σήμερα ακόμη που σημειώνω αυτά, το Άγιον Όρος στολίζεται πραγματικά από τους πνευματικούς απογόνους του γέροντος Ιωσήφ του Σπηλαιώτου.

Νέα έκδοση της Σιμωνόπετρας: Τυπικόν Μεθοδίου


Η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας εκτός από το εντυπωσιακότατο κτηριακό της συγκρότημα, είναι γνωστή στους φιλαγιορείτες για την ιδιαίτερη φροντίδα με την οποία αντιμετωπίζει τη λειτουργική ζωή και την ψαλτική. Στο πνεύμα αυτό τα τελευταία χρόνια έχει προβεί σε σειρά ιδιαίτερα επιμελημένων λειτουργικών και μουσικών εκδόσεων.
simonopetra1
Νέος καρπός αυτού του τόπου της αγιορειτικής λειτουργικής ζωντάνιας αποτελεί το Τυπικόν του ιερομονάχου Μεθοδίου Σιμωνοπετρίτου του Ηλιοπολίτου, το οποίο παραδίδεται στη δημοσιότητα από τη Μονή του Οσίου Σίμωνος του Μυροβλύτη και της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής της Μυροφόρου. Πρόκειται για τυπικές σημειώσεις πάνω στην πολύπτυχη και πολυποίκιλη λειτουργική παράδοση του Αγίου Όρους. Είναι γεγονός ότι η Αγιορειτική λατρευτική ζωή, αν και έχει ενιαίο λειτουργικό κορμό, χαρακτηρίζεται από πλουραλισμό, εφόσον κάθε Μονή έχει τις δικές της τυπικές διατάξεις και παραδόσεις.  Εξαιτίας τούτου το έργον του Σιμωνοπετρίτη λογίου αποτελεί συμπληρωματικό βοήθημα κατά την τέλεση των ιερών ακολουθιών του όλου ενιαυτού, αλλά και πολύτιμη πηγή για την κατανόηση και μελέτη των αγιορειτικών ακολουθιών.
typikon2
Η έκδοση του Τυπικού του Μεθοδίου αποτέλεσε ρητή επιθυμία του μακαριστού λειτουργιολόγου καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη προς την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου ´Ορους. Ο αείμνηστος Φουντούλης έθεσε τον πρώτο θεμέλιο λίθο στην κριτική έκδοση του κειμένου, διέγνωσε στις σελίδες του τυπικού του Μεθοδίου διατάξεις του Τυπικού του Αγίου Σάββα και επιμελήθηκε την πρώτη ύλη της έκδοσης.
Το βιβλίο προλογίζει ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτης Ελισαίος και το Εισαγωγικό σημείωμα υπογράφει ο Ιερομὀναχος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο οποίος επιμελήθηκε και την τελική έκδοση. Η Ιερά Μονή ευελπιστεί έτσι ότι η δημοσίευση του έργου αυτού θα συμβάλει σημαντικά στην μελέτη των διαφόρων τυπικού χαρακτήρος προβλημάτων, που ανακύπτουν σήμερα στη ζώσα λειτουργική ζωή, παραδίδοντας ταυτοχρόνως στους ειδικούς μελετητές μία αυθεντική πηγή για επισταμένη ενασχόληση με ένα τόσο σημαντικό, αλλά σε πολλούς ελάχιστα γνωστό αντικείμενο, όπως είναι το Τυπικό.
tipikon1Ας σημειωθεί επίσης ότι το Τυπικόν του ιερομονάχου Μεθοδίου αποτελεί έργον μακράς πείρας και πολυετούς εργασίας, καθώς ο γράφων διακόνησε ως τυπικάρης και ήταν γνώστης των τυπικών εκτός της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας και άλλων μοναστηριών του Αγίου Όρους, καθώς και του ναού του Πρωτάτου. Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της εκδόσεως είναι ο παν-αγιορειτικός χαρακτήρας των ιδιοχείρων σημειώσεων και σχολιασμών των τυπικών διατάξεων που κάνει ο συντάκτης.
Η έκδοση είναι καλαίσθητη μέσα στο πνεύμα της αγιορειτικής λιτότητας και σεμνότητας και προκαλεί τον φιλακόλουθο αναγνώστη και τον ερευνητή της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας να εντρυφήσει στις σελίδες της.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ιερομ. Μεθόδιος γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας το έτος 1841. Μετά τις εγκυκλίους σπουδές του και μικρή παραμονή στους Αγίους Τόπους, εκάρη μοναχός το 1862 στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Λόγω της ευστροφίας και ικανότητός του διηκόνησε ως γραμματέας της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους, αντιπρόσωπος της Μονής Σίμωνος Πέτρας και διεκπεραίωσε διοικητικές υποθέσεις της Μονής του, εκτός Αγίου Όρους. Για περισσότερη ησυχία το 1885 εγκαταβίωσε στην Καλύβη της Μεταμορφώσεως στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων και από κει, μετά από παράκληση της Μονής Μεγίστης Λαύρας, εγκαταβίωσε στο σπήλαιον του αγίου Αθανασίου, όπου και εκοιμήθη το 1917. Διακρίθηκε στην εκκλησιαστική υμνογραφία, στη σύνθεση ακολουθιών και στη μελοποίηση ύμνων. Το κυριότερων έργον του ωστόσο είναι το «Τυπικόν».

Μοναχός Φανούριος Καψαλιώτης (1898-18 Δεκεμβρίου 1986)

σάρωση0005
Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ηλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας του είπε: «Παιδί μου Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία, να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευα­ρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή». Πήγε πρώτα στη ρουμανική σκήτη του Τιμίου Προ­δρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη ρουμανική σκήτη του Αγίου Δημητρίου-Λάκκου. Επέστρεψε στη σκήτη του Τιμίου Προδρό­μου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.
Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου στην Καψά­λα. Τον άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελλί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε σε αυτό το αγιοτρόφο Κελλί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελλί είχε φαί­νεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο οι άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος: «Να μην αφήνεις τα μοναχικά σου καθήκοντα, εμείς θα φροντίσουμε το Κελλί».
Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Πολλά ημερόνυχτα προσευχόταν ακατάπαυστα. Άκρος νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τί­ποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες με μαξιλάρι μία πέτρα. Τις χει­μωνιάτικες νύχτες θεωρούσε ατελείωτες. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο. Για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσ­ευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.