Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής

Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής



Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ
Ὅπως εἴχαμε παραγγείλει στήν πρώτη μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἀπό σήμερα θά ὁμιλήσωμε γιά τήν προσευχή, καί ἰδιαίτερα γιά ἕναν ξεχασμένο δυστυχῶς τρόπο προσευχῆς. Πρόκειται γιά τήν μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» ἤ, πιό περιληπτικά, πιό συμπεπυκνωμένα, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Πρίν ὅμως ἀναφερθοῦμε σέ αὐτόν τόν ἁπλό, ἀλλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχῆς, κρίνομε ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ποῦμε λίγα εἰσαγωγικά περί προσευχῆς, τά ὁποῖα πρέπει στοιχειωδῶς νά γνωρίζωμε, οὕτως ὥστε νά μεγιστοποιήσωμε τήν πολλαπλῆ καί πολυδιάστατη ὠφέλεια, πού θά προέλθη ἀπό τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἰδικά.
Μέγιστο προνόμιο στόν ἄνθρωπο εἶναι  ἡ προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει ἀνάτασι στόν οὐρανό καί διάλογος καί προσωπική ἐπικοινωνία μας καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό. Ὡς πρός τήν ποιότητά της, εἶναι συνουσία μετά τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾽ ὅσον συνάπτεται ὁ ἄνθρωπος μετά τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέ τίς ἄκτιστες θεϊκές ἐνέργειες.
Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές. Καί βέβαια, εἶναι ἀπό τίς πιό βασικές. Μέ τήν προσευχή  βελτιωνόμαστε στήν τήρησι τῶν ἐντολῶν. Ἀλλά καί ἀντίστροφα μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν προαγόμαστε στήν προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ὅλης πνευματικῆς μας πορείας. Καί γιά νά γίνη εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό, πρέπει κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, νά τηρηθοῦν ὁπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, ἄν δέν τηρηθοῦν, ὄχι μόνο δέν θά φθάνη στόν οὐρανό, δέν θά εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσευχή μας, ἀλλά δέν θά ἀνεβαίνη πάνω ἀπό τό κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δέν θά ξεπερνᾶ σέ ὕψος, ὅπως ἔλεγε χαριτολογῶντας ὁ π. Παΐσιος, οὔτε καί αὐτό τοῦτο τό ἴδιο μας τό κεφάλι.
Ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Γέρων Παΐσιος: ''Μέ τήν τακτική πού ἀκολουθεῖς, ἡ προσευχή σου, ὄχι ἁπλῶς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἀλλά μένει, σέ ὕψος, κάτω καί ἀπό τό ἴδιο σου τό κεφάλι''. Κάτι ἀνάλογο ἔλεγε ὁ Γέροντας καί σέ κάποιον ἄλλον, πού ἔλεγε τήν ''εὐχή'' ὄχι σωστά, ἀλλά μέ ἕναν τρόπο ἀνάρμοστο, ὄχι ἥρεμο καί νηφάλιο, πού νά χωνεύη τήν προσευχή, τήν ἔλεγε μέ μία μανία, ὄχι κατά Θεόν, μ᾽ ἕναν τρόπο ἀφύσικο, μ᾽ ἕναν τρόπο  πού δημιουργοῦσε ἄγχος, πού δημιουργοῦσε ἕνα στύλ μή πνευματικό... Ὡς ἐκ τούτου, οὔτε ''εὐλογεῖτε'' ἔλεγε  αὐτός ὁ ἄνθρωπος, σέ ἐκείνους πού ἔβρισκε στόν δρόμο, γιά νά μή χάση τήν προσευχή, τήν ἔλεγε δυνατά, πολύ δυνατά, μ᾽ ἕναν τρόπο, τέλος πάντων, ὄχι σωστό. Ὅταν λοιπόν τόν ρώτησε ὁ π. Παΐσιος, ἀπό ἀγάπη βέβαια - ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τότε, ἦτο δόκιμος μοναχός - «Τί κάνεις ἐδῶ ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ «Γέροντα, λέω τήν ''εὐχή''». «Ποιά "εὐχή" εὐλογημένε; Ἔτσι λέγεται ἡ ''εὐχή''; Μέ αὐτό πού κάνεις, πρόσεξε, μή δαιμονισθῆς», τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος καί τόν συμβούλευσε κάποια σχετικά πράγματα.
Πρέπει νά προσέξωμε λοιπόν, μήπως ἐνῶ προσευχώμαστε ἀρκετή ὥρα, γιά κάποιο λόγο, ἡ προσευχή μας δέν πετάει στόν οὐρανό.
Οἱ προϋποθέσεις τῆς προσευχῆς εἶναι ἀνεξάντλητες, ἀλλά κάποιες ἀπό αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς:
Κατ᾽ ἀρχήν, θά πρέπη νά γίνεται ἡ προσευχή μας μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ βαθειά αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καί ἐξιδανικεύσεις τῶν πτώσεών μας, τῆς ὄχι σωστῆς συμπεριφορᾶς μας. Καί αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερές μας προσωπικές τραγωδίες, ὅτι δηλαδή συνεχῶς δικαιολογούμαστε, ὄχι μόνο μέσα μας, ἀλλά καί ἔξω μας, στούς ἄλλους, κι ἔτσι χάνομε καί αὐτόν τόν λίγο κόπο πού καταβάλλομε στόν προσωπικό μας καθημερινό ἀγῶνα.
Μέ μία λοιπόν λέξι, λέμε ὅτι ἡ προσευχή μας θά πρέπη νά εἶναι ''τελωνική'': ''Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ''. Ἔστω κι ἄν δέν καταλαβαίνωμε ἐντελῶς τήν ἐνοχή μας, ἄς κάνωμε μία προσπάθεια, ὥσπου νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς ὁ Θεός.
Ἐπίσης, δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας. Αὐτό, ἐκφράζεται ποικιλλοτρόπως, ἀλλά ἄς ποῦμε μόνο δυό-τρεῖς περιπτώσεις. Ἐκφράζεται διάχυτα στό ''Πάτερ ἡμῶν''. Δηλαδή ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά μᾶς συγχωρήση ὁ Κύριος εἶναι νά συγχωροῦμε ἐμεῖς τούς ἄλλους, τούς ὁποιουσδήποτε ἄλλους, ἀνεξαρτήτως τί μᾶς ἔκαναν.  Καί τοῦτο, γιατί ἀκοῦμε πολλές φορές: «Ξέρεις, πάτερ μου, τί μοῦ ἔκανε αὐτός καί μοῦ λές νά τόν συγχωρήσω, νά τοῦ πῶ ''καλημέρα'';» Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι, ἐμεῖς πρέπει νά τούς συγχωροῦμε. Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζομε καί στήν ἀκολουθία πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως, τί λέμε, μεταξύ τῶν ἄλλων; «...Πρῶτον, καταλλάγηθι τοῖς σέ λυποῦσι...», κλπ.
Βέβαια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποχρεούμεθα νά ἔχωμε σχέσι μέ ὅλους. Ἄλλωστε, αὐτό καί πρακτικῶς δέν εἶναι δυνατόν καί δέν ἔχει καμμιά ἔννοια, καί, πολλές φορές εἶναι καί βλαβερό, πάρα πολύ βλαβερό, μάλιστα. Ἐπίσης, δέν εἶναι δυνατόν νά ταιριάζωμε ὅλοι μέ ὅλους. Εἶναι θέμα ἰδιοσυγκρασίας καί ὑπεισέρχονται καί πολλοί ἄλλοι παράγοντες. ''Δικαίωμά τους - ἄς μιλήσωμε μέ μιά σύγχρονη λέξι -, καί δικαίωμά μας''. Ὅμως, ἐκεῖνο πού δέν δικαιούμαστε, μέ τήν πνευματική ἔννοια, εἶναι νά ραδιουργοῦμε, νά κατακρίνωμε, νά περιφρονοῦμε, ὅσους δέν ταιριάζομε ἤ μέ ὅσους δέν ἀναπαυόμαστε. Καί μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή συνέχεια ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό τό θέμα, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί πάλι ὅμως, δέν πρέπει νά ὑπάρχη παρρησία, οἰκειότητα μᾶλλον, γιατί αὐτό δημιουργεῖ πολλές, μετέπειτα, ἄσχημες παρενέργειες, πνευματικές - καί ὄχι μόνον -, κοινωνικές, ψυχολογικές, καί γιατί ὄχι καί ὀργανικές. Λοιπόν, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί μέ ὅποιον δέν ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό μακρυά, ἀπό μιά δηλαδή κάποια ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε πλεῖστες ὅσες διαταραχές ποικίλλου περιεχομένου, εἴτε αὐτός εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συγγενής, εἴτε εἶναι συνάδελφος στήν δουλειά, εἴτε, εἴτε, εἴτε...
Μᾶς ἔλεγε σχετικά ὁ Γέρων Παΐσιος, «Ὅταν θέλης νά ἑνώσης δύο ξύλα μεταξύ τους, ἐάν αὐτά τά ξύλα δέν εἶναι καλά ἐναρμονισμένα, πλανισμένα, τότε, ὅσο τά ἑνώνεις μέ βίδα καί παξιμάδι καί σφίγγεις τήν βίδα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι καλά πλανισμένα, ἐναρμονισμένα μεταξύ τους, ὅσο πιό πολύ τά σφίγγεις καί δέν τά ἔχεις λάσκα, τόσο πιό πολύ πετσικάρουν, κλωτσᾶνε. Ἐνῶ, ἐάν ταιριάζουν, εἶναι ἐναρμονισμένα μέ τό πλάνισμα, λίγη κόλλα νά βάλης, ἑνώνονται θαυμάσια». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, πού πάντα εὕρισκε πολύ πετυχημένα παραδείγματα, μέ τά ὁποῖα μποροῦσε, τόν ὁποιονδήποτε προσκυνητή, νά τόν ὠφελήση καί νά τοῦ δώση νά καταλάβη, πιό ὡραῖα, πιό δυναμικά, τό πνευματικό νόημα τό ὁποῖο ἤθελε νά μεταφέρη.
Ἐπίσης, πρέπει ἡ προσευχή νά συνοδεύεται ἀπό κρυφές ἐλεημοσύνες, ὅπως ἔκανε ὁ Κορνήλιος καί εἰσακούσθηκε ἀπό τόν Θεό.  Ὁ Κύριος γενικά ἀρέσκεται πιό πολύ νά βλέπη τόν κρυφό πνευματικό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές ἐλεημοσύνες μας. Καί τί λέγει; Ὁ Κύριος πού βλέπει στό κρυφό... Πρέπει νά ἐλεοῦμε χωρίς ἐμεῖς νά κάνωμε διαφήμισι, δῆθεν γιά νά ὠφεληθοῦν οἱ ἄλλοι, δῆθεν, δῆθεν... Ὅ,τι δικαιολογίες θέλουμε βρίσκουμε καί δέν ἐφαρμόζομε τό εὐαγγελικό λόγιο, ''μή γνώτω ἡ δεξιά τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά''. Λοιπόν, ὁ Κύριος ὅταν βλέπη τόν κρυφό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές μας ἐλεημοσύνες, ὅταν κρίνη, θά τό ἀποδώση εἰς τό φανερόν, ἐάν βέβαια αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, ἄν εἶναι χρήσιμο. Καί, ἔχει ὁ Θεός... Καθόλου νά μή κουραζώμαστε. Ὅσο καί νά κρυβόμαστε ἐμεῖς, πού ἔτσι πρέπει νά κάνωμε, ὁ Θεός, ἄν κρίνη κάποια στιγμή ὅτι εἶναι αὐτό ὠφέλιμο, ἔχει τούς τρόπους νά πληροφορήση τούς ἄλλους.
Ἀλλά, καί γενικώτερα, ὄχι ἁπλῶς ὀφείλομε νά κάνωμε κρυφές ἐλεημοσύνες, ἀλλά νά ἔχωμε καρδίαν ἐλεήμονα. Καρδιά δηλαδή πού νά καίγεται, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ἀπό ἀγάπη γιά ὅλην τήν κτίσι, ἀκόμα καί γι᾽ αὐτά τά ἑρπετά, γιά τά ἄλογα δηλαδή ζῶα. Δέν ὑποφέρει λέει ἡ ἐλεήμων καρδία -ἀκοῦστε λόγο  τρομακτικό- δέν ὑποφέρει νά βλέπη βλάβη τινά στήν δημιουργία. Καί ἡ πιό παραμικρή βλάβη δημιουργεῖ πόνο καί προσευχή γιά τήν ἐλεήμονα καρδία.
Ἐπίσης, ἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν προσευχή εἶναι ἡ ταπείνωσι τοῦ σώματος μέ νηστεία, μετάνοιες, μέ τήν ποικίλλη ἄσκησι, καί σέ ποσότητα, καί σέ ποιότητα. Καί νά μη ξεχνᾶμε, ὅτι ναί μέν ὁ καιρός τῆς νηστείας εἶναι καθωρισμένος στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ καιρός τῆς ἐγκρατείας εἶναι πάντοτε ἐπιβεβλημένος, ἀνάλογα βέβαια κατά περίστασιν. Δηλαδή, καί τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα εἶναι προτιμώτερο νά κάνωμε κάποια ἐγκράτεια στά φαγητά, παρά νά πέσωμε μέ τά μοῦτρα. Ἤ, τίς παραμονές τῆς Τεσσαρακοστῆς, τρῶμε πάρα-πάρα πολύ γιά νά κάνωμε μετά ἴσως καί τριήμερο. Εἶναι προτιμώτερο νά ὑπάρχη πάντα ἕνα πρόγραμμα πιό σταθερό. Ἀλλά, αὐτό τώρα εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα. Πάντως, πρέπει νά ὑπάρχη ἄσκησις. Καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀσκητική.
Ἐπίσης, μία σωστή προσευχή πρέπει νά προβάλλη αἰτήματα πνευματικῆς κυρίως διαστάσεως, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: ''Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα - τά ὑπόλοιπα δηλαδή - προστεθήσεται ὑμῖν''. Θά προστεθοῦν σέ σᾶς. Νά μήν εἴμαστε δηλαδή φθηνοί. Ἀκοῦμε δυστυχῶς, κάποια πράγματα καί λυπόμαστε. Λέγουν κάποιοι: «Προσευχήσου πάτερ γιά τό παιδί μου, ἤ γιατί δίνει ἐξετάσεις ἤ γιά τήν ὑγεία του κλπ....». Ναί, ὅλα αὐτά, εἶναι στήν ζωή. Ὁ πόνος εἶναι μεγάλος τῶν γονιῶν καί τῶν παιδιῶν, ναί, ναί, ναί... Ἀλλά, νά μή μένωμε μόνο ἐκεῖ. Ὅταν μένωμε μόνο ἐκεῖ, εἴμαστε φθηνοί καί δείχνωμε τήν πνευματική μας ρηχότητα. Καί λυπόμαστε, καί γιά τήν ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων, καί γιά τό ὅτι δέν ἔχουν σωστή πνευματική τοποθέτησι. Γιατί, ἄν εἶχαν σωστή πνευματική τοποθέτησι, καί λιγώτερη ἀγωνία θά εἶχαν, καί πιό πολύ θά πετύχαιναν τά καθημερινά τους, καί, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, θά εἶχαν μεγαλυτέρα πνευματική προσωπική πρόοδο.
Ἐπίσης, πρέπει νά προσευχώμαστε μέ πίστι. Ὄχι ἁπλῶς νά πιστεύωμε στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, πού ἐν προκειμένῳ θεωρεῖται δεδομένη, γιατί διαφορετικά δέν ἔχει ἔννοια νά προσευχώμαστε - πῶς μποροῦμε νά προσευχηθοῦμε σέ κάποιον, ἄν δέν πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχη; Ἀλλά, χρειάζεται καί πλήρης ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι τελικά ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἀφήση νά πειρασθοῦμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μποροῦμε νά ἀντέξωμε καί ὅτι θά δώση, τήν κατάλληλη στιγμή, τήν αἰσία ἔκβασι, ἐάν αὐτή βέβαια εἶναι συμφέρουσα γιά τό αἰώνιο συμφέρον μας, καί ὄχι μόνο γιά τό προσωπικό καί προσωρινό μας συμφέρον, γιατί, πολλές φορές, αὐτά τά δύο, δυστυχῶς, μοιραίως ἀντικρούονται.
Ἀπαιτεῖται ἐπίσης Ὀρθοδοξότητα μέσα εἰς τήν προσευχή. Εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: ''Ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν''. Δέν νοεῖται νά εἶσαι αἱρετικός. Κάθε λατρεία προερχομένη ἀπό αἱρετικούς εἶναι ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ.
Ἐπίσης βέβαια, καί ἄλλοι πολλοί παράγοντες εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν κατά τό δυνατόν μεγίστη καρποφορία τῆς προσευχῆς μας. Ὅπως εἶναι τά δάκρυα, ἡ ἐπιμονή, νά εἴμαστε καρτερόψυχοι δηλαδή, καί ὄχι μόνο νά προσευχώμαστε ὅταν μόνο ἔχωμε ὄρεξι - πλάνη μεγίστη αὐτή. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί ἀνεδείχθησαν στόν καιρό τῆς ἀκηδίας. Καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, νά ἐφαρμόζωμε ὅλες τίς ἐντολές.
Ἡ προσευχή δέν εἶνα αὐτοσκοπός, ἀλλά εἶναι ἕνα μέσον νά πλησιάσωμε τόν Θεό. Πρέπει νά ἔχωμε ὡς σκοπό πρώτιστο τήν ἀποβολή, τήν μεταβολή καί τήν μεταστροφή τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι νά κάνωμε προσευχή καί νά κρατᾶμε τά χούγια μας, τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας. Αὐτό εἶναι μεγίστη πλάνη. Καί πολλές φορές, ἀπό τέτοιες προσευχές, ὅταν ἐπιμένωμε νά κρατᾶμε καί τά πάθη μας, καί μάλιστα ἐν συνειδήσει, ἀπό τήν προσευχή τελικά πολλές φορές, δέν ὁδηγούμαστε σέ σωστούς δρόμους. Καί, ἄν τό θέλετε, ὅταν ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἀδυναμίες καί τά πάθη, πού πολλές φορές δυστυχῶς ὑπάρχουν, ἄν δέν προσέξωμε, μπορεῖ νά πέσωμε ἀκόμη καί σέ πλάνη. Ὁ πρῶτος καρπός τῆς προσευχῆς εἶναι νά φωτισθοῦμε νά ἀποβάλλωμε αὐτές τίς ἀδυναμίες μας.
Μέ αὐτές λοιπόν τίς προϋποθέσεις, ἄς ἐξετάσωμε καί ἄς διερευνήσωμε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ πιό δραστική καί ταυτόχρονα ἡ πιό ἀποτελεσματική μέθοδος ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν.
Πρώτιστα, ὁ πρῶτος καί κύριος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Μέ τά χούγια του, τίς ἀδυναμίες του καί τά πάθη του, πού πολλές φορές, ὄχι μόνο ὅλα αὐτά δέν τά ἐντοπίζομε, ἀλλά τά θεωροῦμε καί γιά προτερήματα. Τί νά πρωτοαναφέρωμε... Ὅταν λέμε ''τόν στόλισα'', ''τήν στόλισα'', ''τούς ἔβαλα στήν θέσι τους'', ''τούς τἄψαλα'', ''τούς τακτοποίησα''.... Καί ἕνα σωρό ἀμέτρητα τέτοια πράγματα καί δραματικές καταστάσεις. Ἡ τραγωδία μας καί ἡ μεγίστη ἀδικία πού διαπράττομε κατά τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνομε, καί δέν κάνομε μία προσπάθεια, δυστυχῶς, νά καταλάβωμε, τήν ἐνοχή μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ.
Δεύτερος τώρα ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος, πού ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίει. Σάν λιοντάρι δηλαδή πού βρυχᾶται, μέ τήν πνευματική ἔννοια, ζητᾶ νά δῆ, μέχρι τελευταίας στιγμῆς καί πνοῆς, ποιόν θά καταφέρη νά κατασπαράξη. Ἐννοεῖται, πάντα πνευματικά. Ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ὅπως ἔχομε ξαναπῆ, μοιάζει, λίγο-πολύ, μέ τήν ψυχολογία ἑνός κακοῦ μαθητῆ. Ὁ ὁποῖος, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐπειδή ἔμεινε στήν ἴδια τάξι, ὄχι ἀπό κάποια ἀδυναμία ἤ κάποια ἄλλη δικαιολογία σωστή, ἀλλά ἀπό καθαρό πεῖσμα, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια. Ἀντί λοιπόν, νά κοιτάξη αὐτός ὁ κακός μαθητής, νά βελτιώση τήν θέσι του, δηλαδή νά κοιτάξη νά διαβάση καί νά περάση ἀξίως τήν τάξι του, ὅλως παραδόξως, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐν προκειμένῳ ὁ διάβολος, ἀγωνίζεται, ἀγωνιᾶ, εὐελπιστεῖ καί παρηγορεῖται προσπαθῶντας, εἰ δυνατόν, νά συμπαρασύρη καί τούς ὑπόλοιπους συμμαθητάς του, νά μείνουν καί ἐκεῖνοι στήν ἴδια τάξι. Ἔ, κάπως ἔτσι μοιάζει νά εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ἄν καί στό βάθος της, ἡ ψυχολογία τοῦ ἑωσφόρου καί τῆς συμμορίας του εἶναι ἀκατανόητη. Ἁπλῶς μέ ὅ,τι κάνει, ἐπιβαρύνει, ἔτι καί ἔτι, ἀκόμη περισσότερο, τήν θέσι του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Κριτοῦ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.
Καί ὁ τρίτος μεγάλος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος κατά τήν Γραφή κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, μέ ὅλες τίς ἐν γένει ἀντίθεες παραστάσεις τῆς καθημερινότητος. Καί ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ἕως τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, πάντα ὁ κόσμος θά πηγαίνη ἀπό τό κακό  στό χειρότερο. Ὅπου καί νά κοιτάξη κανείς, ὑπάρχει ἁμαρτία, ὑπάρχει τό κακό. Ἀκόμα καί στόν οὐρανό νά κοιτάξη κανείς, ὅπως μᾶς ἔλεγε κάποια ψυχή, ὑπάρχει περίπτωσις καί ἀπό ἐκεῖ νά μή δῆ καλό. Γιατί, κάποιος, λέγει, κοίταξε μιά φορά στόν οὐρανό καί ἔτυχε νά δῆ μία ἄσεμνη διαφήμισι, ἀπό ἕνα ἀεροπλάνο, τό ὁποῖο πετοῦσε χαμηλά καί κάτι διαφήμιζε. Εἶχε μία ἄσεμνη εἰκόνα, ἡ ὁποία ἐφαίνετο διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἀπό τήν γῆ. Παντοῦ δηλαδή κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία.
Καί στήν περίπτωσι αὐτή θά πῆ κάποιος, τί πρέπει νά κάνωμε; Πρέπει νά ἔχωμε φοβίες, νά κοιτᾶμε, ἤ χαμηλά, ἤ ψηλά; Ἄν καί ψηλά, ποτέ δέν εἴμαστε σίγουρα ἀσφαλεῖς. Ὄχι. Πρέπει νά ἔχωμε ἕνα σύστημα, ἐσωτερικό θά λέγαμε, ἕναν αὐτόματο πνευματικό μηχανισμό, πού ὅ,τι εἶναι σαβούρα, ὅ,τι δέν εἶναι καλό, νά μή τό δεχόμαστε μέσα μας, νά μή ἐντυπώνεται δηλαδή αὐτό εἰς τήν διάνοιά μας, γιατί ἄς μή γελοιόμαστε, δέν φταίει οὔτε τό μάτι, οὔτε ἡ ὅρασι, ἀλλά ''νοῦς ὁρᾶ καί νοῦς ἀκούει''. Δηλαδή ὅ,τι μᾶς ἐκκεντρίζει τόν νοῦ καί ἑστιάζει τήν προσοχή μας, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει κάποιο ἐσωτερικό δικό μας κίνητρο καί, ἐν προκειμένῳ, ὑπάρχει κάποιο δικό μας πάθος, τό ὁποῖο ἑστιάζεται σέ κάποιες εἰκόνες. Ἄν δέν ὑπῆρχε τό πάθος, θά βλέπαμε χωρίς νά βλέπαμε. Ὅπως μᾶς ἔλεγε καί ὁ π. Παΐσιος, ''πρέπει νά κοιτᾶμε ἀφηρημένα χωρίς νά εἴμαστε ἀφηρημένοι''. Δηλαδή νά μήν ἐντυπώνωνται αὐτές οἱ ἁμαρτωλές εἰκόνες μέσα εἰς τό εἶναι μας. Γιατί, ἄν ἀποκτήσωμε μία φοβία, ''μή ἐδῶ'', ''μή ἐκεῖ'', παθαίνομε  μεγαλύτερη ζημιά ἀπό τόν ἐχθρό.
Στό πρῶτο τμῆμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, παραδεχόμαστε τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν καί ἀντί ἠμῶν, στήν θέσι μας δηλαδή καί γιά χάρι μας, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τήν σχετική προφητεία τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Στόν Χριστό ὑπάρχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος. Γιατί, ἄν ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός, τότε, ὄχι μόνο δέν θά μποροῦσε νά μᾶς σώση, ἀλλά θά εἶχε καί ὁ ἴδιος πρῶτα ἀνάγκη προσωπικῆς του σωτηρίας. Ὁ Χριστός λοιπόν εἶναι Θεός. Εἶναι τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος θεληματικά πῆρε καί ἀνθρώπινη μορφή. Βέβαια, αὐτή ἡ Ἐνανθρώπησι ἔγινε μέ τήν ταυτόχρονη θέλησι τοῦ Πατρός. Ὁ Πατήρ ηὐδόκησε, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί μέ τήν συνεργεία ἐπίσης, τοῦ τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος.
Πρέπει νά χωνέψωμε, ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι οἱ ἐνδοτριαδολογικές ἤ ''ἐνδοοικογενειακές'' μεταξύ τους ἄχρονες, ἀΐδιες σχέσεις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἄλλο οἱ σωτηριολογικοί ρόλοι τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τί ρόλο δηλαδή ἔπαιξε γιά τήν σωτηρία μας, καί ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων καί τῆς κτίσεως, τό κάθε Πρόσωπο ξεχωριστά.
Ὅμως ὅλα αὐτά χρήζουν, ὅπως θά τό καταλαβαίνετε καί μόνοι σας,  ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν καί στήν φάσι αὐτή, νά μήν ἐπιμείνωμε γιά νά μή ξεφύγωμε ἀπό τό κύριό μας θέμα. Τό μόνο πού τώρα λέμε, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὑποτιμοῦμε, ἀγνοοῦμε τήν προσφορά τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει πλήρης ἄγνοια.
Τώρα, στό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, στό ''ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν'', παραδεχόμαστε τήν ἐνοχή μας, ἔστω καί ἄν δέν τήν καταλαβαίνωμε. Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά τό κάνωμε. Παραδεχόμενοι λοιπόν τήν ἐνοχή μας, ἐπικαλούμεθα τό θεῖο ἔλεος. Τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με, Κύριε'' καί τό ''σπλαγχνίσου με'', μέ τήν σειρά του, μεταφράζεται ποικιλλότροπα, σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔλεγε, συνέχεια, ''Κύριε, φώτισον τό σκότος μου''. Ἑρμηνεύεται λοιπόν σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ''ἐνίσχυσέ με, Κύριε'', ''θεράπευσέ με, Κύριε'', καί πρό πάντων, ''συγχώρεσέ με, Κύριε'', σέ κάθε στιγμή. περίστασι καί πειρασμό.
Ὄχι ὅμως ὅπως ἐγώ ὁ ἐμπαθής, πεπερασμένος ἄνθρωπος θέλω καί κρίνω. Ὄχι, τό ξαναλέμε, ὅπως κρίνομε ἐμεῖς, ἀλλά ὅπως θά ἔκρινε ἡ ἀλάνθαστη κρίσι τοῦ Θεοῦ,  ὅ,τι δηλαδή εἶναι γιά πνευματικό μας καί αἰώνιο συμφέρον. Γιατί; Ἄς μή κρυβόμαστε. Ἐμᾶς, μᾶς ἐνδιαφέρει νά περνᾶμε καλά, κυρίως σέ αὐτήν τήν ζωή. Τόν Θεό ὅμως, σάν καλός καί πάνσοφος Πατέρας πού εἶναι, δέν τόν ἐνδιαφέρει τόσο αὐτή ἡ πρόσκαιρη ζωή, ἀλλά τί τόν ἐνδιαφέρει; Ἡ κατά τό δυνατόν αἰωνία προσωπική μας βελτίστη πνευματική ἀποκατάστασις. Καί πολλές φορές, μᾶς συμβαίνει κάποια προσωπική, ἐπαγγελματική, ἤ οἰκογενειακή ἀποτυχία, ἤ, πολύ περισσότερο, μιά ἀρρώστεια, ἕνας θάνατος. Ὅσο φυσικά, καί ἄν τά προαναφερθέντα εἶναι ἀναμφισβήτητα πολύ ὀδυνηρά, κανείς δέν ἀντιλέγει, ὅμως, ἐάν ὅλα αὐτά τά ἀξιοποιήσωμε πνευματικά, ἀποτελοῦν σημαντικώτατο ψυχοσωτήριο, σωτηριολογικό μας προσωπικό παράγοντα. Ἄλλο θέμα βέβαια εἶναι τό ὅτι πολλές φορές, κάποιες δικές μας προσωπικές ἀτασθαλεῖες,  μέ ὀδυνηρές γιά μᾶς συνέπειες, καί ὑλικές, καί πνευματικές, ἀπό νοσηρή μας ψευτοευλάβεια καί ἀπό καμουφλαρισμένη διάθεσι αὐτοδικαιώσεως, εἴτε τό καταλαβαίνομε, εἴτε ὄχι, τίς ἀποδίδομε στόν Θεό, καί ὄχι στήν δική μας ἀστοχία. Αὐτό, παρακαλῶ, νά τό προσέξωμε πολύ. Τώρα ὅμως, ἄς μή τό ἀναλύσωμε ἄλλο. Κάνομε γκάφες καί λέμε: «Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι ἤθελε ἡ Παναγία...'', ἐνῶ ἐμεῖς δέν προσέχωμε τήν ὑγεία μας, τήν οἰκονομία μας, καί ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα.
Λέγοντας τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ζοῦμε τήν ὄντως μακαρία κατάστασι τῆς ταπεινώσεως. Πού, ἡ ταπείνωσις δέν εἶναι ὡραῖα λόγια, δέν εἶναι νά καθόμαστε εὐσεβίστηκα, σάν βρεγμένες γάτες, σάν κολῶνες ἤ ἀγάλματα, ἀφύσικα, ἀλλά εἶναι ἡ πιό ρεαλιστική κατάστασι καί, κατά τόν ἄγιο Μάξιμο, συνίσταται, ἁπαρτίζεται, ἡ ταπείνωσις, ἀπό μιά διπλῆ γνῶσι καί ἐπίγνωσι. Κατ᾽ ἀρχάς, συνίσταται στήν ἐπίγνωσι τῆς δυνάμεως καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα στήν συναίσθησι τῆς δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας. Ἀλλά, γιά νά γνωρίσωμε αὐτές τίς δύο ρεαλιστικώτατες πραγματικότητες καί καταστάσεις, πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε. Διαφορετικά, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἔξυπνοι, ἤ διαβασμένοι, τίποτε δέν μποροῦμε νά καταλάβωμε ἀπό αὐτά τά δύο.
Γιά παράδειγμα, πῶς μποροῦμε νά ἐννοήσωμε, νά γνωρίσωμε ἐμπειρικά, τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποκαλύψη, διά τῆς ἐμπειρίας, λίγο ἀπό τήν ἀμέτρητή Του δόξα; Καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πάνω στόν ἀγῶνα, ἐκ πείρας, ἐγνώρισαν τήν δύναμι, τήν λύσσα καί τήν μανία τοῦ σατανᾶ καί τῶν δαιμόνων, τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια καί ἀνεπάρκεια, ἀλλά καί τήν ταυτόχρονη λυτρωτική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, πού, τίς πιό πολλές φορές, συνωδεύετο μέ κάποια θεοπτία, θεοφάνεια, ἤ τέλος πάντων, καί μέ κάποια ἄμεση ἤ ἔμμεση θεία ἐπέμβασι. Πολλές φορές λέμε, πῶς φέρει τά πράγματα ὁ Θεός καί μᾶς σώζει ἀπό κάτι. Πού αὐτό σίγουρα, δέν εἶναι τυχαῖο.
Γι᾽ αὐτήν τήν προσευχή, ὄχι μόνο στίς δικές μας πονηρές ἡμέρες, ἀλλά καί παλαιότερα, μερικοί, ἀκόμη καί εὐσεβέστατοι ἄνθρωποι, ὑπεστήριζαν καί ὑποστηρίζουν, ὅτι δῆθεν δέν προορίζεται αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς λαϊκούς, ἀλλά μόνο γιά τούς μοναχούς, ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἦταν ἀπό τούς πιό ἔνθερμους ὑποστηρικτάς τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Βέβαια, τί θά πῆ ''ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς'', πού δυστυχῶς τόν ἀγνοοῦμε, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βέβαια νά μιλήσωμε περί αὐτοῦ.
Τοῦτο μόνο νά ἀναφέρωμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἔχει ἀφιερώσει τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γιατί τήν διδασκαλία του τήν θεωρεῖ σάν πρότυπο Ὀρθοδόξου γνησίας πνευματικότητος. Ἐνῶ δηλαδή τήν πρώτη Κυριακή ἑορτάζωμε τήν νίκη τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν συνεχείᾳ, τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλεται, διά μέσου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποιά δηλαδή εἶναι ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότης, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι βέβαια ἀπόρροια μιᾶς σωστῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἔτσι λοιπόν, στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅταν τόν ἄκουσε κάποιος ἄλλος ἐνάρετος, κατά τά ἄλλα, μοναχός, ὀνόματι Ἰώβ, ὅταν ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόσο πολύ νά προτείνη αὐτήν τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ σέ ὅλους ἀδιακρίτως, καί λαϊκούς καί μοναχούς,  ἐκεῖνος ὁ μοναχός ἀντέδρασε.  Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε ὅτι γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, καί ὅταν ἦταν στήν Σκήτη Βεροίας, ἀλλά καί  ὅταν εὑρίσκετο στό Ἅγιον ὄρος, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἄν καί εἶχε τόσα πολλά καθήκοντα, τά εἶχε ἀναθέσει, σέ ἄλλους ἱκανούς ἀνθρώπους, καί ὁ ἅγιος ἀπό τήν Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή, κατεγίνετο μέ τήν νοερά προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο τά Σαββατοκύριακα λειτουργοῦσε, κοινωνοῦσε καί τακτοποιοῦσε τίς λοιπές του ὑποθέσεις.
Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ ἐνάρετος κατά τά ἄλλα μοναχός Ἰώβ ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά προτείνη τήν εὐχή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ καί γιά τούς λαϊκούς, ἀντέδρασε καί, κατά κάποιον τρόπο, διεφώνησε. Ἔφερε ἀντίρρησι στόν ἅγιο Γρηγόριο. Ἐπειδή ὅμως, καί αὐτός ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς, τοῦ ἐνεφανίσθη, παρακαλῶ, ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε νά κάνη ὑπακοή στήν θέσι, στήν γνώμη, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό θέμα αὐτό, δηλαδή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο ἀπό αὐτό, πού εἶναι τό ἐλάχιστο βέβαια, ἀποδεικνύεται πόσο θεόσταλτη εἶναι αὐτή ἡ προσευχή.    
Ἀλλά, τί λέγω ἐγώ; Ἄλλωστε, καί αὐτός ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς λέγει τό γνωστό μας ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε''. Ἤ, ἀλλοῦ λέγει ''ἐγώ καθεύδω, ἀλλ᾽ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ''. Ἐνῶ ἐγώ κοιμᾶμαι, ἡ καρδιά μου μένει ἄγρυπνη, προσευχομένη.  Μέ αὐτά τά λόγια, τί συμπεραίνεται; Ὅτι πρέπει νά προσευχώμαστε ἀδιαλείπτως καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐφικτόν, καί ὅτι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν προσευχή δέν εἶναι ὑπερβολές, δέν εἶναι σχῆμα λόγου, ἀλλά εἶναι, ἀκατάληπτες μέν, ἀλλά μεγάλες πνευματικές πραγματικότητες, πού εἶναι ἐφικτές εἰς τόν ἄνθρωπον, κατόπιν βέβαια ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη πρῶτα τά ἀνθρώπινα, σέ ὅλους τούς τομεῖς  καί στόν τομέα αὐτόν.
Καί, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφέρει σχετικά, ὅτι εἶναι προτιμώτερη καί πιό ἀναγκαία ἡ προσευχή ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Οὔτε στιγμή δέν παύομε νά ἀναπνέωμε. Ἔτσι, οὔτε στιγμή δέν πρέπει νά παύωμε νά προσευχώμαστε. Καί, ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ κινήσεις, ὅλες μας οἱ ἐνέργειες, πρέπει νά εἶναι μία προσευχή.
Αὐτά δέν εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὡραῖα λόγια, ἀλλά εἶναι ἐντολές. Καί, στήν συνέχεια τῶν συνάξεών μας, πρῶτα θά ἀναφέρωμε ποιά εἶναι τά τρία κύρια στάδια τῆς προσευχῆς, ὅτι στήν ἀρχή δηλαδή πρέπει νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἴσα-ἴσα νά ἀκούη τό αὐτί τί λέγει τό στόμα, ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὕστερα, νά τήν λέμε νοερά, νά τήν κρατᾶμε μέ τόν νοῦ μας, καί τέλος, ἐάν ὁ Θεός εὐδοκήση, καί καρδιακά, δηλαδή μέ τήν πνευματική μας καρδιά, μέ ὅλο μας τό εἶναι. Στήν συνέχεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τῶν ὁμιλιῶν μας, θά ἐξηγήσωμε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά ἐπιτευχθοῦν αὐτές οἱ ἐντολές τῆς Ἐκκλησίας μας περί προσευχῆς, ὅπως τό ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε'', τό ''ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ'', εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''.
Νομίζω, ἀρκετά εἴπαμε γιά σήμερα. Ἄς σταματήσωμε τώρα κάπου ἐδῶ, καί ὅσον ἀφορᾶ γιά τό  θέμα τῶν ἐρωτήσεων, προτείνω γιά λόγους πρακτικούς, νά μᾶς τίς δίδετε, εἴτε προφορικῶς, εἴτε γραπτῶς.
Λοιπόν, αὐτά εἴχαμε νά ποῦμε τώρα, εἰς τήν ἀγάπη σας. Θά συνεχίσωμε, ὅπως πάντα, τό ἑπόμενο Σάββατο.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ανιέροι συναλλαγαί

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ανιέροι συναλλαγαί
ΑΝΙΕΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΑΙ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Η ΕΠΟΧΗ μας εἶναι δύσκολη. Ὑπάρχει σύγχυση φρενῶν καὶ δολιότητα πράξεων. Ἔχουν καταπέσει πιὰ οἱ ἠθικοὶ φραγμοὶ καὶ ὅλα ἐπιτρέπονται χάριν τοῦ οἰκονομικοῦ ὀφέλους. Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι ἔχουν τὸ ἴδιο σκεπτικό. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχουμε εἰσροὴ χρημάτων στὸν τόπο μας, στὴν ἐπιχείρησή μας καὶ στὸ σπίτι μας, θυσιάζουμε τὰ πάντα. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ χρῆμα, ἀπ᾽ ὅπου καὶ ἂν προέρχεται.Δυστυχῶς, στὸν πειρασμὸ αὐτὸ ἔχουν πέσει καὶ πολλοὶ Μητροπολίτες καὶ κληρικοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας,
ἀλλὰ καὶ Ἱερὲς Μονές, οἱ ὁποῖες ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὑπεράνω χρημάτων καὶ ἔχουν ὡς κύρια ἀποστολή τους τὰ πνευματικὰ κατορθώματα καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Πρέπει κάποια στιγμὴ νὰ ἀφυπνιστοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ βλέπουμε μὲ ἐπιφύλαξη τοὺς πλούσιους ἀνθρώπους, τοὺς διάφορους ὀργανισμοὺς ἀλλὰ καὶ τὰ κράτη, ποὺ προθυμοποιοῦνται νὰ μᾶς βοηθήσουν μὲ ἐντυπωσιακὰ ποσά. Νὰ βλέπουμε, νὰ πληροφορούμαστε καὶ νὰ διερωτώμαστε, γιατὶ μᾶς προσφέρουν; Σὲ τί ἀποβλέπουν; Τί θέλουν ὡς ἀνταλλάγματα; Γιατὶ ἕνας μασῶνος θέλει νὰ μᾶς βοηθήσει; Γιατὶ ἕνας ἑτερόδοξος προσφέρει σὲ κάποια Μητρόπολη; Τόσο μεγάλη ἀγάπη; Μήπως περιμένουν ἄλλα ὀφέλη; Μήπως μὲ τὶς προσφορὲς ἐξασφαλίζουν μελλοντικές μας ὑποχωρήσεις σὲ θέματα πίστεως, παραδόσεως; Ἀλήθεια, μπορεῖ σήμερα τὸ ἀναστηλωμένο καὶ ἀνακαινισμένο Ἅγιον Ὄρος νὰ ἀρνηθεῖ κάτι στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση; Τόσα ἑκατομμύρια ἔχουν δοθεῖ γιὰ τὴ διάσωσή του καὶ πῶς μποροῦν οἱ ἁγιορεῖτες νὰ μὴ συμφωνήσουν μὲ τὶς ὅποιες ἀποφάσεις της;
Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ κάτι στοὺς ποικίλους χορηγούς της; Ἀφοῦ χωρὶς πολλὴ σκέψη δέχεται ὅ,τι τῆς προσφέρουν, εἶναι φυσικὸ καὶ νὰ προσφέρει ὅ,τι τῆς ζητοῦν.Ἡ ἀνίερη συναλλαγὴ γιὰ τοὺς ὑπεύθυνους τῆς Ἐκκλησίας δὲν θεωρεῖται ἁμαρτία. Ἀντίθετα, θεωρεῖται εὐκαιρία, γιὰ νὰ πετύχουν αὐτὰ ποὺ διαφορετικὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ πετύχουν.Παίρνουν ὑλικὰ καὶ χάνουν πνευματικά, καθὼς ὑποχωροῦν καὶ σὲ θέματα πίστεως καὶ παραδόσεως. Ἔχει χαθεῖ πιὰ τὸ ὀρθόδοξο κριτήριο καὶ ἡ εὐαισθησία περὶ τὴν ἠθική.
Γιὰ πολλοὺς ἀξιωματούχους τῆς Ἐκκλησίας ἰσχύει τὸ «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα». Θὰ συμπλήρωνα καὶ τὶς προσφορὲς τῶν διαφόρων ἀντιχρίστων. Αὐτὸ σημαίνει πνευματικὴ πτώση. Καὶ ἂν ἕνας Ἀρχιεπίσκοπος, γιὰ παράδειγμα, δέχεται προσφορὲς ἀπὸ ἀντίχριστους, τί νὰ ποῦμε στὸ λαό; Μὲ ποιὸ σθένος θὰ τὸν ἐνημερώσουμε ὅτι μόνο οἱ καθαρὲς προσφορὲς πρέπει νὰ γίνονται δεκτές, προκειμένου νὰ ματαιώνονται τὰ σχέδια εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἐπιμελῶς καταστρώνουν οἱ διάφοροι ἑτερόδοξοι καὶ ἀλλόθρησκοι;
Ορθόδοξος Τύπος, 24/1/2014 και dtatsis.blogspot.gr

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό.

Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό.



Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό. Τι τεχνίτης είναι ο διάβολος! Φοβερό!
Αν δεν προσέξει κανείς την φαντασία του, ο πειρασμός μπορεί να εκμεταλλευτεί  ακόμη και ένα απλό, φυσικό, γεγονός και να τον πλανέσει. Στην Μονή Στομίου, όταν διάβαζα τον εσπερινό τον χειμώνα, άναβα την σόμπα. Οι γυναίκες που ανέβαιναν καμιά φορά στο μοναστήρι είχαν παρατηρήσει ότι η εικόνα της Παναγίας στο τέμπλο, την ώρα του εσπερινού, έκανε κρακ-κρακ-εγώ δεν το είχα προσέξει- και έλεγαν η μία στην άλλη: «Την ώρα που διαβάζει ο καλόγερος την εσπερινό, η εικόνα της Παναγίας κάνει κρακ-κρακ». Όταν το άκουσα, είπα: «Για να δω την εικόνα που κάνει κρακ-κρακ». Όχι ότι δεν πιστεύω σε θεία γεγονότα· πιστεύω ότι η Παναγία και παρουσιάζεται και μιλάει και την βλέπουν όσοι έχουν πνευματική κατάσταση, αλλά χρειάζεται προσοχή. Ανεβαίνω λοιπόν σε μια καρέκλα και κοιτάζω. Τι συνέβαινε; Η εικόνα ήταν παλιά και είχε τρέσα χωνευτά. Όταν άναβε η σόμπα, ζεσταινόταν το τρέσο και με την διαστολή έκανε κρακ-κρακ. Έβαλα ένα καρφάκι και σταμάτησε ο θόρυβος. Ύστερα ρώτησα τις γυναίκες: «Ακούτε τώρα τίποτε;». «Όχι», μου είπαν. «Ε, μη δίνετε σημασία», τις είπα. Θέλει προσοχή, γιατί, αν καλλιεργηθεί σιγά-σιγά η φαντασία, όλη η ζωή του ανθρώπου πάει χαμένη.
-Γέροντα, πως καταλαβαίνει κανείς αν ένα γεγονός είναι πράγματι από τον Θεό ή αν είναι από τον διάβολο;
-Φαίνεται αυτό. Αν δεν είναι από τον Θεό, του φέρνει ο διάβολος λογισμούς υπερήφανους. Ύστερα, όσα κάνει ο διάβολος είναι χοντρά· φθάνει σε βλάσφημα πράγματα. Είχε έρθει μια φορά στο Καλύβι ένας πλανεμένος και δαιμονισμένος. Του είπα μερικά πράγματα και τον βοήθησα. Ξέρετε τι μου είπε; «Πρώτη φορά τα ακούω αυτά! Ούτε στο Ευαγγέλιο δεν τα έχω διαβάσει!». Δηλαδή σαν να μου έλεγε: «Τα είπες καλύτερα  από τον Χριστό». Κατάλαβες τι κάνει ο διάβολος, για να σου φέρει υπερήφανο λογισμό; Πάντως, αν δεν καταλάβει ο άνθρωπος ότι τίποτε δεν μπορεί να κάνει με την δική του δύναμη, αλλά, ό,τι κάνει, το κάνει με την δύναμη του Χριστού, και χίλια δαιμόνια να βγάλει  από δαιμονισμένους, πάλι τίποτε δεν κάνει.
Γεροντας  Παισιος  ΛΟΓΟΙ  Γ ΄

-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ

-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ








Νοικοκυριὸ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας
Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Λόγοι Δ΄. Νοικοκυριὸ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας
-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ; Τί ἀναλογία δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑπάρχη ἀνάμεσα στὴν ἐργασία καὶ στὴν προσευχὴ;
-Οἱ γυναῖκες συνήθως δὲν ἔχουν μέτρο στὶς δουλειές τους. Θέλουν συνέχεια νὰ ἀνοίγουν δουλειὲς. Ἐνῶ ἔχουν πολλὴ καρδιά καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν πολὺ καλὸ νοικοκυριὸ στὴν ψυχή τους, ξοδεύουν τὴν καρδιὰ τους σὲ ἀσήμαντα πράγματα. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἔχουμε ἕνα ποτήρι μὲ ὡραῖα σχέδια, μὲ γραμμὲς κ.λ.π.
Καὶ ἄν δὲν εἶχε γραμμές, τὴν δουλειά του πάλι θὰ τὴν ἔκανε. Ἐκεῖνες ὅμως πᾶνε στὸ κατάστημα καὶ ἀρχίζουν: «Ὄχι, τὶς θέλω μέχρι ἐκεῖ τὶς γραμμές, ὄχι ἔτσι, ὄχι ἀλλιῶς». Καὶ ἄν ἔχη καὶ κανένα λουλούδι, ἔ, τότε εἶναι ποὺ σκιρτᾶ ἡ καρδιὰ!
Ἔτσι ἡ γυναίκα καταστρέφει ὅλη τὴν δυναμικότητά της. Σπάνια θὰ βρῆς κανένα ἄνδρα νὰ δώση προσοχὴ σὲ κάτι τέτοια. Καὶ ἄν ἕνα πορτατιφ λ.χ. εἶναι καφὲ ἤ μαῦρο, οὔτε ποὺ τὸ προσέχουν οἱ ἄνδρες.
Ἀλλὰ ἡ γυναίκα θέλει κὰτι ὄμορφο, χαίρεται, δίνει ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς της σὲ αὐτό, ἄλλο κομμάτι σὲ κάτι ἄλλο, ὁπότε τὶ μένει γιὰ τὸν Χριστό; Τὰ χασουμουρητὰ ἀπὸ τὴν κούρασή της στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἡ καρδιὰ τῆς γυναίκας ἀπὸ τὰ ὄμορφα, τόσο πλησιάζει τὸν Χριστό.
Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ δοθῆ στὸν Χριστό, τότε ἔχει μεγάλη δύναμη! Εἶδα μιὰ ψυχὴ αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ ἔχει ἀφεθῆ τελείως στὸν Θεό. Βλέπεις νὰ καίη μέσα της μιὰ γλυκειὰ φλόγα! Τὰ παίρνει ὅλα στὰ ζεστά. Ἦταν τελείως κοσμική, ἀλλὰ εἶχε καλὴ διάθεση καὶ κάποια στιγμὴ τινάχθηκε ἡ σπίθα μέσα της. Χρυσαφικά, λοῦσα, ὅλα τὰ πέταξε.

Τώρα ζῆ μὲ μιὰ ἁπλότητα! Ἀγωνίζεται, κάνει δουλειὰ πνευματική. Μὲ τί θυσία κινεῖται! Ζήλεψε τοὺς Ἁγίους μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Τί κομποσχοίνι, τί νηστεῖες κάνει, τί Ψαλτήρι διαβάζει!.... Φοβερό! Αὐτὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἄσκηση τώρα.
-Γέροντα, μιὰ μητέρα μοῦ εἶπε: «Εἶμαι ἀδύναμη σωματικὰ καὶ κουράζομαι πολὺ· οὔτε τὶς δουλειὲς προλαβαίνω νὰ κάνω, οὔτε χρόνος μοῦ
μένει γιὰ προσευχή».
-Νὰ ἁπλοποιήση τὴν ζωή της, γιὰ νὰ τῆς μένη χρόνος καὶ γιὰ προσευχή. Μὲ τὴν ἁπλότητα μιὰ μητέρα μπορεῖ νὰ κάνη πολλὴ προκοπή. Ἄν μιὰ μάνα ἔχει ἁπλοποιήσει τὴν ζωή της, ἀλλὰ κοπιάζει, γιατὶ ἔχει πολλὰ παιδιὰ, δικαιοῦται νὰ πῆ «κουράζομαι». Ἄν ὅμως χάνη τὸν χρόνο της κοιτάζοντας πῶς θὰ παρουσιάση τακτοποιημένο τὸ σπίτι της στοὺς ξένους, τότε τὶ νὰ πῆ κανείς;
Μερικὲς μητέρες, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα τακτοποιημένα στὸ σπίτι, περιορίζουν ἀσφυκτικὰ τὰ παιδάκια καὶ δὲν τὰ ἀφήνουν νὰ μετακινήσουν μιὰ καρέκλα ἤ ἕνα μαξιλάρι. Τοὺς ἐπιβάλλουν στρατιωτικὴ πειθαρχία, καὶ ἔτσι τὰ παιδιὰ, ἐνῶ γεννιοῦνται κανονικά, μεγαλώνουν δυστυχῶς βλαμμένα.
Ἕνας μυαλωμένος ἄνθρωπος, ἄν δῆ σὲ ἔνα σπίτι ποὺ ἔχει πολλὰ παιδιὰ ὅλα τὰ πράγματα στὴν θέση τους, θὰ βγάλη συμπέρασμα ὅτι ἡ τὰ παιδιὰ εἶναι βλαμμένα ἤ ἡ μάνα εἶνα βάρβαρη καὶ ἐπιβάλλει στρατιωτικὴ πειθαρχία.
Ὑπάρχει φόβος στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν, γι’ αὐτὸ πειθαρχοῦν. Μιὰ φορὰ εἶχα παέι σὲ ἕνα σπίτι μὲ πολλὰ παιδιά. Πόση χαρὰ μοῦ ἔδωσαν τὰ παιδάκια μὲ τὶς παιδικὲς ἀταξίες τους, ποὺ χαλοῦσαν τὴν κοσμικὴ τάξη-τὸ κάθε πράγμα στὴν θέση του. Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀταξία, ποὺ κουράζει πολὺ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο.
Παλιὰ δὲν ὑπῆρχαν πνευματικὰ βιβλία, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ μητέρες μὲ τὴν μελέτη. Τώρα ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ Πατερικά, ἕνα σωρὸ μεταφράσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ περισσότερες μητέρες ἤ ἀσχολοῦνται μὲ κάτι χαζὰ ἤ ἐργάζονται, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα.
Ἡ μάνα καλύτερα εἶναι νὰ ἀσχολῆται μὲ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, παρὰ νὰ καταπιάνεται σχολαστικὰ μὲ τὸ νοικοκυριό, μὲ τὰ ἄψυχα πράγματα. Νὰ τοὺς μιλάη γιὰ τὸν Χριστό, νὰ τοὺς διαβάζη βίους Ἁγίων.
Παράλληλα νὰ ἀσχολῆται καὶ μὲ τὸ ξεσκόνισμα τῆς ψυχῆς της, γιὰ νὰ λαμποκοπάη πνευματικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας θὰ βοηθήση ἀθόρυβα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν της. Ἔτσι καὶ τὰ παιδιά της θὰ ζοῦν χαρούμενα, καὶ ἐκείνη θὰ εἶναι εὐτυχισμένη, γιατὶ μέσα της θὰ ἔχη τὸν Χριστό. Ἄν ἡ μάνα δὲν εὐκαιρῆ οὔτε ἕνα «Τρισάγιο» νὰ πῆ, πῶς θὰ ἁγιασθοῦν τὰ παιδιά της;
-Καὶ ὅταν, Γέροντα, μιὰ μάνα ἔχη πολλὰ παιδιὰ καὶ πολλὲς δουλειές;
-Ὅταν κάνη τὶς δουλειὲς στὸ σπίτι, δὲν μπορεῖ συγχρόνως νὰ προσεύχεται; Ἐμένα ἡ μητέρα μου μοῦ ἔμαθε νὰ λέω τὴν εὐχή. Ὅταν σὰν παιδιὰ κάναμε καμμιὰ ἀταξία καὶ πήγαινε νά θυμώση, τὴν ἄκουγα ποὺ ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅταν ἔβαζε τὸ ψωμὶ στὸ φοῦρνο, ἔλεγε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας». Καὶ ὅταν ζύμωνε καὶ ὅταν μαγείρευε, πάλι ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἔτσι ἁγιαζόταν ἡ ἴδια, ἁγιαζόταν καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ φαγητὸ ποὺ ἔκανε, ἁγιάζοταν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸ ἔτρωγαν.
Πόσες μητέρες ποὺ εἶχαν ἅγια ζωὴ εἶχαν καὶ ἁγιασμένα παιδιὰ! Νά, ἡ μητέρα τοῦ Γέροντα Χατζη-Γεώργη. Ἀκόμη καὶ τὸ γάλα αὐτῆς τῆς εὐλογημένης μάνας, ποὺ θήλαζε ὁ Γαβριήλ –τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα τοῦ Γέροντα Χατζη-Γεώργη- ἦταν ἀσκητικό!
Εἶχε ἀποκτήσει δὺο παιδιὰ καὶ ὕστερα ζοῦσαν μὲ τὸν σύζυγό της ἐν παρθενίᾳ, ἀγαπημένοι σὰν ἀδέλφια.
Εἶχε ἀσκητικὸ πνεῦμα ἀπὸ μικρή, γιατί εἶχε ἀδελφὴ μοναχή, ἀσκήτρια, τὴν ὁποία ἐπισκεπτόταν καὶ ἀργότερα μὲ τὰ παιδιὰ της.
Ὁ πατέρας τοῦ Γαβριήλ ἦταν καὶ αὐτὸς εὐλαβὴς καὶ ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἐμπόριο, γι’ αὐτὸ τὸν περισσότερο καιρὸ τὸν περνοῦσε στὰ ταξίδια. Αὐτὸ ἔδινε τὴν εὐκαιρία στὴν μητέρα του νὰ ζῆ ἁπλὰ, νὰ μὴ «μεριμνᾷ καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά»14, νὰ τὸν παίρνη μαζί της καὶ νὰ ἀγρυπνῆ μὲ ἄλλες γυναῖκες πότε στὶς σπηλιὲς καὶ πότε στὰ ἐξωκλήσια. Γι’ αὐτὸ μετὰ ἔφθασε σὲ τέτοια μέτρα ἁγιότητος15..
Ἡ εὐλάβεια τῆς μητέρας ἔχει μεγάλη σημασία. Ἄν ἡ μητέρα ἔχη ταπείνωση, φόβο Θεοῦ, τὰ πράγματα μέσα στὸ σπίτι πᾶνε κανονικά. Γνωρίζω νέες μητέρες ποὺ λάπμπει τὸ πρόσωπό τους, ἄν καὶ δὲν ἔχουν ἀπὸ πουθενὰ βοήθεια. Ἀπὸ τὰ παιδιὰ καταλαβαίνω σὲ τὶ κατάσταση βρίσκονται οἱ μητέρες.

14.Βλ. Λουκ. 10,41.
15.Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου. Ὁ Γέρων Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης, «Ἱ. Ἡσυχ. Εὐαγγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 6η ἔκδ. 2001.
Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Λόγοι
Δ΄.

ΗΛΙΑΣ   ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   18 ΜΑι 2012 

EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA¨{ΓΕΡ. ΠΑΙΣΙΟΣ

EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA¨{ΓΕΡ. ΠΑΙΣΙΟΣ}






                                                                                          Μακαρία ερημική ζωή

                Ο Γέροντας ζήτησε ευλογία να μείνη μόνος στην έρημο. Εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, που αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την αγία Κορυφή, και απέχει λιγώτερο από μία ώρα από το Μοναστήρι.
Διακόσια μέτρα πιο πάνω βρίσκεται η σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και λίγο πιο πίσω είναι η Σκήτη που έμενε η αγία Επιστήμη με τις άλλες ασκήτριες. Άγια μέρη, ευλογημένα. Παρ όλη την αυχμηρότητά τους, εμπνέουν αυτά τα βράχια. Εκεί ψηλά λοιπόν, σαν αετός, έστησε ο Γέροντας την φωλιά του, έκανε μάλλον την πολεμίστρα του ο αετός του πνεύματος.

Πολύ κοντά, «ωσεί λίθου βολήν», στο ασκητήριο είχε μια μικρή πηγούλα. Μάζευε το 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Έλεγε ο Γέροντας: «Πήγαινα με ένα τενεκάκι να πάρω νερό, για να κάνω τσάι ή να βρέξω λίγο το μέτωπο, λέγοντας τους χαιρετισμούς με ευγνωμοσύνη και τα μάτια μου πλημμύριζαν από δάκρυα. «Θεέ μου,» έλεγα, «λίγο νερό να πίνω˙ δεν θέλω τίποτε άλλο». Τόσο πολύτιμο ήταν αυτό το λιγοστό νεράκι γι αυτόν που ήθελε να ζήση εκεί στην έρημο. Αλλά και αυτό ο Γέροντας το μοιραζόταν με τα άγρια ζώα και τα διψασμένα πουλιά της ερήμου.

-             Γέροντα, πως ζούσατε στο Σινά; τον ρώτησε κάποιος.
Απάντησε: «Η τροφή μου ήταν τσάι με παξιμάδι που το έκανα μόνος μου. Έκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) και τα ξέραινα στον ήλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, που έσπαζαν σαν τζάμι. Καμμιά φορά έβραζα και ρύζι στουμπισμένο μέσα σε ένα κονσερβοκούτι. Αυτό ήταν και μπρίκι και κατσαρόλα και πιάτο και ποτήρι. Αυτό το κονσερβοκούτι και ένα κουτάλι λίγο πιο μικρό από της σούπας ήταν όλο το νοικοκυριό μου.
»Ακόμη, είχα μια φανέλλα, που την φορούσα τη νύχτα για να αντιμετωπίζω το κρύο. Έπινα και ένα τσάι μαύρο, για να με βοηθά στην αγρυπνία, και έβαζα και μια κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, που αντιστοιχούσε με άλλη μια φανέλλα. (Δηλαδή οι θερμίδες που του έδινε η παραπανίσια ζάχαρη ήταν σαν να φορούσε ακόμη μια φανέλλα). Είχα και μια αλλαξιά χοντρά ρούχα, γιατί τη νύχτα έκανε πολύ κρύο. Δεν είχα ούτε φανάρι, ούτε φακό, παρά μόνο έναν αναπτήρα, για να βλέπω λίγο στο σκοτάδι, όταν βάδιζα σε κανένα πέτρινο μονοπάτι με σκαλοπάτια. Τον χρειαζόμουν επίσης για να ανάβω καμμιά φορά φωτιά με φρύγανα, για να κάνω κανένα ζεστό. Είχα και λίγες τσακμακόπετρες και ένα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό για τον αναπτήρα. Τίποτε άλλο.
»Μιά φορά φύτεψα και μια ρίζα ντομάτα, αλλά μετά με πείραξε ο λογισμός μου και την ξερρίζωσα, για να μην προκαλώ τους Βεδουίνους. Μού φαινόταν αταίριαστο, οι φτωχοί Βεδουίνοι να μην έχουν ντομάτες, και εγώ που ήμουν καλόγηρος να έχω, έστω και μια ρίζα.
»Τήν ημέρα έλεγα την ευχή και έκανα εργόχειρο. Ευχή και εργόχειρο. Αυτό ήταν το τυπικό μου. Τη νύχτα έκανα μερικές ώρες μετάνοιες, χωρίς να τις μετρώ. Ακολουθία δεν διάβαζα, την έκανα με κομποσχοίνι.
»Για να μη με ενοχλούν οι περίεργοι, έκανα με πράσινη λαδομπογιά νεκροκεφαλές (σήμα κινδύνου) στα βράχια. Μιά φορά ένας τουρίστας Γερμανός θέλησε να ανεβή επάνω. Νόμισε ότι είναι ναρκοπέδιο, αλλά επειδή φαίνεται ήξερε από τέτοια, πρόσεχε που πατούσε και κατώρθωσε να φθάση μέχρι επάνω. Εγώ τον παρακολουθούσα από ψηλά. Τον άφησα να πλησιάση, μετά μπήκα στην σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και τράβηξα ένα δεμάτι αγκάθια στην είσοδο. Έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να με βρή και γύρισε πίσω».
Απλοποίησε πολύ την ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όλες του τις δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Η έρημος ερημώνει τα πάθη. Όταν την σεβασθής και προσαρμοσθής προς την έρημο, σου δίνει να αισθανθής την παρηγοριά της», έλεγε αργότερα ο Γέροντας με νοσταλγία, εκφράζοντας με λίγες λέξεις την εμπειρία του από την Σιναϊτική έρημο.

                                                   
     Αγαπούσε ο Γέροντας να επισκέπτεται τόπους, όπου έζησαν ασκητές
                           τα μικρά ασκητικά σπήλαια. Αλλού σωζόταν μια μικρή στερνούλα, σε άλλα φαινόταν μαυρισμένος ο βράχος από την φωτιά που άναβαν κάπου-κάπου για να μαγειρεύουν. Τον ενέπνεαν και τον συγκινούσαν αυτά τα παλαιά ασκητήρια. Επισκέφθηκε και το ασκητήριο του αγίου Γεωργίου του Αρσελαίτου. Είναι μια πανέρημος κατάλληλη για αναχωρητές. Την Μεγάλη Σαρακοστή την πέρασε στο ασκητήριο του αγίου Στεφάνου, που αναφέρει και η Κλίμακα, κάτω από την αγία Κορυφή, με μεγάλη νηστεία, σχεδόν ασιτία. Είχε εκεί μόνο ένα τενεκεδάκι, για να βγάζη νερό από το πηγάδι που υπήρχε πιο κάτω, στον προφήτη Ηλία.
Είχε τυπικό να μη φοράη παπούτσια. Είχαν σχιστή οι φτέρνες του και έτρεχαν αίμα. Τα παπούτσια τα είχε στο ντορβά και τα φορούσε μόνο όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι ή συναντούσε κάποιον στον δρόμο. Για όποιον γνωρίζει τις συνθήκες της ερήμου, είναι πολύ οδυνηρό να βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στα βράχια ή στην άμμο. Την ημέρα καίνε τόσο πολύ, που οι Βεδουίνοι βάζουν αυγά στην άμμο και γίνονται μελάτα, ενώ τη νύχτα είναι τόσο κρύα τα βράχια, σαν να πατά κανείς πάνω σε πάγο.
Στο Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε δεκαπέντε ημέρες. Βοηθούσε στην ακολουθία και κοινωνούσε.

Λύει την ανομβρία
Όταν πρωτοπήγε στο Σινά είχε μεγάλη ανομβρία. Σε φυσιολογικές συνθήκες στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ αραιά. Τήν χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη νερού. Ένα καραβάνι ετοιμάσθηκε για να πάη να κουβαλήση νερό από μακρυά. Ο Γέροντας τους είπε: «Περιμένετε, μην πάτε απόψε». Τη νύχτα έκανε προσευχή και έβρεξε πολύ
.

Εργόχειρο κι ελεημοσύνες Το εργόχειρο του Γέροντα ήταν η ξυλογλυπτική. Ανέφερε ο ίδιος: «Έκανα σε ξύλο εικόνες σκαλιστές τον προφήτη Μωυσή να παίρνη τον Δεκάλογο. Τα ξύλα τα έκοβα μόνος μου. Πολλές φορές και τη νύχτα άνοιγα λίγο την πόρτα του Κελλιού και στο φως του φεγγαριού έλεγα την ευχή και γυαλοχάρτιζα και προετοίμαζα τα ξύλα. Για εργαλεία είχα μόνο δυό μαχαιράκια από ένα ψαλίδι Singer, που το έφερα από την Ελλάδα˙ το διέλυσα στα δύο, το ακόνισα και το έβαψα με λαδομπογιά πράσινη, για να μην αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και θαμπώνει τα μάτια μου.
»Τα εργόχειρα τα έδινα στο Μοναστήρι και τα πωλούσαν˙ γίνονταν ανάρπαστα από
τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνα τα έδινα σε γνωστούς ταξιτζήδες από το Κάιρο. Τούς έλεγα να ψωνίζουν ρούχα, καπελλάκια, μπισκότα, τρόφιμα κ. α. Μετά γέμιζα το σακκίδιο με ευλογίες και ρωτούσα που υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στις σκηνές τους, φώναζα πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζα τις ευλογίες.
Από την πολλή του αγάπη προς τα πλάσματα του Θεού ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του στην άκρη, κουραζόταν για να τους βοηθά, και δεν πήγε να προσκυνήση στα Ιεροσόλυμα, που τόσο επιθυμούσε, για να μη στερηθούν τα Βεδουϊνάκια τις ευλογίες του. Και αυτά καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη, που δεν είχε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, και τον υπεραγαπούσαν. Γινόταν σωστό πανηγύρι από την χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους
Αμπούνα Παίζι». (Στα Βεδουίνικα: πατήρ Παίσιος).
Αλλά και όταν τα Βεδουινάκια πήγαιναν στο ασκητήριό του με σκασμένα τα πόδια, επειδή περπατούσαν ξυπόλυτα, τους έβαζε κερί στα σχισίματα και τους έδινε και από ένα ζευγάρι σανδάλια. Σε άλλα μοίραζε καπελλάκια, για να μη τα ζαλίζη
«ο ήλιος, και ό,τι άλλο είχε.

«Ην εν τηΠαρουσιάζεται ο διάβολος και του λέγει:
- Πήδα κάτω, Παίσιε˙ σου υπόσχομαι, δεν θα πάθεις τίποτε.
Ο Γέροντας συνέχισε ατάραχος την ευχή και το εργόχειρό του. Δεν έδωσε σημασία στον διάβολο. Ο πειρασμός συνέχισε να τον παρακινή να πηδήση στον γκρεμό επαναλαμβάνοντας την ίδια υπόσχεση. Αυτό κράτησε μιάμιση ώρα περίπου.
Στο τέλος παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει στον γκρεμό λέγοντας στον διάβολο: - Άντε να σου αναπαύσω τον λογισμό σου.
Ο διάβολος, αφού απέτυχε να τον ρίξη στον γκρεμό, του λέγει δήθεν με θαυμασμό:
- Τέτοια απάντηση ούτε ο Χριστός δεν μου έδωσε. Εσύ καλύτερα απάντησες.
- Ο Χριστός είναι Θεός. Δεν είναι σαν και μένα τον καραγκιόζη. «Ύπαγε οπίσω μου σατανά
».
Και έτσι, με την ενοικούσα θεία χάρι, απέφυγε τον πρώτο πειρασμό να πηδήση στον γκρεμό, να τσακισθή στα βράχια˙ ακόμη απέφυγε και τον βαθύτερο γκρεμό της υπερηφανείας, να δεχθή τον έπαινο του διαβόλου, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τον Χριστό.

Εγκαταλείπει την γλυκειά έρημο
Ενώ ζούσε τέτοια ζωή και χαιρόταν που βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε από χρόνια, η υγεία του χειροτέρευε. πέφερε από πονοκεφάλους που οφείλονταν στην έλλειψη οξυγόνου λόγω του υψομέτρου.
Τελικά, όταν είδε να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την γλυκειά έρημο του Σινά και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ +ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙCAAK ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2004
BIOΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΣΕΛ 161,162,163 ,
                                                    <,Ηλιας Χαιντουτης  >21 Δεκ 2011
...

διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου

Η διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου



          Η  διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου

Του λόγου μου ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτόν μου, ίδα ότι όλες της εντολές του Κυρίου της παρέβην, όλες της αμαρτίες της έχω κάνη. Δεν έχει σημασία εάν, ορισμένες έχουν γίνη σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφριντικά, επειδή με έχει εβεργετίση πολύ ο Κύριος.
Εύχεσθε να με ελεήση ο Χριστός. Συνχωρέστε με, και συνχωρημένοι να είναι όσοι νομίζου...ν ότι με λύπησαν. Ευχαριστώ πολύ, και πάλη εύχεσθε.
Μοναχός Παΐσιος

Αυτό το ιδιόγραφο κείμενο του Γέροντα βρέθηκε αυτοτελές στο κελλί του «Παναγούδα», μετά την κοίμησή του. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 716-717

                                                                                     
You might also like:

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος



Φωτογραφία για 3508 - Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος

Ανακοίνωσις του Αρχιμ. Ιωσήφ,

Καθηγουμένου της Ι. Μ. Ξηροποτάμου,

στο διεθνές συμπόσιο «Το Άγιον Όρος χθες - σήμερα - αύριο»

της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,

Θεσσαλονίκη, 29 Οκτωβρίου - 1 Νοεμβρίου 1993.

Η μοναχική αναχώρησις

Οι Χριστιανοί που επέλεγαν τον δρόμο της χριστιανικής τελειότητος (παρθενίας, σωφροσύνης και ακτημοσύνης) μέσα στα πλαίσια της κοινοτικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας ωνομάστηκαν ασκητές, ενώ οι γυναίκες ασκήτριες ή παρθένες.

Οι πρώτοι ασκητές που βγήκαν από τις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου για να ζήσουν αρχικά στις παρυφές τους και αργότερα στην ακατοίκητη και απαράκλητη έρημο, ωνομάστηκαν αναχωρητές. Αν και ποτέ δεν έπαυσαν να υπάρχουν και οι εν τω κοσμω μεμονωμένοι ασκητές και ασκήτριες, (ιδιαίτερα κληρικοί και παρθένες), η ονομασία μοναχός καθιερώθηκε κυρίως για τους ασκητές της ερήμου, των αναχωρητικών λαυρών και των μαγάλων κοινοβίων. Η αναχώρησις, δηλ. η απομάκρυνσις από την ωργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία -με τις ανέσεις, τους πειρασμούς και τις δεσμεύσεις της- απετέλεσε ουσιώδες γνώρισμα του Ορθόδοξου μοναχισμού καθ' όλη την μακραίωνα ιστορία του. Ακόμη και στην περίπτωσι που η γεωγραφική απομάκρυνσις από τον κόσμο δεν ήταν μεγάλη, η διασφάλισις της πνευματικής αποστάσεως (ξενιτεία) και η αποφυγή των θορύβων και του περισπασμού (ησυχία) αποτέλεσαν βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξι του σκοπού της μοναχικής ζωής, που είναι η εσωτερική κάθαρσις από τα πάθη και η δια της προσευχής και της τηρήσεως των εντολών ένωσις με τον θεό.

Η αναχώρησις στο Άγιον Όρος σήμερα

Ένα τέτοιο τόπο αναχωρήσεως και ησυχίας απετέλεσε για τον Ορθόδοξο Μοναχισμό το Άγιον Όρος από τα τέλη του ενάτου αιώνος μέχρι σήμερα. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να υποστηριχθή ότι αυτό σήμερα αποτελεί και την μοναδική έρημο της Ορθοδοξίας, με την έννοια του γεωγραφικού χώρου του αφιερωμένου εξ ολοκλήρου στην μοναχική άσκησι, όπου αποκλείεται η εγκαταβίωσις λαϊκών και η είσοδος γυναικών και όπου ισχύει ειδικό καθεστώς μοναχικής αυτοδιοικήσεως βάσει πανάρχαιων κανόνων και τυπικών.

Πόσο εφικτή είναι όμως η αναχώρησις και η ησυχία στο Άγιον Όρος των δυσμών του 20ου αιώνος; Η ανάπτυξις των συγκοινωνιών και επικοινωνιών, το ογκούμενο ρεύμα των επισκεπτών, οι τεράστιες αναστηλωτικές ανάγκες, η υπογράμμισις της «πολιτιστικής» αξίας των αγιορειτικών μνημείων και κειμηλίων και η συνακόλουθη εξάρτησις από κοσμικούς φορείς εξουσίας, όχι πάντοτε αντιστοίχους εκείνων των Ορθοδόξων αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, έχουν φέρει τον «κόσμο» απειλητικά κοντά στο Άγιον Όρος, κάνοντας την αναχώρησι μια αρκετά πιο δύσκολη υπόθεσι από ό,τι ήταν μέχρι και το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνος.

Αν ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου του Αθωνίτη, Ιωάννη του Κουκουζέλη και Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν τελικά δυνατό να «κρυφτή» κανείς και να τηρήση την ανωνυμία του στο Άγιον Όρος, πόσο μάλλον δεν είναι δυνατό αυτό σήμερα, όταν με τις σύγχρονες τεχνικές ευκολίες η αλληλογραφία, τα τηλεφωνήματα και οι επισκέψεις των συγγενών και φίλων - τελευταία δε και οι κάμερες των τηλειπτικών καναλιών - εισβάλλουν και σ' αυτό ακόμη το κελλί του σημερινού επίδοξου αναχωρητή;

Όσον αφορά το ρεύμα των επισκεπτών γίνεται συνήθως η διάκρισις μεταξύ προσκυνητών και περιηγητών, ενώ σαφώς δεν κρύβεται μια κάποια προτίμησις για τους πρώτους. Όμως τόσο οι πρώτοι όσο και δεύτεροι βρίσκουν πιο εύκολα τον δρόμο για το Άγιον Όρος σήμερα, σε σημείο που, αν δεν ισχύσουν κάποια περιοριστικά μέτρα, να κινδυνεύη το Άγιον Όρος να πάθη σε πνευματικό επίπεδο κάτι αντίστοιχο με αυτό που παθαίνουν τα δάση, οι εξοχές και οι παραλίες, όταν τα κάνουμε αγνώριστα από το να συνωστιζώμαστε σ' αυτά κάθε λίγο, χωρίς να αφήνουμε το απαραίτητο περιθώριο για την ανανέωσί τους. Συνηθίζω να αναφέρω το παράδειγμα του κήπου με τα ευωδιαστά λουλούδια που ευφραίνει μεν τους επισκέπτες του - όταν αυτοί δεν υπερβαίνουν κάποιον ανώτατο αριθμό - αρχίζει όμως να καταστρέφεται, όταν αυτοί είναι τόσοι ώστε να συνωστίζονται και να καταπατούν τα φυτά και τα άνθη. Ισχύει λοιπόν και εδώ το λεγόμενο ότι «καταστρέφουμε εκείνον που αγαπούμε υπερβολικά».

Οι μοναχικές αδελφότητες και συνοδείες που ζουν μέσα σ' ένα συνεχές ρεύμα επισκεπτών, με ένα γενικό και συνεχή προσανατολισμό προς την φολιξενία και την συζήτησι - όσο πνευματική κι αν αυτή θέλη να είναι - αντιμετωπίζουν πολλά εσωτερικά πνευματικά προβλήματα, τα οποία μόλις τώρα αρχίζουμε να εκτιμούμε. Ο πρώτος εκείνος ενθουσιασμός για την πρόσφατη επάνδρωσι και κοινοβιοποίησι των αγιορείτικων μονών και η συναφής χαρά για τους πολλούς προσκυνητές που έρχονται να οικοδομηθούν από τους νέους Αγιορείτες υποχωρεί σήμερα μπροστά στην γενικώτερη περίσκεψι για το πως θα σταθεροποιηθή πνευματικά αυτή η νέα γενιά των μοναχών, με φανερή την έλλειψι της παρουσίας των «παλαιών» ανάμεσά της και μέσα σε συνθήκες σαφώς πιο αντίξοες, όσον αφορά τουλάχιστον την αναχώρησι και ησυχία.

Αν κατά τους Πατέρες ακόμη και η θέα των κοσμικών βλάπτει τον αρχάριο μοναχό, γιατί του θυμίζει όλα εκείνα που θέλει να ξεχάση και να αποτινάξη από την καρδιά του, τότε η καθημερινή παρουσία ανεξέλεγκτου αριθμού κοσμικών φιλοξενουμένων μέσα στα πλαίσια μιας μοναχικής αδελφότητος συνιστά πράγματι πρόβλημα ανανεώσεώς της. Από την άλλη μεριά κρίνεται ότι η ανάθεσις της φιλοξενίας των κοσμικών σε κοσμικούς εκτός του περιβόλου των Ιερών Σκηνωμάτων θα οδηγήσει σιγά-σιγά στην τουριστικοποίησι και εκκοσμίκευσι του Αγίου Όρους.

Αλλά και οι εργασίες αναστηλώσεως των μνημείων και συντηρήσεως των κειμηλίων απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητος των αδελφοτήτων και ιδιαίτερα των προεστώτων τους, με άμεσες συνέπειες την τακτική έξοδο των Αγιορειτών στον κόσμο για εξασφάλισι πόρων και τεχνογνωσίας και την συναφή όλο και μεγαλύτερη εξάρτησι της ζωής της αδελφότητος από κοσμικούς φορείς.

Εξ' άλλου οι αναστηλώσεις χρειάζονται υλικά, τα υλικά οχήματα και τα οχήματα δρόμους. Η τήρησις του μέτρου και της ισορροπίας στον τομέα αυτόν είναι πράγμα τόσο δύσκολο όσο και πολυσυζητημένο. Όμως οι δρόμοι φτάνουν όλο και πιο κοντά ακόμη και στα πιο απόμακρα ερημητήρια, ενώ μερικοί λαϊκοί που εισέρχονται με οχήματα μεταφέροντας κάποια υλικά δεν χάνουν την ευκαιρία και για έναν αυτοκινητιστικό γύρο του Αγίου Όρους, όσο κι αν αυτό συνεπάγεται πολλή σκόνη και ταρακούνημα.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε προσπάθεια των Αγιορειτών για την διατήρησι των στοιχειωδών συνθηκών αναχωρήσεως και ησυχίας στον Ιερό τους Τόπο έρχεται αντιμέτωπη με μια ποικιλία συμφερόντων, διεκδικήσεων και νοοτροπιών. Πόσο θα αντέξη η τελευταία αυτή μοναστική «έρημος» της Ορθοδοξίας σε μια μάχη που μάλλον χάθηκε για τα άλλα μοναστικά κέντρα της Παλαιστίνης, του Σινά, της Πάτμου και των Μετεώρων:

Αυτό ανθρωπίνως θα εξαρτηθή από την επιτυχία μιας πολυμέτωπης προσπάθειας στην οποία πρέπει να αποδυθούν οι σημερινοί Αγιορείτες, με κύριους άξονες:

α) την απώθησι των πάσης φύσεως κοσμικών αντιλήψεων και επιδιώξεων από τις τάξεις των ίδιων των μοναχών, έτσι ώστε να μην επιδεινώνονται εκ των έσω τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα, με την φιλόδοξη, φιλομέριμνη και άρα φιλόκοσμη στάσι των ίδιων των Αγιορειτών.

β) την διατήρησι και ομαλή λειτουργία του αρχαίου προνομιακού καθεστώτος αυτοδιοικήσεως του Αγίου Όρους, το οποίο, με την χιλιόχρονη ιστορία του και παρά τις ανθρώπινες ελλείψεις και ατέλειές του, αποτελεί - μετά Θεόν - την μοναδική εγγύηση για την αποτροπή κάθε έξωθεν επεμβάσεως, κάθε προσπάθειας χειραγωγήσεως μοναχών από τους μοναχούς, κάθε φιλόδοξου σχεδίου «αξιοποιήσεως», «εντάξεως» ή και «υποτάξεως» του Αγίου Όρους σε εφήμερες κοσμικές σκοπιμότητες και νοοτροπίες.

και γ) την διατήρησι και ενίσχυσι της οικονομικής αυτοτέλειας των αγιορείτικων μονών, διότι η υλική εξάρτησις αργά ή γρήγορα φέρνει και την πνευματική.

Ας προχωρήσουμε όμως και στο πρόβλημα της μαρτυρίας του Αγίου Όρους σήμερα.

Η μοναχική μαρτυρία

Ως γνωστόν, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο μέσα στην ζωή της Εκκλησίας. Η τελειότης της χριστιανικής ζωής, την οποία επιδιώκει και - κατά το μέτρο του αγώνος του - βιώνει ο μοναχός, γίνεται πρότυπο για τους αδελφούς τους που ζουν στον κόσμο και έτσι το παράδειγμά του και μόνο μαρτυρεί για την αλήθεια του Ευαγγελίου και το δυνατόν της τήρησεως ολοκλήρου του ευαγγελικού νόμου από τον άνθρωπο, αν αυτός δοθή ψυχή και σώματι στην αγάπη του Θεού. Αυτή είναι και η κύρια και πρωταρχική μαρτυρία του μοναχισμού στην Εκκλησία και στον κόσμο. Το ότι η αγιότης είναι κατορθωτή πιστοποιεί το ότι και η σωτηρία είναι αληθινή. Γι' αυτό και η Εκκλησία χωρίς μοναχισμό είναι κήρυγμα χωρίς τεκμήρια και διδασκαλία χωρίς πειστήρια.

Επειδή όμως ο μοναχισμός βιώνει την χριστιανική ζωή με μεγαλύτερη τελειότητα, έχει την δυνατότητα και να την υποδεικνύει με περισσότερη ακρίβεια. Έτσι η τεράστια και ανεκτίμητη συμβολή στην ορθή διατύπωση του δόγματος, στην διαμόρφωσι της λατρείας, στην διαποίμανσι και την ιεραποστολή, στην διάδοσι της ευαγγελικής ηθικής και της γνήσιας πνευματικότητος, εκπορεύονται μέσα από το ίδιο το βίωμά του και αποτελούν ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της αποστολής του.

Ήδη ο πρώτος αναχωρητής και Καθηγητής της Ερήμου, ο Μέγας Αντώνιος σηματοδότησε με το παράδειγμά του την κατοπινή πορεία του μοναχισμού, όταν έτρεχε στην πιο ψηλή θέση του αμφιθεάτρου, για να ενισχύση τους διωκόμενους μάρτυρες και να μαρτυρήση - αν το επέτρεπε ο Θεός - και ο ίδιος. Τον μιμήθηκε μια ολόκληρη χορεία πνευματοφόρων Οσίων και Ομολογητών από τους Αγίους Θεοδόσιο και Σάββα μέχρι τον Αγιορείτη Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους Κολλυβάδες, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους αγώνες της Εκκλησίας κατά του μονοφυσιτισμού, του μονοθελητισμού, της εικονομαχίας, της δυτικής νοησιαρχίας, της Ουνίας και τόσων άλλων επιβουλών κατά του ορθού δόγματος και της λογικής λατρείας της.

Αλλά και η σχεδόν αποκλειστική προτίμησις των μοναχών στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των ψυχών, από τα πρώτα κιόλας χρόνια που η Εκκλησία χρησομοποίησε αυτό το είδος της ποιμαντικής διακονίας, μαρτυρεί από μόνη της για την καθολική αναγνώρισι του μοναχισμού ως κατ' εξοχήν θεματοφύλακος του προφητικού χαρίσματος μέσα στην Εκκλησία.

Πόσο όμως είναι εφικτή η βίωσις αυτού του είδους της μοναχικής μαρτυρίας στο σημερινό Άγιον Όρος και ποιοί είναι οι παράγοντες που την επηρεάζουν;

Η μαρτυρία του Αγίου Όρους σήμερα

Η μαρτυρία της ζωής δίδεται επί τόπου στα κοινόβια, στα κελλιά και στις ερήμους και «μετα-δίδεται» από τους ευλαβείς προσκυνητές και τους θαυμαστές της συγγραφείς και δημοσιογράφους. Είναι ίσως κατώτερη από εκείνη που έδιδαν πολλοί μοναχοί περασμένων γενεών, αλλά πάντως εμπνέει τον κατά πολύ ασθενικώτερο Χριστιανό της εποχής μας. Ο μόνος εξωτερικός παράγων που θα μπορούσε να επηρεάση αρνητικά την λειτουργία της θα ήταν η στέρησις της ίδιας της δυνατότητος αναχωρήσεως από τον κόσμο και εν ησυχία βιώσεως της μοναχικής ζωής.

Η μαρτυρία του λόγου δίδεται με τον προφορικό και τον γραπτό λόγο, είτε συλλογικά, σε έκτακτες περιπτώσεις, από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, είτε προσωπικά, από τον μεμονωμένο Αγιορείτη που αισθάνεται να νομιμοποιήται για κάτι τέτοιο από τα πατροπαράδοτα μοναχικά θέσμια. Το αν όντως «έχει την ευλογία» να το κάνη, πιστεύω ότι καταδεικνύεται πάντοτε από το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της ενεργείας του, αν και αυτό παραμένη πάντοτε ένα εσωτερικό και πνευματικό ζήτημα για κάθε μοναχό και για κάθε αδελφότητα. Εν πάση περιπτώσει όμως, αυτού του είδους η αγιορειτική μαρτυρία αναμένεται να είναι αυθεντική μετάδοσις του ανόθευτου χριστιανικού κηρύγματος και γι' αυτό χαίρει μεγάλου κύρους στο πλήρωμα της Εκκλησίας.

Σαν εξωτερικοί παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται αυτή η μαρτυρία του λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν οι εξής:

α) Η λανθασμένη εντύπωσις ανταγωνισμού προς την εκκλησιαστική αυθεντία που δημιουργείται, όταν η γνώμη των Αγιορειτών προηγείται ή και διαφέρει από εκείνην των εν τω κόσμω ποιμένων και διδασκάλων, δημιουργεί σίγουρα κάποιες αναστολές στους Αγιορείτες, όταν πρόκειται για μια δημόσια ή και ιδιωτική τοποθέτησι σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία.

β) Ο σκεπτικισμός και η απροθυμία πολλών συγχρόνων ανθρώπων στο να δεχθούν το απόλυτο και ακραιφνές ευαγγελικό μήνυμα, το οποίο εκφράζει συνήθως ο μοναχισμός, και η ολέθρια εισβολή του σχετικισμού και ενός πρωτοφανούς συγκρητισμού στον χώρο του θρησκευτικού «πιστεύω» κάνει τους Αγιορείτες αρκετά επιλεκτικούς, οσον αφορά το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

γ) Η λόγω αναστηλωτικών αναγκών αυξανόμενη εξάρτησις των αγιορειτικών μονών από την κοσμική εξουσία, με την οποία όμως υπάρχει σαφής αντιπαράθεσις όπως η αποχριστιάνισις του κράτους, η περί αιρέσεων νομοθεσία, το οικογενειακό δίκαιο, οι αμβλώσεις, οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες κ.λ.π., δημιουργεί αναμφισβήτητα εσωτερικές συγκρούσεις και προβλήματα.

Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι σημερινοί Αγιορείτες ηγούμενοι και πνευματικοί πατέρες καλούνται και προκαλούνται πολύ πιο συχνά να τοποθετηθούν ιδιωτικά και δημόσια σε επίκαιρα θέματα, κάτι που κάνει τον ρόλο τους πολύ δυσκολώτερο από ότι σε προηγούμενες εποχές. Το πλησίασμα όμως του «κόσμου» και η ελάττωσις της ησυχίας μπορεί να επηρεάση αρνητικά την ποιότητα και αυθεντικότητα της σημερινής αγιορειτικής μοναχικής μαρτυρίας, είτε αυτή δίδεται με την ζωή είτε με τον λόγο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθή ότι η γνησιότης και η δύναμις της μοναχικής μαρτυρίας είναι ευθέως ανάλογη με την δυνατότητα βιώσεως της μοναχικής αναχωρήσεως κάτι που - δόξα τω Θεώ - εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος και είθε ο Θεός να μην επιτρέψη ποτέ να χαθή.

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους

Αρχιμανδρίτης Ιωσήφ