Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

"Περί Ἐκκλησίας - Ἐκκλησία ὁ σκοπός τοῦ παντός καί τό νόημα τοῦ παντός"

"Περί Ἐκκλησίας - Ἐκκλησία ὁ σκοπός τοῦ παντός καί τό νόημα τοῦ παντός"



 Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς
 
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄχι ἀπλῶς σκοπός καί νόημα ὅλων τῶν ὄντων και ὅλων τῶν κτισμάτων, ἀπό τῶν ἀγγέλων ἕως τῶν ἀτόμων, ἀλλά εἶναι τό μοναδικόν παν-νόημα καί ὁ πανσκοπός των. Εἰς αὐτήν ὄντως ὁ Θεός μῆς ηὐλόγησεν «ἐν πάσῃ εὐλογία πνευματική» (Ἐφ. 1, 3), εἰς αὐτήν μᾶς ἔδωκεν ὅλα τά μέσα διά μίαν ἁγίαν καί ἄμωμον ζωήν (Ἐφ. 1,4), εἰς αὐτήν μᾶς υἱοθέτησε διά τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ Του (Ἐφ. 1, 5 - 8)· εἰς αὐτήν μᾶς ἀπεκάλυψε τό αἰώνιον μυστήριον τοῦ θελήματός Του (Ἐφ. 1,9), εἰς αὐτήν ἥνωσε τόν χρόνον μέ τήν αἰωνιότητα (Ἐφ. 1, 10) καί προσέφερε τήν δυνατότητα τῆς ἐν-χριστώσεως καί χριστοποιήσεως ὅλων τῶν ὄντων καί κτισμάτων, τήν δυνατότητα τῆς ἐν-πνευματώσεως καί πνευματοποιήσεως, τῆς ἐν-τριαδώσεως καί τριαδοποιήσεώς των (Ἐφ. 1,13-18). Δι' ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερον καί ἱερώτερον μυστήριον τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλους τούς κόσμους.
Ἐκκλησία το παν-μυστήριον
Ἐν συγκρίσει πρός τά ἄλλα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, αὐτή ἀποτελεῖ τόν Παν-μυστήριον. Ἕκαστον θεῖον μυστήριον ἐντός της εἶναι εὐαγγελισμός καί μακαριότης καί παράδεισος· διότι κάθε ἕνα ἀπ' αὐτά εἶναι πεπληρωμένον μέ τόν Γλυκύτατον Κύριον. Ὁ δέ Γλυκύτατος Κύριος; Μέ αὐτόν ὁ παράδεισος γίνεται παράδεισος καί ἡ μακαριότης μακαριότης· μέ αὐτόν καί διά αὐτοῦ ὁ Θεός εἶναι Θεός καί ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος, μέ αὐτόν καί δι' αὐτοῦ ἡ Ἀλήθεια εἶναι Ἀλήθεια καί ἡ Δικαιοσύνη Δικαιοσύνη· ἐπίσης καί ἡ Ἀγάπη Ἀγάπη, καί ἡ Ἀγαθότης Ἀγαθότης, καί ἡ Ζωή Ζωή, καί ἡ Αἰωνιότης Αἰωνιότης.
Ἰδού ποῖον εἶναι τό κεντρικόν καί βασικόν εὐαγγέλιον, ἐκ τοῦ ὁποῖου πηγάζει ἀσίγητος παγχαρά δι' ὅλα τά ὄντα καί δι' ὅλους τούς κόσμους: ὁ Θεάνθρωπος καί ἐν Αὐτῷ ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι τό πᾶν διά τά σύμπαντα. Καί πῶς νά μήν ὀνομάση κανείς πανευαγγέλιον τήν φανέρωσιν τῆς ἀληθείας τῆς ζωῆς κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεάνθρωπος αὐτός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας! Εἰς τήν πραγματικότητα «αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολ. 1, 17). Διότι
Αὐτός εἶναι Θεός, Αὐτός Δημιουργός, Αὐτός Προνοητής, Αὐτός Σωτήρ, Αὐτός ἡ Ζωή τῆς ζωῆς, καί τό ὄν τοῦ ὄντος, καί ἡ ὕπαρξις τῆς ὑπάρξεως: «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα» (Κολ. 1,16).
Αὐτός εἶναι τό τέλος παντός τοῦ ὑπάρχοντος. Ὁλόκληρος ἡ κτίσις ἐδημιουργήθη ὡς Ἐκκλησία, καί ἀποτελεῖ τήν Ἐκκλησίαν, «καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας» (Κολ. 1, 18). Πρόκειται περί ἐλλόγου (logosnoj)* παν-ενότητος τῆς κτίσεως καί περί ἐλλόγου παν-τελεολογίας τῆς κτίσεως.
Ἡ ἀμαρτία ἀπέκοψε ἕν μέρος τῆς κτίσεως ἀπ' αὐτήν τήν ἔλλογον πανενότητα καί παντελεολογίαν, καί ἐβύθισεν αὐτό εἰς ἄλογον ἀστοχίαν, δηλαδή εἰς τόν θάνατον, εἰς τήν κόλασιν, εἰς τά βάσανα. Ἕνεκα τούτου ὁ Θεός Λόγος εἰς τόν ἐπίγειον κόσμον μας ἔγινεν ἄνθρωπος καί ἐπραγματοποίησεν ὡς Θεάνθρωπος τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἁμαρτίαν.
Ὁ σκοπός τῆς Θεανθρωπίνης Του Οἰκονομίας τῆς σωτηρίας εἶναι νά καθαρίση τό πᾶν ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί νά τό ἐπιστρέψῃ εἰς τήν ἔλλογον κατάστασίν του, νά ἀγιάσῃ τό πᾶν, νά τό ἐνσωματώσῃ εἰς τό θεανθρώπινον σῶμα Του, τήν Ἐκκλησίαν καί τοιουτοτρόπως νά ἀποκαταστήσῃ τήν ἔλλογον παν-ενότητα καί τήν ἔλλογον παν-τελεολογίαν.

Ἐκκλησία, παν-μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου
Γενόμενος ἄνθρωπος, καί θεμελιώσας τήν Ἐκκλησίαν ἐφ' Ἑαυτοῦ, δι' Αὐτοῦ καί ἐν Αὐτῷ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὡς Θεάνθρωπος ἐμεγάλυνεν εἰς ἄμετρον βαθμόν τόν ἄνθρωπον, ὅπως κανείς ἄλλος πρίν ἤ μετά ἀπό Αὐτόν. Αὐτός ὄχι μόνον ἔσωσε τοόν ἄνθρωπον διά τοῦ θεανθρωπίνου ἔργου του ἀπό τήν ἁμαρτίαν, ἀπό τόν θάνατον καί τόν διάβολον, ἀλλά καί τόν ἀνύψωσε ὑπεράνω ὅλων τῶν ὄντων καί κτισμάτων.
Ὁ Θεός Λόγος δέν ἔγινε οὔτε Θεάγγελος οὔτε Θεοχερουβείμ οὔτε Θεοσεραφείμ, ἀλλα Θεάνθρωπος. Μέ αὐτό ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπον ὑπεράνω ὅλων τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων, ὑπεράνω ὅλων τῶν ὑπερανθρωπίνων ὄντων. Πρός τούτοις, ὁ Κύριος, ὑπέταξεν εἰς αὐτόν τά πάντα διά τῆς Ἐκκλησίας: «πάντα ὑπέταξεν ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. 1, 22).
Ὁ ἄνθρωπος, διά τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐν τῇ Ἐκκλησία ὡς Θεανθρωπίνῳ σώματι, αὐξάνει εἰς ὑπεραγγελικά, ὑπερχερουβικά ὕψη. Οὕτως, ὁ δρόμος τῆς ἀναβάσεῶς του καί τελειοποιήσεως εἶναι μακρύτερος ἀπό τόν ἀγγελικόν καί χερουβικόν καί σεραφικόν. Ἐνταῦθα ὄντως πρόκειται περί τοῦ μυστηρίου τῶν μυστηρίων.
Ἄς σιωπήσῃ λοιπόν κάθε γλώσσα διότι ὁμιλεῖ ἡ ἄρρητος καί ἀκόρεστος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀνείπωτος καί ἀκόρεστος Φιλανθρωπία τοῦ ὄντως μόνου Φιλάνθρωπου Κυρίου Ἰησοῦ! Ἐνταῦθα ἀρχίζουν «ὀπτασίαι καί ἀποκαλύψεις Κυρίου» (Β' Κορ. 12,1) αἱ ὁποῖαι δέν δύνανται νά ἐκφρασθοῦν μέ καμμίαν γλῶσσαν, ὄχι μόνον ἀνθρωπίνην, ἀλλ' οὔτε καί ἀγγελικήν.
Ἐνταῦθα τά πάντα εἶναι ὑπέρ ἔννοιαν καί ὑπέρ λόγον, ὑπέρ τήν φύσιν καί ὑπέρ τήν κτίσιν. Ὁ ποθῶν τό μυστήριον, ἐνταῦθα εὐρίσκει, τό παν-μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ παν-μυστηρίῳ τοῦ Θεανθρώπου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ Κεφαλή της.
Μέ ὅλα αὐτά καί διά μέσου ὅλων αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος «ἐκκλησιάζεται» καί γίνεται ἐκκλησία, ἀποκτᾶ τήν ἐν-χρίστωσιν καί χριστοποίησιν, τήν ἐν-τριάδωσιν καί τριαδοποίησιν, γίνεται Θεάνθρωπος καί σύσσωμος τοῦ θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. 3, 6), αὐτοῦ τοῦ ἁγιωτάτου καί προσφιλεστάτου μυστηρίου τοῦ Θεοῦ, μυστηρίου τῶν μυστηρίων ἤ μάλλον παμμυστηρίου τῶν παμμυστηρίων.
 Πηγή: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, "Η Ορθόδοξος Εκκλησίας και ο Οικουμενισμός", μετάφρ. Ιερομ. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς και ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς, Έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1974. 

eυχές για τα Χριστούγεννα από τον Γέροντα Νεκτάριο Μουλατσιώτη

eυχές για τα Χριστούγεννα από τον Γέροντα Νεκτάριο Μουλατσιώτη

Ευχόμεθα σε όλους σας καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα.
Χριστούγεννα με Χριστό, διότι τόσα χρόνια γιορτάζαμε χωρίς τον Χριστό μας. Ξεχάσαμε όμως ότι όποιος διώχνει τον Χριστό από την καρδιά του, από το κράτος του, τότε δαίμονες και τύραννοι θα τον κυβερνήσουν. Γιορτάζαμε τόσα χρόνια Χριστούγεννα και όλες τις εορτές μας χωρίς Χριστό, δι’ αυτό επέτρεψε ο Θεός και ήλθε στον τόπο και την θέση του Χριστού ο Αλλάχ!!!
 
Τις Κυριακές ήμασταν δυστυχώς στα κρεβάτια μας, παρ’ ότι η ημέρα Κυριακή δεν ανήκει σε εμάς, αλλά είναι η ημέρα του Κυρίου μας. Δίναμε τον χρόνο της ημέρας αυτής στον εαυτό μας και όχι στον Χριστό, στον Κύριό μας και στην Εκκλησία Του, δι’ αυτό και ο Θεός επέτρεψε να γίνει εργάσιμη ημέρα, αφού εμείς πρώτοι του γυρίζαμε την πλάτη μας και δεν πηγαίναμε στον Ναό Του να τον Δοξολογήσουμε.
 
«Δεν θέλετε εμένα; Να πάτε για εργασία». Έτσι η Κυριακή χάθηκε εξαιτίας μας.

Ξεχάσαμε ότι ο άνθρωπος χωρίς Χριστό, σημαίνει άρνηση της χαράς και της ευτυχίας. Να γιατί χάθηκε η χαρά από τις καρδιές μας, διότι ζούμε χωρίς Χριστό. Δι’ αυτό η οικονομική κρίση, οι τύραννοι που μας κυβερνούν, τα δεινά που υποφέρουμε είναι πρώτα απ' όλα κρίση πνευματική, διότι ζούμε τόσα χρόνια χωρίς τον Χριστό και όταν φεύγει ο Χριστός, τότε ζούμε χωρίς ομπρέλα προστασίας.
 
Δι’ αυτό ας ζητήσουμε να επιστρέψει ο Χριστός στις καρδιές μας και στον τόπο μας και τότε θα φύγει ο Αλλάχ, που ήλθε χωρίς να τον καλέσουμε, θα φύγουν οι δαίμονες και οι τύραννοι που μας κυβερνούν, θα φύγει η θλίψη και θα έλθει πάλι η χαρά, διότι την χαρά την γεννά ο Χριστός.
 
Καλά Χριστούγεννα με Χριστό.
Με ευχές και αγάπη Χριστού.
Γέροντας Νεκτάριος Μουλατσιώτης.

Περί λειτουργίας των πνευματικών νόμων ( Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής )

Περί λειτουργίας των πνευματικών νόμων ( Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής )




Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες πού επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρο μας τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλην ευχέρεια και ταχύτητα, αφού εμείς ετοιμάζαμε το ξύλο. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι πού του χτίσαμε μακρύτερα από μας, κι εμείς πηγαίναμε να τον βρούμε το μεσημέρι και μετά φεύγαμε ο καθένας μόνος του.


Το μέρος εκεί ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο, ώσπου τον πείσαμε να του βάλουμε λίγη θέρμανσι με καμμιά σόμπα. Πήρα, εγώ ο ευτελής, τα μέτρα και ετοίμασα τα υλικά, για να την φτιάξω με λαμαρίνα απ'; έξω και μέσα χτιστή με πηλό. Ετοιμάστηκα για την επομένη, όπως του έταξα αποβραδίς, και το πρωί μάζεψα τα εργαλεία μου και τα υλικά και πήγα κάπου εκεί κοντά να την φτιάξω και να την τοποθετήσω μετά. Έβαλα μετάνοια, όπως πάντα, και άρχισα με καλό καιρό, γιατί δούλευα έξω στο ύπαιθρο.



Μόλις μέτρησα και έκοψα τα εξαρτήματα και άρχισα να δουλεύω, χάλασε απότομα ο καιρός. Μετά, εύρισκα μια παράξενη δυσκολία σε ο,τιδήποτε και αν επιχειρούσα να κάμω. Φυσούσε ένας παράξενος αέρας, πού δεν είχε κατεύθυνσι προς κανένα σημείο, μόνο σήκωνε τα πάντα κατ'; επάνω μου και μου 'φερνε στο πρόσωπο ο,τιδήποτε βρισκόταν στον τόπο: λαμαρίνες, σανίδες, παλιόχαρτα και άμμο. Παραδόξως μου έφευγαν τα εργαλεία και κατρακυλούσαν μακριά χωρίς λόγο, διότι ο τόπος δεν ήταν παντελώς κατωφερής. Τα καρφιά στράβωναν χωρίς λόγο, με την παραμικρή πίεσι, έσπαζαν τα τρυπάνια, άλλαζαν τα σχέδια μου, πού τα είχα μετρημένα και κομμένα με ακρίβεια.



Στην αρχή δεν υπελόγισα τίποτε και βιαζόμουν να επαναφέρω τα πράγματα στην ταξί και να συνεχίσω. Σε λίγο όμως το πράγμα έγινε πολύ αισθητό, ότι κάτι συνέβαινε. Σταμάτησα λίγο όμως, γιατί είχα κατασυντρίψει κυριολεκτικά και όλα μου τα δάχτυλα, και μια παράξενη ταραχή μέσα μου, μου προκαλούσε οργή, σύγχυσι, ανυπομονησία. «Περίεργο πράγμα, λέω, κάτι συμβαίνει»! Εν τω μεταξύ και ο καιρός επεδεινώθη, πού με ανάγκασε να διακόψω, και πήγα στον Γέροντα. Αυτή η κατασκευή απαιτούσε δυο με τρεις, το πολύ, ώρες δουλειά και πέρασαν περισσότερο από έξι ώρες, χωρίς να έχω κάνει τίποτα.



Τότε θυμήθηκα κάτι πού μου είχε πη ο Γέροντας το πρωί, όταν ξεκίνησα, και δεν το έλαβα υπ' όψι. «Άντε να δούμε, μου είχε πη, θα κάμης τίποτε σήμερα;». Εγώ δεν έδωσα σημασία στο νόημα αυτών των λέξεων, αλλά σκέφτηκα πώς το είπε για να με ταπείνωση ίσως, γιατί ήξερα αυτή τη δουλειά. Μάλιστα φιλοδοξούσα να τελειώσω και συντομώτερα καν επιτυχέστερα, για να τον αναπαύσω, και με την κρυφή χαρά πώς μας επέτρεψε να του βάλωμε θέρμανσι και αυτό θα το έκανα μόνος μου εγώ!

Πήγα, λοιπόν, του χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε. Μόλις με είδε ταραγμένο, άρχισε να γελάη.



«Γέροντα, λέω, τι συμβαίνει εδώ; και γιατί μου είπες το πρωί σαν πρόρρησι, αν τελειώσω';; Αφού ξέρεις πώς για μένα τούτο ήταν παιχνίδι». «Εσύ τι συμπέρανες πώς ήταν», μου είπε χαριεντιζόμενος. «Πειρασμός, του είπα, σατανική ενέργεια». «Αυτό ήταν, μου απάντησε. Και άκουσε να μάθης το φαινόμενο σε σένα μυστήριο. Το βράδυ στην προσευχή μου, όταν τελείωσα και ήθελα να ησυχάσω, είδα τον σατανά και απειλούσε να μου κάμη εμπόδια και πειρασμό στην απόφασί μου, πού είχα προγραμματίσει. Κι εγώ είπα στον Χριστό μας- 'Κύριέ μου, μη τον εμπόδισης, για να του δείξω πώς σε αγαπώ και θα υπομείνω το κρύο, όσο επιτρέψης Εσύ'. Και αυτός ήταν ο λόγος, παιδί μου, πού έγιναν όλα αυτά, για να μην έχω σύντομα θέρμανσι, καθώς σεις επιθυμούσατε να μου ετοιμάσετε».

Εγώ, ο μάρτυς αυτού του δράματος, όταν άκουσα αυτή την λεπτομέρεια και τα μυστήρια της κρυπτής προνοίας, με τα οποία λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έμεινα κατάπληκτος και εν σιωπή μονολογούσα· «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον και δόξαν των θαυμάσιων Σου»! Το γεγονός αυτό με βοήθησε να καταλάβω τη δύναμι του λόγου των Γερόντων, πού κατά τον αββά Ποιμένα και τον αββά Δωρόθεο- κρύβουν μέσα τους δύναμι και ενέργεια της χάριτος, σαν δείγμα της προσωπικής των καταστάσεως και πείρας.



Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής

Τό τελειωτικό κτύπημα ......Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

Τό τελειωτικό κτύπημα ......Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου




Τό τελειωτικό κτύπημα
 Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
  
Αγαπητά μου παιδιά,

Σήμερα η γη μας ποτίζεται συνεχώς από πολύ αίμα, από τους πολέμους και τόσα άλλα που συμβαίνουν. Ποτίζεται όμως και με αθωότερο αίμα από το του Άβελ, και το αίμα αυτό είναι της βρεφοκτονίας. Είναι το αίμα των αθώων βρεφών, των απροστάτευτων υπάρξεων, το οποίον χύνεται από τις ίδιες τις μητέρες των.
Όλα τα ιατρεία κι όλα τα μαιευτήρια έχουν γίνει σφαγεία του Ηρώδου. Εκατομμύρια, εκατομμύρια βρέφη σ' όλον τον κόσμο έχουν πεταχθή στους ντενεκέδες των σκουπιδιών και στους υπονόμους. Μήτε τα γατάκια δεν πετούν έτσι. Όπως γνωρίζουμε αυτός ο φονιάς, ο γιατρός, ο μαιευτήρ με το νυστέρι του σκοτώνει το βρέφος μέσα στην μήτρα -όπως έχουμε δη σε ταινία- και μετά με το εργαλείο του σπάζει, θραύει το κεφαλάκι του παιδιού και το βγάζει. Και η μητέρα δεν βλέπει τίποτε και πολύ ήσυχη αναχωρεί για το σπίτι της....
...Βλέπετε πόσο τραγική είναι η έκτρωσις, πόσο μεγάλο έγκλημα είναι! Θα πρέπει λοιπόν να σταματήση. Οι αθώες αυτές υπάρξεις δεν πρέπει να σκοτώνωνται τόσο τραγικά και χωρίς έλεγχο συνειδήσεως, Έτσι με τον απλό λογισμό, ότι δεν μπορείς να θρέψης άλλο παιδί. Κανονίζουμε δηλαδή εμείς, πώς θα μας φερθή ο Θεός; Κανονίζουμε εμείς, αν θα μπορέσουμε ή όχι να φέρουμε εις πέρας όσα παιδιά μας δώση ο Θεός μέσα στην οικογένεια; Εμείς οι ίδιοι κανοναρχούμε τον Θεό πώς θα μας φερθή;
Το έγκλημα αυτό παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, επικίνδυνες και πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πόσο φοβερό είναι και να κάνουν έναν αγώνα να το σταματήσουν ή να εμποδίσουν άλλες γυναίκες που πρόκειται κατά διαβολική ενέργεια να το διαπράξουν. Γιατί συνήθως φθάνουν στο έγκλημα αυτό είτε από άγνοια είτε από πίεσι είτε από πάλη εσωτερική. Κυρίως συμβάλλει η συνεργεία του διαβόλου με αιτίες και αστήρικτες δικαιολογίες και προφάσεις και αδυναμίες, όπως π.χ. δεν φθάνουν τα οικονομικά, με πιέζει ο άντρας μου, μου ήλθε η ασθένεια κλπ. Από την άλλη πλευρά είναι και η άγνοια και όλα αυτά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και κατορθώνει να παρασύρη τις μητέρες σ' αυτό το τραγικό αμάρτημα.
Δεν ξέρω, αν γνωρίζετε ότι αυτά τα παιδάκια, αυτά τα έμβρυα, αυτές οι υπάρξεις δεν καταλήγουν στην ανυπαρξία με την έκτρωσι, αλλά το κάθε έμβρυο είναι κι ένας τέλειος άνθρωπος, και μάλιστα στην ψυχή. Αυτά τα παιδάκια ζουν στον άλλο κόσμο, κι όπως καταλαβαίνετε τόσα εκατομμύρια παιδιά έχουν αποτελέσει έναν ολόκληρο στρατό στον ουρανό. Όλα αυτά διαμαρτύρονται· το αθώο αίμα τους βοά προς τον Θεό ότι αδικοσκοτώθηκαν και ότι δεν έλαβαν το Άγιον Βάπτισμα, ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Και η ευθύνη σε ποιους πηγαίνει; Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται· δίπλα στο αίμα αυτό που χύνεται, στο «κομπιούτερ» του Θεού, γράφεται «έγκλημα». Και αυτό το αίμα πώς θα ξεπλυθή; Όταν λερώνεται κάποιος με τι καθαρίζεται; Με το ύδωρ, με το νεράκι το καθαρό. Κι εδώ χρειάζεται ύδωρ να βγαίνη συνεχώς από δύο βρύσες, που είναι τα δύο μάτια. Η μετάνοια η εσωτερική να εξωτερικεύεται με μία ακένωτη πηγή δακρύων εφ' όρου ζωής!
Βέβαια το αμάρτημα συγχωρείται, αφ' ης στιγμής κατατεθή στην Ιερά, στην παντοδύναμη Εξομολόγησι, όπου δεν μένει τίποτε ασυγχώρητο. Ο Θεός είναι αγάπη και «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α' Ίωαν. 4, 17). Είναι όμως και δικαιοσύνη. Γι' αυτό οι γυναίκες που έχουν κάνει αυτό το αμάρτημα, ας μην επαναπαύωνται ότι εξομολογήθηκαν τις εκτρώσεις, που έχουν ήδη κάνει. Θα πρέπει σε όλη τους την ζωή να χύνουν δάκρυα μετανοίας. Πολλές απ' αυτές νοιώθουν ανικανοποίητες καίτοι εξομολογήθηκαν. Γιατί; Διότι ακόμη δεν μετενόησαν εσωτερικά, δεν έχυσαν το αναλογούν δάκρυον, το οποίον θα ξεπλύνη το αίμα της εκτρώσεως ή των εκτρώσεων. Η μετάνοια είναι πολύ μεγάλη, απέραντη. Απόδειξις της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού είναι αυτό το «ζην», το ότι ζει ο άνθρωπος και μετά το έγκλημα. Ζει και αυτό σημαίνει ότι τον περιμένει ο Θεός, κι αφού τον περιμένει δεν πρέπει να χάση την ευκαιρία, πρέπει να την εκμεταλλευθή.
Και ο κανόνας του πνευματικού συγκριτικά με το πολύ σοβαρό αυτό αμάρτημα και ειδικό έγκλημα, χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής. Ο κανόνας βοηθάει στην θεραπεία της ψυχής, αλλά, όπως είπαμε, θα πρέπει να ανοίξουν και οι βρύσες των δακρύων, που θα ξεπλύνουν τα αίματα της εκτρώσεως, για να μπορέση κατόπιν ο άνθρωπος να αισθανθή κοινωνία με τον Θεό. Δεν φθάνει, λοιπόν, μόνον η εξομολόγησις. Αυτό που μετρά, αυτό που θα αλλάξη, που θα αλλοιώση την καρδιά του Θεού, την πικραμένη και φαρμακωμένη, που θα την επαναφέρη, όπως ήταν πριν αμαρτήση ο άνθρωπος, είναι οι δύο βρύσες των ματιών του, που θα ρέουν δάκρυα μετανοίας. Θα πρέπει, πριν φύγουμε απ' αυτήν την ζωή, να έχουμε αλλάξει την καρδιά του Θεού.
Θα σας αναφέρω ένα απλό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί λύπησε την μητέρα του με μια παρακοή, μια ασέβεια. Όταν επιστρέψη αυτό το παιδί, και της πη: «Συγγνώμη, μητέρα, γι’ αυτό που έκανα· δεν θα το ξανακάνω», η μητέρα θα απαντήση: «Συγχωρεμένο να είσαι και μην το ξανακάνης». Την συγχώρεσι την πήρε. Αν όμως πέση στην αγκαλιά της κι αρχίση να κλαίη, να οδύρεται, να την παρακαλή και να την ικετεύη να του δώση από καρδιάς την συγγνώμη, τότε δεν θα μείνη η ελάχιστη λύπη και πικρία μέσα της για το σφάλμα του παιδιού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, που μετανοεί και επιστρέφει στον Θεό μετά από οποιοδήποτε αμάρτημα...
Όσον περισσότερον μετανοεί ο άνθρωπος, κι όσον περισσότερον χύνει δάκρυα μετανοίας, τόσον περισσότερον η καρδιά του Θεού αλλοιώνεται. Εις βάθος γίνεται η καταλλαγή του Θεού μετά του αμαρτωλού ανθρώπου, και ιδιαίτερα στην περίπτωσι αυτού του εγκλήματος της εκτρώσεως, όπου επιβάλλεται η ροή των δακρύων να μη σταματήση το δάκρυ μέχρι τελευταίας αναπνοής....
Γι' αυτό κι εμείς δεχόμεθα τους πάντες σ' αυτό το σωτήριο λουτρό, σ' αυτό το λιμάνι που λέγεται εξομολόγησις. Κι εκεί αράζει το κάθε τσακισμένο καράβι από τις φουρτούνες του ωκεανού. Είτε το έχουν δείρει άνεμοι ή φουρτούνες ή ληστές, ο,τιδήποτε κι αν είναι αυτό, έρχεται και γωνιάζει σιγά - σιγά. Του έχουν φύγει τα κατάρτια, τα πανιά και το μόνο που περισώζεται είναι το σκάφος, ο σκελετός. Και μπαίνει μέσα στα συνεργεία τα διορθωτικά, διορθώνονται όλα αυτά τα πράγματα και γίνεται πάλι καινούριο το καράβι αυτό.
Έτσι μία ήμερα ήλθε ένα τέτοιο καραβοτσακισμένο πλάσμα· ήλθε μία γυναίκα στο μυστήριο -εγώ βέβαια τη λυπήθηκα τρομερά- και μου παρουσιάζει η καημένη πενήντα εκτρώσεις! Βάλε τώρα το γεγονός αυτό να τίθεται στην κρίσι του πνευματικού· πενήντα φόνοι παιδιών! Φυσικά εφ' όσον ο Θεός την έχει στην ζωή ακόμη, είναι εγγύησις του Θεού ότι την ανέχεται και την περιμένει, οπότε ποιος πνευματικός είναι εκείνος, ο οποίος θα της φερθή κατ' άλλον τρόπον; Την πήρα βέβαια με πολλή στοργή, με πολλή αγάπη, προσπάθησα να την βολέψω και της έδωσα εκείνο το φάρμακο που της χρειαζότανε.
Σκεφθήτε πόσα χρόνια περάσανε· την βασάνιζε το αμάρτημα αυτό και δεν είχε την τόλμη να το πη! Και γύρισε πίσω με την ελπίδα της σωτηρίας. Πόσο τρομερή είναι η αγάπη του Θεού! Αλλά και η χαρά των Αγγέλων! «Επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι μεγάλη χαρά γίνεται εν τω ουρανώ» (Λουκ. 15, 7). Δεν είναι μόνον το ότι μετανοεί ο άνθρωπος και κλαίει και οδύρεται την κατάντια του και ο Θεός τον σώζει, αλλά και ότι παραχρήμα γίνεται και στον ουρανό χαρά. Ολόκληρος ο ουρανός πανηγυρίζει και οι Άγγελοι υμνούν και αινούν τον Θεό για την σωτηρία μιας αθανάτου ψυχής!
«Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι» (Ψαλμ. 31, 32) · δηλαδή είναι ευτυχής ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του. Τι ευχαριστία να αποδώση κανείς στον Θεό! Σκέψου· εγώ να έχω ζήσει χίλια χρόνια, να έχω κάνει όλα τα εγκλήματα του μεγαλύτερου εγκληματία και τελικά να με φωτίση το έλεος του Θεού, να επιστρέψω, για μια στιγμή να τα καταθέσω όλα και μέσα σε δύο λεπτά, σε λίγη ώρα να βρεθώ δίκαιος, να βρεθώ λουσμένος, να βρεθώ στους ουρανούς! Μα εκείνα τα χίλια χρόνια τι γίνονται; Πάνε εκείνα· μην τα λογαριάζεις, δεν υπάρχουν τώρα, έχουν σβήσει, δεν ζητούνται αυτά πλέον, βγήκαν από τα κατάστιχα των δαιμόνων αμέσως, πάραυτα! Είναι διαταγή του Θεού! Με το κάθε αμάρτημα που καταθέτεις, πατάει το κουμπάκι του «κομπιούτερ», τακ, άφεσις! Τακ, άφεσις! Άφεσις! Με άθροισμα από κάτω «μηδέν». Λευκό μητρώο! Ύστερα, είναι να μην προσκυνής αυτόν τον Θεό, να μην πέσης κάτω και να κλαις από αγάπη και έρωτα και πόθον Θεού;...
Εύχομαι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος να μας επισκιάζη όλους και να μας διατηρή εν Χριστώ. Αμήν.
(Από το βιβλίο Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, εκδ. Ιεράς Μ. Φιλόθεου, Άγιον Όρος).

Διηγήσεις από το Λειμωνάριο: Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει αββά από την συγκατοίκηση με Μονοφυσίτη μοναχό

Διηγήσεις από το Λειμωνάριο: Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει αββά από την συγκατοίκηση με Μονοφυσίτη μοναχό



Ο Πατριάρχης Ιακώβ αποτρέπει τον αββά Ζωσιμά και από την απλή συγκατοίκησι με Μονοφυσίτη μοναχό. 

Πρόκειται για μια μαρτυρία και ένα παρόμοιο όραμα που είχε ο θεοφοβούμενος αββάς Ζωσιμάς. Ήταν ξένος και περιπλανώμενος με καθαρή ψυχή και ακέραιο χαρακτήρα. Αξιώθηκε μάλιστα να μονάσει κοντά στον σεβάσμιο Πέτρο και να κρατήσει ανόθευτη την πίστη του. Ο Ζωσιμάς αφού μόνασε στη Ραϊθού και στο όρος του Σινά με τους ορθοδόξους πατέρες, όπως μου διηγήθηκε, έφυγε από κει και ήρθε στα Ιεροσόλυμα. Είχε αγαπήσει πολύ τον τρόπο ζωής σ’ αυτούς τους αγίους τόπους και πηγαινοερχόταν συνεχώς να βρει έναν τόπο ησυχίας.
 
Ήρθε λοιπόν στη Βαιθήλ, όπου ο πατριάρχης Ιακώβ είδε το όραμα με την Κλίμακα12, και απέκτησε τη συμπάθεια του μοναχού που φρόντιζε τον τόπο αυτόν. Ο μοναχός παρακαλούσε συνεχώς τον Ζωσιμά να μείνει κοντά του και υποσχόταν ότι θα του εξασφάλιζε μια ζηλευτή ησυχία. Τότε ο αββάς Ζωσιμάς του είπε με ειλικρίνεια ότι αυτό θα ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε κοινωνία με τους αποστάτες της Χαλκηδόνας13. Ο άλλος όμως επέμενε και του υποσχόταν ότι σ’ αυτό το ήσυχο μέρος δεν θα του δημιουργούσε κανένα πρόβλημα για το θέμα αυτό και του έλεγε. «Μείνε εδώ. Θα ψάλλεις μαζί μου και θα φροντίζεις τον τόπο αυτό».

Καθώς ο Ζωσιμάς είχε σχεδόν πειστεί από τις προτάσεις αυτές, είδε ένα βράδυ στον ύπνο του τον πατριάρχη Ιακώβ, κατάλευκο, σεβάσμιο και σκεπτικό, ντυμένον με μανδύα και ένα ραβδί στο χέρι να περιφέρεται σ’ εκείνα τα μέρη. Κάποια στιγμή τον πλησίασε και του είπε. «Πώς εσύ, που έχεις κοινωνία με τους ορθοδόξους, σκέπτεσαι να μονάσεις εδώ; Μην παραβείς την πίστη σου για μένα, αλλά γρήγορα φύγε μακριά από τους αποστάτες και δεν θα σου λείψουν ούτε τα αγαθά ούτε η ησυχία ούτε ό,τι σου είναι απαραίτητο».

Έφυγε και έτσι έμεινε μέχρι τέλος αμετακίνητος στα καλά έργα και την ορθόδοξη πίστη14.

12. βλ. Γεν. κη’ 10-22. 13. δηλαδή τους Αντιχαλκηδονίους. 14. Δημ. Τσάμη, Το Γεροντικόν του Σινά, Σιναϊτικά Κείμενα 1, Εκδόσεις Ι. Μονής του Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Θεσσαλονίκη, 1988, σελ. 127-129 
http://www.impantokratoros.gr

Εγκύκλιο Κήρυγμα του Γόρτυνος Ιερεμία για τον βουλευτή Διαμαντόπουλο

Εγκύκλιο Κήρυγμα του Γόρτυνος Ιερεμία για τον βουλευτή Διαμαντόπουλο



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ 
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ - ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ 
Ἀριθμ. Πρωτ. 30  
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη 
6 Ἰανουαρίου 2014 

 ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΟ ΕΜΠΑΙΓΜΟ 
 ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ  
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,


1. Μέ πολύ πόνο γράφω τό κήρυγμα αὐτό. Ὥστε λοιπόν ἔγινε καί αὐτή ἡ φρικτή ἀσέβεια στήν εὐλογημένη μας πατρίδα; Ποιά ἀσέβεια; Τό νά ἐμπαιχθεῖ τό Ἅγιο Ποτήριο, πού μέσα του ἔχει τόν σεσαρκωμένο Υἱό τοῦ Θεοῦ, καί νά ἐμπαιχθεῖ μάλιστα ἀπό πολιτικό πρόσωπο. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀσέβεια ἀπό αὐτήν. Πῶς νά δοῦμε προκοπή σέ αὐτόν τόν τόπο, ὅταν βουλευτής τῆς χώρας μας διακωμωδεῖ παρρησίᾳ τό ἱερώτατο Μυστήριο, πού ἐκφράζει τήν πίστη μας, ὁ δέ «λαός εἱστήκει θεωρῶν» (Λουκ. 23,35), ὄχι μόνον, ἀλλά καγχάζων καί χειροκροτῶν; Δέν μᾶς φτάνουν τά τόσα κακά μέ τήν ἀποστασία μας ἀπό τόν Θεό, θέλουμε καί χειρότερα;

2. Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει νά μᾶς δώσει ἑρμηνεία στό ὅλο θέμα. Ἀπό τήν ἀρχή, ἀγαπητοί μου, παρατηροῦνται στήν Ἁγία Γραφή δυό γραμμές τῶν ἀνθρώπων: Ἡ καλή γενεά καί ἡ κακή γενεά. Ὅσο περνοῦν τά χρόνια καί διαβαίνουν οἱ καιροί βλέπουμε στήν Ἁγία Γραφή ἡ καλή γενεά νά γίνεται πιό καλή καί ἡ κακή γενεά νά γίνεται πιό κακή. Αὐτά πρό Χριστοῦ, πρίν ἀπό τήν πρώτη ἔλευσή Του. Ἀλλά μᾶς λέγει πάλι ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι καί μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ θά παρατηρεῖται πάλι τό ἴδιο: Καιρό μέ τόν καιρό τά τέκνα τοῦ Θεοῦ θά γίνονται πιό ἅγια, ἀλλά καί οἱ ἀσεβεῖς θά θρασύνονται περισσότερο καί θά βλασφημοῦν τόν Θεό καί θά ἐμπαίζουν τά θεῖα καί τά ἱερά. Καί κατά τά χρόνια τά πρίν ἀπό τήν Δεύτερη τοῦ Χριστοῦ Παρουσία ἡ ἀντίθεση αὐτή θά εἶναι πιό ζωηρή. Ἔτσι μᾶς λέγει ἡ Ἀποκάλυψη, «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι καί ὁ ρυπαρός ρυπαρευθήτω ἔτι», ἀλλά καί «ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (22,11). Περιμένουμε λοιπόν, γιατί μᾶς τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, περιμένουμε, λέγω, ἐμπαικτικές ἐκδηλώσεις καί παντοειδεῖς βλασφημίες κατά τοῦ Ὑψίστου. Δέν τίς φοβούμαστε. Σᾶς παραπέμπω, ἀγαπητοί μου, στήν Παλαιά Διαθήκη, στόν β´ Ψαλμό τοῦ Ψαλτηρίου. Σ᾽ αὐτόν τόν Ψαλμό βλέπουμε ὄχι ἕναν ἐμπαίκτη βουλευτή Διαμαντόπουλο, ἀλλά ἔθνη πολλά, ὀργανωμένα μέ βασιλεῖς καί ἄρχοντες, νά κινοῦνται κατά τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ καί «κατά τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ» (στίχ. 2). Καί ὁ Ψαλμωδός λέει μέ ἀπορία: «Τί κάνουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, μέ ποιόν τά βάζουν;» Νά τό πῶ ἐπί λέξει πῶς τό λέει: «Ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη καί λαοί ἐμελέτησαν κενά;» (στίχ. 1). «Κενά» λέει τά διαβούλιά τους, δηλαδή χωρίς νόημα καί περιεχόμενο τά ὅσα λέγει τό ὀργανωμένο αὐτό «κογκρέσσο» τῶν ἀθεϊστῶν. Τό «κογκρέσσο» αὐτό εἶχε ἀθεϊστικό σύνθημα. Ακοῦστε το: «Νά τινάξουμε τόν Θεό ἀπό πάνω μας. Νά σπάσουμε κάθε δεσμό μαζί του». Ἄς τό πῶ ἐπί λέξει τί ἔγραφε τό σύνθημά τους: «Διαρρήξωμεν τούς δεσμούς αὐτῶν (δηλαδή τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ) καί ἀπορρίψωμεν ἀφ᾽ ἡμῶν τόν ζυγόν αὐτῶν» (στίχ. 3). Ὀργανωμένο σύστημα, ὅπως τό εἶπα, μέ ἀρχηγό κυβερνήτη καί μέ καθορισμένο σύνθημα! Ἀλλά ὁ Ψαλμωδός, ἀγαπητοί μου, δέν τρομάζει καθόλου ἀπό τό κίνημα αὐτό πού ξεσηκώνει πολλούς καί τούς στρέφει ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ξέρει ὁ ποιητής τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶναι οἱ ἄνθρωποι, πού τά βάζουν μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι ὁ αἰώνιος, ὁ παντοδύναμος καί οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατοι καί σήμερα εἶναι καί αὔριο δέν εἶναι. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ποιητής μας στόν ὑπέροχο αὐτό Ψαλμό παριστάνει τόν Θεό νά βλέπει ἀπό ψηλά τό ἀθεϊστικό κίνημα, πού στρέφεται ἐναντίον Του, καί νά «γελάει». Γι᾽ αὐτό καί λέει στόν Ψαλμό του: «Ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς», ὄχι μόνον, ἀλλά καί θά τούς χλευάσει, «ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς», λέγει τό κείμενο (στίχ. 4). Ἀλλά ἄν οἱ ἐμπαῖκτες, λόγου χάριν, βουλευτής Διαμαντόπουλος, ἐξακολουθοῦν τόν ἐμπαιγμό τους καί τόν ὑβρισμό τους καί δέν μετανοοῦν, τότε ὁ Κύριος, λέγει ὁ Ψαλμωδός, «λαλήσει πρός αὐτούς ἐν ὀργῇ Αὐτοῦ καί ἐν τῷ θυμῷ Αὐτοῦ ταράξει (= θά ταρακουνήσει καί θά συντρίψει) αὐτούς» (στίχ. 5).

3. Δέν ἀποροῦμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, γιά τούς ἐμφανιζομένους καί ἀκουομένους ἐμπαῖκτες, χειρότερος ἀπό τούς ὁποίους στίς ἡμέρες μας ἔγινε ὁ βουλευτής Διαμαντόπουλος. Δέν ἀποροῦμε, λέγω, γι᾽ αὐτούς, γιατί ξέρουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ὅσο τά χρόνια περνοῦν καί πορευόμαστε πρός τήν Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, θά συμβαίνουν τοιαῦτα φαινόμενα ἀσεβείας. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς λέγει ὅτι «ἐλεύσονται ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἐμπαῖκται» (Β´ Πέτρ. 3,3). Καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰούδας πάλι μᾶς λέγει τόν ἴδιο λόγο, ὅτι «ἐν ἐσχάτῳ χρόνῳ ἔσονται ἐμπαῖκται» (στίχ. 18). Τό μεγαλύτερο κακό ὅμως εἶναι μέ τόν ἀδιάφορο λαό, πού ἀκούει μέ τά αὐτιά του νά ὑβρίζεται ἡ πίστη του καί βλέπει μέ τά μάτια του νά ἐμπαίζονται τά ὅσια καί τά ἱερά, καί στέκει ἀδιάφορος, ὄχι μόνον, ἀλλά καί, μέ τήν εὐχάριστη συμμετοχή του σέ αὐτά τά ἀσεβῆ φαινόμενα, νά φαίνεται ὅτι τά ἐπιδοκιμάζει. Ἀλήθεια, πέστε μου, εἶναι χριστιανοί αὐτοί πού εἶδαν τό ἀσεβέστατο θέαμα νά ἐμπαίζεται τό Ἅγιο Ποτήριο καί νά μή διαμαρτυρηθοῦν ἤ νά μήν ἀποχωρήσουν τουλάχιστον ἀπό τήν σατανική ἐκείνη πομπή; Εἶναι χριστιανοί αὐτοί στούς ὁποίους ἐμεῖς οἱ Ἱερεῖς μποροῦμε νά ἐμπιστευθοῦμε νά παραστοῦν ὡς ἀνάδοχοι σέ βάπτισμα παιδιῶν; Ἀλήθεια, λέγω, θά μποροῦν αὐτοί νά προσέλθουν στό Ἅγιο Ποτήριο νά κοινωνήσουν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, αὐτό πού ἐνέπαιξε ὁ ἐλεεινός καί ἀξιοθρήνητος βουλευτής Διαμαντόπουλος, χωρίς νά διαμαρτύρονται, ἀλλά ἀντίθετα καί νά καγχάζουν; Ἤ, νά πῶ καί τό χειρότερο, θά ὑπάρξει ἐπιτόπιος Ἱερεύς, ἐκεῖ ὅπου συνέβηκε τό σημεῖο αὐτό τοῦ Ἀντιχρίστου, νά δώσει, χωρίς φόβο, τήν θεία Κοινωνία σ᾽ αὐτούς πού εἶδαν τήν διαβολική αὐτή πράξη τοῦ ἀθέου βουλευτοῦ, μετέχοντες σ᾽ αὐτήν;

4. Ἡ ἴδια ἡ Γραφή, ἀγαπητοί μου, λέγει ὅτι ἄν ἐμεῖς οἱ χριστιανοί εἴμαστε ἀδιάφοροι σέ τέτοια ἀσεβῆ φαινόμενα καί δέν ἀγωνιζόμαστε καί δέν διαμαρτυρόμαστε ἐναντίον αὐτῶν, τότε ἡ ἁμαρτία γίνεται ἀκόμη θρασύτερη καί κυβερνᾶ! Γι᾽ αὐτό καί βλέπουμε στό κεφ. 12 τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκάλυψης τό θηρίο, πού εἶναι ἡ ἁμαρτία, νά εἶναι στεφανωμένο μέ «ἑπτά διαδήματα» (στίχ. 3), μέ ἑπτά στεφάνια δηαλαδή. Τί σημαίνουν τά στεφάνια καί μάλιστα ἑπτά; Σημαίνουν ὅτι ἡ ἁμαρτία κυβερνᾶ! Ἐκεῖ θά καταντήσουμε, διότι οἱ χριστιανοί καί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, πλήν μερικῶν, δέν εἴμαστε μαχητές. Τοῦτα τά χρόνια, τά δύσκολα χρόνια, τά ἀπό τήν ἱερή Ἀποκάλυψη προφητευμένα χρόνια, ὅλοι πρέπει νά εἴμαστε ἀγωνιστές καί ὄχι ἀδιάφοροι γιά τήν πίστη μας τήν ἁγία, καί ὁ «πραΰς» ἀκόμη, «ἔστω μαχητής», ὅπως λέγει ὁ προφήτης Ἰωήλ (4,11).

Μέ εὐχές καί πολλή ἀγάπη
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Μητρ.Ιερόθεος Βλάχος -Η Ησυχία ως μέθοδος θεραπείας

Μητρ.Ιερόθεος Βλάχος -Η Ησυχία ως μέθοδος θεραπείας



Ένας από τους πιο βασικούς τρόπους θεραπείας της ψυχής είναι και η ησυχία με όλη την σημασία της λέξεως. Πιστεύω πως στα προηγούμενα φάνηκε αυτό το θέμα καθαρά. Ο σημερινός άνθρωπος ζητάει θεραπεία στα βασικά θέματα ζωής, κυρίως στην εσωτερική του κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι υπερβολικά κουρασμένος. Γι’ αυτό ένα από τα μηνύματα τα οποία μπορεί να προσφέρη η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κουρασμένο, απογοητευμένο και παραπαίοντα κόσμο είναι το μήνυμα της ησυχίας. Πιστεύω πως η προσφορά της Ορθοδόξου Παραδόσεως στον τομέα αυτόν είναι μεγάλη. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα επιδιώξω να αναπτύξω περισσότερο την αξία της ησυχίας και του ησυχασμού για την θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς και της λογικής. Έχουμε την εντύπωση ότι η ησυχία και ο ησυχασμός είναι από τα βασικότερα φάρμακα για την επίτευξη της εσωτερικής υγείας. Επίσης, επειδή η έλλειψη της ησυχίας είναι εκείνη που δημιουργεί τα προβλήματα, το άγχος, την αγωνία, την ανασφάλεια, τις ψυχολογικές, ψυχικές και σωματικές παθήσεις, γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε την αιτία αυτών, που είναι ο αντιησυχασμός. Ο αντιησυχαστικός λίβας που πνέει και καίει τα πάντα, κυριαρχεί παντού και είναι η κυρία αιτία της ανωμαλίας. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα αναπτύξουμε την ησυχία ως μέθοδο θεραπείας της ψυχής και τον αντιησυχασμό ως αιτία της ψυχικής και σωματικής ασθενείας.

1. Ησυχία


Πριν δώσουμε ορισμό της ησυχίας, ας δούμε την μεγάλη αξία της για την θεραπεία της ψυχής.


Οι άγιοι Πατέρες, που έχουν βιώσει σε όλο το πλάτος την Ορθόδοξη Παράδοση, έχουν τονίσει την μεγάλη σπουδαιότητα της ορθοδόξου ησυχίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον οποίο η Εκκλησία δεν έδωσε τυχαία την επωνυμία του Θεολόγου, την θεωρεί απαραίτητη για να φθάση κανείς στην κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό «χρη και ησυχάζειν, ώστε αθολώτως προσομιλείν τω Θεώ και μικρόν απανάγειν τον νουν από των πλανωμένων»[1]. Με την ησυχία ο άνθρωπος καθαρίζει τις αισθήσεις του και την καρδιά του και έτσι γνωρίζει τον Θεό. Και αυτή η γνώση του Θεού συνιστά την σωτηρία του.


Μέσα σ’ αυτήν την γραμμή εντεταγμένος οργανικά και ο όσιος Θαλάσσιος, συνιστά επιγραμματικά: «Ησυχία και προσευχή, μέγιστα όπλα αρετής. Αύται γαρ τον νουν καθαίρουσαι, διορατικόν απεργάζονται»[2]. Με την ησυχία ο νους του ανθρώπου καθαρίζεται και γίνεται όργανο δεκτικό της θεωρίας του Θεού. Βέβαια, όπως γνωρίζουμε, κατά την πατερική διδασκαλία, άλλο είναι ο νους και άλλο η λογική. Ο νους καλυπτόμενος από τα πάθη παύει να είναι θεωρός των μυστηρίων του Θεού (είναι νεκρός), ενώ απαλλασσόμενος από τα πάθη γίνεται διορατικός και βλέπει τον Θεό ως Φως, και αυτό είναι η ζωή του ανθρώπου. Και, όπως έχουμε γράψει, αυτή η κάθαρση του νου επιτυγχάνεται με την ησυχία.


Είναι γνωστό σε όσους καταγίνονται με την μελέτη των πατερικών έργων και σε όσους προσπαθούν να βιώσουν αυτήν την ησυχία ότι διακρίνεται σε σωματική και ψυχική. Η σωματική αναφέρεται  σε εξωτερικά θέματα, ενώ η ψυχική σε εσωτερικά. Η σωματική ησυχία είναι συνήθως ο ησυχαστικός τόπος και η προσπάθεια να μειώση ο άνθρωπος, κατά το δυνατόν, τις εξωτερικές παραστάσεις, τις εικόνες που δέχονται και προσφέρουν στην ψυχή οι αισθήσεις, ενώ η ψυχική ησυχία έγκειται στο να αποκτήση ο νους την ικανότητα και την δυνατότητα να μη δέχεται καμμιά πειρασμική περιπλάνηση. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο νους του ανθρώπου, διακατεχόμενος από  την  νήψη και την κατάνυξη, είναι στραμμένος μέσα στην καρδιά, ο νους (η ενέργεια) συνελλίσσεται στον χώρο της καρδιάς (ουσία), ενώνεται μαζί με αυτήν και έτσι αποκτά μερική ή περισσότερη γνώση του Θεού.


Η σωματική ησυχία είναι ο περιορισμός του σώματος. «Αρχή της ησυχίας (είναι) η σχολή»[3]. Ο άνθρωπος σχολάζει από κάθε έργο. Συνέπεια αυτής της «σχολής» είναι «η φωτιστική δύναμις και θεωρία∙ και τέλος η έκστασις και η αρπαγή του νοός προς Θεόν»[4]. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αναφερόμενος σ’ αυτήν την εξωτερική – σωματική ησυχία, γράφει: «ο αγαπήσας ησυχίαν, απέκλεισε στόμα»[5].


Δεν είναι όμως μόνον οι λεγόμενοι νηπτικού Πατέρες που αναφέρονται και περιγράφουν την ιερά ατμόσφαιρα της ησυχίας, αλλά και οι λεγόμενοι κοινωνικοί. Χρησιμοποιώ την λέξη λεγόμενοι γιατί στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν υπάρχει διαλεκτική αντίθεση μεταξύ της θεωρίας και της πράξεως, ούτε μεταξύ νηπτικών και κοινωνικών Πατέρων. Οι νηπτικοί είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικοί και οι κοινωνικοί είναι αφάνταστα νηπτικοί.


Σαν παράδειγμα στο θέμα της ιεράς ησυχίας θα ήθελα να αναφέρω τον Μ. Βασίλειο. Σε επιστολή στον φίλο του άγιο Γρηγόριο γράφει για την ησυχία σαν αρχή της καθάρσεως της ψυχής, καθώς επίσης και για την ησυχία του σώματος, δηλαδή τον περιορισμό της γλώσσης, της οράσεως, της ακοής και των λόγων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ησυχία ουν αρχή καθάρσεως τη ψυχή, μήτε γλώσσης λαλούσης τα των ανθρώπων, μήτε οφθαλμών ευχροίας σωμάτων και συμμετρίας περισκοπούντων, μήτε ακοής τον τόνον της ψυχής εκλυούσης εν ακροάμασι μελών προς ηδονήν πεποιημένων, μήτε εν ρήμασιν ευτραπέλων και γελοιαστών ανθρώπων, ο μάλιστα λύειν της ψυχής τον τόνον πέφυκεν».


Εδώ εκφράζεται η ιερά κατάσταση της ησυχίας την οποία απολάμβανε εκείνο τον καιρό ο άγιος Πατήρ στην έρημο, όταν προσπαθούσε να αποκτήση την γνώση του Θεού στο πανεπιστήμιο της ερήμου, μετά την διατριβή του σε ανθρώπινες σχολές για την απόκτηση της ανθρωπίνης γνώσεως. Και στην συνέχεια παρουσιάζει ο ιερός Πατήρ, ο Φωστήρ της Καισαρείας, ένα κλασσικό χωρίο που δείχνει ότι είχε άριστες γνώσεις της ησυχαστικής ζωής. Ο νους ο οποίος δεν διασκορπίζεται προς τα έξω και δεν διαχέεται δια των αισθήσεων προς τον κόσμο, επιστρέφει προς τον εαυτό του και δια του εαυτού του ανέρχεται προς τον Θεό και τότε ελλάμπεται από το άκτιστο Φως της θεότητος. Χαρακτηριστικά γράφει: «Νους μεν γαρ μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων επί τον κόσμον διαχεόμενος, επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει∙ κακείνω τω κάλλει περιλαμπόμενός τε και ελλαμπόμενος και αυτής της φύσεως λήθην λαμβάνει, μήτε προς τροφής φροντίδα, μήτε προς περιβολαίων μέριμναν την ψυχήν καθελκόμενος, αλλά, σχολήν από των γηΐνων φροντίδων άγων, την πάσαν εαυτού σπουδήν επί την κτήσιν των αιωνίων αγαθών μετατίθησι...»[6].


Η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση ο άνθρωπος να αποκτήση και την εσωτερική ψυχική ησυχία, την λεγομένη νοερά ησυχία. Φαίνεται από την πατερική διδασκαλία ότι η πρώτη, αν και  μη τελείως αναγκαία, είναι εν τούτοις πολύ απαραίτητη για την κατά Θεόν ζωή. «Ησυχία μεν σώματός εστιν, ηθών, και αισθήσεων επιστήμη, και κατάστασις»[7]. Η σωματική ησυχία είναι κατάσταση σώματος και αισθήσεων. Και σε άλλα σημεία ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλά γι’ αυτήν την ησυχία, μάλιστα έχει υπ’ όψη του «ησυχαστικούς τόπους»[8]


Βέβαια, όπως αναφέραμε προηγουμένως, η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία είναι βοηθητική για να φθάση κανείς στην εσωτερική νοερά ησυχία. Οι Πατέρες νοιώθουν την ησυχία «ουχί εις τον εγκλεισμόν, ουδέ εις την φυσικήν αναχώρησιν εις την έρημον, αλλ’ εις την διηνεκή εν τω Θεώ διαμονήν»[9]. Η έρημος, αν και έχη μεγάλη αξία, επειδή βοηθά στον περιορισμό των εικόνων και παραστάσεων που προέρχονται από τον γύρω κόσμο, εν τούτοις δεν απολυτοποιείται. Είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό ο Νικήτας ο Στηθάτος. Αναφερόμενος στο ότι η αρετή δεν περιορίζεται σε έναν ορισμένο τόπο και ότι ο σκοπός του ανθρώπου, που είναι «η αποκατάστασις των δυνάμεων της ψυχής» και «η επί το αυτό σύνοδος των γενικών αρετών εις την κατά φύσιν ενέργειαν», δεν συντελούνται από έξω, αλλά «συμπεφύκασιν ημίν εκ δημιουργία», καταλήγει «περιττόν η ερημία, εισερχομένων ημών εις αυτήν (την Βασιλείαν των Ουρανών) και ταύτης χωρίς, δια μετανοίας και πάσης φυλακής των του Θεού εντολών»[10]. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Νικήτας, εκφράζοντας την απορία για το λεγόμενο από πολλούς ότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να φθάση στην έξη της αρετής «άνευ αναχωρήσεως μακράς και της εις ερημίαν φυγής», γράφει: «τεθαύμακα, πως το απεριόριστον έδοξεν αυτοίς εν τόπω περιορίζεσθαι»[11].


Πάντως η έρημος και γενικά η σωματική ησυχία βοηθά για την απόκτηση της νοεράς ησυχίας, της οποίας τώρα ερχόμαστε να περιγράψουμε το ιερό περιεχόμενο.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος καθώς γράφει επιγραμματικά και συνεπτυγμένα στο περισπούδαστο έργο του, λέγει για την ησυχία της ψυχής ότι είναι «λογισμών επιστήμη». Ο ησυχαστής με την νήψη ίσταται στην πύλη της καρδίας, ελέγχει τους λογισμούς και ή φονεύει ή αποδιώκει τους ερχομένους λογισμούς: «ησυχία δε ψυχής, λογισμών επιστήμη και ασύλητος έννοια. Ησυχίας φίλος, ανδρείός τις και απότομος λογισμός, εν θύρα καρδίας ανυστάκτως ιστάμενος, και τους προσερχομένους λογισμούς ή κτείνων ή αποσειόμενος»[12].


Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στο θέμα της νοεράς ησυχίας και διαγράφοντας την ιερά της ατμόσφαιρα, λέγει: «Ησυχία εστί νοός κατάστασις ανενόχλητος, γαλήνη ελευθέρας και αγαλλιωμένης ψυχής, καρδίας ατάραχος και ακύμαντος βάσις, θεωρία φωτός, γνώσις Θεού μυστηρίων, λόγος σοφίας, άβυσσος νοημάτων Θεού, αρπαγή νοός, ομιλία καθαρά προς Θεόν, ακοίμητος οφθαλμός, προσευχή νοερά, ένωσις μετά Θεού και συνάφεια και τέλος θέωσις και άπονος ανάπαυσις εν μεγάλοις πόνοις ασκήσεως»[13].


Και άλλοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτήν την ιερά κατάσταση της ψυχής, αφού άλλωστε η εν Χριστώ ζωή είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη «ησυχία γαρ εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς το μείζον απολέσης»[14].


Αυτή η απόθεση των νοημάτων εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να καθαρίση ο άνθρωπος το λογιστικό μέρος της ψυχής. Αγωνίζεται ο αθλητής της πνευματικής ζωής να αποδιώκη τους λογισμούς, οι οποίοι ενσπείρονται από τον πονηρό, με μοναδικό σκοπό να διαλύση την εσωτερική ενότητα των δυνάμεων της ψυχής και να αρρωστήση την καρδιά του ανθρώπου. Είναι γεγονός ότι η Ορθοδοξία είναι μια θεραπευτική επιστήμη. Διαβάζοντας τα έργα των αγίων Πατέρων που αναφέρονται στα θέματα αυτά, βλέπουμε καθαρά ότι ο Χριστιανισμός θεραπεύει την ασθενούσα ψυχή και μέσα στους τρόπους θεραπείας πρωταρχική θέση κατέχει η φυλακή του νοός, η απώθηση των λογισμών και η προσπάθεια να τους φονεύσουμε πριν εισέλθουν στην πύλη της καρδίας.


«Η ησυχία τι εστιν; αλλ’ ή το συστείλαι τινά την καρδίαν αυτού από δόσεως και λήψεως και ανθρωπαρεσκείας, και των λοιπών ενεργειών. Και ότε δε ο Κύριος ήλεξγε τον γραμματέα δια τον εμπεσόντα εις τους ληστάς, και επηρώτησεν αυτόν τις εγένετο πλησίον; λέγει∙ «ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». Πάλιν είρηκεν∙ «έλεον θέλω και ου θυσίαν» ∙ ει ουν έχεις άπαξ ότι το έλεος πλείον εστί της θυσίας, εις το έλεος κλίνον την καρδίαν σου∙ και γαρ η πρόφασις της ησυχίας φέρει εις υψηλοφροσύνην, πριν ή ο άνθρωπος κερδάνη εαυτόν, τουτέστιν άμωμος γένηται∙ τότε γαρ ησυχία εστίν∙ ότι εβάστασε τον  σταυρόν. Εάν ουν συμπαθήσης, ευρίσκεις βοήθειαν∙ εάν δε κρατήσης σεαυτόν, ως δήθεν υπεραναβήναι το μέτρον, τούτο μάθε, ότι και ο έχεις απωλέσας∙ μήτε ουν έσω, μήτε έξω∙ αλλά αμέσως πορεύθητι, συνιών τι το θέλημα του Κυρίου, ότι αι ημέραι πονηραί εισίν;»[15].


Το ότι η ησυχία είναι κυρίως και προ παντός φυλακή του νου, φυλακή των λογισμών, φαίνεται και από τον όσιο Θαλάσσιο με την παραγγελία που δίδει: «Ασφάλισαι τας αισθήσεις τω τρόπω της ησυχίας και δίκασον τους λογισμούς εφεστώτας τη καρδία»[16].


Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι κυρίως ο υπέρμαχος της ησυχίας, όπως θα μας δοθή η ευκαιρία να πούμε πιο κάτω. Αυτός έκανε, με την Χάρη του Χριστού, αγώνες για την κατοχύρωση αυτής της μεθόδου καθάρσεως της καρδιάς και των λογισμών, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση γνώσεως και κοινωνίας με τον Θεό. Σε λόγο του στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου ομιλεί για την ησυχαστική ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αγιορείτης άγιος, μιλώντας από την πείρα του, παρουσιάζει την Παναγία τύπο της νοεράς ησυχίας, αφού μέσα στα άγια των αγίων έφθασε στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, δια της ησυχίας. Γράφει ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε στον Θεό και κοινωνήσουμε μαζί Του, αν δεν καθαρθούμε και αν δεν καταλείψουμε τα αισθητά και τις αισθήσεις και αν δεν ανεβούμε πάνω από τους λογισμούς και τους συλλογισμούς και την ανθρώπινη γνώση και από όλη την διάνοια. Αυτό ακριβώς έκανε και η Παρθένος. Ζητούσα η Παρθένος αυτήν την κοινωνία με τον Θεό, «την ιεράν ησυχίαν ευρίσκει χειραγωγόν∙ ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύστιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν∙ αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας, ειπείν οικειότερον ή μόνη δείγμα της ως αληθώς ευεκτούσης ψυχής». Στην συνέχεια περιγράφει ο άγιος ότι οι αρετές είναι φάρμακα για τις ασθένειες της ψυχής για τα πάθη, αλλά η θεωρία είναι «της υγιαινούσης ο καρπός, οίόν τι τέλος ούσα και είδος θεουργόν». Η ψυχή, με άλλα λόγια, θεραπεύεται δια των αρετών, αλλά θεραπευομένη ενώνεται με τον Θεό δια της θεωρίας, στην οποία οδηγεί η αγωγή της ησυχίας. «Δι’ αυτής (της θεωρίας) θεοποιείται άνθρωπος, ου της από των λόγων ή της των ορωμένων στοχαστικής αναλογίας, αλλά της από της καθ’ ησυχίαν αγωγής»[17].


Με την μέθοδο αυτή της ορθοδόξου ησυχίας και αγωγής θεραπευόμαστε, «απολυόμεθα των κάτω και συννεύομεν προς τον Θεόν» και με διαρκείς δεήσεις και προσευχές «θίγομέν πως της αθίκτου και μακαρίας φύσεως εκείνης. Και ούτως αυτοίς ανακραθέντος απορρήτως υπέρ αίσθησιν και νουν φωτός, εν εαυτοίς ως εν εσόπτρω θεωρούσι τον Θεόν οι την καρδίαν δι’ ιεράς ησυχίας καθαρθέντες»[18].


Τα κύρια χαρακτηριστικά σημεία του λόγου αυτού του αγιορείτου αγίου είναι ότι με την μέθοδο της ορθοδόξου αγωγής, που είναι ουσιαστικά μέθοδος της νοεράς ησυχίας, καθαρίζουμε την καρδιά και τον νου μας και δι’ αυτού του τρόπου ενωνόμαστε με τον Θεό. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος προσψαύσεως του Θεού και κοινωνίας μαζί Του.


Οι άγιοι Πατέρες σε μελέτες τους ονομάζουν αυτήν την κατάσταση της ψυχής και Σαββατισμό. Ο νους του ανθρώπου, καθαρθείς με την μέθοδο και αγωγή της ιεράς ησυχίας, σαββατίζει , αναπαύεται εν Θεώ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μιλώντας για την θεία κατάπαυση, για την κατάπαυση του Θεού, ο Οποίος «κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού», και για την κατάπαυση του Χριστού με την κάθοδο της ψυχής μαζί με την Θεότητα στον Άδη και με την παραμονή του Σώματός Του μετά της Θεότητος στον τάφο, γράφει ότι και εμείς πρέπει να επιδιώκουμε αυτήν την θεία κατάπαυση, να συγκεντρώνουμε δηλαδή τον νου μας με την επίπονη προσοχή και αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή η θεία κατάπαυση, ο θείος Σαββατισμός, είναι η νοερά ησυχία. «Αν δε και παντός συλλογισμού, καν αγαθός η, τον σον απαναστήσης νουν και προς εαυτόν επιστρέψης όλον δι’ επιμόνου προσοχής και αδιαλείπτου προσευχής, όντως εισήλθες και αυτός εις την θείαν κατάπαυσιν και της κατά την εβδόμην ευλογίας επέτυχες, αυτός σεαυτόν ορών και δια σαυτού προς θεοπτίαν αναφερόμενος»[19]. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτά τα λέγει ο άγιος σε ομιλία στο ποίμνιο της Επισκοπής του, δηλαδή της Θεσσαλονίκης. Αυτό σημαίνει ότι όλοι, κατά διαφόρους όμως βαθμούς, μπορούν να αποκτήσουν εμπειρίες της θείας καταπαύσεως. Και πιστεύω ότι αυτή είναι η διδασκαλία που χάθηκε στην σημερινή εποχή.


Με όσα αναφέραμε για την νοερά ησυχία γίνεται φανερό ότι εκείνος που ασχολείται με αυτήν λέγεται ησυχαστής. Ησυχαστής είναι ο άνθρωπος εκείνος που ακολουθεί την αγωγή της ησυχίας, που στην πραγματικότητα είναι η αγωγή της Ορθοδόξου Παραδόσεως, η οποία έχει σκοπό να οδηγήση τον άνθρωπο προς τον Θεό και να τον ενώση μαζί Του. Για να θυμηθούμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος «ησυχαστής εστιν, ο το ασώματον εν σωματικώ οίκω περιορίζειν φιλονεικών, το παραδοξότατον... Ησυχαστής εστι τύπος Αγγέλου επίγειος, χάρτη πόθου, και σπουδής γράμμασι, την εαυτού προσευχήν ολιγωρίας, και ραθυμίας ελευθερώσας... Ησυχαστής εστιν, ο βοήσας εναργώς∙ «ετοίμη η καρδία μου ο Θεός». Ησυχαστής εστιν, εκείνος ο ειπών∙ «εγώ καθεύδω, και η καρδία μου γρηγορεί»[20].


Βεβαία, όπως έχει προηγουμένως σημειωθή, η ησυχία είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος αυτοσυγκεντρώσεως και ανόδου της ψυχής προς τον Θεό και κοινωνίας μαζί Του. Και μάλιστα είναι αναγκαιοτάτη για την κοινωνία με τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αφού αναπτύσσει δια μακρών ότι μέσα στην καρδιά πρέπει να στραφή ο νους του ανθρώπου (η ενέργεια) και ότι μέσα στην καρδιά, που είναι το «του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν». «το των λογισμών ταμείον», ευρίσκεται η Χάρη του Θεού, γράφει: «Οράς πως αναγκαιότατον τοις προειρημένοις εν ησυχία προσέχειν  εαυτοίς επανάγειν και εμπερικλείειν τω σώματι τον νουν και μάλιστα τω εν τω σώματι ενδοτάτω σώματι, ο καρδίαν ονομάζομεν;»[21].


Πρέπει όμως να τονίσουμε  και να υπογραμμίσουμε δεόντως ότι η αγωγή της ησυχίας δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη προσπάθεια επαναφοράς του νου προς τον εαυτό του και η ένωσή Του με την καρδιά, δεν είναι μόνον μια τεχνική μέθοδος, αλλά είναι μια αγιοπνευματική κατάσταση. Αυτή η αγωγή της ησυχίας εμπνέεται και καθοδηγείται από το Πανάγιο Πνεύμα και εκφράζεται με την μετάνοια και το πένθος. Δεν είναι απλώς μια τεχνητή μέθοδος, που μπορεί κατά κάποιο βαθμό να βρεθή και σε άλλα συστήματα ανθρωποκεντρικά. «Η νοερά ησυχία του ορθοδόξου μοναχού γεννάται οργανικώς εκ της βαθείας μετανοίας και εκζητήσεως της φυλάξεως των εντολών του Χριστού. Ουδόλως είναι τεχνητή τις εφαρμογήν εν τη πνευματική ζωή της αρεοπαγιτικής θεολογίας. Αι θεολογικαί θέσεις των «αρεοπαγιτικών» δεν αντιφάσκουν προς τα αποτελέσματα της ησυχίας, και υπ’ αυτήν την έννοιαν συνορεύουν και συμπίπτουν μετ’ αυτής∙ αλλά θεωρούμεν αναγκαίον να υπογραμμίσωμεν ως εν τα μάλλα ουσιώδες σημείον, ότι αφετηρία και βάσις της ησυχίας δεν είναι η αφηρημένη φιλοσοφία της αποφατικής θεολογίας, αλλ’ η μετάνοια και ο αγών κατά του ενεργούντος εν ημίν «νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ. ζ’, 23)»[22].


Αυτήν ακριβώς την σύνδεση της νοεράς ησυχίας με την μετάνοια κάνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης γράφει ότι «άνευ πενθικής εργασίας και πολιτείας αδύνατον τον της ησυχίας καύσωνα υπομείναι». Εκείνος που πενθεί για τα προ του θανάτου και τα μετά τον θάνατο, θα αποκτήση υπομονή και ταπείνωση, που είναι τα δυο θεμέλια της ησυχίας. Χωρίς την μετάνοια και τα δυο αυτά θεμέλια, ο ησυχαστής έχει «της ολιγωρίας την οίησιν»[23].


Επομένως η μέθοδος της αγωγής της ησυχίας, και αυτό πρέπει να τονισθή υπερβαλλόντως, συνδέεται με την μετάνοια, τα δάκρυα, το πένθος, την κατάνυξη. Χωρίς αυτά είναι νόθος, και άρα όχι βοηθητική. Γιατί σκοπός της ησυχίας είναι ο καθαρός της καρδιάς και του νου. Αυτό όμως δεν νοείται χωρίς τα δάκρυα και το πένθος. Γι’ αυτό για τον αθλητή της νοεράς ησυχίας τα δάκρυα είναι τρόπος ζωής. Η συγκέντρωση του νου μέσα στην καρδιά τον καθιστά ικανό να δη την αθλιότητά του και αμέσως οι οφθαλμοί και αυτή η καρδιά χύνουν δάκρυα μετανοίας. Και όσο αυξάνεται η μετάνοια, τόσο καθαρίζεται ο άνθρωπος και αποκτά γνώση Θεού.


Αλλά η ησυχία συνδέεται στενώτατα και με την τήρηση των εντολών του Χριστού. Τα μεγάλα όπλα αυτού που ησυχάζει με υπομονή  είναι «εγκράτεια και αγάπη και προσοχή και ανάγνωσις»[24]. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη οφείλει ο ησυχάζων να έχη σαν θεμέλιο τις αρετές «σιωπήν, εγκράτειαν, αγρυπνίαν, ταπείνωσιν, και υπομονήν». Επίσης πρέπει να έχη τρεις θεάρεστες εργασίες «ψαλμωδίαν, προσευχήν και ανάγνωσιν και εργόχειρον»[25]. Σε άλλη συνάφεια ο ίδιος άγιος τονίζει ότι «η ησυχία προ πάντων πίστεως δείται και υπομονής και της εξ όλης καρδίας και ισχύος και δυνάμεως αγάπης και ελπίδος»[26]. Αλλού πάλι ο ίδιος τονίζει άλλες αρετές, όπως την εγκράτεια, την σιωπή και την αυτομεμψία, «τουτέστιν την ταπείνωσιν. Περιεκτικαί γαρ εισί και αλλήλων φυλακτικαί, εξ ων η προσευχή τίκτεται και αυξάνει διαπαντός»[27]. Ασφαλώς πρέπει να προσέχη και την τροφή, να είναι κατά πάντα εγκρατής, ώστε να μη θολώνεται ο νους του από τις τροφές: «ο ησυχάζων πάντοτε ενδεής οφείλει να είναι, μη κορεννύμενος. Βαρυνομένου γαρ του στομάχου και του νοός θολωθέντος δια τούτου, ουδέ προσευχήν δύναται λέγειν κραταιώς ή καθαρώς». Από τα πολλά βρώματα έρχεται ο ύπνος και πέφτουν στον νου αναρίθμητες φαντασίες[28].


Αυτά δείχνουν ότι η ησυχαστική αγωγή προϋποθέτει την τήρηση των εντολών του Χριστού, αφού δι’ αυτών των εντολών γεννώνται οι αρετές. Έτσι και οι αρετές δεν είναι ανεξάρτητες από την ησυχία αλλά ούτε και η ησυχία είναι ανεξάρτητη από την φυλακή των εντολών του Θεού, την φυλακή των «δικαιωμάτων» του Θεού.


Αντίθετα, η μη τήρηση των εντολών και η ύπαρξη των παθών δεν συνιστούν ορθόδοξη ησυχία. Και αν αρχίση να εμφανίζεται, αμέσως κατατρώγεται, εξαφανίζεται. «Το λυμαίνον την κατάστασιν της ησυχίας και την θείαν εξ αυτής περιαιρούν δύναμιν» είναι τα έξι πάθη, δηλαδή η παρρησία, η γαστριμαργία, η πολυλογία και ο περισπασμός, η φυσίωση και η κυρία των παθών οίηση[29].


Από όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι η ιερά νοερά ησυχία είναι αναγκαιότατη για την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη και την κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι μια πολυτέλεια στην ζωή του ανθρώπου, δεν είναι μια αγωγή για μερικούς μόνον ανθρώπους ή καλύτερα δεν είναι μέθοδος την οποία πρέπει να εφαρμόσουν μόνον οι μοναχοί, αλλά αναφέρεται σε όλους. Είναι μια απαραίτητη εργασία για να φθάσουμε στην θεωρία του Θεού, στην θέωση, που είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Όμως διαφορετικός είναι ο βαθμός της νοεράς ησυχίας.


Στα Ευαγγέλια πολλές φορές παρουσιάζεται ο Κύριος να διδάσκη για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, την εσωτερική προσευχή, την απαλλαγή από την δύναμη των λογισμών κ.λ.π. Ο Ίδιος έδειξε στους Μαθητές Του την αξία της ερήμου. Αυτή βοηθά τον άνθρωπο να νικήση τον εχθρό. Έτσι οι άγιοι Απόστολοι στην διδασκαλία τους έχουν αναπτύξει πολλές λεγόμενες νηπτικές θέσεις.


Ο χώρος αυτός δεν είναι κατάλληλος για την ανάπτυξη όλων αυτών των θεμάτων. Απλώς θα θέλαμε να υπομνήσουμε μερικά.


Είναι γνωστό ότι ο Κύριος μετά την Βάπτισή Του «ανήχθη εις την έρημον υπό του Πνεύματος πειρασθήναι υπό του διαβόλου» (Ματθ. δ’, 1). Εκεί στην έρημο κατενίκησε τον διάβολο, ο οποίος του υπέβαλε τους τρεις γνωστούς πειρασμούς. Πολλές φορές συναντούμε τον Κύριο να αποσύρεται στην έρημο για να ξεκουρασθή, αλλά και να διδάξη δι’ αυτού του τρόπου στους Μαθητάς Του την αξία της ερήμου. «Ανεχώρησεν εκείθεν εν πλοίω εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’, 13). Και μετά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων πάλι ανέρχεται μόνος Του στο όρος για να προσευχηθή: «και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι, οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί» (Ματθ. ιδ’, 23).


Είναι πολύ σημαντικό ότι, όταν οι Μαθηταί συνήχθησαν «και απήγγειλαν αυτώ πάντα, και όσα εποίησαν και όσα εδίδαξαν», ο Κύριος τους είπεν: «δεύτε υμείς αυτοί κατ’ ιδίαν εις έρημον τόπον και αναπαύεσθε ολίγον» (Μάρκ. Στ’, 30-31).


Ολόκληρες νύκτες ο Κύριος τις διερχόταν προσευχόμενος. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει την πληροφορία: «εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. στ’, 12).


Και στην διδασκαλία Του ο Χριστός υπογράμμιζε την αξία της νοεράς ησυχίας και της αποδεσμεύσεως από τα πάθη που βρίσκονται μέσα μας.


Διδάσκοντας τον τρόπο της αληθινής προσευχής έλεγε: «συ δε όταν προσεύχη είσελθε εις το ταμείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ...» (Ματθ. στ’, 6). Ερμηνεύοντας την προτροπή αυτή του Κυρίου ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει: «... ταμείον της ψυχής είναι το κορμί∙ θύραις του εαυτού μας είναι η πέντε αίσθησες∙ η ψυχή εμβαίνει μέσα εις το ταμείόν της, όταν δε περιπατή ο νους εδώ και εκεί εις τα πράγματα του κόσμου, αλλά ευρίσκεται μέσα εις την καρδίαν μας∙ και η αίσθησές μας κλείουν και μένουν σφαλισμέναις, όταν δε ταις αφίνομεν να προσηλώνωνται εις τα αισθητά και φαινόμενα πράγματα∙ και με τούτον  τον τρόπον μένει ο νους μας ελεύθερος από κάθε προσπάθειαν κοσμικήν και με την κρυπτήν και νοεράν προσευχήν ενώνεσαι με τον  Θεόν τον Πατέρα σου∙ και τότε, λέγει, ο Πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ∙ βλέπει ο κρυφιογνώστης Θεός την νοεράν σου προσευχήν και την ανταμείβει με φανερά και μεγάλα χαρίσματα∙ επειδή και αυτή είναι η αληθινή και τελεία προσευχή και αυτή γεμίζει την ψυχήν από την θείαν χάριν και τα πνευματικά χαρίσματα, ωσάν και το μύρον, όπού, όσον περισσότερον το κλείεις μέσα εις το αγγείον, τόσον περισσότερον ευωδιάζει το αγγείον∙ έτζι και την προσευχήν, όσον περισσότερον την σφαλίζεις μέσα εις την καρδίαν σου, τόσον περισσότερον την γεμίζει από την θείαν χάριν»[30].


Ο Κύριος προς τους μαθητάς Του, που τους βρήκε να κοιμούνται στον κήπο της Γεθσημανή, είπε: «γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Ματθ. κστ’, 41).


Μας συνέστησε ακόμη να κρατούμε τον νου, και κυρίως την καρδιά καθαρή από πάθη και διαφόρους λογισμούς: «επιγνούς δε ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών αποκριθείς είπε προς αυτούς∙ τι διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Λουκ. ε’, 22). Κατηγορώντας δε τους Γραμματείς και Φαρισαίους έλεγε: «Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν» (Ματθ. κγ’, 26).


Την μεγάλη αξία της ερήμου, της νοεράς ησυχίας, της καθάρσεως της εσωτερικής και της νήψεως συναντούμε και στις επιστολές των αγίων Αποστόλων. Και εδώ θα ήθελα να υπομνήσω μερικά κατάλληλα χωρία.


Ο Απόστολος Παύλος μετά την επιστροφή του στον Χριστό επορεύθη στην έρημο της Αραβίας και εκεί μετανόησε για την προηγούμενη διαγωγή του (Γαλ. α’, 17).


Γνώστης δε ο Απόστολος αυτής της εσωτερικής νοεράς ησυχίας, δίδει πολλές συμβουλές προς τους μαθητάς του. Έχοντας την αίσθηση ότι οι Χριστιανοί ενούμενοι με τον Χριστό αποκτούν τον νου του Χριστού έγραφε: «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’, 16). Αλλού προτρέπει: «νεκρώσατε ουν τα μέλη ημών τα επί της γης» (Κολ. γ’, 5). Με την Χάρη του Θεού, ο Απόστολος βλέπει τον έτερο νόμο εν τοις μέλεσί του, που αντιστρατεύεται τον νόμο του νοός (Ρωμ. ζ’, 23).


Στην διδασκαλία του Αποστόλου σημαντική θέση κατέχει και η νήψη, δηλαδή η εγρήγορση η πνευματική για να μη αιχμαλωτισθή ο νους του ανθρώπου από εξωτερική πονηρά δύναμη: «Άρα ουν μη καθεύδωμεν ως και οι λοιποί, αλλά γρηγορώμεν και νήφωμεν... ημείς δε ημέρας όντες νήφωμεν...» (Α’ Θεσ. Ε’, 6-8). Τον Απόστολο Τιμόθεο προτρέπει: «συ δε νήφε εν πάσι» (Β’ Τιμ. δ’, 5).


Και στο θέμα της προσευχής είναι σαφής. Η προσευχή πρέπει να γίνεται αδιάλειπτα στην καρδιά των Χριστιανών. «Τη προσευχή προσκαρτερείτε, γρηγορούντες εν αυτή εν ευχαριστία» (Κολ. δ’, 2). «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. Ε’, 17).


Και ο Απόστολος Πέτρος δίδει τις ίδιες παραγγελίες, αποδεικνύοντας έτσι ότι κοινή είναι η ζωή των πιστών μελών της Εκκλησίας. «Νήψατε γρηγορήσατε∙  ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α’ Πέτρ. ε’, 8).


Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι όλοι οι Χριστιανοί, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να φθάσουμε στην ησυχία και δι’ αυτής στην θεωρία του Θεού. Και στο σημείο αυτό οι άγιοι Πατέρες είναι απόλυτοι και εκφραστικοί.


Ο Πέτρος ο Δαμασκηνός γράφει: «Πάντες οι άνθρωποι χρήζομεν της τοιαύτης σχολής, είτε εκ μέρους, είτε ολοκλήρως, και εκτός ταύτης αδύνατον εις γνώσιν πνευματικήν και ταπεινοφροσύνην ελθείν τινα»[31].


Σ’ αυτή την διδασκαλία του Πέτρου του Δαμασκηνού είναι ανάγκη να επισημάνουμε το «πάντες οι άνθρωποι χρήζομεν της τοιαύτης σχολής». Αν αυτό πρέπη να συμβαίνη με όλους τους ανθρώπους, πολύ περισσότερο με τους μοναχούς. Δεν νοείται μοναχός ο οποίος δεν σχολάζει κατά Θεόν και δεν μετέρχεται αυτήν την αγωγή της ησυχίας. Το λέμε αυτό, γιατί πάντοτε υπήρχαν διαφορετικές ιδέες σε μερικούς κύκλους, και μάλιστα αν συναντήσουν μοναχούς να αγωνίζωνται για να επιτύχουν αυτήν την «σχολήν» κατά Θεόν, τους ονομάζουν πλανεμένους. Αλλά γι’ αυτό θα μας δοθή ευκαιρία να πούμε και μερικά άλλα σε επόμενη ενότητα. Το άλλο σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή είναι ότι «εκτός ταύτης αδύνατον εις γνώσιν πνευματικήν και ταπεινοφροσύνην ελθείν τινα». Είναι η μόνη μέθοδος και ο μόνος τρόπος γνώσεως του Θεού, όπως αναφέραμε προηγουμένως, σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.


Μερικοί ισχυρίζονται ότι η ησυχία και ο τρόπος που διαγράφεται από τους αγίους Πατέρας συνιστά μια αδράνεια, δεν είναι δράση. Όμως στην πραγματικότητα το αντίθετο συμβαίνει. Η ησυχία είναι η μεγαλύτερη δράση μέσα στην αφάνεια και σιωπή. Ο άνθρωπος σχολάζει και σιωπά για να μιλήση με τον Θεό, για  να αφήση τον εαυτό του ελεύθερο και να δεχθή τον Ίδιο τον Θεό. Και αν σκεφθούμε ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα που μας μαστίζουν είναι τα ψυχικά και εσωτερικά, κι αν σκεφθούμε ότι οι περισσότερες ασθένειες (ψυχολογικές και σωματικές) προέρχονται από την επεξεργασία των λογισμών, δηλαδή από την ακαθαρσία του νου και της καρδιάς, τότε μπορούμε να καταλάβουμε την μεγάλη αξία της νοεράς ησυχίας. Είναι επομένως δράση και ζωή. Η ησυχία δίδει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αγαπήση ο άνθρωπος απαθώς τους αδελφούς του, να  αποκτήση ανιδιοτελή και απαθή αγάπη. «Αγαπά ησυχίαν ο μη πάσχων προς τα του κόσμου∙ και αγαπά ανθρώπους, ο μηδέν αγαπών ανθρώπινον» (άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)[32]. Πως μπορεί κανείς να έχη ανιδιοτελή αγάπη, που είναι ένας από τους σκοπούς της πνευματικής ζωής, όταν διακατέχεται από τα πάθη;


Έτσι η ησυχαστική ζωή είναι ζωή εντόνου δράσεως, δράσεως όμως πραγματικής και αγαθής. «... η ησυχία των αγίων δεν πρέπει να θεωρήται ως αδράνεια, αλλ’ ως μορφή εντόνου δράσεως. Κατά παρόμοιον άλλωστε τρόπον αποκαλύπτεται και ο Θεός εις τας σχέσεις του μετά των ανθρώπων. Η κίνησις του Θεού προς τον άνθρωπον δεν είναι μόνον κίνησις φανερώσεως, αλλά και κίνησις αποκρύψεως∙ δεν είναι μόνον αποκάλυψις λόγου, αλλά και έκφρασις ησυχίας. Δια τούτο και ο άνθρωπος προκειμένου να πλησιάση τον Θεόν, δεν αρκεί να δεχθή μόνον τας αποκαλυφθείσας ενεργείας του, αλλά πρέπει να προσχωρήση και εις την εν σιωπή αποδοχήν του μυστηρίου της αγνωσίας του∙ δεν αρκεί να ακούση τον λόγον του, αλλά πρέπει να προχωρήση και εις το άκουσμα της ησυχίας του. Το δεύτερον τούτο σκέλος οδηγεί εις την τελείωσιν, δια τούτο δε και προϋποθέτει το πρώτον. Πράγματι, ως παρατηρεί Ιγνάτιος ο και Θεοφόρος, μόνον «ο λόγον Ιησού κεκτημένος αληθώς δύναται και της ησυχίας αυτού ακούειν, ίνα τέλειος η». Κατά συνέπειαν λοιπόν η κίνησις του ανθρώπου προς τον Θεόν δεν πρέπει να είναι μόνον κίνησις δράσεως, αλλά και κίνησις περιστολής∙ δεν πρέπει να είναι μόνον μαρτυρία ομολογίας, αλλά και μαρτυρία σιωπής και ησυχίας»[33].


Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες μιλούν για την «έγκαρπον ησυχίαν». Όταν εξασκήται ορθά, τότε προσφέρει πολλή βοήθεια στον άνθρωπο, αναπλάττει την προσωπικότητά του, ανακαινίζει την ύπαρξή του, την ενώνει με τον Θεό και τότε διορθώνει και την κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος αποκτήση την φιλοθεΐα, τότε οπωσδήποτε αποκτά και την φιλανθρωπία.
 Από το βιβλίο: Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία