Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Ιερομόναχος Ιωάσαφ Καυσοκαλυβίτης (1870-1938)


Το 1888 προσήλθε στην πολυμελή αγιογραφική αδελφότητα των Ιωσαφαίων, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων.
Το 1889 εκάρη μοναχός κι έλαβε τ’ όνομα του ιδρυτού της συνοδείας εναρέτου Γέροντος Ιωάσαφ του Καππαδόκη († 1880), από τον Γέροντα ιεροδιάκονο Χρυσόστομο († 1897).
Το 1891 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1893 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄ († 1912). Το 1931 ανέλαβε καθήκοντα Γέροντος στην Καλύβη τους έως του θανάτου του.
Ο Γέροντας Ιωάσαφ κατά τον επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα τον Λαυριώτη († 1961) υπήρξε φιλόκαλος, βιβλιόφιλος, ασυναγώνιστος, ακάματος, εξωραϊστής, «εύρημα διά το Καυσοκαλύβιον», ταξινομητής βιβλίων, καλλιτέχνης αγιογράφος αξιόλογος.
Άφησε φήμη διακριτικού πνευματικού πατρός, εξαιρετικού και κατανυκτικού ιεροψάλτη, εναρέτου Γέροντος, με πραότητα, μειλιχιότητα, ταπεινότητα, φιλοτιμία και ελεημοσύνη. Ο φίλος του Γέροντας Ισίδωρος († 1968) τον χαρακτηρίζει ότι είναι «ως άλλη φιλόπονος μέλισσα όπου εργάζεται το μέλι της αρετής σεμνοπρεπέστατα». Ο ίδιος ο μακάριος Γέροντας έγραφε περί της συνοδείας τους ότι οι αδελφοί «λίαν προφρόνως και προθύμως ιχνηλατούσι τα ίχνη των Πατέρων αυτών, οίτινες όταν μετ’ αυταπαρνήσεως και της προσηκούσης ευπειθείας και υπακοής εξακολουθώσι την μοναχικήν αυτών αποστολήν, θα ευδοκιμήσωσι ηθικώς τε και πνευματικώς και θα σεμνύνεται η καθ’ ημάς επωνυμία διαιωνίζουσα, κατά το προηγούμενον θέλημα του Παναγάθου Θεού…».
Ανεπαύθη εν Κυρίω την 22.5.1938. Στη νεκρολογία του ο Παναγιώτης Βαγιακάκος, μεταξύ άλλων αναφέρει: «Ήσυχα ήσυχα με την μιλιά στο στόμα έκλινε την αγίαν του κεφαλήν ψιθυρίζων το “Κύριε, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμά μου”!… Ως μου εδιηγήθησαν διάφοροι Γέροντες σύγχρονοί του, μετέβαινε εις τα πλέον απομεμακρυσμένα και ερημικά μέρη και κατεσκεύαζε προχείρους καλύβας χρησιμοποιών αυτάς ως προσευχητάρια. Τούτο βεβαίως είναι αρκετόν να μας παρουσιάση την θείαν και ιεράν ψυχήν του παιδός αυτού και να μας καταδείξη πλέον ότι εκ κοιλίας μητρός προωρίζετο διά τον ασκητισμόν… Μανθάνει την θείαν και ιεράν τέχνην της αγιογραφίας… μετά τοσούτου ζήλου και έδειξε τοσαύτην ανάπτυξιν, ώστε δεν άργησε να γνωσθή όχι μόνον καθ’ άπαν το Άγιον ’Όρος αλλά και καθ’ άπασαν την Ελλάδα και Ευρώπην, βραβευθείς παρά πολλών καλλιτεχνών εις διαφόρους εκθέσεις διά διαφόρων μεταλλίων… Ο θάνατος αυτού θλίψιν και καίριον πλήγμα προξενήσας τη ιερά μετανοία του απεστέρησεν αυτήν ανδρός εύφρονος, πνευματικού αρίστου και διακεκριμένου, Γέροντος ευσεβούς και υπό πολλών χριστιανικών αρετών κοσμουμένου: πραότητος, μειλιχιότητος, υπομονής, καλοκαγαθίας, ταπεινότητος και φιλοτιμίας εις τα πνευματικά του καθήκοντα…».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παύλου Λαυριώτου μοναχού, Ιστορία της Αδελφότητος Ιωσαφαίων του Αγίου Όρους, Αθήνα 1996, σσ. 38-40. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ηπειρώτες Λαυριώτες, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, Ιωάννινα 1996-1997, σσ. 124-125. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 2003, σσ. 146-161 (απ’ όπου οι φωτογραφίες).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 319-321
Home


O ιερομόναχος Iωάσαφ, κατά κόσμον Παναρίνης Λάζαρος, γεννήθηκε στην Κορυτσά το έτος 1870, εκάρη μοναχός στα Καυσοκαλύβια το 1888, στη συνοδεία των περίφημων Ιωασαφαίων ζωγράφων και χειροτονήθηκε ιερομόναχος το 1891. Ήταν ο κατ’ εξοχήν φωτογράφος της συνοδείας. Οι μοναχοί της, εκτός του εργοχείρου τους, κάλυψαν φωτογραφικά και άλλες ανάγκες: πρόσωπα μοναχών, επισκέψεις επισήμων στα Kαυσοκαλύβια, την Kερασιά και τη Μεγίστη Λαύρα. (http://athosprosopography.blogspot.gr)
Ο ιερομόναχος Ιωάσαφ, της συνοδίας των Ιωασαφαίων, συνέταξε το 1915 τον κατάλογο της βιβλιοθήκης της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων (βλέπε εδώ).
Γράφει γι αυτόν ο ιερομόναχος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης:
Το κοσμικό όνομα του Ιωάσαφ, πνευματικού της Καλύβης των Ιωασαφαίων, ήταν Λάζαρος Σ. Παναρίνης, και είχε γεννηθεί στην Κορυτσά το 1870. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός και είχε εργαστεί στο Άγιον Όρος, χρησιμοποιώντας τον γιό του ως βοηθό. Ο Ιωάσαφ εγκαταβίωσε στα Καυσοκαλύβια, στη συνοδεία των Ιωασαφαίων, όπου το 1888 εκάρη μοναχός, και το 1891 χειροτονήθηκε ιερομόναχος, ενώ του απονεμήθηκε και το οφφίκιο του πνευματικού. Ασχολήθηκε με την αγιογραφία και με την ψαλτική, ως δε απόφοιτος του Σχολαρχείου αντέγραψε χειρόγραφα, αλλά βοήθησε και τον Ευλόγιο Κουρίλα, μετέπειτα Μητροπολίτη Κορυτσάς, να συντάξει τον κατάλογο των χειρογράφων κωδίκων της Σκήτης. Ασχολήθηκε επίσης με την φωτογραφία, και διατηρούσε πλήρες φωτογραφικό εργαστήριο, ενώ το αρχείο και οι σημειώσεις του παρέχουν σημαντικό υλικό για τους πατέρες και την ιστορία της Σκήτης, κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Αναδείχθηκε σε Γέροντα της Καλύβης των Ιωασαφαίων, και εκοιμήθη στις 22 Μαϊου 1938, σε ηλικία 68 ετών.
Τέλος, ο μοναχός Πατάπιος Καυσοκαλυβίτης στο βιβλίο του «Ἁγιασμένες Μορφές τῶν Καυσοκαλυβίων. Ἀπό τόν ὅσιο Μάξιμο ὥς τόν γέροντα Πορφύριο», Ἅγιον Ὄρος 2013, σ. 235-236., αναφέρει:
Στήν Κα­λύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Ἰωασαφαίων τῆς Σκήτης Καυσοκαλυβίων ἔ­ζησε τόν φι­λό­σοφο βίο τῶν μο­να­χῶν ὁ παπα-Ἰ­ω­ά­σαφ (1870-1938), ὁ ὁ­ποῖος κοι­νο­βί­ασε ἐ­κεῖ τό 1888. Ἦ­ταν κα­λός καί δι­α­κρι­τι­κός πνευ­μα­τι­κός καί πολ­λούς ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες πα­τέ­ρες βο­ή­θησε μέσα ἀπό τήν δι­α­κο­νία του αὐτή. Ἦ­ταν πολύ εὐ­λα­βής, φι­λό­τι­μος, πρᾶος, τα­πει­νός, ἐ­λε­ή­μων καί ἐ­ξαι­ρε­τικά φι­λο­μα­θής.
Ἡ δι­α­κο­νία του ὡς βι­βλι­ο­θη­κα­ρίου τῆς Σκή­της, ἀ­πο­δείχ­τηκε ἐ­ξαι­ρε­τικά εὐ­ερ­γε­τική κα­θώς ὄχι μόνο ἀ­να­συγ­κρό­τησε ἐ­πι­τυ­χῶς τήν -μι­κρή πλήν ὅ­μως πολύ ἀ­ξι­ό­λογη- Βι­βλι­ο­θήκη τοῦ Κυ­ρι­α­κοῦ, φρον­τί­ζον­τας ὄχι μόνο γιά τόν πλου­τι­σμό της μέ νέες συλ­λο­γές βι­βλίων, ἀλλά καί γιά τή συν­τή­ρηση τῶν πα­λαιῶν χει­ρο­γρά­φων καί πα­λαι­τύ­πων. Συ­νερ­γά­στηκε δέ μέ τόν Εὐ­λό­γιο Κου­ρίλα Λαυ­ρι­ώτη, με­τέ­πειτα Μη­τρο­πο­λίτη Κο­ρυτ­σᾶς, γιά τή σύν­ταξη τοῦ πρώ­του κα­τα­λό­γου τῶν χει­ρο­γρά­φων τῆς Σκή­της. Ἐ­κοι­μήθη τό 1938 καί ἡ κη­δεία του ὑ­πῆρξε πάν­δημη.

Ιερομόναχος Νικηφόρος Σιμωνοπετρίτης (1880 – 23 Μαΐου 1958) Newsroom



Αγιο Ορος: Ο κατά κόσμον Θεόδωρος Παντζαρέλας του Παναγιώτη και της Ευανθίας γεννήθηκε στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής το 1880. Προσήλθε προς μονασμό στο Κελλί του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, που βρίσκεται προς τον αρσανά της μονής Σίμωνος Πέτρας, το 1897.

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Το 1899 εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Νικηφόρος.
Το 1905 προσήλθε και ο κατά σάρκα αδελφός του Αστέριος, που εκάρη μοναχός το 1908 και ονομάσθηκε Αρσένιος.
Γέροντάς τους ήταν ο Μικρασιάτης Νικηφόρος (1868-1934), ο οποίος από τη μονή του Αγίου Μάρκου της Χίου πήγε στην Καλύβη της Αγίας Τριάδος της σκήτης της Αγίας Άννης και από εκεί στο Σιμωνοπετρίτικο Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
Ο Γαλατσάνος Νικηφόρος το Σάββατο του Ακαθίστου του 1904 εκάρη μεγαλόσχημος και χειροτονήθηκε διάκονος από τον πρώην Καρπάθου Νείλο (†1917). Κατόπιν χειροτονήθηκε και ιερεύς.

Ο ταπεινόφρων Νικηφόρος φοβόταν το μυστήριο της Ιερωσύνης, αλλά έκανε υπακοή στον Γέροντά του. Αναφέρει χαρακτηριστικά περί αυτού ο μετέπειτα ιερομόναχος Χρύσανθος Αγιαννανίτης († 1981): «Κατ’ εντολήν του Γέροντός του, ο Νικηφόρος εχειροτονήθη ιερεύς, αν και από ταπεινοφροσύνην δεν το ήθελε. Μετά την χειροτονίαν ήλθεν εις την Μονήν και έκλαιεν απαρηγόρητος διά το βαρύ φορτίον της Ιερωσύνης. Συντόμως όμως ετυφλώθη και έπαυσε να λειτουργεί. Ο τυφλός πλέον παπα-Νικηφόρος υπηρέτει εις το μαγειρείον και εις τας άλλας υπηρεσίας του Καθίσματος με μεγάλην προθυμίαν. Ειχεν τοιαύτην φλόγαν θείου έρωτος εις την καρδίαν του, όπου ακαταπαύστως προσηύχετο και, όταν ωμιλούσεν ενόμιζες ότι το στόμα του ήτο καμίνι. Αι δε ψυχωφελείς συμβουλαί του εισήρχοντο εις την καρδίαν του πολεμουμένου αδελφού, ο οποίος αμέσως ησύχαζεν. Όταν τον επλησίαζες, εντρέπεσο να σηκώσης τους οφθαλμούς σου να ιδής το πρόσωπόν του, διότι δεν είχε πρόσωπον σάρκινο, αλλά κέρινο δεικνύον την θείαν αλλοίωσιν, την οποίαν είχεν υποστή η ευλογημένη ψυχή του!».

Αναφέρεται ότι στο Κελλί αυτό κάποτε νύχτα πήγαν δύο ληστές να ληστέψουν. Ο Γέροντας τους είπε πως είναι φτωχοί και δεν έχουν τίποτε να τους πάρουν. Εκείνοι τους απειλούσαν με τα όπλα. Ο Γέροντας τους είπε να περιμένουν. Πήγε στο ναό και μετάλαβε από το άγιο αρτοφόριο. Βγήκε στους ληστές και τους είπε: «Τώρα κάντε με ό,τι θέλετε». Το πρόσωπό του όμως έλαμπε τόσο πολύ, που τρόμαξαν και μετανοημένοι αναχώρησαν.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 23.5.1958. Μετά πενθήμερο από της κοιμήσεώς του αναχώρησε ο αδελφός του Αρσένιος για τις Καρυές, όπου μετά ένα σαρανταήμερο αναπαύθηκε και αυτός.
Πήγες – Βιβλιογραφία

Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, 1956. Χρύσανθου Αγιαννανίτου Ιερομ., Παπα-Νικηφόρος, Η Αγία Σκέπη 111/1984, σ. 36. Αστεριού Καραμπατάκη, Γαλάτιστα, σελίδες από την ιστορία της, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 31-33.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 593-594

Μοναχός Ιωσήφ Κουτλουμουσιανοσκητιώτης Newsroom




Ο επί επταετία γείτονας μου Γερο-Ιωσήφ ο Κύπριος έχει μία ωραία ιστορία, γεμάτη περιπέτειες, απλότητα και ταπεινότητα. Κατά κόσμον ονομαζόταν Ιωάννης Χατζηπαναγιώτου. Τους ευλαβείς, καλοσυνάτους, απλούς και φτωχούς γονείς του τους έλεγαν Νικόλαο και Παναγιώτα. Γεννήθηκε στο χωριό Ριζοκάρπασο, της σήμερα κατεχόμενης από τους Τούρκους Καρπασίας, το 1886.

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Το 1902 ήλθε στο Άγιον Όρος.
Στην Κύπρο δεν ξαναπήγε ποτέ. Την αγαπούσε όμως, προσευχόταν γι’ αυτή, και τη θυμόταν. Έλεγε: «Ποτέ δεν έχω βγάλει την Κύπρο από την καρδιά μου, γιατί γέννησε αγίους». Θυμόταν τις πολλές εκκλησιές του χωριού του με τα ωραία ήθη κι έθιμα.
Είχε μάθει λίγη ξυλουργική στο χωριό του. Είχε λογισμό να εργασθεί στην αρχή ως μαραγκός. Στα πρόσωπα των μοναχών όμως συνάντησε τον Θεό. «Να, εδώ είναι ο Θεός…» είπε, και αποφάσισε να καλογερέψει. Διήλθε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους. Κατέληξε στην Καλύβη του Αγίου Ιωαννικίου του Μεγάλου στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, που ανήκει στη μονή Κουτλουμουσίου υπό τον ενάρετο Γέροντα Ιωαννίκιο († 1909), όπου έλαβε το μέγα σχήμα των μοναχών.

Σε μία αγρυπνία της μονής Καρακάλλου, στην πανήγυρη της μνήμης των αγίων Αποστόλων, καθώς προσευχόταν, είδε τον Απόστολο Παύλο να στέκεται στον δεσποτικό θρόνο: «Με τη φαλακρίτσα του, τα γενάκεια του, τον αναγνώρισα από την εικόνα του που ήξερα, να κηρύττει… Δεν καταλάβαινα αν είμαι ξύπνιος ή αν κοιμάμαι. Το μόνο που θυμάμαι από τα λόγια του είναι: “Και μία ημέρα να ζήσει ο άνθρωπος επάνω στη γη, αν δεν προσέξει, δύναται να κολασθεί…” Τούτος ο λόγος έμεινε μέχρι τώρα σαν κατακάθι μέσα στην καρδιά μου». Πράγματι, παρότι είχαν περάσει πάνω από εβδομήντα χρόνια το έλεγε σαν να ήταν χθεσινοβραδινό γεγονός.

Διήλθε πολλές δοκιμασίες. Εκούσια και ακούσια πείνα, φτώχεια, στέρηση, κακουχία και ταλαιπωρία. Πυκνές ασθένειες και πολλοί πειρασμοί τον κούρασαν αλλά δεν τον απογοήτευσαν. Τα δεχόταν όλα ως από Θεού.
Μερικές φορές ως άνθρωπος αντιδρούσε. Ήταν απλός και σύντομα μετανοούσε. Είχε κάποιες φυσικές θα λέγαμε παραξενιές, δεν μπορούσες όμως να τον παρεξηγήσεις, γιατί σεβόσουν την πολυχρόνια άσκησή του. Είχε εμπιστοσύνη στον Θεό και μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία, την «Καλλονή των ωραίων», όπως την έλεγε. Είχε δίπλα στην κλίνη του και μία μικρή εικόνα της Παναγίας της Οικονόμισσας. «Ό,τι της ζητώ με οικονομεί», έλεγε. Έπαιρνε τις αθωνίτισσες, θαυματουργές, θεομητορικές εικόνες με τη σειρά και τις επικαλούνταν: «Τραβάω κομποσχοίνι στη Γλυκοφιλούσα της Φιλοθέου, για να με φυλάει, στην Οικονόμισσα της Λαύρας, για να με συντηρεί, στην Παραμυθία της Βατοπεδίου, για να με παραμυθεί στις θλίψεις μου». Αν κάποιος τον αδικούσε, τον άφηνε στον Θεό. Παρότι επί εξήντα χρόνια ήταν με πατερίτσες, δεν έμενε αργός. Εκατόχρονος ανέβηκε στη σκεπή να φτιάξει τα κεραμίδια της σκεπής του. Τα τελευταία πενήντα χρόνια της ζωής του έζησε στη διπλανή μας Καλύβη του Αγίου Νικολάου. Είχε πάει στη μονή Ξενοφώντος να μαζέψει ελιές. Επιστρέφοντας βρήκε τη σκεπή της Καλύβης του Αγίου Ιωαννικίου, να έχει φύγει, ύστερα από ένα δυνατό νοτιά. Από τη στενοχώρια του σάλεψε ο νους του. Έμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες στο νάρθηκα του Κυριακού. Ο ιερεύς του διάβαζε Παρακλήσεις. Ο άγιος Παντελεήμων του παρουσιάσθηκε μέσα σε σύννεφο και τον έκανε καλά.

Συχνά έλεγε: «Ευχαριστώ τον άγιο Θεό, που μου έδωσε τούτο το καλό, την αρρώστια, κι έτσι κάθομαι και κάμω περισσότερα πνευματικά». Όποιος τον βοηθούσε του έκανε κομποσχοίνι. Τις ακολουθίες έκανε με κομποσχοίνι. Αγαπούσε πολύ το Ψαλτήρι. Μου έλεγε μια μέρα: «Δόξα τω Θεώ. Κάθομαι, τραβάω κομποσχοίνι. Διαβάζω το Ψαλτήρι. Είναι το πιο ωραίο βιβλίο του κόσμου. Τί λόγια ωραία λέει αυτού. Ο Θεός μιλάει. Βρήκε, λέει, άνδρα κατά την καρδία του. Τον Δαυίδ. Ακούς τι λέει του Θεού το στόμα; Σαν την καρδιά του Θεού ήταν ο Δαυίδ. Μεγάλος άνθρωπος. Τις Κυριακές διαβάζω Ψαλτήρι. Το Ψαλτήρι, το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος. Αυτά τα τρία μ’ αρέσουν. Αυτά κυριαρχούν στην Εκκλησία. Έχω κι άλλα βιβλία. Βίους αγίων. Τα έχω διαβάσει πολλές φορές. Αυτά τα νέα βιβλία που γράφουν οι παπάδες δεν μου αρέσουν».

Όταν πέρασε τα εκατό χρόνια, διερωτάτο γιατί δεν τον παίρνει από τη ζωή ο Θεός. Περίμενε τον θάνατο. Είπε να του ετοιμάσουν τον σταυρό του τάφου του, να τον βλέπει καθημερινά. Μου έδωσε λίγα χρήματα που είχε μαζέψει για τα μνημόσυνά του. Όταν του πήγα κάποιους φίλους να πάρουν την ευχή του, τους ζητούσε χρήματα, για να προσεύχεται, για να με ντροπιάσει, να χαλάσει την εικόνα του, και να μην του ξαναπάω κόσμο, να τον τιμούν… Την ελπίδα του είχε πάντοτε στο έλεος του Θεού. Οι Βατοπεδινοί πατέρες θέλησαν να τον γηροκομήσουν, μα εκείνος ζήτησε να γυρίσει ν’ αναπαυθεί στο καλύβι του. Ανεπαύθη εν Κυρίω το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, στις 30.5.1992, κι ετάφη στο κοιμητήρι της σκήτης μας την Κυριακή της Πεντηκοστής, κατά την οποία «Πνεύματος Αγίου επιδημία και ελπίδος συμπλήρωσις».

Πηγές – Βιβλιογραφία
Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Συνομιλία μ’ έναν υπεραιωνόβιο Γέροντα, Πρωτάτον 21/1990, σσ. 7-9. Συνεσίου Αγιορείτου μονάχου, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Αγιορείτης (ο φίλος της Παρθένου), Ορθόδοξη Μαρτυρία 39/1993, σσ. 29-32.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1335 – 1341

Ιερομόναχος Ιωάννης Κολιτσιώτης (1912 – 1994) Newsroom



Ιωάννης Ιερομόναχος Κολιτσιώτης: Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Δημήτριος Ψιλογιώργης στη Νικήτη Χαλκιδικής το 1912. Μόλις 16 ετών, το 1928, προσήλθε να μονάσει στο Βατοπεδινό Κελλί των Αγίων Αναργύρων-Κολιτσούς. Γέροντάς του ήταν ο ιερομόναχος Κοσμάς, άνδρας λίαν αυστηρός, κτήτορας, το 1904, του ωραίου, πετρόκτιστου ναού.

Ο ίδιος Γέροντας είχε δεχθεί τον Παύλο Μελά με τα παλικάρια του, σε μία επίσκεψή τους στο Κελλί, τους οποίους μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων κατά την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα.
ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Στο Κελλί το 1941, σε ηλικία 14 ετών, ήλθε ο μετέπειτα ιερομόναχος Βασίλειος από την Ιερισσό. Η ζωή τους κύλησε ήρεμη, γαλήνια, με τις καθημερινές ιερές ακολουθίες, τις αγροτικές εργασίες και το ψάρεμα. Ο Βασίλειος είχε άπειρο σεβασμό στον Γέροντά του Ιωάννη και του έτρεφε μεγάλη αγάπη ως πραγματικό του πατέρα. Τον έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να ψέλνει, να προσεύχεται, να υπακούει, να σέβεται, ν’ αγαπά τη φιλοξενία, όπως έκανε και ο ίδιος.

Ο Γέροντας υπόμενε καρτερικά πολλούς πειρασμούς και βαριές ασθένειες. Έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια και κατόπιν εγκεφαλικού επεισοδίου έπαθε ημιπληγία κι έμεινε κατάκοιτος επί ένα χρόνο. Στην κατάσταση αυτή μία ημέρα ζήτησε από τον υποτακτικό του να του αλλάξει ρούχα να πάει στην εκκλησία. Απόρησε, αλλά έκανε υπακοή. Έκανε τρεις φορές τον σταυρό του και άρχισε να βαδίζει σταθερά προς την εκκλησία. Προσκύνησε τις εικόνες, την αγία τράπεζα και το άγιο Ευαγγέλιο. Ο υποτακτικός με μεγάλη συγκίνηση τον ακολουθούσε με δάκρυα σταυροκοπούμενος για το θαύμα που έβλεπε. Μετά πήγε να δει τα ζώα τους, που τόσο τα αγαπούσε.

Ο παπα-Γιάννης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένας ήσυχος και δοσμένος στον Θεό άνθρωπος. Πολλές φορές τον καλούσαν στα χωριά της Χαλκιδικής να πάει να εξομολογήσει τους πιστούς. Πολλές ψυχές καθαρίσθηκαν κι έλαβαν άφεση αμαρτιών από το άγιο πετραχήλι του. Όταν αισθάνθηκε το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει του αχράντου σώματος και αίματος του Χριστού. Μόλις κοινώνησε, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε μόνος του τα χέρια του, έκλεισε τα μάτια του και αναχώρησε η κατά χάρη αθάνατη ψυχή του από το σώμα του, για ν’ αναπαυθεί αιώνια μετά των δικαίων. Ο καλός υποτακτικός του, παπα-Βασίλης († 2002), έπραξε ακριβώς όλα τα δέοντα για την εξόδιο ακολουθία, την ταφή και τα μνημόσυνά του.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 4.6.1994.

Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Γιάννη Μαρίνου, Κολιτσού, Κελλίον «Άγιοι Ανάργυροι» Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, Ιερισσός 2005.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1361 – 1363

Μοναχός Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης Newsroom από Newsroom





Αγιο Ορος: Γεννήθηκε στην Αταλάντη ο κατά κόσμον Θεόδωρος Αντωνάτος το 1901 από ευσεβείς γονείς. Η καταγωγή του ήταν από την Κεφαλλονιά. Ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος. Η μητέρα του, ως έλεγε ο ίδιος, είχε εξαιρετική πνευματική ζωή μέχρις αγιότητος. Σε μικρή ηλικία ασθένησε σοβαρά και πλησίασε τον θάνατο. Με τη βοήθεια της Παναγίας έγινε καλά. Μετά τον θάνατο της μητέρας του μετέβη στην Αθήνα.

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Υπηρέτησε επί τετραετία στη χωροφυλακή και γνώρισε όλο το άλγος της αμαρτίας, παρασυρμένος από το κακό. Έπεσε έως τα δίχτυα του δαιμονοφορούμενου πνευματισμού.
Ήταν πτυχιούχος της Ανώτατης Εμπορικής Σχολής Αθηνών και είχε κερδοφόρα εμπορική επιχείρηση. Με τη βοήθεια της Παναγίας τ’ άφησε όλα και ήλθε στο Περιβόλι της.

Στη Μοναχική Απολογία του γράφει σ’ ένα σημείο:
«Υστάτην έκκλησιν κάμνει, αδελφέ αναγνώστα, εις την αγαθήν σου καρδίαν, ο χαράσσων τας γραμμάς αυτάς, όστις εν σημαντικόν μέρος της ζωής του έζησεν εντός του κύκλου της τραγικής αποστασίας. Πλησίασε, αγαπητέ, τον Χριστόν μας εν μετανοία και να είσαι απολύτως βέβαιος ότι θα σε πλημμυρίση με το πέλαγος της αγάπης του».

Προσήλθε στην ιερά μονή του Αγίου Παύλου το 1935 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος. Υπήρξε γραμματεύς, βιβλιοθηκάριος, αρχειοφύλακας, προϊστάμενος, επίτροπος και αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα. Ταξινόμησε το αρχείο της μονής και συνέταξε ένα πρώτο κατάλογο της βιβλιοθήκης. Συγκέντρωσε πλήθος εικόνων και χαλκογραφιών. Ήταν συντάκτης του αξιόλογου περιοδικού Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμίτης επί δεκαετία. Δημοσίευσε διάφορα άρθρα και αξιόλογα βιβλία περί μοναχισμού και της συνεχούς θείας Μεταλήψεως. Εμείς τον γνωρίσαμε ανάμεσα στα βιβλία, τις γραφές του και τις συλλογές του να μιλά με δάκρυα για τη μετάνοια, τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους.

Όπως γράφαμε σε μία, τότε, νεκρολογία μας, υπήρξε υποδειγματικός τύπος κοινοβιάτη μοναχού κι ένας από τους τελευταίους παλαιούς λογίους πατέρες του Αγίου Όρους. Τη μονή της μετανοίας του αγάπησε υπέρμετρα και διακόνησε ολόθερμα. Εργάσθηκε για την άρση της λειψανδρίας του Αγίου Όρους και για την κατάργηση της ιδιορρυθμίας των μονών. Υπήρξε καλός κοινοβιάτης, φιλακόλουθος, ακτήμων, προσευχόμενος, νηστευτής, εγκρατής, υπάκουος, φιλάγιος και θεοφιλής. Αν του το ζητούσαν, γινόταν διδακτικός, καταθέτοντας γνήσιο λόγο Θεού.
Λίγες ημέρες πριν την προς Κύριον εκδημία του τον είχαμε επισκεφθεί και συνεχώς και ζωηρώς μας έλεγε για το ουράνιο ταξίδι του, για τη Βασιλεία του Ουρανών, για τον πόλεμο των δαιμόνων, που επί πολλά έτη είχε, γιατί τους είχε ξεγλυστρήσει, για τη βοήθεια της Παναγίας και για τη μεγάλη αγάπη του στο αυστηρό μοναστήρι του. Ανεπαύθη ησύχια στις 4.6.1987.

Με περισσή αγάπη σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου του Μοναχική Απολογία τι γράφουν για το πολυσέβαστο Άγιον Όρος: «Κατά τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Νικόλαον τον Γ΄ είναι: “Θεού εύρημα προς κατοικίαν αγίων ανδρών”. Κατά τον πάπαν Ιννοκέντιον τον Γ΄: “Το όρος αυτό αληθώς έστι τόπος άγιος, οίκος Κυρίου, Πύλη Ουράνιος”. Κατά τον Άγιον Σάββαν Αρχιεπίσκοπον Σερβίας: “ Όρος Άγιον κατοικούμενον από σεσαρκωμένους νόας”. Κατά τον Αλέξιον Α΄ τον Κομνηνόν “Βασιλικώτατον και Θειον Όρος εις τα της Οικουμένης όρη”. Κατά τον Ανδρόνικον Β΄ Παλαιολόγον “Αρετών πασών καταφύγιον”. Κατά τον Ιωάννην Καντακουζηνόν “Πόλις ουράνιος”».

Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Θεοδοσίου Αγιοπαυλίτου μοναχού, Μοναχική Απολογία, Θεσσαλονίκη 1976. Μωυσέως Αγιορείτου μονάχου, Εκοιμήθη ο Αγιορείτης μοναχός Θεοδόσιος, ’Ορθόδοξος Τύπος 750/3.7.1987, σ. 4. Του αυτού, Προσκυνητάριον της Ιεράς Μονής του Άγιου Παύλου, Άγιον Όρος 1997, σ. 117.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1197-1201

Όσιος Νήφων Καυσοκαλυβίτης (†1411)


Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)




Προσήλθε στην ιερά μονή Αγίου Παύλου το 1963. Εκάρη μοναχός το 1964. Τη μονή της μετάνοιάς του αγάπησε ένθερμα και διακόνησε άοκνα, ταπεινά και αθόρυβα. Τον γνωρίσαμε και ωφεληθήκαμε από τη μετριοφρο­σύνη του και την καταδεκτικότητά του. Χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος το 1965.
Γράφαμε τότε: «Υπήρξε προϊστάμενος της μονής, τακτικός εφημέριος, αγαπητός αδελφός, κατηρτισμένος ιερομόναχος και πιστός στο ορθόδοξο φρόνημα και το αγιορείτικο ήθος. Η ξαφνική εκδημία του λύπησε τους πολλούς που τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν για την αρετή του».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20.6.1995. Στη νεκρολογία του ο σεβαστός ηγούμενος Παρθένιος, μεταξύ άλλων ανέφερε: «Παρέδωκεν εαυτόν εις την ολοπρόθυμον διακονίαν, Θεού τε και ανθρώπων, υπηρετήσας το άγιον θυσιαστήριον επί τριάκοντα συναπτά έτη. Είναι βεβαίως γνωστή εις όλους η επί καθημερινής βάσεως ζέσις του προς τέλεσιν της θείας Λειτουργίας, εις την οποίαν “προσεκόμιζεν”, πάντοτε δαψιλώς, υπέρ πάσης ψυχής θλιβομένης τε και καταπονούμενης, ως φιλεύσπλαχνος. Πάντοτε πράος, πάντοτε ατάραχος, ηξιώθη να διακονήση την Εκκλησίαν του Θεού, και εκ του υπουργήματος του Εξομολόγου-Πνευματικού πατρός, αναπαύσας πολλούς πιστούς εν τω επιτραχηλίω αυτού, και εκ της διοικητικής θέσεως του Προϊσταμένου και του Επιτρόπου εν τη Ιερά Μονή ταύτη. Ούτω ειρηνικώς μετέβη προς Κύριον, μόλις τον εκάλεσεν. Και αν βεβαίως ανθρωπίνως λυπούμεθα νυν, διά την στέρησιν και τον χωρισμόν του αδελφού ήμών, έχομεν όμως χρηστάς ελπίδας, προς τον Πανάγαθον Θεόν ημών, προς την Κυρίαν ήμών Θεοτόκον, προς τους Αγίους Αγιορείτας Πατέρας, ότι η μακαρία αυτού ψυχή μετέβη εν χώρα ζώντων».
Σε επιστολή του, το 1990, προς ένα φιλομόναχο νέο, έγραφε, μεταξύ άλλων: «Μεγάλη ψυχική ωφέλεια θα έχετε αν λέτε καθημερινά τους Χαιρετισμούς. ‘Ομοίως και η ανάγνωση του Θεοτοκαρίου είναι καλή συνήθεια, την οποία η Παναγία μας αμείβει με την προστασία της σε δύσκολες στιγμές. Επίσης και η αδιάλειπτη προσευχή του Κυρίου και η μελέτη πνευματικών πατερικών βιβλίων μεγάλη βοήθεια παρέχει στην ψυχή. Χρειάζεται όμως βία, γιατί ο εχθρός μας διάβολος μας απασχολεί με πάρεργα και κάνει το παν για να μας εμποδίση από το κυρίως έργο της ψυχής, που είναι η ευχή και μελέτη του νόμου του Θεού, απαραίτητη για τη σωτηρία μας, που είναι και ο προορισμός του ανθρώπου στη γη… Τελικά η ταπείνωση και επιμονή θα νικήσει, θα κάμψει την ευσπλαχνία του Κυρίου και η εξομολόγηση σε καλό πνευματικό καταισχύνει τον εχθρό μας και ταπεινώνει τον εγωισμό. Εύχομαι καλή επιτυχία. Τα ονόματά σας έγραψα στο δίπτυχό μου και ευχαρίστως τα μνημονεύω».
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Άγιου Παύλου. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ανεπαύθησαν εν Κυρίω οι Αγιορείτες, Πρωτάτον 54/1995, σσ. 546-547. Παρθενίου Αγιοπαυλίτου αρχιμ., Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης, Πρωτάτον 56/1995, σσ. 601-602. Παύλου Αγιοπαυλίτου ιερομ., Επιστολή περί πνευματικής ζωής, Πρωτάτον 56/1995, σσ. 603-604.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 1394-1397, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.