Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός



ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ζωή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού υπήρξε ζωή συνεχών αγώνων. Αγωνίστηκε εναντίον της νέας αιρέσεως των εικονομάχων γιατί έζησε κατά τον 8ον αιώνα που η εικονομαχία συγκλόνιζε τα θεμέλια της Εκκλησίας. Εναντίον της υπερηφάνειας και της υψηλοφροσύνης, γιατί ήταν κάτοχος όλης της επιστημονικής γνώσεως της εποχής του, όπως φαίνεται και από έργα του που μας άφησε.

Εναντίον της αγάπης του πλούτου και της ανθρώπινης δόξας, γιατί και θέση επίζηλη κατείχε, αλλά και πλούτη είχε άφθονα.
Παρ' όλα αυτά, επειδή αγάπησε τη μοναχική πολιτεία, εγκατέλειψε τα πάντα στον κόσμο αυτό και έγινε υποτακτικός σ' εάν αυστηρό γέροντα. Και στη ζωή της υποταγής όμως έδειξε ότι είχε πάρει απόφαση να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού ο παλαιός άνθρωπος μέσα και να γεννηθεί ο νέος, ο κατά Χριστόν πλασθείς.

Νους οξύς και πολυμαθής μας άφησε σπουδαία έργα δογματικά, αλλά και σπουδαιότατα τροπάρια και ύμνους της Εκκλησίας και δικαίως θεωρείται σαν ένας από τους κορυφαίους υμνογράφους.
Η υπακοή και η ταπείνωση του, καθώς και η όλη του ζωή έμεινε παραδειγματική και σήμερα προβάλλει η μορφή του σαν υπόδειγμα για μίμηση όλων, όσων θέλουν να κερδίσουν τα μόνιμα και αναφέρεται αγαθά του ουρανού.
Οι γονείς του Ιωάννη
Ο άγιος Ιωάννης, ο λεγόμενος Δαμασκηνός, έζησε κατά την εποχή της βασιλείας του Λέοντος Γ' του Ισαύρου (717-741) και μέχρι της βασιλείας του διαδόχου αυτού Κωνσταντίνου του Κoπρωνύμου.

Ονομάσθηκε ο άγιος «Δαμασκηνός» από το όνομα της ιδιαιτέρας του πατρίδας Δαμασκού. Η πόλη αυτή βρίσκεται στη Συρία. Την εποχή, που γεννήθηκε, ήταν η πόλη υποδουλωμένη στους Αγαρηνούς και οι κάτοικοι είχαν αλλάξει την πίστη τους. Μόνο οι γονείς του Ιωάννη ήσαν πιστοί και ευσεβείς, σαν τα ευωδιαστά ρόδα ανάμεσα στα αγκάθια. Ο Θεός για τη αρετή τους, τους αντάμειψε και τους έκανε θαυμαστούς. Αυτοί οι αιχμάλωτοι έγιναν κριτές των κυριών τους. Καθώς συνέβη στους Τρεις Παίδες, που ήσαν Αιχμάλωτοι των Ασσυρίων και στον Ιωσήφ, που ήταν αιχμάλωτος των Αιγυπτίων. Και τώρα ο πατέρας του Ιωάννη έγινε πρωτοσύμβουλος του Αμηρά.

Αυτόν διάλεξε για να τον έχει σύμβουλο και διοικητή των δημοσίων, αν και ήταν αλλόπιστος, εξ' αιτίας του πλούτου του και της καταγωγής του.

Σαν διοικητής κυβερνούσε τη χώρα με δικαιοσύνη και σοφία. Ήταν πολύ φιλάνθρωπος και έδινε από τον πλούτο του για να εξαγοράζει και να ελευθερώνει τους αιχμαλώτους από τους Αγαρηνούς, γιατί κινδύνευαν να χάσουν την πίστη τους και τη ζωή τους. Έπειτα έδινε γη για να την καλλιεργούν σ' όσους ήθελαν να μείνουν στην Ιουδαία ή στη Παλαιστίνη, γιατί εκεί είχε πολλά χωράφια. Όσοι πάλι δεν ήθελαν να μείνουν εκεί, τους έδινε χρήματα για να πάνε, όπου ήθελαν.

Δεν ξόδευε ποτέ χρήματα σε συμπόσια ή για πολύτιμα φορέματα, όπως συνηθίζουν οι πλούσιοι, αλλά μόνο για θεάρεστα έργα.

Ο Θεός σαν αμοιβή για τα φιλάνθρωπα έργα του, του χάρισε τον Ιωάννη, τον παγκόσμιο φωστήρα της Εκκλησίας, που τη στόλισε με εξαιρετικά τροπάρια.
Εύρεση δασκάλου
Χάρηκε, γιατί του χάρισε ο Κύριος κληρονόμο και μόλις μεγάλωσε το παιδί, αναζητούσε να του βρει δάσκαλο σοφό και επιθυμούσε να το αναδείξει μεγάλο φιλόσοφο. Επειδή ο πόθος του ήταν θεάρεστος, ο Θεός εξεπλήρωσε την επιθυμία του.

Οι βάρβαροι της πόλης εκείνης αιχμαλώτισαν πολλούς χριστιανούς από διαφόρους τόπους και τους έφεραν εκεί. Απ' αυτούς άλλους πώλησαν κι άλλους, όσους δεν θέλησε κανείς να τους αγοράσει, αποφάσισαν να τους φονεύσουν. Ανάμεσα σ' αυτούς έτυχε να είναι και κάποιος μοναχός από την Ιταλία, Κοσμάς στο όνομα, σεμνός κι ενάρετος.

Ενώ οι βάρβαροι οδηγούσαν τους αιχμαλώτους εκεί, που θα τους θανάτωναν, συνάντησαν τον πατέρα του Ιωάννη. Εκείνος βλέποντας τον Κοσμά με λυπημένη όψη και με δάκρυα στα μάτια τον πλησίασε και του είπε:

- Γιατί κλαις, άνθρωπε του Θεού; Λυπάσαι που θα στερηθείς τον κόσμο, που, όπως βλέπω από τον μοναχικό σου σχήμα, τον απαρνήθηκες και νέκρωσες το σώμα σου;
Σ' αυτά τα λόγια απάντησε ο μοναχός:

- Ο Θεός γνωρίζει, ότι δεν λυπάμαι για τη στέρηση της παρούσας ζωής, γιατί εγώ τον κόσμο τον αρνήθηκα όπως είπες. Αλλά λυπάμαι, γιατί έμαθα όλες τις επιστήμες. Φιλοσοφία, Ρητορική, Διαλεκτική, Αριθμητική, Γεωμετρία και κάθε άλλη σοφία. Εκπαιδεύτηκα και στη Μουσική και έμαθα και Αστρονομία. Μπορώ να πω, ότι δεν άφησα τίποτε, που να μη μάθω, για να εννοήσω από την αρμονία και την ομορφιά των δημιουργημάτων τον Δημιουργό της Κτίσεως.

Έπειτα σπούδασα και την δική μας Θεολογία. Επειδή όμως δε βρήκα ακόμη μαθητή για να τον αφήσω διάδοχο της σοφίας μου λυπάμαι και θλίβομαι. Γιατί όπως θέλουν οι πλούσιοι ν' αποκτήσουν παιδιά για να τους κληρονομήσουν, έτσι επιθυμούν και οι φιλόσοφοι ν' αφήσουν διαδόχους στη σοφία τους, για να έχουν μνήμη αθάνατη. Έτσι φεύγει ο σοφός για την αιώνια ζωή σαν τον δούλο, που διπλασίασε το τάλαντο. Διαφορετικά θα κριθεί σαν ανωφελής. Γι' αυτό στεναχωρούμαι, επειδή φοβάμαι, μήπως ο Δεσπότης με συναριθμήσει με τον πονηρό δούλο που έκρυψε το τάλαντο.

Μόλις άκουσε αυτά ο άρχοντας, που είχε πόθο να βρει τέτοιο σοφό άνθρωπο, λέγει στον Κοσμά.
Μη λυπάσαι γι' αυτή την αιτία, δάσκαλε, και ίσως ο Κύριος εκπληρώσει τα αιτήματα της καρδιάς σου.

Πήγε στον άρχοντα των Σαρακηνών και του εζήτησε να του χαρίσει αυτόν τον αιχμάλωτο. Έτσι και έγινε. Πήρε, λοιπόν, τον Κοσμά, τον οδήγησε στο σπίτι του, τον περιποιήθηκε και του είπε:

- Γνώριζε, σοφότατε και λογικότατε, ότι όχι μόνο από την αιχμαλωσία σε λύτρωσα, αλλά σε κάνω και δεσπότη του σπιτιού μου, μέτοχο στις χαρές και στις λύπες μου. Άλλη χάρη δεν ζητώ από την αγιοσύνη σου, παρά μόνο να καταβάλλεις κάθε προσπάθεια να διδάξεις αυτά τα δύο παιδιά, όλη την σοφία και την μάθηση που γνωρίζεις. Είναι δε τα παιδιά ο Ιωάννης γνήσιο παιδί μου και ο Κοσμάς από τα Ιεροσόλυμα, που τον πήρα από μικρό κοντά μου, γιατί ήταν ορφανός και τον αγαπώ όχι λιγότερο από τον Ιωάννη.

Ο Κοσμάς μόλις άκουσε αυτά, χάρηκε και όπως το διψασμένο ελάφι που τρέχει στο νερό, έτσι και αυτός με μεγάλη επιθυμία δίδασκε τους μαθητές του τη φιλοσοφία του.

Οι δύο νέοι λόγω της οξύτητας του πνεύματος μέσα σε λίγα χρόνια σπούδασαν και έμαθαν τις επιστήμες. Το πόσο καλά μορφώθηκαν, φαίνεται στα ποιήματά και στα συγγράμματα τους. Ο Ιωάννης έγραψε πολλούς λόγους περί Ορθοδοξίας κατά των αιρετικών. Έγραψε και ψυχωφελείς ομιλίες, που θαυμάζει κανείς τη σοφία του.

Παρ' όλη τη σοφία του καθόλου δεν υπερηφανευόταν, αλλά όπως τα καρπερά δέντρα, όσο είναι φορτωμένα από καρπούς τόσο και περισσότερο γέρνουν προς τη γη, έτσι κι ο πάνσοφος Ιωάννης.
Αναχώρηση του δασκάλου
Όταν ο δάσκαλος είδε, ότι οι μαθητές του έφτασαν σε ικανό σημείο σοφίας πήγε στον πατέρα τους και του είπε:

- Κύριε, όπως ήθελες, έγιναν τα παιδιά σου θαυμάσια στη σοφία. Και δεν αρκέσθηκαν να γίνουν μόνον, όπως ο δάσκαλος τους, αλλά κατά πολύ ανώτεροι στο ύψος της φιλοσοφίας. Λοιπόν, επειδή δε με χρειάζονται πια, ζητώ από την ευγένεια σου μια χάρη.

Σαν πληρωμή του κόπου μου να μ' αφήσεις να πάω σε κανένα ασκητήριο για να μελετήσω την άνω σοφία, προς την οποία η φιλοσοφία με καθοδήγησε.

Ο άρχοντας, όταν άκουσε αυτά λυπήθηκε, γιατί δεν ήθελε ν' αποχωρισθεί τέτοιο χρήσιμο άνθρωπο. Αλλά, για να μη φανεί προς τον ευεργέτη του αχάριστος του έδωσε την άδεια και χρήματα για το ταξίδι του.

Έφυγε, λοιπόν, ο Κοσμάς, και πήγε στην Λαύρα του Αγίου Σάββα. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του μέχρι που έφυγε για την αιώνια μακαριότητα. Το ίδιο και ο πατέρας του Ιωάννη μετά από λίγο καιρό έφυγε για τον ουρανό.

Ο αρχηγός των Σαρακηνών βλέποντας τη σοφία του Ιωάννη του έδωσε το αξίωμα του πατέρα του. Ο Ιωάννης έγινε πρωτοσύμβουλος, παρά τη θέληση του. Επιθυμία του ήταν να αναχωρήσει από τον κόσμο.

Εκείνη την εποχή ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος (717-741), που σαν λιοντάρι κατασπάραζε την Εκκλησία του Χριστού διώκοντας τους πιστούς, που προσκυνούσαν τις εικόνες.

Ο Ιωάννης, θερμός ζηλωτής της πίστεως έγραφε επιστολές και τις έστελνε στην Βασιλεύουσα. Καταπολεμούσε τις απόψεις του Λέοντος αποδεικνύοντας με φιλοσοφικούς συλλογισμούς και με ιστορικά παραδείγματα από τη ζωή των Αγίων, την αναγκαία προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Τέτοιες επιστολές, έστελνε και σε πολλούς ανθρώπους για να τις διαβάζουν μεταξύ τους και να στερεώνονται στην ευσέβεια και να μαθαίνουν πως θ' απαντούν στους εικονομάχους.
Η συκοφαντία
Μόλις έμαθε αυτά ο ασεβής βασιλιάς συζήτησε το θέμα με άλλους άρχοντες εικονομάχους και αποφάσισαν να διαβάλλουν τον Ιωάννη στον άρχοντα των Σαρακηνών, για να τον θανατώσει. Βρήκαν, λοιπόν, μια επιστολή του Ιωάννη, που την έδειξε ο Λέων σε μερικούς δασκάλους και τους ρώτησε, αν μπορούν να μιμηθούν το γραφικό χαρακτήρα εκείνου.

Βρέθηκε ένας έμπειρος καλλιγράφος, που υποσχέθηκε, ότι θα μιμηθεί ακριβώς το χαρακτήρα. Αυτόν διάταξε ο Λέων να αντιγράψει μια επιστολή γραμμένη από τον ίδιο, σαν από τον Ιωάννη και απευθυνόμενη στον ίδιο. Η επιστολή έλεγε: «Βασιλιά πολυχρονεμένε, στέλνω την αρμόζουσα ευγνωμοσύνη και τον πρέποντα σεβασμό στη βασιλεία σου. Μάθε ότι αυτή την εποχή η πόλη της Δαμασκού είναι παραμελημένη από τους Αγαρηνούς, γιατί ο στρατός τους είναι εξασθενημένος. Στείλε στόλο και στρατό πολύ, όσο μπορείς, να την καταλάβεις χωρίς πόλεμο. Θα σε βοηθήσω σ' αυτό κι εγώ, γιατί όλη η πόλη είναι σχεδόν στην εξουσία μου».
Έπειτα έγραψε ο Λέων ο ίδιος επιστολή προς τον Σαρακηνό άρχοντα και του έγραφε:
«Δεν γνωρίζω τίποτε καλύτερο από το να φυλάσσει ο καθένας τις συνθήκες ειρήνης. Δε θέλω να χαλάσω τη φιλία, που έχω με την ευγένειά σου, αν και κάποιος έμπιστος φίλος σου με παρακινεί και με προκαλεί σε τούτο. Πολλές φορές μάλιστα μου έστειλε επιστολή να έλθω να κυριεύσω τη χώρα σου. Για να βεβαιωθείς δε ότι σου λέω την αλήθεια σου στέλνω μία από τις επιστολές. Έτσι θα γνωρίσεις τη δική μου αληθινή φιλία και εκείνον το δόλιο, που μου τις έγραψε.

Έστειλε λοιπόν ο βασιλιάς τις επιστολές με ένα του δούλο. Ο βάρβαρος ηγεμόνας θύμωσε και κάλεσε τον Άγιο.
Κόψιμο του δεξιού χεριού του Ιωάννη.
Ο Ιωάννης εννόησε το δόλο του Λέοντος και εξήγησε στον άρχοντα ότι ποτέ δεν έβαλε στο νου του τέτοια προδοτική πράξη. Εζήτησε δε προθεσμία ν' αποδείξει το άδικο. Ο βάρβαρος όμως δεν πίστεψε και πρόσταξε να του κόψουν το δεξί χέρι. Κόπηκε το χέρι, που έλεγχε καθένα που μισούσε τον Κύριο και κρεμάστηκε στην αγορά, για να το βλέπουν όλοι.
Το βράδυ έστειλε μεσίτες ο Ιωάννης στο βάρβαρο παρακαλώντας να του χαρίσει το κομμένο χέρι για να το θάψει. Ο Σαρακηνός συμφώνησε και του έδωσε το χέρι. Ο Άγιος το πήρε το πήγε στο ναό, που είχε στο σπίτι του. Έπεσε κάτω μπροστά στη αγία εικόνα της Θεομήτορος και προσευχόμενος με δάκρυα έλεγε:
«Δέσποινα Πάναγνε Μήτερ, η τον Θεόν μου τεκούσα,
δια της θείας εικόνας η δεξιά μου εκόπη.
Ουκ αγνοείς την αιτίαν, δι' ην εμάνη ο Λέων
Προφθασον, τοίνυν, ως τάχος και ιασαί μου την χείρα.
Η δεξιά του Υψίστου, η από Σου σαρκωθείσα,
Πολλάς ποιεί τας δυνάμεις δια της Σης μεσιτείας.
Την δεξιάν μου ταύτην και νυν ιασάτω λιταίς σου.
Ως αν, Σους ύμνους, ους δοίης και του εκ Σου σαρκωθέντος.
Εν ρυθμικαίς αρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε,
Και συνεργός χρηματίση της Ορθοδόξου λατρείας,
Δύνασαι γαρ όσα αν θέλης, ως του Θεού Μητηρ ούσα»
Λέγοντας αυτά ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε και βλέπει την αγία εικόνα της Αειπαρθένου και του λέγει:

«Γιατρεύτηκε το χέρι σου και μη λυπάσαι πλέον γι' αυτό. Κάνε τώρα αυτό γραφίδα γραμματέως όπως μου υποσχέθηκες».
Θεραπεία του κομμένου χεριού
Τότε ξύπνησε ο Άγιος και βλέποντας το χέρι του θεραπευμένο, δοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Κύριο και την Άχραντη Μητέρα του. Έψαλλε όλη την νύκτα λέγοντας
«Η δεξιά σου χειρ, Κύριε, εν ισχύι δεδόξασται η δεξιά σου την θραυσθείσαν μου δεξιάν εθεράπευσε. Δια της δεξιάς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει και συντρίψει τους υπεναντίους εικονοθραύστας».

Την άλλη μέρα είδαν το θαύμα μερικοί γείτονες του Αγίου και πήγαν στον Σαρακηνό λέγοντας:Άρχοντα, αυτοί που πρόσταξες να κόψουν το χέρι του Ιωάννη, δεν υπάκουσαν. Αλλά κάποιος δούλος ή φίλος του δέχτηκε να του κόψουν το δικό του χέρι, αφού πήρε πολλά χρήματα. Έτσι οι δήμιοι αφού πήραν και οι ίδιοι χρήματα δεν εξετέλεσαν την προσταγή.
Ο άρχοντας διέταξε τότε να 'ρθει ο Ιωάννης για να δει τα χέρια του. Πήγε, λοιπόν, ο Άγιος και έδειξε το χέρι του που είχαν κόψει. Γύρω δε από το χέρι, στο σημείο που είχε συγκολληθεί, υπήρχε κατά θεία οικονομία μια γραμμή.
Λέγει τότε ο βάρβαρος στον Ιωάννη:
- Ποιος γιατρός σε θεράπευσε; Και τι βότανα έβαλε;
- Ο παντοδύναμος Κύριος μου και μόνον Αυτός, που τα πάντα μπορεί να κάνει.
- Ανεύθυνος είσαι, όπως φαίνεται και άδικα σε κατάκρινα, γιατί δεν εξέτασα καλά την υπόθεση. Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και έχε την τιμή του πρωτοσύμβουλού μου. Σου υπόσχομαι δε να μην κάνω τίποτε χωρίς τη συμβουλή σου.
Τότε ο Άγιος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να πάει σ' άλλη υπηρεσία που περισσότερο επιθυμούσε. Ο άρχοντας είχε στην αρχή αντιρρήσεις, αλλά τελικά του έδωσε την άδεια.
Αναχώρηση από τον κόσμο
Ελευθέρωσε, λοιπόν, τους δούλους του, μοίρασε τα πλούτη του στους φτωχούς και στην εκκλησία και πήγε στη Μονή του αγίου Σάββα. Παρακάλεσε τον ηγούμενο, λέγοντας με πολλή ταπείνωση:

- Εγώ, Δέσποτα είμαι το χαμένο πρόβατο και έρχομαι στο Χριστό από την ερημιά του κόσμου. Να δεχθείς, λοιπόν εμένα, τον ανάξιο, και να με πάρεις στα πρόβατα της ποίμνης σου.

Ο Ηγούμενος χάρηκε και αφού φώναξε κάποιον επίσημο γέροντα του έδωσε υποτακτικό τον Άγιο, για να τον διδάσκει και να τον καθοδηγεί στη μοναχική πολιτεία.

Ο γέροντας τον πήρε στο κελλί του, τον νουθέτησε και του είπε:

- Πρόσεχε να μην κάνεις τίποτε χωρίς το θέλημά μου.

Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής πολιτείας, να κόψεις το θέλημά σου και να προσφέρεις τις προσευχές και τα δάκρυα στο Θεό. Αυτό είναι η καθαρή θυσία. Αυτό, λοιπόν, ας είναι η πρώτη σου εργασία στα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριο πένθος. Ως προς τη ψυχή, πρόσεχε να μην αφήσεις το νου σου να σκέφτεται ανωφελή πράγματα και κοσμικά. Να μη υπερηφανεύεσαι για τη σοφία σου, γιατί δε σε ωφελεί καθόλου, αν δεν αποκτήσεις ταπείνωση.

Τέτοια κι άλλα πολλά του είπε ο γέροντας και μεταξύ άλλων τον διέταξε να μη στείλει επιστολή σε κανένα, ούτε να ψάλλει τροπάριο, ούτε να πει λόγους φιλοσοφίας. Να σιωπά και να μιλά, όταν είναι ανάγκη. Όπως ορίζουν οι νόμοι της μοναχική ζωής.

Σαν γη αγαθή δέχτηκε ο Άγιος τις συμβουλές και αγόγγυστα υποτασσόταν στις προσταγές του γέροντα, χωρίς ν' αμφιβάλλει ή να κατακρίνει τα προστάγματα του.
Υποταγή και ταπείνωση
Μετά από καιρό θέλοντας ο γέροντας να δοκιμάσει τον Ιωάννη, αν είχε υποταγή και ταπείνωση, έκανε το εξής. Του έδωσε ζεμπίλια πλεγμένα με φοινικόφυλλα και του είπε:
- Πάρε αυτά τα εργόχειρα και πήγαινε στη Δαμασκό. Εκεί να τα πωλήσεις.
Του όρισε δε μια τιμή διπλάσια από την αξία τους. Του είπε να μην τα δώσει λιγότερο, γιατί το μοναστήρι είχε ανάγκη από χρήματα.
Ο μέχρι θανάτου υπάκουος δεν εναντιώθηκε καθόλου στο γέροντά του, αλλά πήρε στον ώμο το φορτίο και πήγε στη Δαμασκό. Εκεί στην αγορά ρακένδυτος και άλουστος ο πρώην ευγενής και ένδοξος, πωλούσε τα ζεμπίλια. Οι αγοραστές μόλις άκουγαν τιμή διπλάσια θύμωναν, έβριζαν τον Άγιο και έφευγαν.
Πέρασε απ' εκεί ένας από τους δούλους του και τον γνώρισε. Λυπήθηκε τον κύριο του και αφού προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε αγόρασε όλα τα ζεμπίλια. Ο Άγιος πήρε τα χρήματα και γύρισε χαρούμενος στο μοναστήρι, γιατί νίκησε την υπερηφάνεια του.
Μετά από καιρό πέθανε κάποιος γείτονας του Ιωάννη. Ο αδελφός το νεκρού παρακάλεσε τον Άγιο να συνθέσει κανένα τροπάριο για να τον παρηγορεί στη λύπη του. Ο Άγιος όμως δεν θέλησε να παραβεί την εντολή του γέροντα του. Τελικά, επειδή πιέστηκε, εσύνθεσε ένα ωραιότατο τροπάριο που ψάλλεται και σήμερα το «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».
Τιμωρία και ανυπακοή
Μια μέρα ήταν μόνος του ο Ιωάννης στο κελλί του κι έψαλλε το τροπάριο. Έτυχε τότε να περάσει ο γέροντας του, που όταν άκουσε την ψαλμωδία, θύμωσε και του είπε:
- Αντί να κλαις, γελάς και χαίρεσαι;
Ο Άγιος του εξήγησε, αλλά ο γέροντας τον έδιωξε σαν ανυπάκουο. Ο Ιωάννης θυμήθηκε την παράβαση των πρωτοπλάστων και έκλαψε πικρά. Έβαλε δε μεσίτες όλους τους γέροντες και τον Ηγούμενο να παρακαλέσουν το γέροντα του να του δώσει συγχώρηση. Εκείνος όμως ήταν αυστηρός και δεν άλλαξε.
Τότε οι γέροντες τον παρακαλούσαν να του δώσει άλλον κανόνα και να μην τον διώξει τελείως. Είπε λοιπόν, εκείνος:
- Αν δεχθεί να καθαρίσει τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα χέρια του, θα τον συγχωρήσω, διαφορετικά δεν τον δέχομαι.
Μόλις το άκουσε ο Άγιος χάρηκε και είπε:
- Αυτό είναι εύκολο να το κάμω. Ευλογείτε, άγιοι πατέρες.

Πήρε αμέσως τα εργαλεία και άρχισε με τα χέρια να καθαρίζει την κόπρο.

Μόλις τον είδε ο γέροντας του κατάλαβε το μέγεθος της ταπείνωσης του και της υπακοής. Έτρεξε, τον αγκάλιασε και του είπε.

- Είμαι καλότυχος, γιατί αξιώθηκα να έχω τέτοιο μαθητή.

Ο Άγιος όταν άκουσε τους επαίνους, έκλαιγε ταπεινώνοντας, τον εαυτό του. Ο γέροντας του, του έδωσε συγχώρεση και το συμβούλευσε να διατηρεί τη ψυχοσωτήρια σιωπή.
Άδεια να μελωδεί
Μετά από λίγες μέρες είδε στον ύπνο του ο γέροντας την Παναγία που του είπε:

- «Γιατί έφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση; Άφησε την πηγή να ποτίσει όλη την οικουμένη, να σκεπάσει τις θάλασσες των αιρέσεων. Αυτός θα ξεπεράσει τον Δαβίδ. Θα μελωδήσει την ουράνια μελουργία. Θα στηλιτεύσει τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως».

Το πρωί μόλις ξύπνησε ο γέροντας, πήγε στον Άγιο και του είπε:
- Παιδί της υπακοής του Χριστού, άνοιξε το στόμα σου και πες τους λόγους, που το άγιο Πνεύμα έγραψε στην καρδιά σου. Ανέβα στο όρος της Εκκλησιάς και δίδαξε τον κόσμο. Συγχώρεσε και μένα για ό,τι έφταιξα, διότι σε εμπόδισα από άγνοια.

Άρχισε από τότε ο Ιωάννης να συνθέτει εκείνες τις μελωδίες, με τις οποίες λαμπρύνονται οι ακολουθίες της εκκλησίας μας. Εσύνθεσε όχι μόνο κανόνες και τροπάρια, ιδιόμελα και προσόμοια αλλά και πανηγυρικούς λόγους στις Δεσποτικές εορτές και εγκώμια στην Υπεραγία Θεοτόκο και σ' άλλους Αγίους.

Σπουδαίο είναι και το έργο του, που επιγράφεται «Πηγή Γνώσεως». Περιγράφει σ' αυτό τα μυστήρια και τα δόγματα της Πίστεως μας, με ορθές αποδείξεις γραφικές αλλά και επιστημονικές.

Έγραψε και πολλούς λόγους για την προσκύνηση των θείων εικόνων. Ποιήματα πολλά εσύνθεσε με τον Άγιο Κοσμά, πνευματικό αδελφό του, που τον είχε συμμέτοχο στους κόπους και στους αγώνες της πνευματικής ζωής. Ο Άγιος Κοσμάς άφησε πολλούς κανόνες και τροπάρια. Για την αρετή του χειροτονήθηκε χωρίς να το θέλει από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Επίσκοπος της πόλεως Μαϊουμά.

Ο Πατριάρχης χειροτόνησε και τον Ιωάννη πρεσβύτερο, που εξακολούθησε και μετά τη χειροτονία του να μένει στη μονή.

Ο Άγιος τελείωσε τη ζωή του, σας πολύαθλος αγωνιστής σε ηλικία εκατόν τεσσάρων χρονών.
Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 4 Δεκεμβρίου.
Απολυτίκιο.
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείον όργανον, της Εκκλησίας, λύρα εύσωμος, της ευσεβείας, ανεδείχθης Ιωάννη πανεύφημε' όθεν πυρσεύεις του κόσμου τα πέρατα, ταις των σοφών σου δογμάτων ελλάμψεσι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Τον υμνογράφον και σπετόν Ιωάννην, της Εκκλησίας, παιδευτήν και φωστήρα, και των εχθρών αντίπαλον υμνήσωμεων πιστοί∙ όπλον γαρ οράμενος, τον Σταυρόν του Κυρίου, πα΄σαν απεκρούσατο, των αιρέσεων πλάνην∙ και ως θερμός προστάτης εις Θεόν, πάσι παρέχειν, πταισμάτων συγχώρησιν.
Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος  "Ο Απόστολος Βαρνάβας" 

Περί τής εικονομαχίας και τής Ζ΄ (Εβδόμης) Οικουμενικής Συνόδου Τού Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου



Στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη κατά της Εικονομαχίας στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 787, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον ΣΤ΄ και τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία, συμμετείχαν 367 Θεοφόροι Πατέρες, αντιπρόσωποι από τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, καθώς και από την Κύπρο, ενώ πρόεδρος ήταν ο πατριάρχης Κων/πόλεως Ταράσιος και συμμετείχαν και αντιπρόσωποι του πάπα της Ρώμης Αδριανού του Α΄. Οι εργασίες της πραγματοποιήθηκαν στον ναό της Αγίας Σοφίας καθώς και στα ανάκτορα στην Κων/πολη, κατά την τελευταία 8η συνεδρία της Συνόδου, με εντολή του αυτοκράτορα. Ήταν ανάγκη, και πράξη το έκαναν οι Ιεράρχες που πήραν μέρος στη Σύνοδο αλλά και η θέληση των αυτοκρατόρων, να δοθεί μια τελεσίδικη λύση στη διαμάχη περί των αγίων εικόνων που ταλαιπώρησε τους πάντες για 100 χρόνια, καθώς και στις καταχρήσεις που παρατηρήθηκαν ανάμεσα στο λαό. Η βαθειά αναστάτωση, θρησκευτική και πολιτική, που προκλήθηκε στην αυτοκρατορία εξαιτίας των ερίδων περί των αγίων εικόνων, ταλαιπώρησε ως γνωστόν την Εκκλησία, και την κοινωνία γενικότερα, μέχρι το 843, οπότε και διευθετήθηκε το ζήτημα και αναστηλώθηκαν οριστικά οι εικόνες από την αγία Θεοδώρα. Την αναστήλωση των εικόνων γιορτάζει η Εκκλησία κατά την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, που ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας
Εικονομάχοι δεν ήσαν μόνο οι αιρετικοί Παυλικιανοί και Νεστοριανοί αλλά και ανώτεροι κληρικοί. Μάλιστα ο Λέων ο Γ΄ ο Ίσαυρος στους τελευταίους βασίστηκε και εξέδωσε 2 διατάγματα εναντίον των εικόνων, το 726 και 730, με τα οποία διέταξε την καταστροφή των εικόνων στις Εκκλησίες και την απαγόρευση τιμητικής προσκύνησης αυτών. Από εκεί ξεκίνησαν όλα, καθώς και η ευρύτερη διαμάχη και εξέγερση του λαού. Ο Λέων ο Γ΄ δεν δίστασε να ανακηρύξει τον εαυτό του απόλυτο ρυθμιστή των θεϊκών και κοσμικών πραγμάτων. Πολύ σύντομα από την άνοδό του στην εξουσία, επηρεασμένος: (α) από το ανεικονικό πνεύμα των ανατολικών επαρχιών, (β) από μονοφυσιτικές και ισλαμικές απόψεις και (γ) από τις αντιλήψεις Ευσεβίου Καισαρείας και αιρετικών Παυλικιανών, άρχισε να διδάσκει ότι «ου δει τας εικόνας προσκυνείν»  (P.G. 100, 1084). Μάλιστα στον πάπα Γρηγόριο τον Β΄ (715-731), όταν εκείνος τον έλεγξε σε θεολογικά θέματα λέγοντάς του: «ουκ εισί τα δόγματα των βασιλέων, αλλά των αρχιερέων», απάντησε, θεωρών εαυτόν ως τοποτηρητή του Παντοδύναμου, με τα λόγια: «Βασιλεύς και ιερεύς ειμί» (Mansi XII, 975, 978).  
Χειρότερη πολιτική εξάσκησε ο γιος του Κωνσταντίνος Ε΄ (740-775), ο και «Σαρακηνόπιστος» όπως ονομάστηκε από Γεώργιο Μοναχό. Φανατικός εικονομάχος, επιδίωξε, με σκληρούς διωγμούς στους αντίθετους, την άνοδο στην κυβερνητική και εκκλησιαστική ηγεσία των εικονοκλαστών εκείνων που θα συμμαχούσαν μαζί του στα δογματικά και εικονο-πολεμικά ζητήματα, ενώ δεν δίστασε να τυφλώσει και διαπομπεύσει τον πατριάρχη Αναστάσιο. Στη σύνοδο της Ιέρειας («ακέφαλη» χαρακτηρίστηκε από τους Ορθοδόξους γιατί δεν συμμετείχε κανένας πατριάρχης και εκπρόσωπος του πάπα), που διοργάνωσε στην ακτή του Βοσπόρου το 754, πήραν μέρος 338 επίσκοποι και αποφασίστηκε η καταδίκη των εικόνων και ιδίως της εικόνας του Χριστού, διότι κατά την λανθασμένη τους αντίληψη δεν ήταν τίποτε άλλο από νεστοριανισμός και μονοφυσιτισμός [ο Νεστόριος υπήρξε και αυτός μονοφυσίτης, κατά την οποία αίρεση: προτίμηση, τιμή ή και λατρεία αποδίδεται μόνο στη μια φύση του Χριστού, είτε την ανθρώπινη (πατριάρχης Νεστόριος) είτε την θεϊκή (ιερέας Ευτυχής)].

Άγιος Αριστείδης - Ζερβιανά - Καστέλλι

Ο παπα Αριστείδης Μιχελουδάκης (1943 - 2005)- Ο βίος ενός καλού παπά από την Κρήτη




Ο π.Αριστείδης γεννήθηκε στα Ζερβιανά Κισάμου της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Αντώνη και της Ζαμπίας. Από μικρός του άρεσε να χτυπά την καμπάνα, να πηγαίνει εκκλησία και να ντύνεται παπαδάκι, ν’ ακούει τα γράμματα.  Από πολύ νωρίς του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει ιερέας. Σταμάτησε όμως το σχολείο νωρίς γιατί δεν ήταν δυνατόν να το συνεχίσει, υπήρχε μεγάλη ανέχεια, ξυπόλητος πήγαινε στο σχολείο.Έτσι κατάφερε να τελειώσει μόνο το Δημοτικό. Έμαθε την τέχνη του μαραγκού, ξυπόλητος πήγαινε και στο μαραγκούδικο στο Καστέλλι, κι έλεγε πως έγινε μαραγκός γιατί την ίδια τέχνη είχε κι ο Χριστός.




Υπηρέτησε το στρατιωτικό του στην Κύπρο μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, κι από κει έστελνε ό, τι χρήματα έπαιρνε στην οικογένειά του. Τελειώνοντας το στρατιωτικό παντρεύεται τη Νίκη Παπαδερού από το Λειβαδά της επαρχίας Σελίνου και μαζί της αποκτά δύο παιδιά, τον Αντώνη και την Άννα.
Όταν ζήτησε από το Δεσπότη να τον χειροτονήσει ιερέα στην Κρήτη, εκείνος του αρνήθηκε γιατί υπήρχε ένας νόμος που ιερείς που δεν είχαν τελειώσει το Γυμνάσιο ήταν  τέταρτης κατηγορίας και μπορούσαν να τοποθετηθούν μόνο  παραμεθόωριες περιοχές. Στην Κρήτη τέτοιες περιοχές δεν υπήρχαν.



Μεταβαίνει στην Αθήνα για να βοηθήσει τον ιερέα νονό του παιδιού του να μετακομίσει στο Κιλκίς, που θα πήγαινε ως ιερέας στη μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου. Φτάνοντας στο Κιλκίς γνωρίζει τον μητροπολίτη Χαρίτωνα και του εξομολογείται το διακαή πόθο του. Εκείνος τον ρωτά: 
“Το "Πιστεύω" το ξέρεις;”, “Το ξέρω”, “Το "Πάτερ ημών" το ξέρεις;”, “Το ξέρω”, “Πήγαινε, τότε, να ετοιμαστείς κι αύριο το πρωί έλα να σε χειροτονήσω.” 
Πηγαίνει ο Αριστείδης, ψάχνει και βρίσκει ένα τηλέφωνο, -δεν ήταν εύκολα τα τηλέφωνα εκείνον τον καιρό-, και το λέει στη γυναίκα του. Χειροτονείται ιερέας, κι επιστρέφει στην Αθήνα ως διάκονος να πάρει την οικογένειά του για να μετακομίσουν όλοι μαζί στον παραμεθώριο νομό του Κιλκίς.
Ο μητροπολίτης Χαρίτων τον μετακινούσε διαρκως από χωριό σε χωριό. Πολλές οι ανάγκες, λίγοι οι ιερείς, συνθήκες δύσκολες στις μετακινήσεις, στις επικοινωνίες, κρύο πολύ στη Μακεδονία και δεν υπήρχαν τα καλοριφέρ και οι σημερινές ανέσεις, κάτι σόμπες μόνο, κι η οικογένεια να περιμένει κάθε φορά το νοικοκύρη της. Μα του παπά η οικογένεια είναι ο κόσμος όλος, αυτή είναι η αλήθεια. Παρακαλούσε ο παπα Αριστείδης τον Δεσπότη να του δώσει μια ενορία, να σταθεί σ' έναν τόπο, μα εκείνος αρνούνταν. Μετά από εφτά χρόνια πηγαίνει και συναντά τον  Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιο, και του εξομολογείται τα προβλήματά του. Εκείνος τον ακούει με συμπάθεια, τον ενδυναμώνει, κι όταν φεύγει του δίνει έναν κλειστό φάκελο,  παρακαλώντας τον να τον ανοίξει μόνο όταν θα μπει μέσα στο λεωφορείο. Όταν τον ανοίγει ο π.Αριστείδης βλέπει πως του έχει βάλει μέσα τα χρήματα που χρειάστηκε για το λεωφορείο. Αρρωσταίνει βαριά ο Χαρίτων, μα μέχρι τα τελευταία του ο καλός παπάς του, παρόλη την ταλαιπωρία που είχε υποστεί, πηγαίνει και τον επισκέπτεται τακτικά. "Ο Δεσπότης αυτός με χειροτόνησε, του χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη", λέει. Μετά από λίγο, μητροπολίτης Κιλκισίου χειροτονείται ο Αμβρόσιος. Βελτιώνονται τα πράγματα για τον παπα Αριστείδη και τοποθετείται κάποια στιγμή στο Καμπάνι του Κιλκίς. Εκεί αποκτά καλούς φίλος που τον στηρίζουν. Ένας απ’ αυτούς, που θα μείνει φίλος του για όλη την υπόλοιπη ζωή του, είναι ο Ζαχαρίας, παππούς του Δρόσου Κουτσοκώστα.

                         


Έρχεται όμως η ώρα που ο ιερέας θέλει πια να επιστρέψει στην πατρίδα του. Πηγαίνει και ζητά απολυτήριο από τον Αμβρόσιο προκειμένου να τον δεχθεί ο μητροπολίτης Ρεθύμνου. Εκείνος στην αρχή του το αρνείται κατηγορηματικά. Παριανός ήτανε, "Κι εγώ ξενιτεμένος είμαι", του λέει, "κάτσε κι εσύ εδώ να υπομείνουμε μαζί την ξενιτιά". Μετά του ζητά να γνωρίσει τα παιδιά του. Με δάκρυα στα μάτια ο παπα Αριστείδης του τα φέρνει που περίμεναν απέξω. Βλέποντάς τα ο φιλότιμος Δεσπότης συγκινείται. "Μόνο για χάρη των παιδιών σου σε αφήνω να φύγεις", του λέει.
Γύρω στο 1978 επιστρέφει στην πατρίδα του, στο Μάλεμε ως εφημέριος στην μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου. Εκεί θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πριν επιστρέψει οριστικά στην Κρήτη κάνει ένα ταξίδι από τη Μακεδονία στον τόπο του να δει την αδερφή του. Πριν φτάσει στο σπίτι της περνάει απ’ το σπίτι του παπά που δεν ήταν ντόπιος. Τον ρωτά πώς τα πάει με τους χωριανούς κι  εκείνος θυμωμένος του απαντά: “βρωμάνε παπά μου, όλοι βρωμάνε”. “Ε”, του λέει ο παπα Αριστείδης, “κι εμείς βρωμάμε λίγο, παπά μου...”
Η ζωή του ήταν ασκητική κι ας ήταν παντρεμένος με παιδιά. Προσπαθούσε να απομονωθεί όσο μπορούσε, κλεινόταν κι έκανε εκατοντάδες μετάνοιες. Δεν ήθελε να τον βλέπουνε.
Το 1985 χτίζει στη γενέτειρά του και στην αυλή του σπιτιού του, την πρώτη εκκλησία του αγίου Αριστείδη στον κόσμο. Όταν εγκαινιάστηκε απ’ τον Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίο, το 1994 υπήρχαν ήδη κι άλλες. Συνδέθηκε πολύ με τον άγιό  του, και τ’ όνειρό του ήταν να κάνει κάθε χρόνο στη γιορτή του αγίου του πανηγύρι. Όνειρο που πραγματοποιήθηκε και γίνεται μέχρι σήμερα στις 12 Σεπτεμβρίου. Εκατοντάδες ή και χιλιάδες κάποιες φορές άνθρωποι που προσέρχονται, κι η παπαδιά με τη βοήθεια συγγενών και φίλων τους ταϊζει όλους.
Το πνευματικό έργο του στο Μάλεμε ήταν αθόρυβο. Κάθε Κυριακή, όπως και ανήμερα Χριστούγεννα και Πάσχα δεν τον θυμούνται τα παιδιά του στο τραπέζι. Όλο τον περίμεναν κι όλο αργούσε. Εκείνος, μετά τη λειτουργία, γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι και μοίραζε αντίδωρα στους γέροντες που ήξερε πως ήθελαν να εκκλησιαστούν μα δεν μπορούσαν.
Έδειχνε μεγάλη αδυναμία στους γέροντες και στα μικρά παιδιά. Πολλά πνευματικά παιδιά του έγιναν ιερείς. Αγαπούσε πολύ το διάβασμα, “όταν ο άνθρωπος κλείνει το βιβλίο κλείνει το μυαλό του”, έλεγε. Κατάφερε να τελειώσει  το Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο στα Χανιά γύρω στα πενήντα πέντε του χρόνια. Εκεί πρόσφερε  με την πνευματική εμπειρία που είχε αποκτήσει μεγάλη βοήθεια σε πολλά παιδιά. Έκανε όλες τις ακολουθίες της Εκκλησίας γιατί  αγαπούσε πολύ τη Λειτουργική ζωή.

Μιλούσε  πάντα με παραοβολές και λάτρευε τη φύση και την πεζοπορία. Διατηρούσε στενές σχέσεις με την Ιερά Μονή Γουβερνέα, γιατί χειροτονήθηκε ιερέας την μέρα της γιορτής του αγίου Ιωάννη του ερημίτη, ενός από τους ενενήντα εννέα Θεοφόρους Πατέρες εν Κρήτη, και συνδέθηκε πολύ με τον χαρισματικό  π. Ευμένιο Λαμπάκη.

Δεν ήθελε ποτέ να απομακρύνεται από την ενορία του, κι αν τυχόν έπρεπε να ταξιδέψει κάπου, βιαζόταν πολύ να γυρίσει μη και τον χρειαστούν οι ενορίτες του. Ποτέ δε ζητούσε χρήματα για τα Μυστήρια, έπαιρνε ό, τι του έδιναν κι αν δεν του έδιναν δεν έλεγε τίποτα, ούτε στους ενορίτες ούτε στην οικογένειά του. Απ’ τις κηδείες όμως δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά. Το θεωρούσε αμαρτία.

Ο Δρόσος και ο Κυριάκος τον γνώρισαν. Λειτουργήθηκαν πολλές φορές μαζί του. Τον θυμούνται με πολλή αγάπη, ως πράο και μειλίχιο, με πολύ χιούμορ, ως ευσυνείδητο και καλό ιερέα που νοιζόταν με όλη του την καρδιά για το ποίμνιό του.
Το 2004  χτυπήθηκε από την επάρατη νόσο που υπέμεινε με καρτερία, κι έφυγε απ' αυτή τη ζωή το 2005, σε ηλικία 62 ετών την 11η Αυγούστου.

Εγώ δεν τον γνώρισα, αλλά τον ευγνωμονώ βαθιά. 
Αν τα έγραψα όλα τούτα, όπως μου τα ιστόρησε ο γιος του Αντώνης και φίλος από τα φοιτητικά μας χρόνια, από ευγνωμοσύνη το έκανα.  Γιατί φιλοξενήθηκα τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου στο σπίτι του στα Ζερβιανά, και στην αυλή του την πανέμορφη αγαλλίασε η ψυχή μου. 
Μα περισσότερο απ’ όλα τον ευγνωμονώ για το εκκλησάκι που έχτισε, το εκκλησάκι του αγίου του που η χάρη του είναι διάχυτη εκεί ψηλά και τα θαύματά του περίσσεια. Το έζησα το εκκλησάκι αυτό, και γνώρισα εξαιτίας του και τον άγιο Αριστείδη που ήταν μαθητής του αποστόλου Παύλου. Του οφείλω το δεύτερο παραμύθι της σειράς που ξεκινήσαμε με την Βιβλική Εταιρεία: "Ο Καλλίστρατος και τα χαρίσματα των δούλων". Ένα παραμύθι πάνω στην παραβολή των ταλάντων. Τώρα μένει να κάνω τις διορθώσεις, μα σχεδόν όλο γράφτηκε τις τελευταίες δυο μέρες που πέρασα εκεί, ξυπνώντας κάθε μέρα στις 6.30 το πρωί.
Την ευχή του αγίου Αριστείδη να έχουμε, μαζί με την ευχή του παπα Αριστείδη.

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΝΙΚΗΤΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΙΩΣΗΦ Οι θεμελιωτές του χιακού μοναχισμού και ιδρυτές της Νέας Μονής Χίου


NikitasIoannisIosifΜέσα στη σεπτή χορεία των αγίων, οι οποίοι γεννήθηκαν και διέλαμψαν με την ασκητική τους βιοτή στη μυροβόλο νήσο Χίο, είναι και οι τιμώμενοι στις 20 Μαΐου Όσιοι Πατέρες Νικήτας, Ιωάννης και Ιωσήφ, οι οποίοι αποτελούν την απαρχή του χιακού μοναχισμού, αφού είναι οι πρώτοι κατονομαζόμενοι μοναχοί της Χίου.
Σύμφωνα με τον βιογράφο τους, Όσιο Νικηφόρο τον Χίο, δεν μας έχουν διασωθεί ούτε ο ακριβής τόπος και χρόνος της γεννήσεώς τους ούτε και τα ονόματα των γονέων τους. Σύμφωνα πάντως με τη χιακή παράδοση οι τρεις θεοφόροι Πατέρες γεννήθηκαν στη Χίο και η δραστηριότητά τους τοποθετείται χρονολογικά επί των ημερών των βυζαντινών αυτοκρατόρων Μιχαήλ Δ΄ του Παφλαγόνος (1034 - 1041), Μιχαήλ Ε΄ του Καλαφάτου (1041 - 1042) και Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου (1042 - 1055).
Οι τρεις σεπτοί και θεοφόροι ασκητές ζούσαν αρχικά σε μονή ευρισκόμενη κοντά στον Άγιο Γεώργιο τον Συκούση, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκαν σε απόκρημνο σπήλαιο στο Προβάτειο Όρος της Χίου, αναζητώντας περισσότερη ησυχία και απομόνωση. Η εγκαταβίωσή τους στο απομονωμένο αυτό σπήλαιο και ο συνεχής πνευματικός τους αγώνας, που περιελάμβανε αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή και ολονύχτιες ακολουθίες, τους κατέστησαν παμμακάριστους αθλητές της πίστεως, που θεμελίωσαν τον χιακό μοναχισμό. Το μοναδικό τους μέλημα ήταν η συνεχής άσκηση και εγκράτεια και η ανάβαση στην κλίμακα των αρετών, συχνά δε κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Αλλά οι πολλαπλές κακουχίες και το ασίγητο μαρτύριο της συνειδήσεως όχι μόνο δεν έκαμψαν το αγωνιστικό τους φρόνημα, αλλά απεναντίας ενίσχυσαν τον ασκητικό τους αγώνα για την κατάκτηση των αρετών, αφού η μοναδική τους επιδίωξη ήταν η απόλαυση των ουρανίων αγαθών και η βίωση της παραδείσιας τρυφής και ευωχίας.
MrTh_nm
Η αδιάλειπτη προσευχή και άσκηση των τριών μακαρίων και θεοφόρων Πατέρων οδήγησε στο να καταστούν μέτοχοι ουρανίων οπτασιών και πολύτιμων πνευματικών εμπειριών και βιωμάτων. Έτσι κατά παραχώρηση του Κυρίου οδηγήθηκαν στην εύρεση θαυματουργής εικόνος της Θεοτόκου, γεγονός που οδήγησε αργότερα στην ανέγερση της περίλαμπρης Νέας Μονής της Χίου, η οποία αποτελεί σπουδαιότατο βυζαντινό μνημείο της πατρίδος μας. Κάποια νύχτα και ενώ οι Όσιοι Πατέρες προσεύχονταν, είδαν ένα υπερκόσμιο φως να λάμπει μέσα στο δάσος. Το ανεξήγητο φαινόμενο της λάμψης του θεϊκού φωτός έγινε αντιληπτό για πολλές νύχτες. Στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν και να ερμηνεύσουν το λαμπερό αυτό φως, δεν ανακάλυψαν απολύτως τίποτα. Για να διαλευκάνουν το μυστήριο, έβαλαν φωτιά και τότε έγιναν θεατές ενός θαύματος. Ενώ η φωτιά κατέκαιγε τους θάμνους, μόλις πλησίασε σε μια μυρσίνη, σταμάτησε να καίει και κατασβέσθηκε με τρόπο αόρατο και ανερμήνευτο. Όταν οι Όσιοι Πατέρες πλησίασαν τη μυρσίνη, είδαν κρεμασμένη πάνω στα κλαδιά μια μικρή εικόνα της Θεοτόκου, στην οποία η Μητέρα του Κυρίου δεν εναγκαλιζόταν τον Ιησού Χριστό ως βρέφος, όπως συνηθίζεται στην εικονογραφική της απεικόνιση. Μπροστά στη θαυματουργική αυτή αποκάλυψη οι τρεις σεπτοί και μακάριοι Πατέρες αισθάνθηκαν απέραντη και απερίγραπτη πνευματική χαρά και αγαλλίαση για το υπερφυές θαύμα και τα ανεξήγητα μεγαλεία του Θεού. Μετά τη θαυματουργική εύρεση της εικόνος της Θεομήτορος, η ιερά εικόνα μεταφέρθηκε με ευλάβεια στο σπήλαιο του Προβατείου Όρους, όπου και τοποθετήθηκε. Αλλά η επιθυμία της Υπεραγίας Θεοτόκου ήταν να επιστρέψει στον ευλογημένο χώρο της ευρέσεώς της. Έτσι την επόμενη ημέρα η εικόνα ευρέθηκε θαυματουργικώς πάνω στη μυρσίνη και το παράδοξο αυτό γεγονός επαναλήφθηκε και άλλες φορές. Γι’ αυτό και οι τρεις θεοφόροι Πατέρες αποφάσισαν να ανεγείρουν έναν μικρό πρόχειρο ναΐσκο προς τιμήν της Θεοτόκου στον χώρο της ευρέσεως, όπως και έγινε. Αργότερα γύρω από τον ναΐσκο ανήγειραν κελλιά, στα οποία και εγκαταστάθηκαν. Έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη μονή για να δώσει στη συνέχεια τη θέση της στην περιώνυμη Νέα Μονή, η οποία ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο (1042 - 1055), ο οποίος την εποχή αυτή βρισκόταν εξόριστος στη Μυτιλήνη.

ΟΙ ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ 98 Θεοφόροι Πατέρες 7/10


Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ 98 Θεοφόροι Πατέρες 7/10

Κρήτες άγιοι : Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ 98 Θεοφόροι Πατέρες – 7 Οκτωβρίου

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του «Ιωάννου του Ερημίτου και των εν Αζωγυρε Σελίνου Χανίων 98 Θεοφόρων πατέρων»
Ακολουθία τους εκδόθηκε στο Ηράκλειο το 1879. Πάντα σύμφωνα με την ακολουθία τους, απεβίωσαν ειρηνικά συγχρόνως και οι 98 μαζί. Κατάγονταν από διάφορα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου και ασκήτευαν στην Κρήτη. Τον κυριότερο απ’ αυτούς έλεγαν Ιωάννη και γιορτάζεται τοπικά στην Κρήτη. Οι 99 αυτοί Άγιοι, κοιμήθηκαν όλοι μαζί την ίδια ημέρα. Ο Άγιος Ιωάννης τελείωσε την παρούσα ζωή με βίαιο τρόπο – φονεύθηκε από κυνηγό που τον πέρασε για θήραμα. Οι υπόλοιποι 98, κατά παλαιά τοπική παράδοση κοιμήθηκαν  ειρηνικά, ο ένας μετά τον άλλο, άλλος ακουμπισμένος στην ράβδο του, άλλος γονατιστός, άλλος όρθιος καθώς προσεύχονταν κλπ από ώρας τρίτης της ημέρας έως ώρας εβδόμης.
Στις αρχές λοιπόν του 1600 ξεκίνησαν από την Αίγυπτο 36 από αυτούς. Έφτασαν στην Κύπρο και εκεί αναζήτησαν τόπο ερημικό για να μπορέσουν να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στην λατρεία του Θεού. Πίστευαν ότι μόνο χωρίς πολυκοσμία και μέσα στην ερημιά θα μπορούσαν να ζήσουν όπως ήθελαν. Ότι μόνο έτσι μπορεί κανείς να επικοινωνεί με τον Ύψιστο, να προσεύχεται σ΄ Αυτόν και να Τον υμνεί. Όσο όμως κι αν επιδίωξαν την ερημιά οι συγκεκριμένοι εκείνοι Πατέρες στην Κύπρο, η φήμη τους εξαπλώθηκε παντού. Πολύ σύντομα ήταν δίπλα τους πλήθος κόσμου για να ακούσει την διδασκαλία τους και να θαυμάσει τον ήρεμο, άκακο και άγιο τρόπο της ζωής τους. Στην συντροφιά τους τότε προστέθηκαν κι άλλοι Πατέρες Κύπριοι 38 στον αριθμό. Η ερημιά που ζητούσαν δεν υπήρχε πλέον και έτσι οι 75 ως τώρα Πατέρες αποφάσισαν να μεταναστεύσουν πηγαίνοντας προς την Αττάλεια της Μικράς Ασίας. Όμως ούτε εκεί μπόρεσαν να βρουν την πολυπόθητη ησυχία. Οι άνθρωποι συνέρρεαν σαν μέλισσες, που ζητούσαν με επιμονή να ρουφήξουν το μέλι της διδασκαλίας τους, το άρωμα της αγιοσύνης τους. Ταυτόχρονα προστέθηκαν άλλοι 24 Πατέρες από εκεί, ντόπιοι και έτσι έφτασαν στον αριθμό 99. Οι Πατέρες δεν έπαιρναν άλλο μαζί τους διότι πίστευαν πως τα οικονόμησε έτσι ο Κύριος ώστε ο εκατοστός να είναι ο Ίδιος.
Αφού η κατάσταση ολοένα και χειροτέρευε, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν πάλι και αυτή την φορά για την Κρήτη. Καθώς έπλεαν με την βάρκα τους και οι 99 στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο βλέπουν από μακριά την Κρήτη. Η τρικυμία δεν τους επέτρεψε να φτάσουν κοντά, καθώς κινδύνευσε το καράβι τους να χτυπήσει στα βράχια. Έτσι μετά από μια περιπλάνηση ημερών στις ακτές του νησιού έφτασαν τελικά στο νησί Γαύδο. Αξίζει να πούμε ότι οι Πατέρες είχαν σκοπό να αποβιβαστούν στο ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου, στην Σητεία που είναι ποιο κοντά στην Μικρά Ασία όπου ξεκίνησαν. Η φουρτούνα όμως τους ανάγκασε να τραβήξουν νότια και ύστερα δυτικά και έτσι περνώντας από Ιεράπετρα και Καλούς Λιμένες, αφού ηρέμησε ο καιρός κατάφεραν να αράξουν σε κάποιο μικρό κόλπο στην Γαύδο.
99pateres2Στην Γαύδο οι Πατέρες έμειναν 24 μέρες και αφότου ηρέμησε η θάλασσα μπήκαν στη βάρκα τους και γύρισαν στην Κρήτη. Έφτασαν απέναντι στα Σφακιά που είναι περίπου είκοσι μίλια απόσταση, μετά που κατέβηκαν διαπίστωσαν ότι έλειπε ένας και αυτός ήταν ο Ιωάννης ο Ερημίτης. Έτσι έχουμε το εξής θαύμα: Θέλοντας ο Θεός να δοξάσει τον Άγιο Ιωάννη και να φανερώσει στους ανθρώπους την αρετή του, τον σκέπασε με νέφος εκεί που κοιμόταν όταν έφευγαν οι Πατέρες και έτσι δεν τον είδαν. Δεν φτάνει όμως αυτό αλλά όταν το αντιλήφθηκαν δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω γιατί άρχισε και πάλι τρικυμία, έτσι συγκεντρώθηκαν στην παραλία των Σφακίων και περίμεναν. Το θαύμα αυτό ολοκληρώνεται όταν ο Ιωάννης μετά από αρκετή προσευχή ηρέμησε την θάλασσα και απλώνοντας το μανδύα του στο νερό άρχισε να πλέει σαν βάρκα, μετά ανέβηκε πάνω, έβαλε το ραβδί του για κατάρτι και το ράσο του για άρμενο. Με το θαυμαστό αυτό τρόπο έφτασε μετά από μερικές ώρες εκεί που τον περίμεναν οι υπόλοιποι 98 Πατέρες οι οποίοι έκθαμβοι από το θαύμα που είδαν τον αγκάλιασαν και όλοι μαζί έψαλαν ύμνους στο θεό.
Αφού περιπλανήθηκαν στις ακτές και τα βουνά των Σφακίων οι Πατέρες αναζήτησαν κατάλυμα. Κατευθύνθηκαν δυτικότερα και μπήκαν στην επαρχία Σελίνου. Εκεί βρήκαν μια σπηλιά στο βουνό του μεγάλου χάρακα κοντά στο χωριό Αζωγυρέ και δίπλα σε ένα ποτάμι. Ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες βρήκαν επιτέλους την ησυχία που αναζητούσαν. Επειδή η σπηλιά δεν ήταν τόσο μεγάλη που να χωρέσει και τους 99 μοιράστηκαν. Οι 36 πέρασαν απέναντι από το ποτάμι σε μια άλλη σπηλιά. Μοναδικό φαγητό για αυτούς ήταν χαρούπια και οι καρποί του σκίνου και δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να προσεύχονται. Ενώ οι λοιποί Πατέρες ήταν ευχαριστημένοι με το κοινόβιο, ο Άγιος Ιωάννης ήταν θερμός υποστηρικτής του απόλυτου μοναχικού βίου. Θεωρούσε την παρουσία ακόμη και σεβάσμιων ανθρώπων εμπόδιο στην προσπάθεια ολόψυχης αφιερώσεως και επικοινωνία με τον Θεό. Στην τελευταία κοινή προσευχή τους, οι Πατέρες, πριν φύγει ο Ιωάννης παρακάλεσαν τον Θεό να τους εκπληρώσει μια επιθυμία που ήταν καθολική. Ζήτησαν να πεθάνουν όλοι μαζί την ίδια μέρα.
Φεύγοντας ο Άγιος Ιωάννης από τον Αζωγυρέ και αφήνοντας πίσω του τους 98 πατέρες μετά από πολύ ταλαιπωρία, έφτασε στο ακρωτήρι Χανίων. (Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος πηγαίνοντας για τα Χανιά πέρασε και σταμάτησε για να ξεκουραστεί στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου, όπου κι εκεί υπάρχει σπήλαιο το οποίο έχει ένα εκκλησάκι και εορτάζει στην μνήμη του), σημερινό προσκύνημα. Φτάνοντας στο Ακρωτήρι ο Όσιος Ιωάννης βρήκε ένα σπήλαιο όπου και έζησε πολλά χρόνια. Μια μέρα που ο Άγιος βγήκε να βρει μερικά χόρτα κάποιος βοσκός τον πέρασε για θήραμα πίσω από τους θάμνους που ήταν και τον χτύπησε με το τόξο του. Ακολουθώντας τα αίματα ο βοσκός έφτασε στη σπηλιά όπου με δυσκολία είχε συρθεί ως εκεί ο Άγιος. Στεναχωρημένος ο βοσκός ζητούσε να τον συγχωρήσει και τότε με ήρεμη φωνή του απάντησε ο Άγιος Ιωάννης: «εγώ σε συγχωρώ μα το σπουδαιότερο είναι πως ο Θεός που αγαπά την σωτηρία των ανθρώπων θα δεχθεί την μετάνοια σου….»