Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Μακαριστός Ἰάκωβος Τσαλίκης: Τριήμερη πλημμύρα εὐωδίας.

 


iakobos_1
Νέος μοναχός ο Ν. και ζούσε κάτω από τις φτερούγες του γέροντα. Οι μοναχοί όλοι πρέπει να έχουνε απόλυτη εμπιστοσύνη στο γέροντά τους και αφοσίωση. Και του είχανε πράγματι. Μα λίγη παρηγορία πάντα ενισχύει και τον πιο τέλειο. Ο Ν. ευτύχησε να την έχει σχεδόν καταιγιστικά για τρεις συνεχείς ημέρες.
Ήτανε Κυριακή απόγευμα, 17 Ιουνίου του 1990, κι έπρεπε να τακτοποιήσει την αποθήκη τροφίμων. Αυτό έκανε όταν άνοιξε η πόρτα και απρόσμενα μπήκε ο γέροντας. Ο Ν. έβαλε μετάνοια και πήρε την ευχή του γέροντα. Μα την ίδια στιγμή σ’ όλη την αποθήκη απλώθηκε άρρητη ευωδία. Έκπληκτος ο μοναχός, στρέφει ερευνητικά να εξηγήσει… μα είχε ήδη χαθεί και ο γέροντας. Ήτανε η πρώτη φορά που έζησε κάτι τέτοιο ο μοναχός και γέμισε ο νους του ερωτηματικά.Το βράδυ της ίδιας ημέρας, στην τράπεζα, παρόντες μόνο οι πατέρες, πήγε και ο γέροντας. Σε κάποια στιγμή ο Ν. πλημμύρισε από ευωδία, που είχε διάρκεια κι ένταση. Αυθόρμητα ρώτησε: «πατέρες, νιώθετε μήπως όμορφη ευωδία»; Όλοι τον κοίταξαν παράξενα και του είπαν «όχι». Ασυναίσθητα τότε, έριξε κλεφτή ματιά στο γέροντα και τον είδε να κατεβάζει τα μάτια χαμηλά, Σα να είχε κάνει ζημιά.
Την επομένη, τη Δευτέρα δηλαδή, διαβάσανε –όπως κάνανε συνήθως– το Απόδειπνο στο κελί του γέροντα. Στο τέλος, έσκυψε με τη σειρά του και ο Ν. να πάρει την ευχή του γέροντα. Βγήκε όμως από το χέρι του γέροντα έντονη ευωδία. Ρώτησε τους άλλους αν ένιωσαν κάτι τέτοιο και του είπαν «όχι».
Με την τρίτη αυτή φορά ο Ν. φοβήθηκε μήπως πρόκειται για ενέργεια του Σατανά. Σκεφτότανε να ρωτήσει το γέροντα, μα δεν ήξερε πώς να ρωτήσει. Την άλλη μέρα, Τρίτη, ζήτησε από το γέροντα να του πλύνει ένα μικρό μουσαμαδάκι, στο οποίο έβαζε τα μελανιασμένα πόδια του για κάποια εντριβή ή για να τα εξετάσει ο γιατρός. Ήτανε όμως καθαρό, κι ο γέροντας δεν ήθελε. Ο Ν. επέμενε, ο γέροντας υποχώρησε, το πήρε και πήγαινε στην κεντρική βρύση να το πλύνει. Προχωρώντας, σκέφτηκε με συγκίνηση ότι στο μουσαμά εκείνο ακουμπάνε «τα πονεμένα και ταλαιπωρημένα πόδια του άγιου γέροντά μου». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του και να φτάσει στη βρύση και γέμισε δυνατή ευωδία. Του ερχότανε στο πρόσωπο σαν δυνατός χειμωνιάτικος άνεμος, που όμως δεν ήτανε κρύος. Τώρα συγκινήθηκε πολύ, αναστατώθηκε, σχεδόν έκλαιγε. Γύρισε στο κελί του γέροντα και του εξήγησε τι αισθάνθηκε τρεις ημέρες τώρα: «Είναι από το Θεό, γέροντα; … Είσαι άγιος, γέροντα…!». Δεν τελείωσε, γιατί τον σταμάτησε ο γέροντας και με πολλή σοβαρότητα, χαμηλώνοντας και το βλέμα:
–Παιδί μου, εμείς θα κάνουμε το Σταυρό μας… ό,τι πει ο Θεός, παιδί μου.
Από το ομώνυμο βιβλίο, εκδόσεις «Τροχαλία»

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης: «Δέν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος – Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»

 


 

Μιά δαι­μο­νι­σμέ­νη ὁ­μο­λο­γοῦ­σε: “Ὅ­ταν ἤ­μουν 13 χρο­νῶν, ἔ­βο­σκα τά γε­λά­δια σέ μιά ρε­μα­τιά καί ἐ­κεῖ βλαστή­μη­σα τόν Χρι­στό καί τόν ἀν­τί­χρι­στο καί δαι­μο­νί­στη­κα, μπῆ­κε μέ­σα μου δαί­μο­νας. Ἀ­πό τό­τε δέν εἶμαι κα­λά.
Παν­τρεύ­τη­κα καί μέ πῆ­γε ὁ ἄν­τρας μου στήν Ἀγ­γλί­α, στήν Γερ­μα­νί­α, σέ ὅ­λους τούς για­τρούς. Οἱ για­τροί δέν βρῆ­καν τί­πο­τα. Δέν ξέ­ρουν ὅ­τι ἔ­χω δαί­μο­να. Τώ­ρα, μέ ἔ­φε­ρε καί σέ σέ­να”.
»Τούς εἶ­πα, “ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί θεί­α Κοι­νω­νί­α” καί φώ­να­ξε τό δαι­μό­νιο: “Ἐ­σύ δέν τά λές κα­λά! Ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄλ­λος ὁ πα­πάς (ἕ­νας ἄλ­λος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού εἶ­χαν πά­ει πρω­τύ­τε­ρα) τά λέ­ει κα­λύ­τε­ρα. Μό­νο μεταλα­βιά (θεί­α Κοι­νω­νί­α), δέν χρει­ά­ζον­ται δι­α­βά­σμα­τα (ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση) “.
»Εἴ­δα­τε, ἀ­δελ­φοί μου, πώς δέν τήν θέ­λει τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ὁ δι­ά­βο­λος καί ὅ­τι ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α δί­χως ἐ­ξομο­λό­γη­ση δέν ὠ­φε­λεῖ σέ τί­πο­τα».
«Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»
Μιά κυ­ρί­α ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, ἦρ­θε πρίν με­ρι­κά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦρ­θε στίς Ρο­βι­ές στό πανηγύρι καί κα­τά τό ἔ­θος κοι­νώ­νη­σε. Ὅμως, ἐ­νῶ κα­τά­πι­ε τό “ζμί” (ζουμί–αἷ­μα Κυ­ρί­ου), τό “κοψί­δι” (ψίχα–σῶ­μα Κυ­ρί­ου) ἔ­μει­νε κά­τω ἀ­πό τήν γλῶσσα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό κα­τα­πι­ῆ. Πή­γα­νε σέ ἕ­να σπίτι, τούς κέ­ρα­σαν κα­φέ καί πα­ξι­μά­δι, τά ἔ­φα­γε, ἀλ­λά τό κομ­μα­τά­κι δέν κα­τέ­βαι­νε. Τό εἶ­πε στήν γειτόνισ­σα καί τήν πα­ρα­κά­λε­σε νά τό σκουν­τή­ση μέ τό χέ­ρι της. Φύ­γα­νε ἀ­πό τίς Ρο­βι­ές. Στόν δρό­μο εἴχα­νε ψω­μί καί τυ­ρί καί φά­γα­νε σέ μιά πη­γή πού στα­μα­τή­σα­νε. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ τό ψιχου­λά­κι καί αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι μο­σχο­βο­λά­ει. Ἔ­βα­λε τό δά­κτυ­λο καί τό σκουν­τοῦ­σε καί αὐ­τό ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω πά­λι στήν γλῶσ­σα της.
— Τί ἦ­ταν αὐ­τό, π. Ἰ­ά­κω­βε; μέ ρώ­τη­σε.
— Μή­πως εἶ­χες κα­νέ­να ἁ­μάρ­τη­μα καί πῆ­γες νά κοι­νω­νή­σης καί δέν ἤ­σουν ἄ­ξια καί ἱ­κα­νή νά πᾶς νά κοινω­νή­σης; Μή­πως μέ καμ­μιά σου γει­τό­νισ­σα τά εἶ­χες χα­λά­σει;
— Ναί, πα­πά μου! Ἦρ­θε ἡ κότ­τα τῆς γει­τό­νισσας στήν αὐ­λή μου καί τήν ἔ­δι­ω­ξα λέ­γον­τας “ἴ­σου! νά φᾶς τήν νοι­κο­κυ­ρά σου, νά ψο­φή­ση ἡ νοι­κο­κυ­ρά σου!”. Καί ὕ­στε­ρα σάν νά μέ φώ­τι­σε ὁ Θε­ός τό βράδυ καί μοῦ εἶ­πε: “Δέν πᾶς νά πά­ρης συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν γει­τό­νισ­σα;”. “Νά πά­ω”, εἶ­πα. Στόν δρό­μο ὅ­μως πού πή­γαι­να, μοῦ εἶ­πε ὁ λο­γι­σμός: “Ἔ! δέν εἶ­ναι τί­πο­τα. Καί ἡ δι­κή μου πά­ει σέ αὐ­τήν καί αὐ­τῆς ἔρ­χε­ται σέ μέ­να”.
»Βλέ­πε­τε τί τῆς εἶ­πε ὁ δι­ά­βο­λος; Καί ἐ­νῶ πῆ­γε νά κοι­νω­νή­ση, δέν κοι­νώ­νη­σε, δι­ό­τι εἶ­χε κα­τα­ρα­στῆ τήν γει­τό­νισ­σά της». 
«Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μονα­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.
»Βλέ­πε­τε; Κοι­νω­νᾶ­με ἀλ­λά δέν κοι­νω­νᾶ­με! Γι᾽ αὐ­τό καί οἱ μά­γοι καί οἱ αἱ­ρε­τι­κοί με­ρι­κές φο­ρές συ­νι­στοῦν καί θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά φρον­τί­ζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκε­φτοῦ­με (γιά) νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με σωστά».
ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης – Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό Χριστό καί ψυχή

 


 

 Συμβουλευτικοί λόγοι
 
«Παιδιά μου, να κάνουμε ό,τι μπορούμε αγαθοεργίες, να έχουμε μετάνοια και τις προσευχές μας στον Θεό, διότι λέγει ο Κύριος «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν». Πάντως, παιδιά μου, η προσευχή στηρίζει τον άνθρωπο.
Και κάποτε, όταν είχα έρθη στο μοναστήρι πριν 35 χρόνια, λέγω «Άγιε Δαυΐδ, ήρθα σε σένα για να με φωτίσης, να μου δώση ο Θεός και εμένα φώτιση, να μην κάνω πράξεις κακές και αμαρτίες, μόνο το καλό έργο». Λοιπόν, και εκεί που προσευχόμουν, λέγω «να μου δώση πίστη». Πιστεύω από παιδί, αλλά θέλω να με δώση πίστη. Εκεί μέσα που προσευχόμουν, τι έπαθα και μου ήρθε!
(στο νου εκείνο που λέγει στο Ευαγγέλιο): «Όταν προσεύχεσαι να λες, Κύριε, πρόσθεσε πίστη». Με συγχωρείτε, παιδιά μου, εγώ δεν το ‘χα διαβάση στα χαρτιά μας, εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε τίποτε, μια Σύνοψη είχα μόνο, ό,τι είχαμε τα αφήσαμε στην πατρίδα μου στην Μικρά Ασία και εδώ δεν είχαμε τίποτε, δεν υπήρχαν θεολόγοι πατέρες εκείνη την εποχή. Ένας Ιεροκήρυκας ήταν στην Χαλκίδα και ο Επίσκοπος».
«Να εξομολογήσθε τους λογισμούς σας σε δοκιμασμένους Πνευματικούς, όπως έλεγε ένας αγιασμένος πατέρας. Διότι όταν εξομολογήσθε τους λογισμούς σας, δεν θα εμφωλεύουν οι δαίμονες μέσα σας, θα φεύγουν. Όταν δεν τους εξομολογήσθε, εμφωλεύουν μέσα σας. (Όταν) κάνης μια σκέψη πονηρή, (και την δέχεσαι τότε) αμαρτάνουμε και την επιθυμίαν την εκάλεσε μοιχείαν ο Κύριος. Γι’ αυτό όσο μπορούμε, ας διώχνουμε τους λογισμούς και τις σκέψεις και ας προσευχώμαστε να μας στηρίζη πάντοτε η Χάρις του Θεού».
«Εύχομαι σε σας υγείαν, χαράν και ευλογίαν ουράνιον. (Συνήθης ευχή του γέροντα Ιακώβου προς προσκυνητές). Εμείς κάνουμε προσευχές για σας εδώ πέρα, αλλά να κάνετε και σεις. Να προσέχετε την ψυχή σας. Έχουμε και σώμα, αλλά η ψυχή είναι αθάνατος. Δεν σας βλέπω ως ανθρώπους, αλλά ως πνευματικά τέκνα που έρχεσθε στον άγιο Δαυΐδ».
«Υπάρχουν πολλοί πειρασμοί, πολλοί κίνδυνοι στον κόσμο, αλλά όλα διαλύονται με την Χάρη του Θεού· όταν προσευχώμεθα διαλύονται όλα τα κακά».
«Ένας χωρικός νόμιζε ότι τον κάνανε μάγια και πήγε σε έναν μάγο να τα λύση. Εκείνος έσβησε το φως και τον ρώτησε, «μήπως έχεις πάνω σου σταυρό». Αφού του είπε «όχι», ξεκίνησε να του κάνη το «φυλαχτό». Αλλά του είπε μην τυχόν και κάνει τον σταυρό του ή φωνάζει κανέναν Άγιο, ή την Παναγία… (γιατί) δεν θα γίνη τίποτα. Αυτός όμως που και που έκανε τον σταυρό του και μουρμούριζε καμμιά ευχή και ταρασσόταν ο μάγος και του φώναζε μην τυχόν κάνη τον σταυρό του. Έγινε αυτό τρεις φορές και ο μάγος θυμωμένος τον έδιωξε και του είπε ότι δεν γίνεται τίποτα και ότι φταίει αυτός (ο χωρικός).
»Ήρθε εδώ και μου τα είπε και τον συμβούλεψα να νηστέψη, να κάνη Ευχέλαιο στο σπίτι του, κανέναν Αγιασμό, καμμιά Λειτουργία. Ούτε σατανικά θα μείνουν, ούτε τίποτα».
«Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούτε, εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι, εσείς ξέρετε και γράμματα, μορφωμένοι άνθρωποι είστε, μόρφωση έχετε, αλλά και εμείς έχουμε τον Χριστό παιδιόθεν, και όταν έχουμε τον Χριστό, δεν θέλουμε τίποτε άλλο. Εμείς έχουμε ανάγκη από Χριστό και ψυχή· και τα γράμματα καλά είναι και άλλα καλά είναι, αλλά, με συγχωρείτε, εκείνος που ξέρει και τα πολλά γράμματα και δεν τηρεί τους νόμους του Θεού, θα τον δείρη (ο Θεός) «δαρήσεται πολλά». Και εμένα που δεν ξέρω πολλά, πάλι θα με δείρη, θα δώσω λόγο των πράξεών μου».
«Όταν σας ζητάνε κάτι, ζητιανεύουν, να δίνετε κάτι. Μια φέτα ψωμί έχετε, μια φέτα ψωμί να δίνετε. Όποιος και να είναι. Ο άγιος Δαυΐδ και σε Τούρκους έδινε. «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται»».
«Μετά τον τάφο αρχίζει η νέα ζωή. Μέχρι τον τάφο ακολουθούν τα παράσημα, οι σταυροί, οι δόξες, οι τιμές. Όλα, παιδιά μου, προσωρινά είναι. Γι’ αυτό να φροντίζουμε για την ψυχή μας, που είναι πράγμα αθάνατο».
«Να έχωμε φιλοξενία και ελεημοσύνη. Ο όσιος Δαυΐδ ήταν πάρα πολύ ελεήμων. Ξένιζε ακόμα και τους Τούρκους. Εγώ, δεν έκανα τίποτε. Ο Άγιος τα έκανε όλα, ο Άγιος τα ‘χει φτειάξει όλα. Εγώ είμαι ζαβός άνθρωπος, ιδιότροπος…».
«Να είμαστε πάντα έτοιμοι, διότι δεν ξέρουμε πότε θα φύγουμε από αυτήν την ζωή. Να μην λέμε, «Δεν πειράζει, αύριο θα μετανοήσω». Ποιος ξέρει το αύριο; Το αύριο είναι του Θεού. Ούτε την ώρα ξέρουμε. Ξημερώνει και δεν ξέρουμε αν θα βραδυάση. «Επιμελείσθε ψυχής πράγματος αθανάτου»».
«Βλέπετε, σήμερα αρρώστιες πολλές, κακά πολλά στον κόσμο… όλα εξ αμαρτιών των ανθρώπων είναι».
«Για τον κόπο που κάνετε να έρθετε να προσκυνήσετε στον Άγιο, παίρνετε πολλή ευλογία από τον Άγιο».
Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος. Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016, σελ. 93.

Νουθεσίες πρός λαϊκούς (Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης)

 


  

«Να με συγχωρήτε, αγράμματος άνθρωπος είμαι, δεν ξέρω τίποτα να σας πω, μόνον που έχω πίστη στον Θεόν και ταπείνωση, τέκνα μου».
«Κάποια πλούσια κυρία πήγε την Κυριακή στην Εκκλησία, αλλά δεν πρόσεχε καθόλου, και ο νους της γύριζε. Ομολόγησε: «Γύριζε ο νους μου απ’ την ώρα που μπήκα στην εκκλησία μέσα· είχα ένα σακκουλάκι και σκεφτόμουν ότι είναι καλό να βάλω την ζάχαρη του δελτίου. Με το σακκουλάκι αυτό, πέρασα όλη την Λειτουργία χωρίς να καταλάβω ούτε ένα γράμμα, τίποτε, ε!… πήρα αντίδωρο και σηκώθηκα κι έφυγα».
»Ενώ η υπηρέτριά της, που ήταν θεία μου και από δέκα χρονών δούλευε υπηρέτρια, αλλά ήταν πολύ ευσεβής, αν και λόγω της δουλειάς δεν είχε πάει Εκκλησία, ήξερε ποιον Απόστολο και ποιο Ευαγγέλιο είπαν, διότι δουλεύοντας έκανε προσευχή και πνευματικά ήταν στην Εκκλησία.
»Βλέπετε, παιδιά μου, «όπου ο θησαυρός ημών εκεί και η καρδία ημών», λέει ο Χριστός. Κανείς να προσηλώνεται στα Θεία, να προσεύχεται».

«Ευχόμεθα και δεόμεθα, πάντοτε να βάζη ο Θεός το χέρι Του και στην Εκκλησία μας και στο κράτος και στον κόσμο, διότι οι μέρες είναι πολύ πονηρές και πολύ δύσκολα χρόνια. Ας φωτίζη ο Θεός όλον τον κόσμο. Ευτυχώς υπάρχουν και καλοί Χριστιανοί. Αν (παλαιά) υπήρχαν οι δέκα, δεν θα καταστρέφονταν τα Σόδομα και τα Γόμορρα, οι πόλεις, αλλά δεν υπήρχαν. Ε! τώρα υπάρχουν εδώ πολλοί Χριστιανοί πιστοί, ευλαβείς, κοντά στον Θεό … Βλέπω καθημερινώς πλήθη λαού περνάνε από το Μοναστήρι. Την περασμένη βδομάδα είχαν περάση επτά πούλμαν. Πολύς κόσμος, ο κάθε άνθρωπος είχε τον σταυρό του, άλλος είχε καρδιά, άλλος είχε τον καρκίνο, άλλος είχε το χέρι του, άλλος είχε το πόδι του, άλλος είχε, με συγχωρείτε, το κεφάλι του, πολλές αρρώστιες στον κόσμο, πάρα πολλές αρρώστιες αλλά με την βοήθεια του Θεού, με την προσευχή μας θα τις περάσουμε με πολλή υπομονή. Και όταν βλέπουμε τόσα και τόσα θαύματα που κάνει ο Θεός, πρέπει να πλησιάζουμε περισσότερο κοντά στον Θεό. Εγώ που ζω μέχρι σήμερα, είμαι ζωντανός από τους Αγίους, διότι οι Άγιοι έχουν παρρησία στον Θεό, πρεσβεύουν όπως ο άγιος Δαυΐδ, ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος, όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Τους τιμούμε, τους ευλαβούμεθα, γι’ αυτό ήρθατε σ’ αυτόν τον άγιο προορισμό και με την θεία Λειτουργία που κάνουμε, τιμούμε τον Θεό και τους Αγίους. Μου έλεγε ένας ιερομόναχος, ένας ευλαβέστατος Γέροντας: «Πάτερ, λέει, όταν τελήται θεία Λειτουργία σ’ έναν τόπο, όλος ο κόσμος εδώ αγιάζεται, όλη η περιφέρεια αγιάζεται από την θεία Λειτουργία»».
 
«Προχθές πέρασε πολύς κόσμος. Ρωτάω κάποιους:
– Πηγαίνετε στην Εκκλησία;
– Δεν πάμε…, είπαν.
– Γιατί, παιδιά μου, δεν πάτε στην Εκκλησία; Απ’ την μέρα που γεννιώμαστε μέχρι την μέρα που θα φύγουμε (η ζωή μας) περνά από την Εκκλησία.
– Ε! πάμε, παπά, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, τι θες άλλο να σου πούμε;
– Με συγχωρείτε, δεν είναι μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Όταν ο Χριστιανός δεν πηγαίνει τρεις Κυριακές στην Εκκλησία χωρίζεται! Εκτός αν υπάρχη τόσο μεγάλη ανάγκη, με συγχωρείτε, μπορεί να είναι άρρωστος, μπορεί να καίγεται το σπίτι και να σηκωθή να το σβήση, τότε συγχωρεί ο Θεός…
– Ε! τα Χριστούγεννα και το Πάσχα πάμε στην Εκκλησία και τίποτα άλλο… Χαίρετε, χαίρετε…
»Και τίποτα άλλο δεν είπανε, για Εκκλησία να μην ακούσουν. Στην Εκκλησία όμως βρίσκουμε την παρηγορία, βρίσκουμε την υγεία, βρίσκουμε την σωτηρία της ψυχής μας».
 
«Υπάρχουν πολλά στον κόσμο, αρρώστιες, δοκιμασίες, θλίψεις, στεναχώριες και όλα αυτά πάντοτε (να τα αντιμετωπίζουμε) με την προσευχή. Ο Χριστός που ήταν Θεός και άνθρωπος και πάλι εκείνος προσευχότανε και νήστευσε και τώρα λέμε δεν υπάρχει νηστεία. Μα πώς δεν υπάρχει νηστεία; Νηστεία υπάρχει! Είναι εντολή του Θεού, η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός ήταν η νηστεία… στον Αδάμ και στην Εύα. Και Εκείνος ο Ίδιος ενήστευσε. Έρχεται μια γυναίκα και μου λέει ότι ο γαμπρός της της έλεγε ότι οι καλόγηροι νηστεύουνε, για τους καλογήρους είναι αυτά, δεν υπάρχει αμαρτία αν δεν νηστεύης και έρχεται η γυναίκα και μου το είπε. Να πης, λέω, στον γαμπρό σου ότι υπάρχει νηστεία. Πώς δεν υπάρχει; Στο Ευαγγέλιο ο Χριστός μας λέει, «ει μη εν προσευχή και νηστεία…». Πρώτα–πρώτα ο Χριστός μας ενήστευσε και δεν ενήστευσε όπως νηστεύουμε εμείς σήμερα. Εκείνος που ήταν Θεός και άνθρωπος νήστευσε σαράντα μέρες και εμείς σήμερα να μην νηστεύσουμε, που (εμείς) νηστεύομε για τις αμαρτίες μας».
 
«Προ ημερών με πήρε μια γυναίκα από την Αθήνα τηλέφωνο και μου λέει: «Πάτερ μου, μου πονεί η μέση μου, δεν ξέρω αν είναι από τον πονηρό ή από τον Θεό». Της λέω: «Τέκνο μου, τώρα είτε του πονηρού είναι, είτε ο Θεός επιτρέπει, να κάνης υπομονή όπως ο Ιώβ. Είδες ο Ιώβ τι υπόμεινε; Ε! παιδί μου, κοίταξε. Όσο άρρωστος και να είναι κανείς, με συγχωρείτε, και να νευριάσης και να πης ωχ! τι έπαθα, μα γιατί παίρνω τα φάρμακα και θα πάω να σκοτωθώ, τίποτα δεν κάνεις, χειρότερα γίνεσαι…». Με την ηρεμία, με την πραότητα, με την προσευχή ιδιαιτέρως, θα σε βοηθήση η χάρις του Θεού».
(Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος. Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες.” Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016, σελ. 93.)

Σέ ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου εἶπε ὁ π. Γεράσιμος: “Ὑπάρχει κι ἕνας ἄλλος Ἰάκωβος, ἀδελφοί μου, πού γιορτάζει σήμερα. Κάνει δαιμονισμένους καλά …”

 


«Υπάρχει κι ένας άλλος Ιάκωβος, αδελφοί μου, που γιορτάζει σήμερα. Κάνει δαιμονισμένους καλά …»
“Ο Γεράσιμος Φωκάς μάς γνώρισε την κρυμμένη Ελλάδα, αυτή την Ελλάδα που δεν φαίνεται στους πολλούς. Μας γνώρισε τότε τον Άγιο Παϊσιο στο Άγιον Όρος, τον Άγιο Πορφύριο στον Ωρωπό, τον Γέροντά μας Ιάκωβο στην Εύβοια, στον Όσιο Δαυίδ, τον π. Ευμένιο στο Λοιμωδών Νόσων και όλη την παρέα των λεπρών, που το χαρακτήριζε Άγιον Όρος”.
“Εδώ, παιδάκι μου, να έρχεσαι, γιατί είναι το σύγχρονο Άγιο Όρος”, έλεγε στον Όμηρο, νεαρό φοιτητή τότε και τώρα Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο.
Δικαιούμαστε κι εμείς να λέμε ότι ο π. Γεράσιμος μάς γνώρισε την κρυμμένη Ελλάδα, την Ελλάδα των Αγίων, των Οσίων, των Γερόντων… Αν τώρα κάτι γνωρίζουμε γι αυτούς, στον π. Γεράσιμο το οφείλουμε. Αν τώρα περιμένουμε την Ημερίδα για τον Γέροντα Ιάκωβο, στον π. Γεράσιμο το οφείλουμε.
Τότε ακούστηκε φοβερή κραυγή και ύβρεις ενός δαιμονισμένου … Ποιος μπορεί να ξεχάσει πώς ακούστηκε εκείνη η φωνή της κολάσεως που έκανε την καρδιά μας να τρέμει σαν το αμυδρό φως των κεριών στο μισοσκόταδο του ναού; Ο π. Γεράσιμος δεν πτοήθηκε, συνέχισε να μας μιλά για τον Γέροντα Ιάκωβο που τόσο αγάπησε. Θα είναι κι αυτός εκεί στην Θεσσαλονίκη, όχι εν σώματι, αλλά εν πνεύματι. Εξάλλου το είχε ευχηθεί.

Ὁ γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης-Ὁ Ἅγιος τῆς μυστικῆς Θείας Λειτουργίας

 


    Αποτέλεσμα εικόνας για iacob tsalikis

Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ Ο ΄΄ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ!΄΄
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.
 
Του  Ανδρέα Χριστοφόρου
Μονή Οσίου Δαυίδ, 20/11/16, Μνημόσυνο Αγίου Γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη
Καθήμενος μπροστά στον Τάφο του Αγίου Γέροντα, ώρα 05:30
Ήταν τέλος του 1985, 26 Δεκεμβρίου και δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.
Φτάσαμε στο Μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ οικογενειακώς με την γυναίκα και τα τρία τότε παιδάκια μας και ενώ στάθμευα το αυτοκίνητο έξω από την Μονή , προσέξαμε ότι στο διπλανό αυτοκίνητο ήταν ανοικτές διάπλατα και οι τέσσερις πόρτες, ενώ από μέσα στο Ναό ακούγονταν φωνές αγριεμένου ορμητικού δαιμονίου, που έβριζαν το Χριστό τους παπάδες, τον Αγ. Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.
Μπαίνοντας στον Ναό είδαμε τον Άγιο Γέροντα με πετραχήλι, κρατώντας στα χέρια του λείψανα Αγίων, να τα ακουμπά στο κεφάλι μιας κοπέλας που τιναζότανε με οργή και ούρλιαζε με αντρική άγρια φωνή.Κάποια στιγμή ηρέμησε η κοπέλα , που ήταν εκεί με τον άντρα το παιδί της και τον αδελφό της. Ήλθαν από Θεσσαλονίκη.
Πριν την είχαμε δεί μπροστά στο λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου να μαίνεται και να κτυπιέται και να βρίζει ώσπου τις έρριξαν Αγιασμό και ησύχασε για λίγο.
Το βράδυ στην Μονή Οσίου Δαυίδ δειπνούσαμε όλοι μαζί και η κοπέλα ομολογούσε ότι φαινόταν σαν να είχε κατάθλιψη ώσπου μια μέρα σε Ναό της Θεσσαλονίκης, φώναξε το δαιμόνιο.
Ζήτησαν από το Άγιο Όρος βοήθεια και της είπαν, μόνο ο π. Ιάκωβος Τσαλίκης στον Όσιο Δαυίδ, θα την βοηθούσε.
Στο δρόμο από τον Άγιο Ιωάννη προς την Μονή, κλώτσαγε το δαιμόνιο προς το τιμόνι του αυτοκινήτου και ούρλιαζε λέγοντας:
– Όχι, μη με πάτε στον κοκκαλιάρη τον Τσαλίκη, αυτός θα με βγάλει!
Ο Γέροντας άκουε νηφάλιος αλλά και χαρούμενος, διότι το δαιμόνιο υποτάχθηκε την Εξουσία του Αγίου Πνεύματος , που μέσα του ήταν Ηγεμονικό, σε όλες του τις εκφράσεις κατά τον λόγο του Δαυίδ που ζητά να τον στηρίξει ο Θεός με Πνεύμα Ηγεμονικό.
Η όλη αυτή διαδικασία Θεραπείας που είδαμε, ήταν μια θαυμαστή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος που αποκάλυπτε την Πατρική Αγάπη και Ευσπλαχνία του Αγίου Γέροντα.
Βλέπαμε μπροστά μας ένα Πατέρα της Εκκλησίας, είδαμε ένα Άγιο, ένα φορέα της Ορθόδοξης Παράδοσης και Αγιότητας.
Πού, μου φάνηκε ότι στηριζόταν όλη αυτή η Πνευματική προσωπικότητα του Αγίου Γέροντα Ιακώβου.
Η πολυχρόνια Άσκηση της προσευχής στην Μετάνοια για τις αμαρτίες του και η ακολουθούσα από αυτόν της συγχώρεσης των άλλων, ξεχείλιζε μέσα του, την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.
Επίκεντρο πάντα η Μετάνοια του κατά τον λόγο του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος:
Καν πάσαν την Κλίμακα αναβέβηκας, υπέρ αφέσεως αμαρτιών προσεύχου!
Αποτέλεσμα εικόνας για iacob tsalikis
Έτσι ξεχείλιζε από το στόμα του η διάθεση του να συγχωρεθεί από όλους, αισθανόμενος ο χειρότερος όλων που είχε ανάγκη να συγχωρεθεί από όλους!
Ο Ιερέας, πριν την Μεγάλη Είσοδο, έρχεται στην Ωραία Πύλη του Ιερού, κάμπτει λίγο το σώμα και υποκλινόμενος ζητά συγχώρεση από τον Εκκλησιαζόμενο λαό, σαν να λέει με την όλη στάση, ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ! για να προσέλθει με ταπείνωση στο μεγάλο Μυστήριο του Καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων.
Ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος, είναι σε όλους γνωστό, ότι σε κάθε φράση του έλεγε στο τέλος, στον συνομιλητή του, με κάθε απλότητα και ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος δυτικότροπης ευγένειας, ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ!
Έβαζε, όπως και στην Ωραία Πύλη το χέρι στην κοιλιά απαλά υποκλινόταν όταν τέλειωνε αυτά που έλεγε, με την φράση ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ!
Αυτό μου εντυπώθηκε από τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο στα 12 χρόνια που τον έζησα κάθε φορά που τον έβλεπα.
Γιατί πίσω από την φράση αυτή μου αποκαλυπτόταν η όλη η Ζωή της Μυστικής Μετανοίας που εξευγενίζει την ψυχή αφού ελκύει την Συγχωρούσα θεραπευτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και κάνει τον Χριστιανό, δοχείο της άπειρης Αγάπης Ευσπλαχνίας του Θεού στον Άνθρωπο.
Βλέπαμε στον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη τον μεστό καρπό της πολυχρόνιας και επιμελημένης Μετανοίας του που γινόταν με βάση τις Εντολές του Ευαγγελίου, με πρώτη την Εντολή του Τιμίου Προδρόμου και του Χριστού, Μετανοείτε ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών που γινόταν σε αυτό όπως και σε όλους τους Αγίους, με την Εγρήγορση και την προσευχή, με την προσοχή του Νου στις Εντολές πρώτα και μετά στην προσευχή της Μετάνοιας, Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με!
Πρόδιδε η φράση του Αγίου, ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ, την διαρκή καρδιακή συμμετοχή του στη Θεία Λειτουργία και την ετοιμότητα του στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, αφού η όλη στάση του στη φράση ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ, με έκανε να τον βλέπω σαν Λειτουργό του Υψίστου σε κάθε ανθρώπινη σχέση.
Αυτή η Μυστική Καρδιακή Θεία Λειτουργία, που είναι το αποκορύφωμα της Ησυχαστικής Ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ήταν κρυμμένη πίσω από την φράση του Αγίου Πατέρα μας Ιακώβου Τσαλίκη, που σαν να ήταν πάντα Λειτουργός, πάντα με Πετραχήλι, αφού Αγία Τράπεζα ήταν πάντα η καρδία του και το σώμα του Ναός του Αγίου Πνεύματος, κατά τον λόγον του Απ Παύλου:
Ουκ είδατε οτι Ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος εστέ;
Με τη φράση ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ νοιώθοντας εν Πνεύματι Αγίω ο τελώνης του Ευαγγελίου, υψωνόταν απο το Άγιο Πνεύμα σε διαρκή Λειτουργό , γινόμενος αληθινός προσκυνητής του Τριαδικού Θεού ,κατά τον Λόγον του Χριστού μας:
Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν, εν Πνεύματι και Αληθεία δεί προσκυνείν!

Ἀρρώστιες καί δοκιμασίες (Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης)

 


   

Έχω την καρδιά και το πρωί φοβάμαι τον ίλιγγό μου… έχω και αυτό το αυχενικό και δεν πάω και στους γιατρούς, για να μη με γυμνώνουν· γι’ αυτό δεν πάω. Και προτιμώ να υποφέρω.
Το ’79 κάποτε αδιαθέτησα και εντρεπόμουν να πάω στον γιατρό, δεν είχα πάει ποτέ μου σε γιατρό, έγινα 59 χρονών. Και είπαν οι γιατροί ότι 99% ήταν καρκίνος σ’ ένα σημείο του σώματός μου. Κι εγώ πήγα τρεις φορές στην Αθήνα. Είπε ο γιατρός να με δη, αλλά εγώ ντρεπόμουνα, δεν ήθελα να με δη και γύριζα πίσω. 14.000 (δραχμές) την ημέρα (πλήρωσα). Και έλεγα (στον εαυτό μου): «Κάθομαι στο Μοναστήρι μου και ασκητεύω και, όταν έρχωμαι εδώ πέρα, να εκθέτω το σώμα μου γυμνό;».– Εγώ είμαι ιερέας, (είπα) με συγχωρείτε, με γυμνώνετε και με πιάνετε το σώμα μου, να με βλέπετε το σώμα μου. Νοιώθω ότι αμαρτάνω.

– Πάτερ μου, λέει (ο γιατρός), δεν κάνετε αμαρτία.
– Με συγχωρείτε, λέω, εγώ είχα αρχές από παιδί, αρχές πνευματικές, και τώρα πώς να ξεντυθώ; Μου λέει (ο γιατρός):
– Βγάλε το ράσο σου.
– Πώς να βγάλω το ράσο μου, γιατρέ μου; (Το βγάζω και) μένει τ’ αντερί. Μου λέει:
– Βγάλε τ’ αντερί. Πώς να βγάλω τ’ αντερί; Νομίζω πως είμαι κανένας κοσμικός και νομίζω πως κάνω πράξεις κακές. Δεν τις έχω κάνει, αλλά σας ζητώ συγγνώμη για την φράση μου.
Με πιάνει η πίεση. Ανεβαίνει, πάει 25. Μου ‘δωσε ο γιατρός φάρμακα για (την) πίεση, και παθαίνω υπόταση και πάει μέχρι 8 και, όταν λειτουργώ, με πιάνει μία θαμπάδα στα μάτια μου και νέκρα. Με κόβει κρύος ιδρώτας. «Γιατρέ μου, να σου πω την αλήθεια, δεν έχω πίεση, εγώ απ’ την ντροπή μου που με βλέπεις, με συγχωρείτε, πότε 9 έχω, πότε 10, 11, 12, 13, δεν έχει όρια η πίεση η δική μου». Λέει, «κόψε τα φάρμακα». Έκοψα τα φάρμακα και είμαι καλύτερα χωρίς το φάρμακο που έπαιρνα.
***
Τι να κάνωμε τώρα; Επέμεινα στο Μοναστήρι, έχω 38 χρόνια, μένω εδώ στο Μοναστήρι μ’ όλη μου την ψυχή. Αλλά μ’ έδωσε ο Θεός δοκιμασίες. Κάθε τρεις μήνες, πάω στην Αθήνα και εκθέτω το σώμα μου στους γιατρούς και γυρίζω. Αυτό κάνω, παιδιά μου. Πάω και με βλέπουν οι γιατροί, σας ζητώ συγγνώμη, παιδιά μου… Και με βλέπει ο γιατρός, με κάνει μία εξέταση στην καρδιά –έχω βηματοδότη, δεν λειτουργεί καλά– και με την κούραση που έχω από τον κόσμο…
Περνάει πολύς κόσμος από το Μοναστήρι, χιλιάδες κόσμος, θέλω να τους δω τους ανθρώπους, αλλά τι να (πρωτο)δω; Χθες περάσανε καμμιά σαρανταριά άτομα, ήτανε απ’ το Άργος. Έκλαιγε λοιπόν, (κάποιος και έλεγε): «Πάτερ μου, την ευχή να πάρωμε».
Ειδοποιούν πολλοί να ‘ρθουν στην Μονή και τους λέω «δεν μπορώ, δεν μπορώ» αλλά τους εξυπηρετώ. Τι να κάνω; Κάνω το σταυρό μου, βάζω το πετραχηλάκι μου, βοηθάει ο άγιος Δαυΐδ. Μας δυναμώνει και η Χάρις.
Τώρα με πειράζει και ο διάβολος και λέει: «Όλη σου τη ζωή φάρμακα θα παίρνης;». Αν ήμουν σε καμμιά ερημιά, δεν θα ‘παιρνα. Ίσως να μην αρρωστούσα με καρδιές και παθήσεις που έχω. Αλλά τώρα που τα ‘δωσε ο Θεός, τι να κάνωμε, «δόξα τω Θεώ». Όλα τα καλά δεν πρέπει να τα ‘χουμε. Και τώρα πάω και παίρνω τα φάρμακα 7-8 την ημέρα. Ή απ’ τις αμαρτίες μου τώρα, ή απ’ την καλωσύνη του ο Θεός με δοκιμάζει, αλλά λέω «είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο».
***
Έχω πολλές αρρώστιες, αλλά παρακάλεσα τον άγιο Δαυΐδ να έχω τις δοκιμασίες αυτές, αλλά να μου δίνη υπομονή, και να μην είναι κάτι σοβαρό. Να μην έχω τίποτα ζάχαρο. Να μπορώ να τρώω δύο φέτες ψωμάκι την ημέρα, γιατί φαγητά δεν τρώω, με συγχωρείτε για τη φράση μου, αλλά λίγο ψωμάκι το θέλω. Από μικρό παιδί έτρωγα πάντα το ψωμάκι. Τουλάχιστον να τρώω δύο φέτες ψωμάκι και λίγο νεράκι και τίποτα άλλο δεν θέλω. Ε! βοήθησε ο άγιος και δεν έχω τίποτα το σοβαρό, μόνο αυτή την βραδυκαρδία. Αλλά δεν απελπίζομαι και λέγω, «Δόξα τω Θεώ». Όταν τελειώση η προθεσμία μου, θα φύγω από αυτή την ζωή. Τουλάχιστον να είμαστε κοντά στον Θεό και να μας βρη ο Θεός όπως θέλει.
Μία Μεγάλη Τεσσαρακοστή, σας ζητώ συγγνώμη για τη φράση μου, και το λάδι το νηστεύαμε· και πήρα 480 χάπια το ’80, μου δώσανε οι γιατροί από την Αθήνα, και δεν έπαθα τίποτε. Ποτέ δεν μ’ αδίκησε ο Θεός. Ποτέ δεν μ’ έβλαψε ούτε η νηστεία, ούτε οι παθήσεις, ούτε τίποτε. Από παιδί είχα συνηθίσει. «Δόξα τω Θεώ». Δοξάζω τον Θεό, με συγχωρείτε, μ’ ευχαριστεί που έρχονται αυτές οι άγιες ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής. Περισσότερο αγωνίζονται αυτοί οι χριστιανοί στον κόσμο. Εγώ δεν κάνω τίποτε. Τώρα στο τέλος κοιτάζω την υγεία μου. Πρώτα, δεν πήγαινα σε γιατρό.
Εξήντα έξι χρόνια ζω, ποτέ δεν με αδίκησε ο Θεός. Μου λέει κάποιος: «Σου έδωσε αρρώστιες ο Θεός, γιατί να σου τις δώση, αφού πιστεύεις στον Θεό;».
Τι να κάνουμε; και Εκείνος έχυσε το Πανάγιό Του Αίμα πάνω στον Σταυρό, τον καρφώσαμε, είπε «διψώ» και του δώσαμε ξύδι μετά χολής μεμιγμένον. Εγώ, δόξα τω Θεώ, πάω σε κανέναν γιατρό, παίρνω και κανένα φάρμακο, Δόξα τω Θεώ, είμαι πολύ καλά στο Μοναστήρι μου, στο σπίτι μου εδώ μέσα. Εκείνος τι υπέμεινε για μας; Και οι Άγιοί μας τόσα πάθανε! Ο Θεός δοκιμάζει.
 
[Από το βιβλίο: «Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)». Α’. Διηγήσεις (αποσπάσματα). Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016].