Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός. Ομολογία και Απολογία δι' απόκρουσιν συκοφαντιών

 

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός. Ομολογία και Απολογία δι' απόκρουσιν συκοφαντιών
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ∆Ι’ ΑΠΟΚΡΟΥΣΙΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΩΝ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ
Ἀφορµὴ στὴ σύνταξη τοῦ παρόντος σηµειώµατος µοῦ ἔδωσε τὸ βαρυσήµαντο ἄρθρο τοῦ ἀγαπητοῦ Συναδέλφου π. Βασιλείου Βολουδάκη, στὸ φ. 2112/ 8.4.2016 τοῦ Ο.Τ. µὲ τὸν τίτλο «Ὁ Παναγιώτατος ἐτόλµησε νὰ ζητήση ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰς «Νέας Χώρας»». Στὸ κείµενο αὐτό, διακρινόµενο γιὰ τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ εὐστοχία του, ὁ π. Βασίλειος σηµειώνει: «Ἐγκυρότατες πληροφορίες ποὺ περιῆλθαν εἰς γνῶσιν µου ἀπὸ κορυφαίους παράγοντες τῆς Πατρίδας µας, ἀποκαλύπτουν ὅτι ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολοµαῖος προέβη εἰς πρωτοφανῆ, ἀποτρόπαιον, ἀντιεκκλησιαστικὴν καὶ ἀντεθνικὴν ἐνέργειαν. Ἐκορύφωσε τὶς ἐπιδιώξεις του διὰ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τῶν «Νέων Χωρῶν» (κακῶς, βεβαίως, ἀποκαλουµένων τοιουτοτρόπως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν Μητροπόλεων τῆς ἑνιαίας Πατρίδος µας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Βορείου Ἑλλάδος), ζητώντας ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση τὴν ἐπανυπαγωγὴ τῶν «Νέων Χωρῶν» εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως». 
Ὀρθότατα, ἐπίσης, ὁ π. Βασίλειος, γιὰ τὴν στήριξη τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, κανονικῶς καὶ ἱστορικῶς, ἐπικαλεῖται τὸν Συνοδικὸν Τόµον τοῦ 1850, ποὺ ὁρίζει τὴν αὐτοκεφαλία µας ὡς ἑξῆς: «... ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀρχηγόν ἔχουσα καί κεφαλήν, ὡς καί πᾶσα ἡ Καθολική καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία (π. Γ.∆.Μ.: ἄρα ἀποκλείεται ὀρθοδόξως κάθε «παπικὸς πρῶτος») τὸν Κύριον καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα ἡµῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχη τοῦ λοιποῦ κανονικῶς αὐτοκέφαλος... ἐπιγινώσκοµεν αὐτὴν καὶ ἀνακηρύσσοµεν πνευµατικὴν ἡµῶν ἀδελφὴν (π. Γ.∆.Μ. ὄχι θυγατέρα).. καὶ ὡς τοιαύτην τοῦ λοιποῦ ἀναγνωρίζεσθαι καὶ µνηµονεύεσθαι τῷ ὀνόµατι «Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», δαψιλεύοµεν δὲ αὐτῇ καὶ πάσας τὰς προνοµίας καὶ πάντα τὰ κυριαρχικά δικαιώµατα, τὰ τῇ ἀνωτάτῃ Ἐκκλησιαστικῇ ἀρχῇ παροµαρτοῦντα...». Γιὰ τὴν ἱστορία σηµειώνουµε, ὅτι συντάκτης τοῦ κειµένου αὐτοῦ ὑπῆρξε ὁ ληξουριώτης τιτουλάριος Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως (τῆς Καρίας) καὶ πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (1844 - 1864), ὁ ὀρθοδοξότατος Κωνσταντῖνος Τυπάλδος - Ἰακωβάτος (1795 - 1867), ὡς γραµµατεὺς τῆς Συνόδου ἐκείνης. 
Παρὰ τὸν φόβον τοῦ ἀειµνήστου π. Μάρκου Μανώλη, ὅπως καταγράφεται στὸ κείµενο τοῦ π. Βασιλείου, ὅτι «θὰ µείνει µόνος», οὐδέποτε ἔµεινε πράγµατι «µόνος», διότι τὰ παραπάνω ἐπαναλαµβάνουν συνεχῶς συγγράφοντες ἢ ἀρθρογραφοῦντες ὅσοι ἔχουν ἀσχοληθεῖ ἐρευνητικὰ µὲ τὸ ζήτηµα αὐτό. Τὰ γνωρίζουν δὲ καλῶς καὶ ὅσοι διὰ λόγους ταπεινῶν συµφερόντων τὰ συγκαλύπτουν, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. Εὐτυχῶς ὅµως ὁ νῦν σεβαστὸς Προκαθήµενος τῆς Ἐκκλησίας µας κ. Ἱερώνυµος καὶ καλὰ «γράµµατα» γνωρίζει καὶ τὸ σθένος ἔχει, παρὰ τὸν παραπλανητικὸν σὲ πολλοὺς ἤπιον χαρακτήρα του, νὰ προστατεύσει τὰ δίκαια (θεολογικά, ἱστορικά, ἐκκλησιαστικά, κανονικά, ἀλλὰ καὶ ἐθνικά) τῆς ἐν Ἑλλάδι Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας χάριτι Θεοῦ προΐσταται. 
Ὁ κύριος ὅµως σκοπὸς τοῦ κειµένου µου αὐτοῦ εἶναι, πέρα ἀπὸ τὴν ἐκτεθεῖσα ἤδη ὁµολογία, νὰ καταθέσω καὶ µία ἀναγκαία ἀπολογία, ὄχι µόνο γιὰ τὴν δικαίωσή µου, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὴν ἀπόκρουση µιᾶς θλιβερῆς ἐναντίον µου συκοφαντίας. 
Μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ µας ἔχω γράψει περισσότερες ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες σελίδες ὑπὲρ τοῦ Οἰκουµενικοῦ µας Πατριαρχείου, ὑποστηρίζοντας τὰ ἱστορικὰ καὶ κανονικὰ δίκαιά του στὸν χῶρο τῆς εὐρύτερης Ὀρθοδοξίας, ἢ ἱστορώντας τὴν πρώτην εἰκοσαετίαν τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης, µαζὶ µὲ τὴν Πρεσβυτέρα µου Βαρβάρα. Ὁ θεσµὸς τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου πρέπει ἀτελευτήτως νὰ στηρίζεται καὶ ἐνισχύεται, ἔστω καὶ ἂν µᾶς λυποῦν ἐνίοτε τὰ Πρόσωπά του. Ἄλλωστε, τὸ 1991 σὲ ἐπίσηµη ἐκδήλωση τῆς Σχολῆς µας πρός τιµήν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς κύριος ὁµιλητής, ἐτόνισα ὅτι, ἀπὸ τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως «πέρασαν» ὄχι µόνον οἱ ἅγιοι Πατέρες Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ Ἰ. Χρυσόστοµος, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὶ καὶ κακόδοξοι, ὅπως ὁ Νεστόριος καὶ ὁ Ἰ. Βέκκος... 
Λαµβάνοντας ἀφορµὴ ἀπὸ ὅσα ἔχω γράψει γιὰ τὸν θεσµὸ τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου κάποιοι, ὀλιγότερο ἢ περισσότερο «ἐπίσηµοι», ἀγνοοῦντες τὰ κείµενά µου ἢ καὶ τὴν ἱστορία µας καὶ θέλοντας κυρίως νὰ µὲ δυσφηµήσουν, ὑποστηρίζουν ἀθεµελιώτως καὶ συκοφαντικῶς, ὅτι προπαγανδίζω τὴν ἐπανυπαγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν πρὸ τῆς αὐτοκεφαλίας «Μητέρα (της) Ἐκκλησία» καὶ σήµερα κατὰ τὸν Συνοδικὸ Τόµο «Ἀδελφή» της, µὲ τὴν ἄρση τοῦ αὐτοκεφάλου... 
∆ιακηρύσσω, λοιπόν, καθαρὰ καὶ ἐνσυνείδητα, ὅτι ἂν ἡ ἐπιβολὴ (βαυαρικῶς καὶ φαρµακιδικῶς, δηλ. κοραϊκῶς) τοῦ αὐτοκεφάλου τὸ 1833 ἦταν καταστροφὴ στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους µας, µεγαλυτέρα καταστροφὴ - ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐθνικὴ - θὰ εἶναι ἡ - ὅ µὴ γένοιτο, Χριστέ µου - ἄρση σήµερα τοῦ αὐτοκεφάλου µας καὶ ἐπανυπαγωγή µας στὸν Οἰκουµενικὸ Θρόνο
Εὐχαριστῶ τὸν ἀγαπητό µου π. Βασίλειο γιὰ τὴν εὐκαιρία, πού µοῦ προσέφερε µὲ τὸ ἄρθρον του καὶ τὸν συγχαίρω γιὰ ὅσα ἔχει γράψει, ἐπίσης, γιὰ τὴν Πατριαρχικὴ Πράξη τοῦ 1928. Ἂν ὁ Θεὸς ἐπιτρέψει, θὰ ἐπανέλθω, γράφοντας γιὰ τὸ πολιτικὸ ὑπόβαθρο τῆς Πράξεως αὐτῆς, ποὺ κατ᾽ οὐδένα τρόπο µπορεῖ νὰ ἀνατρέψει τὸν Τόµο τῆς Αὐτοκεφαλίας µας (1850).

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

 



Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως
Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως
 
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
 
Εκ του βιβλίου
Η ΟΔΟΣ
κείμενα εισαγωγικά στην Ορθοδοξία
(κάντε κλικ πάνω στην φωτογραφία για να το δείτε)
Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς: Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α’Κορ. 15, 53).
 
α) Η Πίστη
 
Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
 
Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
 
Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
 
Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
 
Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευση τῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
 
Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη - πιστότητα - βεβαιότητα (trust – faithfulness - certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 
β) Ἡ «πρώτη» πίστη - ἡ «ἁπλὴ» πίστη - ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»
 
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
 
Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
 
Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι’-ια’ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.
γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.
Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:
Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C - 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:
Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).
Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».
Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».
Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).
Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Συμπερασματικές επισημάνσεις
1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.
2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.
3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.
4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;
5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.
6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

από το βιβλίο
Η ΟΔΟΣ. ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Η Λατρεία της Ορθοδοξίας (Β)Η Λατρεία της Ορθοδοξίας (Β)

 



Η Λατρεία της Ορθοδοξίας (Β)
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

π. Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
H Χριστιανική Λατρεία
O Χριστιανισμός, ως Εκκλησία του Χρίστου, εκ­φράστηκε από την ίδρυση του, την ήμερα της Πεντη­κοστής, όχι μόνο ως διδασκαλία, αλλά και ως λα­τρεία, που κατέλαβε κεντρική θέση στη ζωή του. Η λατρεία αποδείχτηκε όχι μόνο ο τρόπος, που η Εκ­κλησία εξέφρασε τον βαθύτερο εαυτό της, αλλά και ως το κατ' εξοχήν μέσο διαμόρφωσης της πίστης και όλης συνολικά της ζωής της. Χωρίς να εξαντλείται στη λατρεία η ζωή της Εκκλησίας, μεταμορφώνεται ολόκληρη σε λατρεία του Τριαδικού Θεού, ως απόλυ­του κέντρου και κεφαλής της.

Η εκκλησιαστική λατρεία είναι κατανοητή μόνο εν Χριστώ, στον όποιο γίνεται γνωστός ο Θεός (Ίω. 1, 18). Η πίστη στον Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα, προηγείται της λατρείας Του. Ο Χριστός είναι αυτός, που διαφοροποιεί τη χριστιανική από κάθε άλλη λα­τρεία. Ο χριστοκεντρικός χαρατήρας της εκκλησια­στικής λατρείας τη διαχώρισε ριζικά όχι μόνο από την εθνική, αλλά και από την ιουδαϊκή λατρεία (βλ. Εβρ. κεφ. 9). Τα οποιαδήποτε εθνικά η ιουδαϊκά τελε­τουργικά στοιχεία, που προσέλαβε η Εκκλησία, είναι δευτερεύοντα και περιφερειακά και δεν αλλοιώνουν τη λατρεία της.

Ουσιαστικό στοιχείο της χριστιανικής λατρείας είναι η εσωτερικότητα η καρδιακή ευχαριστία και δοξολογία του Θεού για τις δωρεές Του. Γι' αυτό η χριστιανική λατρεία θεμελιώνεται στα όσα έπραξε ο Θεός για τον άνθρωπο και οχι στο τι μπορεί ο άνθρω­πος να πράξει, για να ευχαριστήσει τον Θεό και να Τον εξευμενίσει. Σκοπός της δεν είναι μία θρησκευτι­κή τελετουργία, αλλά η μέσω αυτής φανέρωση της Εκκλησίας ως «σώματος Χρίστου». Ο μόνος και α­ληθινός λειτουργός της Εκκλησίας είναι ο Ίησους Χριστός (Έβρ. 8, 2), ο όποιος στο πρόσωπο Του εισά­γει στην ιστορία ένα άλλο είδος ίερωσύνης. Οι όροι «ιερεύς», «θυσία», «ιερωσύνη» στην Προς Εβραίους επιστολή, το πρώτο λειτουργιολογικό κείμενο της Εκκλησίας, συνδέονται αποκλειστικά με τον Χριστό, τον μόνο αυθεντικό Αρχιερέα, που προσέφερε και προσφέρει την τέλεια θυσία, δηλαδή τον εαυτό Του. Η θυσία Του στη λατρεία της Εκκλησίας είναι αναί­μακτη και πνευματική και ο Χριστός, τελικά, είναι «ό προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος» τη θυσία. Οι ιερείς της Εκκλησίας δεν θυσιάζουν, ό­πως στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, άλλά «δανείζουν» τη γλώσσα και τα χέρια τους στον Χρι­στό, για να τελέσει Αυτός τα πάντα (ι. Χρυσόστομος). Όλοι οι πιστοί, με το βάπτισμα και το χρίσμα τους, μετέχουν στην ιερωσύνη του Χρίστου, «παριστώντες τα σώματα αυτών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, εύάρεστον τω Θεώ»(Ρωμ. 12, 1).

Η Λατρεία της Εκκλησίας συνιστά αποκάλυψη του τριπλου μυστηρίου της ζωής: του μυστηρίου του Θεού, του μυστηρίου του άνθρωπου και του μυστη­ρίου της κτίσεως, καθώς και της μεταξύ τους σχέσης. Στην Ορθόδοξη Λατρεία συντελείται η βίωση του νέ­ου «καιρού», που έχει «εισβάλει» στην ιστορία με την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού και προσφέρει τη δυνατότητα νίκης μας πάνω στην αμαρτία, στη φθορά και στο θάνατο. Ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη τάσ­σεται υπό την εξουσία του Χρίστου και δοξάζει τον Τριαδικό Θεό, όπως Τον δοξάζουν στον ουρανό οι αγ­γελικές Δυνάμεις (Ήσ. 6, 1 έ.).

Στη χριστιανική λατρεία πραγματοποιείται μιία δι­πλή κίνηση: του άνθρωπου προς τον Θεό, που δέχεται την ευχαριστία και δοξολογία μας, και του Θεού προς τον άνθρωπο, που αγιάζεται από τη θεική Χάρη. Εί­ναι ένας διάλογος μεταξύ Πλάστη και πλάσματος, συ­νάντηση του άνθρωπου με τον «Αληθινόν» (Α' Ίω. 5, 20), προσφορά της ύπαρξης στην πηγή της, κατά τον λειτουργικό λόγο: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο πι­στός ευχαριστεί τον Θεό για τη σωτηρία του και τις συνεχείς δωρεές του Θεού, «ύπερεκπερισσου ων αιτούμεθα». Προσφέρει στον Θεό «άρτον και οίνον» και λαμβάνει σώμα και αίμα Χριστού προσφέρει θυ­μίαμα και δέχεται άκτιστη Χάρη. Η λατρεία της Εκ­κλησίας δεν προσφέρεται στον Θεό, διότι ο Θεός την έχει ανάγκη, αλλά για τον ίδιο τον άνθρωπο, που δέ­χεται πολύ περισσότερα και σημαντικότερα από τα ό­σα προσφέρει.

Η λατρεία τότε είναι εκκλησιαστική, όταν διατη­ρεί τον υπερκόσμιο και πνευματικό της χαρακτήρα και ελευθερώνει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον στην τέλεια γνώση («επίγνωση») του Θεού (Έφεσ. 4, 13. 'Αποκ. 4, 10' 5, 6 κ.λπ.). Σκοπός της όμως δεν είναι να κατεβάσει τον ουρανό στη γή, αλλά να ανεβάσει στον ουρανό τον άνθρωπο και τον κόσμο. Δίνει τη δυνατό­τητα στον άνθρωπο και όλη την κτίση να «βαπτιστοΰν» να πεθάνουν και να αναστηθούν μέσα στη θεία Χάρη.
2. Λειτουργική Τάξη και Ιστορική Εξέλιξη
Η εκκλησιαστική λατρεία έχει την τάξη της, σύ­νολο δηλαδή τελετουργικών κανόνων, που τη διέ­πουν. «Τυπικόν» ονομάζεται το ειδικό λειτουργικό βι­βλίο, πού προσφέρει το διάγραμμα και τη δομή της λατρείας της Εκκλησίας, καθώς όρισαν οι άγιοι Πα­τέρες στο πέρασμα των αιώνων. Με την καθιερωμένη «τάξη» και τη λειτουργική ενότητα περιφρουρείται το ορθόδοξο φρόνημα, παρόλες τις περιπτωσιακές ανα­προσαρμογές και τοπικές ιδιαιτερότητες, τις φυσιολο­γικές δηλαδή εξελίξεις, που σημειώθηκαν στο παρελ­θόν, εμπλουτίζοντας τη λειτουργική πράξη, απο­κρούοντας διάφορες κακοδοξίες και καταπολεμώντας τις αιρέσεις. Η ανάπτυξη όμως της εκκλησιαστικής λατρείας έγινε οργανικά, με εσωτερική τάξη και συ­νοχή, χωρίς να διασπάται η ενότητα της. Τα νέα στοι­χεία μοιάζουν με κλαδιά ενός δένδρου, που απλώνον­ται χωρίς να εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη του. "Έτσι και στην Ορθοδοξία οι μεν σλαβόφωνες Εκκλη­σίες ακολουθούν την τάξη της «Ιεράς Μονής των Ιε­ροσολύμων» (του άγιου Σάββα), ενω οι ελληνόφωνες στηρίζονται, κατά κανόνα, στηνν τάξη της Μεγάλης του Χρίστου Εκκλησίας (Κωνσταντινουπόλεως), της Ιεράς Μονής Στουδίου. Η διαφορά αυτή στην τάξη δεν καταλύει την ενότητα της ορθόδοξης λατρείας. Η λειτουργική δομή είναι συγκεκριμένη και κοινή, ό­πως διαπιστώνεται στην τέλεση μιας διορθόδοξης Θείας Λειτουργίας.

Ήδη στη χριστιανική αρχαιότητα είχαν προκύ­ψει διάφοροι λειτουργικοί τύποι (της Ανατολής: αλε­ξανδρινός, αντιοχειανός η συριακός και βυζαντινός της Δύσεως: αφρικανικός, ρωμαϊκός, παλαιοισπανικός η μοζαραβικός, αμβροσιανός, παλαιογαλλικός, κελτικός κ.λπ.). Η απόκρουση των αιρέσεων, που α­νέκυψαν στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, συνέ­βαλε στην εμφάνιση των τοπικών διαφορών, μέσα σ' ένα πνεύμα ελευθερίας. Γι' αυτό οι λειτουργικοί τύποι βοηθούν στη διαπίστωση και διακρίβωση της λει­τουργικής εξέλιξης των τοπικών Εκκλησιών, αλλά και των αλληλεπιδράσεων τους στο πλαίσιο της ενό­τητας της ορθόδοξης πίστης.
Σταθμό στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής λατρείας αποτέλεσε η εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, με τον εγκαινιασμό της Κωνσταντινούπολης-Νέας Ρώμης (το 330), που άνοιξε νέες, κοσμογονικές προοπτικές. Η α­νάπτυξη σ' όλους τούς χώρους του εκκλησιαστικόυ βίου, έργο των άγιων Πατέρων, είχε οργανική συνέ­χεια, χωρίς στο ελάχιστο να σημαίνει «πτώση» από τον «αρχέγονο χριστιανισμό». Η μετά το 313 νίκη πά­νω στην ειδωλολατρία, γέννησε ένα πάγκοινο συναί­σθημα και μία θεολογία «νίκης» και θριάμβου, που διαπότισε και τις δομές της λατρείας. Η ανάπτυξη της συμβαδίζει με τη συνοδική διατύπωση του τριαδικοΰ δόγματος, την καλλιέργεια των θεολογικών γραμμά­των, την οργάνωση του μοναχισμού, την ανέγερση πλήθους ναών κ.λπ. Με βραδύ, αλλά σταθερό ρυθμό, οι λατρειακές ιδιαιτερότητες περιορίζονται καί μορφο­ποιούνται οικουμενικά σχήματα, με βάση ένα σταθερό και αμετάβλητο πυρήνα, που αφομοιώνει και ενοποιεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Καρποί αυτών των εξελίξε­ων είναι οι μορφές της ναοδομίας, η ανάπτυξη των λει­τουργικών κύκλων (ημερήσιος, εβδομαδιαίος, ετή­σιος), η προσθήκη νέων εορτών και ακολουθιών. Οι ε­ξελίξεις αυτές ταξιθετούνται χρονολογικά ως εξής: οι αιώνες 4ος και 5ος διακρίνονται για τη μεγάλη λει­τουργική άνθηση και τις βαθειές τομές στη λατρεία στους 6ο καί 7ο αιώνες σταθεροποιούνται οι μορφές, τον 8ο και 9ο αιώνα συντελείται η τελική σύνθεση του «βυζαντινού τύπου», που μετά τον 14ο καί 15ο αιώνα (Ησυχασμός, Συμεών Θεσσαλονίκης) οδήγησε στη λειτουργική τάξη, που ισχύει και σήμερα.

Η «βυζαντινή» σύνθεση της Εκκλησιαστικής Λατρείας επιτεύχθηκε διά του Μοναχισμού, που συνι­στά την αυθεντική συνέχεια της εκκλησιαστικής κοι­νωνίας και μόνιμη διασφάλιση της καθαρότητας και της μαρτυρίας του εκκλησιαστικού βίου. Ο Μοναχι­σμός διασώζει σε κάθε εποχή την εσχατολογική συ­νείδηση, αποτρέποντας την εκκοσμίκευση. Γι' αυτό η επίδραση του στην πορεία της Εκκλησίας αποδεικνύ­εται όχι μόνο καθοριστική, αλλά και ευεργετική.

Ο Μοναχισμός ενσωμάτωσε τη λατρεία σην ά­σκηση του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προσευ­χή και καθιστώντας μέσω της «ευχής» όλη τη ζωή σε λατρεία. Ο Μοναχισμός καλλιέργησε και πλούτισε τη λατρευτική πράξη, προσφέροντας στην Εκκλησία τη λειτουργική τάξη και όλο σχεδόν τον υμνογραφικό, μουσικό, και καλλιτεχνικό πλούτο της.

Μετά τη νίκη του Μοναχισμού και το τέλος της εικονομαχίας (9ος αιώνας) το μοναστικό τυπικό μετα­δόθηκε και στις κοσμικές ενορίες και η σύνθεση αυτή θα επικρατήσει τελικά, στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις μονές καλλιεργήθηκαν τα κύρια δομικά στοιχεία της ορθόδοξης λατρείας, η υμνογραφία (ποίηση) και η μουσική, και σ' αυτές βιώνεται ως σήμερα η αλή­θεια, ότι η λατρεία δεν είναι «κάτι» στη ζωή της Ορ­θοδοξίας, αλλά το κέντρο και η πηγή της ανακαίνι­σης και άγιασμου όλων των πτυχών της ζωής μας.
3. H Λατρεύουσα Κοινωνία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία φανερώνεται ιστορικά ως λατρεύουσα κοινωνία. Ακόμη και ετερόδοξοι, ό­πως ο Erich Seeberg, κορυφαίος προτεστάντης θεολό­γος, την ονομάζουν «θρησκεία της λατρείας στο έδα­φος του χριστιανισμού». Ο πιστός, μέσα στη λα­τρεία, μετέχει στον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας του, η οποία αποβαίνει «πανήγυρις πρωτοτόκων», «οίκος εορταζόντων» και «αιωνίως ευφραινομένων», σε μια εσχατολογική πρόγευση της ουράνιας βασι­λείας. Η λατρεία της Εκκλησίας υπήρξε από την αρ­χή πράξη της κοινότητας, της τοπικής Εκκλησίας, και όχι των πιστών ως ατόμων. Το άτομο μέσα στη λατρεία γίνεται μέλος της εν Χριστώ κοινωνίας, στην οποία εισέρχεται με το βάπτισμα του, μετέχοντας στη ζωή μιας συγκεκριμένης τοπικής κοινότητας και όχι σε μια οικουμενική και γενικευμένη ιδέα περί χρι­στιανισμού. Στη λατρεία φανερώνεται το εκκλησια­στικό σώμα στην τοπική συγκρότηση του. Ακόμη και η «κατ' ιδίαν» προσευχή νοείται ορθόδοξα μέσα στην εκκλησιαστική κοινωνία, ώς προέκταση της. Ι­διαίτερα η Θεία Ευχαριστία είναι το μυστήριο της Εκκλησίας ως σώματος και ο σκοπός της λειτουργι­κής πράξης.

Η λατρεία της Εκκλησίας συνδέει τον πιστό δια­χρονικά με όλους τους Αγίους, και τους προαπελθόντας πιστούς και συγχρονικά με τους ζώντες εν Χριστώ αδελφούς του. Έτσι, και η Εκκλησία αποδεικνύεται στη λατρεία της «μία ποίμνη ανθρώπων και αγγέλων και μια βασιλεία» (ί. Χρυσόστομος). Αυτή την ενότη­τα της Εκκλησίας, με κέντρο τον Χριστό ως κεφαλή της, εικονίζει η «συστολή» των Τιμίων Δώρων μετά τη μετάληψη. Ο Λειτουργός «συστέλλει» (μαζεύει) μέσα στο Άγιο Ποτήριο, τον Αμνό-Χριστό, από τον όποιο έχουν κοινωνήσει κληρικοί καί λαϊκοί, την με­ρίδα της Θεοτόκου, των Αγγέλων και όλων των Α­γίων, των ζώντων και τεθνεώτων, με πρώτο τον Ε­πίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, που συνιστά το ο­ρατό κέντρο της (το αόρατο είναι ο Χριστός). Έτσι, το «ατομικό» σώμα του Χριστού ενώνεται, «ασύγχυτα και αδιαίρετα», με το «κοινωνικό» (συλλογικό) σώμα Του, τους πιστούς Του. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο εί­ναι συναγμένη η εν Χριστώ κοινωνία των Πιστών με τον Χριστό και μεταξύ τους. Ο Χριστός φανερώνεται, έτσι, ως το απόλυτο κέντρο και η Κεφαλή της Εκκλη­σίας, η Εκκλησία σώμα Χριστού και οι πιστοί, ζών­τες και κεκοιμημένοι, μέλη αυτού του σώματος.
4. Εκκλησιοποίηση των Μέσων
Η Εκκλησία μεταμορφώνει στη λατρεία της μεγέ­θη του παρόντος αιώνος σε πραγματικότητες της ου­ράνιας βασιλείας, άνανοηματοδοτώντας τη λειτουργία και αναφορά τους. Ένα από αυτά τα μεγέθη είναι:

α) ο τόπος. Η λατρεία της Εκκλησίας αποσυνδέθηκε γρή­γορα από τον ιουδαϊκό Ναό και τη Συναγωγή. Η Θεία Ευχαριστία ετελείτο αρχικά σε ιδιωτικούς χώρους («κατ' οίκον») και η σύναξη των πιστών ονομάσθηκε «κατ' οίκον εκκλησία». Η Εκκλησία, αναπτυσσόμενη σε ελληνιστικό περιβάλλον, προσέλαβε τον ελληνικό όρο «εκκλησία», που και εδώ σημαίνει τη σύναξη του «δήμου» (λαού), αλλά με κέντρο και κεφαλή τον Χρι­στό. Η έννοια του ναού υποτάσσεται, αρχικά, στο γε­γονός της σύναξης των πιστών εν Χριστώ (Ίω. 4, 21). Ο διάκονος Στέφανος θα διακηρύξει, ότι «ο Ύψιστος ούκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί» (Πραξ. 7, 48). Μετά το 313 (Διάταγμα των Μεδιολάνων) ο ναός θα α­ποκτήσει και χριστιανικά ιδιαίτερη σημασία.

Ο Ναός, ως ο ιερός χώρος της συνάξεως, συνδέ­θηκε με την ιδέα του ουρανού επί της γης, αφού η λει­τουργία της Εκκλησίας είναι η «ανάληψη» των πι­στών στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο. Αυτό εκφράζει ένας ύμνος: «εν τω ναω εστώτες της δόξης Σου, έν ούρανώ εστάναι νομίζομεν».
Υπάρχει ειδική ακολουθία για την καθιέρωση του Ναού (Ακολουθία τών Εγκαινίων), που εκφράζει την περί του Ναού θεολογία της Εκκλησίας. Οι Ά­γιοι όλων των αιώνων δεν παύουν να διασώζουν τη συνείδηση του Στεφάνου, όπως λ.χ. ο ί. Χρυσόστομος (t 407): «Ο Χριστός ελθών πάσαν την οίκουμένην εξεκάθαρεν άπας τόπος ευκτήριον γέγονεν...». Ο να­ός, δηλαδή, διευκολύνει τη σύναξη, άλλ' αυτή δέν χά­νει ποτέ την ουράνια προοπτική της.

Σε ένα «βυζαντινό» ναό, ο Παντοκράτορας του τρούλλου δίνει στον πιστό την αίσθηση ότι βρίσκεται κάτω από την πατρική εποπτεία του Θεού. Συνειδητο­ποιούνται, έτσι, οι λειτουργικές αντιθέσεις: κάτω-άνω, γή-ούρανός, κοσμικό-άγιο, θάνατος-ζωή, ενδοκοσμικό-υπερκόσμιο κ.λπ. Με τα μάτια των Αγίων, των «θεουμένων», βλέπουμε και μείς το άκτιστο φώς της ουράνιας βασιλείας στη λειτουργία της Εκκλησίας μας. Κατά τα «εγκαίνια» του ναού τοποθετούνται άγια λείψανα μέσα στην άγια Τράπεζα, για να είναι η λα­τρεία της Εκκλησίας μόνιμη αναφορά στην άκτιστη θεία Χάρη, που ενσκηνώνει στους Αγίους. Έτσι, στη Χάρη του Θεού θεμελιώνονται όλα τα μυστήρια και οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας, χωρίς να εξαρ­τώνται από την ηθική καθαρότητα του λειτουργού. Κάθε τι πού έχει σχέση με τη λειτουργία του ναού «καθιερώνεται» και αγιάζεται, τα ιερά σκεύη, τα ιερά άμφια, τα λειτουργικά βιβλία, οι εικόνες, καθιστάμε­να αγωγοί της θείας Χάρης.

β) Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται και ο χρόνος. Η νέα περί του χρόνου αντίληψη της Εκκλησίας κινείται στα όρια της χριστιανικής σωτηριολογίας. Ο χρόνος «έκκλησιοποιείται» με την υπέρβαση της «κυκλικής» έννοιας του (στον Ελληνι­σμό) και της «ευθύγραμμης» (στόν Ιουδαϊσμό). Σωτη­ρία χριστιανικά δέν είναι η φυγή από τον χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στη δαιμονικότητα και το κακό του κόσμου, την ένοικούσα σ' αυτόν αμαρτία (Ίω. 17, 15). Ιστορία και χρόνος δεν καταργούνται, αλλά καινοτομούνται.

Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας δεν χάνει τη γραμμικότητα του, διότι έχει άρχή και τέλος, τό πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. 6, 4), που συντελείται με τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ο χρόνος έλαβε αρχή από τον Θεό κατά τη δημιουργία και έχει «τέλος» τον Χριστό, που δίνει σε κάθε χρονική στιγμή σωτηριολογική σημασία («Ιδού νύν καιρός ευπρόσδεκτος, ι­δού νύν ήμερα σωτηρίας», Β'Κορ. 6, 2). Με την εναν­θρώπηση του Λόγου του Θεού η ιστορία εισέρχεται στα έσχατα, διότι το «έσχατον» είναι ο Χριστός, μετά τη σάρκωση του οποίου «ουδέν καινόν» αναμένεται ι­στορικά, παρά μόνο η ολοκλήρωση του έσχατου με την δευτέρα Παρουσία Του. Ο Χριστός στη λατρεία είναι «ο πάλιν ερχόμενος» και ο «Εμμανουήλ», «ο Θεός μεθ' ημών» (Ματθ. 1, 23).

Ο λειτουργικός χρόνος έχει και μία κατακόρυφη διάσταση, άφου ο Χριστός και η άκτιστη βασιλεία Του έρχονται «εκ των άνω», δείχνοντας μας έτσι τον αιώνιο προορισμό μας («άνω σχώμεν τας καρδίας»). Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας βιώνεται ως διαρκές παρόν της σωτηρίας. Στη λατρεία της Εκκλη­σίας συναιρούνται οι χρονικές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν και μέλλον) σε ένα διαρκές παρόν της θείας πα­ρουσίας. Γι' αυτό είναι τόσο συχνές στη λειτουργική μας γλώσσα οι ένεστωτικες εκφράσεις: «σήμερον ο Χριστός γεννάται...», «σήμερον ο Χριστός βαπτίζεται έν Ιορδάνη», «σήμερον κρεμάται έπί ξύλου». Δεν εί­ναι απλή ιστορική μνήμη. «Ανάμνηση» λειτουργικά δεν σημαίνει διανοητική ανάκληση η ιστορική επα­νάληψη, διότι τα γεγονότα, που συνδέονται με τη σω­τηρία μας, συνέβησαν «έφ' άπαξ» και ισχύουν σωτηριολογικά «εις το διηνεκές». Στη λατρεία λαμβάνει χώρα η πνευματική επέκταση και παροντοποίηση τους, ώστε κάθε γενεά πιστών να μετέχει εξίσου στη σωστική Χάρη, που απορρέει από αυτά. Η λατρεία μας δεν θέλει να προκαλέσει μία πλατωνική νοσταλ­γία, αλλά να γεννήσει τη συνείδηση της επέκτασης στο μέλλον της βασιλείας του Θεού.

Έτσι, η λατρεύουσα Εκκλησία συνθέτει τις δια­στάσεις του χρόνου, εντάσσοντατες στο αιώνιο «νυν» της θείας παρουσίας. Η μνήμη του παρελθόν­τος γίνεται μνήμη «έν Χριστώ» και η έλπις του μέλ­λοντος ελπίς «έν Χριστώ». Το μέλλον αποκτά υπόστα­ση, όπως και η «ζωή του μέλλοντος αιώνος» (Έβρ. 11, 1), όταν ο πιστός φθάσει στην αγιότητα, στην ένωση με την άκτιστη θεία Χάρη. Λειτουργικά μιλούμε για ανάμνηση του μέλλοντος, αφού όλα κινούνται πρός αυτό. Κάθε χρονική στιγμή μεταβάλλεται σε «καιρό» (δυνατότητα) σωτηρίας. Κατ' εξοχήν «καιρός» είναι η εορτή, λειτουργική «ανάμνηση» των δωρεών του Θεού και της φιλανθρωπίας Του. Η εορτή είναι η έκφραση της νοσταλγίας του άνθρωπου για το αιώνιο, που εν­σαρκώνουν οι τιμώμενοι Άγιοι και τα σωτηριολογικά γεγονότα. Οι εορτές της Εκκλησίας συνδέονται όχι με κάποιο μύθο, όπως στα ειδωλολατρικά μυστήρια, αλλά με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Ήδη τον α' αιώνα καθιερώθηκε η εορτή της Κυριακής, ως πρώτη ήμερα της αναδημιουργίας όλης της κτίσεως, η ήμερα της Ανάστασης. Η Θεία Ευχαριστία είναι η κορύφω­ση του εορτασμού της Εκκλησίας και κάθε μέρα είναι εκκλησιαστική γιορτή, αφού μπορεί να τελεσθεί κατ' αυτήν η Θ. Ευχαριστία.

γ) Η εκκλησιαστική λατρεία διακονεί, εξ άλλου, το μυστήριο του Λόγου σ' όλες τις πτυχές του. Ο εκ­κλησιαστικός και λειτουργικός λόγος εκφράζεται ως ευχή-προσευχή, ανάγνωση των Γραφών, υμνωδία, κή­ρυγμα, θεία Ευχαριστία («κλάση του άρτου». Πραξ. 2, 42). Πρόκειται για διάφορες όψεις του ίδιου μυστη­ρίου. Σ' όλες αυτές τις λειτουργικές εκφράσεις προσ­φέρεται ο ίδιος Λόγος του Θεού με ειδικό κάθε φορά τρόπο. Ο Λόγος του Θεού συνάγει το σώμα Του, για να ενοικήσει σ' αυτό. Χωρίς τον θείο Λόγο το μυστή­ριο νοείται ώς μαγικό μέσο χωρίς το μυστήριο ο Λό­γος μεταβάλλεται σε άσαρκο δογματισμό η θρησκευ­τική ιδεολογία.

Τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με πρώτο το Ψαλ­τήριο, είναι προσφορά της καταγραφής της αγιοπνευματικής εμπειρίας των Προφητών και των Αποστό­λων, που προυποθέτει την αποκάλυψη του Θεού (τον Λόγο του Θεού) μέσα στην καρδιά των Αγίων Του. Παλαιά και Καινή Διαθήκη αναγινώσκονται στην εκ­κλησιαστική σύναξη με βάση μια καθορισμένη από τους Αγίους Πατέρες μας τάξη. Όλο το εκκλησιαστι­κό σώμα μετέχει στη λειτουργική ανάγνωση της Ά­γιας Γραφής: η αποστολική περικοπή διαβάζεται από λαικό, η ευαγγελική από τον Διάκονο και το κήρυγμα γίνεται από τον Επίσκοπο η τον Πρεσβύτερο. Η Γραφή διαβάζεται εκκλησιαστικά, όχι με τον συνήθη πεζό η έντεχνο θεατρικό τρόπο, αλλά «λογαοιδικά» (λόγος και ώδή), δηλαδή ημίψαλτα. Μαρτυρείται, έ­τσι, ότι η Αγία Γραφή δεν είναι ένα οποιοδήποτε αν­θρώπινο βιβλίο, αλλά το διαρκές μήνυμα του Θεού μέσω των Αγίων Του στη σύναξη των πιστών Του. Το Ευαγγέλιο στην Εκκλησία είναι ιερό και τιμάται ιδιαίτερα, τοποθετούμενο στην Αγία Τράπεζα, προσκυνείται, θυμιάζεται και ευλογείται με αυτό ο λαός. Η «είσοδος» με τό Ευαγγέλιο δηλώνει την παρουσία του αναστάντος Χρίστου ανάμεσα μας.

Το κήρυγμα, ως ερμηνεία και εμπέδωση του αγιογραφικού λόγου, επικαιροποιεί το μήνυμα της Γρα­φής στη λειτουργική σύναξη. Το λειτουργικό κήρυγ­μα επιμένει όχι στο «πώς έγιναν τα ευαγγελικά γεγο­νότα», αλλά στο «που αυτά οδηγούν». Η Αγία Γραφή ερμηνεύεται από την Εκκλησία στην Εκκλησία, σε άμεση σχέση με τον Χριστό και τους Αγίους, διότι μόνο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος είναι δυ­νατή η κατανόηση και ερμηνεία της.

Ό λειτουργικός όμως λόγος αρθρώνεται και ως α­πάντηση της σύναξης προς τον Θεό, με τη μορφή της ευχής και του ύμνου. Εύχογραφία και Υμνογραφία συνιστούν την καρδιά της εκκλησιαστικής λατρείας, αλλά και τη σημαντικότερη λογοτεχνική δημιουργία του Βυζαντίου-Ρωμανίας. Ο ποιητικός λόγος των ύ­μνων προσφέρει σπουδαίες δυνατότητες, ώστε να γίνεται το αποτελεσματικότερο μέσο για τη μυσταγωγία του εκκλησιαστικού σώματος, το όποιο βιώνει και ο­μολογεί την πίστη του «Λόγω πλέκον εκ λόγων μελωδίαν». Η υμνογραφία της Εκκλησίας γίνεται το ασί­γαστο στόμα της που ομολογεί την πίστη της σε ένα συνεχές και ευλογημένο τραγούδι Ορθοδοξίας.

δ) Στήν εκκλησιαστική λατρεία έκκλησιοποιειται και η τέχνη σ' όλες τις μορφές της. Μόνο η γλυπτική για τόν πολύ γήινο χαρακτήρα της δεν έγινε δεκτή στην Ορξοδοξία. Η τέχνη γίνεται στη λατρεία θεολο­γική γλώσσα, διακονώντας την ευχαριστιακή βίωση της θεανθρώπινης κοινωνίας. Η λειτουργική τέχνη έ­χει κάλλος, τάξη, ρυθμό, μελωδία. Τα στοιχεία όμως αυτά γίνονται λειτουργικά-διακονικά, υπηρετώντας την οικοδομή του σώματος. Η αισθητική της λειτουρ­γικής τέχνης είναι πνευματική, αποσκοπώντας όχι στον εντυπωσιασμό, διότι δεν απευθύνεται στις αισθή­σεις, αφού φανερώνει «το θείον και άκτιστον κάλλος των αρετών του Χριστού». Γι' αυτό θαυματουργούν τα παράγωγα της Εκκλησιαστικής τέχνης, ώς π.χ. οι Ει­κόνες, διότι μετέχουν στην άκτιστη θεία δόξα (Χάρη), φανερώνοντας έτσι τη μετοχή στο Άκτιστο. Η τέχνη της εκκλησιαστικής λατρείας είναι τόσον «ωραία», ώ­στε να εκπληρώνει τον πνευματικό σκοπό της, τη δια­κονία της πίστεως. Γι' αυτό και είναι σταθερό στην Ορθοδοξία το αίτημα να διατηρεί η λειτουργική τέ­χνη την ομοουσιότητά της με το «δόγμα», την πίστη που διακονεί, για να είναι δυνατή η αδιάκοπη εκπλή­ρωση της πνευματικής αποστολής της.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην εκκλησιαστική-λειτουργική τέχνη και τη θρησκευτική. Η πρώτη εκ­φράζει το γεγονός της σωτηρίας, όπως ιστορικά συνέ­βη, ώς και τη συλλογική αποδοχή του από το έκκλη­σιαστικό σώμα. Η θρησκευτική τέχνη, αντίθετα, εκ­φράζει τα ατομικά συναισθήματα του καλλιτέχνη και συνιστά ατομική προσέγγιση του μυστηρίου. Γι' αυτό δεν γίνεται λειτουργική. Υπάρχει κάποια αντιστοιχία σ' αυτό με τη διαφορά δημοτικής και λόγιας ποίησης. Όπως σ' όλη τη λατρεία, έτσι και στα δημιουργήματα της εκκλησιαστικής τέχνης, είναι έντονη η σφραγίδα του μοναχικού κόσμου, της παραδοσιακότερης μερί­δας της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
5. Ή Λειτουργική Θεολογία
Η πίστη, ως φρόνημα εκκλησιαστικό και πιστό­τητα στον Σωτήρα Χριστό, αλλά και ώς διδασκαλία, είναι βασική και απαράβατη προυπόθεση της εκκλη­σιαστικής λατρείας. Είναι η κινητήρια δύναμη του λατρεύοντος πιστού, εκφραζόμενη με εξωτερικές ε­νέργειες και πράξεις, που συνιστούν το τελετουργικό της. Η λατρεία υλοποιεί την πίστη και την καθιστά ομαδικό γεγονός, ενώ συνάμα την συντηρεί και την αυξάνει, βοηθώντας στην εμβάθυνση της.

Η όρθόδοξη λατρεία είναι τριαδοκεντρική στη θεματική και τη δομή της. Από τον Τριαδικό Θεό πη­γάζει η δύναμη και η ελπίδα της. Η Εκκλησία ανα­πέμπει λειτουργικά «δόξαν τω Πατρί, και τω Υίώ, και τω Αγίω Πνεύματι».

Η ευχαριστιακή αναφορά απευθύνεται στον Θεό-Πατέρα. Ο Υίός αποδέχεται την προσφερόμενη θυσία και αυτός, ώς ομοούσιος και σύνθρονος τω Πατρί και ο κεντρικός άξονας της. Αυτός είναυ «ο προσφέρων καί προσφερόμενος και διαδιδόμενος», στη Θεία Ευ­χαριστία. Η εκκλησιαστική λατρεία είναι η συνέχεια του σωτηρίου έργου του Χρίστου και ενσωματώνει το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο Χριστός είναι ο «εκκλησιαστής», πού μας συνάγει στο σώμα Του και οι πιστοί οι «εκκλησιαζόμενοι», που μετέχουν στη λατρεία Του και δέχονται τη δόξα Του. Αυτός που με­ταλαμβάνει «αξίως» (Α' Κορ. 3, 16) αναδεικνύεται σε ναό του Χρίστου και στην καρδιά του τελεσιουργείται το μυστήριο της Πίστεως.

Η Εκκλησιαστική λατρεία όμως είναι εξ ίσου και Πνευματοκεντρική, διότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν στη λατρεία, όπως η φωτεινή νεφέλη κατά τη Μεταμόρφωση (Ματθ. 17, 5), πού «επεσκίασε» τους Μαθητές και όλο το Όρος. Η αληθινή λατρεία της Ορθοδοξίας είναι η προσευχητική ενέργεια του Α­γίου Πνεύματος στην καρδιά του πιστού, όπως συμ­βαίνει στους Αγίους, τους αληθινούς λατρευτές του Θεού, διότι μετέχουν στην ουράνια λατρεία. Όλη η λατρεία είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Η προσευχή «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αλη­θείας» εισάγει σε κάθε ακολουθία.

Στη θεία λατρεία πραγματοποιείται «Πνεύματος Αγίου κοινωνία». Τα πάντα διέπει η άγιαστική δύνα­μη του Παρακλήτου. Στην κορύφωση του Μυστηρίου παρακαλούμε το Άγιο Πνεύμα να «ελθη εφ' ημάς» (τους λειτουργούς) και στα «άγια δώρα» (το ψωμί και το κρασί, αλλά και «επί πάντα τον λαόν» και να τελέ­σει την «πνευματική θυσία», μεταβάλλοντας τα προσ­φερόμενα δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού και ενώ­νοντας όλους τους μετέχοντες εις το ένα σώμα.

Η λατρεία της Εκκλησίας διακρίνεται για την παραδοσιακότητά της. Είναι ο δυναμικότερος φορέας της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Παράδοση στην Εκκλησία είναι η συνέχεια του χριστιανικού τρόπου ύπαρξης, της ζωής εν Αγίω Πνεύματι, που μπορεί να οδηγεί στο σκοπό της Εκκλησίας, τη θέωση του άν­θρωπου και τον αγιασμό της κτίσεως. Ο αληθινά πι­στός εμμένει στα στοιχεία εκείνα, που συνιστούν την αληθινή εκκλησιαστικότητα. Αυτό κυρίως είναι η Πί­στη: Το να μένει κανείς πιστός και αμετακίνητος στο θέλημα του Θεού και την παράδοση των. Αγίων. Η παραδοσιακότητά της εκκλησιαστικής λατρείας είναι κριτήριο της γνησιότητας της. Συντελεί δε και στη διακράτηση της ενότητας των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, διαχρονικά και συγχρονικά. Τα λειτουργικά κείμενα προσφέρουν την λειτουρ­γική Θεολογία, που συνιστά σαφή έκφραση του εκ­κλησιαστικού δόγματος. Γι' αυτό η λατρεία γίνεται «διδακτήριον ευσέβειας», που διδάσκει την πίστη, βοηθούμενη σ' αυτό με τα μέσα της τέχνης, και μάλι­στα την εικονογραφία, το «γλωττοφόρον βιβλίον» της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ί. Δαμασκηνό. Η Όρθόδο­ξη Λατρεία σ' όλους τους αιώνες διαμορφώνει το φρό­νημα των πιστών, όπως φαίνεται σε πρόσωπα φιλακόλουθα, όπως ο Ί. Μακρυγιάννης ή ο 'Αλ. Παπαδια­μάντης. Η σχέση του πιστού με τη λατρεία είναι δεί­κτης της εκκλησιαστικότητας του.

Ευνόητο, συνεπώς, είναι ότι μπορεί να γίνει λόγος για όρθόδοξη και μη όρθόδοξη λατρεία. Διότι αυτό, που συνιστά την ορθοδοξία της λατρείας δεν είναι οι απρόσωπες δομές, άλλά η πίστη, που αυτές ενσαρκώ­νουν. Από την αρχαιότητα η ομολογία της πίστεως συνδέθηκε άμεσα με τη λατρεία. Η λατρεία μένει στους αιώνες κήρυγμα αληθείας, που προβάλλεται στα πρόσωπα των Άγιων και με την «ανάμνηση» των σωτηριωδών γεγονότων της Παλαιάς και Καινής Διαθή­κης. Η εκκλησιαστική όμως λατρεία πέρα από το κή­ρυγμα της πίστης, συμβάλλει και στην υπεράσπιση της, με την απόκρουση της αιρετικής πλάνης. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η εκκλησιαστική θεολογία διατυπώνεται συνήθως ως απάντηση στις αιρετικές προ­κλήσεις. Αυτό δείχνουν λ.χ. οι αφιερωμένες στους Α­γίους Πατέρες ή στις Οικουμενικές Συνόδους εορτές και οι ακολουθίες τους. Ο Εσπερινός και ο Όρθρος προσφέρουν τη θεολογία κάθε γιορτής ώς πνευματικό και θεολογικό οπλοστάσιο των πιστών. Ο φιλακόλουθος πιστός γίνεται πρακτικά θεολόγος της Εκκλησίας.
6. Η Λειτουργία
Η Θεία Λειτουργία είναι το επίκεντρο όλης της εκκλησιαστικής λατρείας και κορυφώνεται στη Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της ζωής, της εμπειρίας και της συνειδήσεως των Ορθοδόξων. Κατά τον π. 'Αλ. Σμέμαν, μεγάλο λειτουργιολόγο της εποχής μας, «η Θεία Λειτουργία μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ταξείδι η πορεία, που μας οδηγεί τελικά στον τελικό μας προ­ορισμό, στην οποία πορεία κάθε στάδιο είναι εξίσου σημαντικό». Η πορεία αυτή αρχίζει από την στιγμή, που οι πιστοί ξεκινούν από τα σπίτια τους για τη λει­τουργική σύναξη.

Η σύναξη του σώματος είναι η πρώτη και βασική πράξη, που εισάγει τον πιστό στον καινούριο κόσμο, που εδραίωσε ο Θεός στην ιστορία, την Εκκλησία. Οι πιστοί προσέρχονται στο ναό, για να λειτουργηθούν και να λειτουργήσουν μαζί με όλους τους Αγίους και τους έν Χριστώ αδελφούς τους, ζώντες και τεθνεώτες. Αυτή η κίνηση κορυφώνεται με την «Μικρά Είσοδο», κατά την οποία, μαζί με τον Επίσκοπο, όλη η σύναξηεκκλησία πορεύεται προς το ουράνιο θυσιαστήριο.

Δεν νοείται χριστιανός έξω από τη λειτουργική σύναξη. Σε περιόδους διωγμών οι χριστιανοί κινδύ­νευαν, για να λάβουν μέρος στη σύναξη της τοπικής τους κοινότητας. «Ανήκω στην Εκκλησία» σημαίνει: παίρνω μέρος στη λειτουργική σύναξη της. Διότι μέ­σω αυτής φανερώνεται στο «εδώ και τώρα» το εκκλη­σιαστικό σώμα. Είναι η «συναγωγή» του λαού του Θεοΰ, στην όποια μετέχουν, ως ένα σημείο, και οί κατηχούμενοι και οι μετανοούντες, και όχι κάποια «ε­λίτ» εκλεκτών. Οι πιστοί προσκομίζουν συνεχώς την αμαρτία τους στη Θεία Αγάπη, για να μεταμορφωθεί, μέσω της μετανοίας, σε αγιότητα. Γι' αυτό οι Άγιοι Πατέρες συνιστούν συχνή μετοχή στην λειτουργική σύναξη, διότι έτσι «καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σα­τανά... έν τη ομονοία της πίστεως» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, 107). Στο α' μέρος της Λειτουργίας, ώς το τέλος των βι­βλικών αναγνωσμάτων, συμμετείχαν και οι κατηχούμενοι και γι' αυτό ονομάσθηκε «λειτουργία των Κατηχουμένων». Το υπόλοιπο μέρος ονομάζεται «λειτουρ­γία των πιστών» και περιέχει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κύριος χαρακτήρας της όποιας είναι η θυσία. Η Ευχαριστία είναι θεοφάνεια και μεταβάλλει όλη την κτίση σε θεοφάνεια. Η Εκκλησία με τη Θεία Ευχαριστία προσφέρει την «αναίμακτον» θυσία της. Οι πιστοί προσφέρουν τα δώρα του Θεού («τα σα έκ τών σών Σοι προσφέρομεν»), ομολογώντας την αναξιότητα και την πνευματική φτώχεια τους («...ού γάρ έποιήσαμέν τι αγαθόν επί τής γης...»). Η μόνη δυνατή ανταπόκριση στις δωρεές τοΰ Θεού είναι η ε­κούσια αυτοπαράδοση στη Θεία Αγάπη.

Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μια προσευχή η τε­λετή, όπως οι άλλες ακολουθίες. Είναι το μυστήριο της πραγματικής παρουσίας του Χρίστου μαζί με την προσευχόμενη Εκκλησία Του. Είναι Ευχαριστία πρώτα του Χρίστου και μετά γίνεται και δική μας. Διότι ο Χριστός, χωρίς να πάψει να είναι «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος», είναι ταυτόχρονα και «ωδέ (ε­δώ κάτω) ημίν αοράτως συνών». Κατά τον ί. Χρυσό­στομο, «οσάκις αν κοινωνή (ο πιστός) μετά καθαρού συνειδότος, Πάσχα επιτελεί... Ουδέν πλέον έχει το εν τω Πάσχα Μυστήριον του νύν τελουμένου». Μετα­λαμβάνοντας ο πιστός την «ανθρωπότητα» (ανθρώπι­νη φύση) του Χριστού, πού είναι ενωμένη ασύγχυτα και αδιαίρετα με τη θεότητα Του, δέχεται μέσα του τον όλο Χριστό, ενούμενος μαζί Του.

Στη Θ. Ευχαριστία ζει το εκκλησιαστικό σώμα μία παρατεινόμενη Πεντηκοστή. Πεντηκοστή-Ευχαριστία-Σύνοδος συνδέονται στη ζωή της Εκκλησίας, με την πραγματική παρουσία του Χρίστου έν Αγίω Πνεύματι. Αυτό εκφράζει και η λειτουργική μας γλώσσα. Μιλούμε για «πνευματικά μυστήρια», «πνευματική θυσία», «πνευματική λατρεία», «πνευ­ματική τράπεζα», «πνευματικόν σώμα», «πνευματικήν βρώσιν και πόσιν» κ.λπ. Πνευματικά γίνονται όλα στη Θ. Λειτουργία όχι με την έννοια κάποιας εξιδανί­κευσης η εξαύλωσης, αλλά με την παρουσία σ' αυτήν του Αγίου Πνεύματος.

Πάνω άπ' όλα όμως η Θ. Ευχαριστία γίνεται το μυστήριο της ενότητας της Εκκλησίας. Οι μετέχον­τες σ' αυτήν γίνονται «ΕΙΣ» εν Χριστώ (Γαλ. 3, 28), με την ενότητα των καρδιών τους («έν ενί στόματι και μια καρδία»). Αυτό διδάσκει ο Απ. Παύλος στην Α' Προς Κορινθίους (10, 15-17). Το ένα εκκλησιαστικό σώμα ταυτίζεται εκεί με τον ευχαριστιακό άρτο: «Ότι εις άρτος, έν σώμα οι πολλοί έσμεν». Είναι γι' αυτό αντίφαση να μη μεταλαμβάνουν όλοι οι πιστοί, ενώ ό­λοι ακούουν τις ευχαριστιακές ευχές, που προετοιμά­ζουν για τη θεία κοινωνία... Η μετάληψη μεταδίδει τη ζωή του Χρίστου σε κά­θε μέλος, για να ζει έν Χριστώ, μαζί με όλα τα άλλα μέλη. Ο άγιος Συμεών, ο νέος Θεολόγος, βλέπει την ένωση με τον Χριστό ως άρση της μοναξιάς του άν­θρωπου: «Των γάρ θείων ο μετέχων / και θεοποιών χαρίτων / ούμενουν ουκ έστι μόνος / άλλά μετά Σου, Χριστέ μου / του φωτός του τρισηλίου / του φωτίζοντος τον κόσμον...». Με τη θεία κοινωνία τα άτομα γί­νονται μέλη του Κυριάκου Σώματος και η ατομική επιβίωση μεταλλάσσεται σε κοινωνία ζωής. Η ύπαρ­ξη, από τους πρώτους αιώνες, της Λειτουργίας των Προηγιασμένων (Δώρων) βεβαιώνει, ακριβώς, την α­νάγκη μετοχής στη Θ. Ευχαριστία. Βέβαια, όλα αυτά δεν γίνονται με κάποιο αυτοματισμό, αλλά όταν οι κοινωνούντες ζουν τ ζωή του εκκλησιαστικού σώμα­τος. Γι' αυτό «ο τρώγων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α'Κορ. 11, 29).

Μέσα στη Θ. Λειτουργία η Εκκλησία αναλαμβά­νεται κυριολεκτικά στους ουρανούς, μετέχουσα στο θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη του Χρίστου και ζώντας τη δική της «ανάληψη» στην ουράνια βα­σιλεία. «Και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς είς τόν ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν Σου εχαρίσω την μέλλουσαν...», ομολογούμε στη Λειτουργία. Η Λειτουργία γίνεται η πασχαλιά σύναξη όλων εκεί­νων, που συναντούν τον Κύριο και εισέρχονται στη βασιλεία Του. Δεν κινούμεθα σε πλατωνικά σχήματα, αναζητώντας το τέλειο στην «αρχή», αλλά στα έσχα­τα, στην ολοκλήρωση εκείνου, που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, ως την τελική έκβαση της ύπαρξης του πι­στού στον Χριστόν άνθρωπου. Η λατρεία της Εκκλη­σίας κατευθύνεται, έτσι, από το ιστορικό παρελθόν της θείας οικονομίας, στο επιβεβαιωμένο έν Χριστώ μέλλον. Στη Θ. Λειτουργία βιώνεται ως γεγονός ακό­μη και η Β' Παρουσία! «Μεμνημένοι [...] πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της δευτέρας και ένδοξου πάλιν παρουσίας» - ομολογούμε πρίν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

Η υποτίμηση της λειτουργικής σύναξης είναι συ­σκότιση του εσχατολογικού της χαρακτήρα. Έξ άλ­λου, με τον πολλαπλασιασμό των ευχαριστιακών συ­νάξεων σε πολλές ενορίες, σε παρεκκλήσια, μοναστή­ρια κ.λπ. και την απουσία του Επισκόπου, της κεφα­λής της σύναξης της τοπικής Εκκλησίας, ο όρος σύ­ναξη έχει χάσει το αληθινό νόημα του. Η έσχατολο­γική ατμόσφαιρα της Λειτουργίας μαρτυρείται με τον χαρμόσυνο χαρακτήρα της, σε σημείο που να θεωρεί­ται ασυμβίβαστη με τη νηστεία. Κατα τή Μ. Τεσσα­ρακοστή, περίοδο αυστηράς νηστείας, δεν τελείται στις καθημερινές Θ. Λειτουργία, αλλά η Λειτουργία των Προηγιασμένων. Η Θ. Λειτουργία δεν είναι ένα από τα πολλά μέσα αγιασμού για την «ενίσχυση» του άνθρωπου. Είναι το Μυστήριο της Εκκλησίας, που μεταθέτει τους πιστούς στον μέλλοντα αιώνα. Εκκλη­σία και Θ. Ευχαριστία αλληλοπεριχωρούνται.
7. Αγιασμός του Σύμπαντος Κόσμου
Σκοπός της εκκλησιαστικής λατρείας είναι ο α­γιασμός του σύμπαντος κόσμου. Αγιάζεται η ζωή του άνθρωπου, άλλά και η περιβάλλουσα τον άνθρωπο κτίση. Στα όρια της λατρείας ο άνθρωπος αναδεικνύε­ται εν Χριστώ σε κύριο και βασιλέα της Κτίσης, που καλείται να αναφέρει τον εαυτό του και την κτίση στον Δημιουργό, την πηγή της ύπαρξης και του αγια­σμού τους.
α) Ο αγιασμός του χρόνου: Το λειτουργικό έτος είναι η έν Χριστώ υπέρβαση του «ημερολογιακού έ­τους» και η μεταβολή του ημερολογίου σρ εορτολό­γιο. Η Εκκλησία, με τις γιορτές και ακολουθίες της, αγιάζει και μεταμορφώνει τον χρόνο της καθημερινής ζωής, ενοποιώντας και προσανατολίζοντας τον στη βασιλεία του Θεού. Λειτουργικά παύει ο χρόνος να εί­ναι ένα απλό φυσικό πλαίσιο, μεταβαλλόμενος σε αρ­χή, που καθορίζει το περιεχόμενο της λατρείας. Αυτό δείχνει η χρησιμοποιούμενη ορολογία: Όρθρος, Ε­σπερινός, Μεσονυκτικό, Ώρες κ.λπ. «Λειτουργία του χρόνου» ονομάζεται λειτουργιολογικά η οργάνωση του χρόνου με βάση τις χρονικές περιόδους (ήμερα, ε­βδομάδα, έτος) και ανάλογη οργάνωση και της ίδιας της ζωής.
Το λειτουργικό έτος βαπτίζει όλη τη ζωή του άν­θρωπου στη λατρεία της Εκκλησίας. Η επανάληψη του εορτολογίου κάθε χρόνο ανανεώνει την κατήχηση του πιστού και δίνει νόημα στην ευχή «και του χρό­νου» η «χρόνια πολλά», ώς ευχή για την παροχή νέων ευκαιριών μαθητείας. Το λειτουργικό έτος συνδέεται με το εορτολόγιο της Εκκλησίας, βασικό δομικό στοι­χείο του οποίου είναι η γιορτή. Υπάρχει ο κύκλος των κινητών εορτών με κέντρο το Πάσχα και των ακι­νήτων εορτών με κέντρο τα Θεοφάνεια-Χριστούγεννα. Στον πρώτο ανήκουν οι περίοδοι του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που πήραν το όνομα τους από τα κυ­ρίαρχα σε κάθε μια λειτουργικά βιβλία.

Η περίοδος του Τριωδίου σπονδυλώνεται, όπως το ανθρώπινο σώμα: οι τέσσερις πρώτες εβδομάδες μπορούν να θεωρηθούν ώς άκρα, ώς σώμα το διάστη­μα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κεφαλή η Μεγά­λη Εβδομάδα. Ύμνοι, αναγνώσματα και δρώμενα προετοιμάζουν πνευματικά για τη μετοχή στη Μ. Ε­βδομάδα και την Ανάσταση. Από την ήμερα του Πά­σχα αρχίζει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου. Πάσχα και Πεντηκοστή ήσαν ήδη εορτές της προκωνσταντίνειας τάξης, με εβραϊκή μεν προέλευση, αλλά χρι­στιανικό περιεχόμενο. Ό Χριστός και το πάθος Του διαφοροποιούν το χριστιανικό από το εβραϊκό πάσχα, πού γίνεται σύμβολο της νέας ζωής, της θείας βασι­λείας. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος κατά την Πε­ντηκοστή εγκαινιάζει τον νέον αιώνα.

Ο κύκλος των ακινήτων εορτών οργανώθηκε με κέντρο την εορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), που περιέκλειε αρχικά και τα Χριστούγεννα. Ο χωρι­σμός των δύο εορτών, για λόγους ιστορικούς και θεο­λογικούς, έγινε στα μέσα του 4ου αιώνα. Με βάση τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου) καθορίσθηκαν και οι άλλες Δεσποτικές εορτές (Περιτομή, Βάπτιση, Υπα­παντή, Μεταμόρφωση). Αλλά και η Θεοτόκος αποτε­λεί «μυστήριον λειτουργικόν». Οι Θεομητορικές εορ­τές (Γενέθλιο, Είσόδια, Ευαγγελισμός, Κοίμηση κ.λπ.) συνδέονται με τις Δεσποτικές, εκφράζοντας το ίδιο μυστήριο. Ο εορτασμός της μνήμης Αγίων είναι προέκταση της λειτουργικής τιμής της Θεοτόκου. Το περίεργο, βέβαια, για τον κόσμο είναι ότι η Εκκλη­σία «πανηγυρίζει», τιμώντας τη μνήμη, δηλαδή την κοίμηση, των τέκνων της και όχι τη γέννηση τους. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν γιορτάζουμε τα γενέθλια μας, αλλά στη μνήμη του Αγίου, του οποίου φέρουμε το όνομα. «Γενέθλιος ήμερα» ονομάζεται χριστιανικά η ήμερα της κοιμήσεως, ως γέννηση στην αιωνιότη­τα. Οι Άγιοι ενσαρκώνουν την «κοινή ζωή» και προ­βάλλονται ως ηγέτες της ανθρωπότητας στην πορεία για την αληθοποίηση του άνθρωπου. Η σύνδεση του λαού μας με τους Αγίους, με πρώτη την Παναγία, φαί­νεται στη διπλή πανήγυρη, που τελείται στη μνήμη τους, μέσα στο ναό, με κέντρο την αγία Τράπεζα και έξω από τό ναό, με κέντρο τη βιοτική τράπεζα. Τα «συναξάρια» των Αγίων είναι αγαπητά στο λαό ώς «θησαύρισμα» της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας και παιδαγωγία των πιστών. Η πορεία των πιστών α­ναπτύσσεται «σύν πάσι τοις Αγίοις».

Η λειτουργική οργάνωση του χρόνου στη μικροχρονική διάσταση της αναλύεται στον εβδομαδιαίο κύκλο και τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Ο εβδομα­διαίος κύκλος συντίθεται από δύο μέρη: τον κύκλο Σαββάτου και Κυριακής και του πενθημέρου. Κάθε μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στη μνήμη κά­ποιου σωτηριολογικού γεγονότος η κάποιου Αγίου: Η Κυριακή είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Χριστού η Δευτέρα στους Αγγέλους η Τρίτη στον ά­γιο Ιωάννη τον Βαπτιστή η Τετάρτη και η Παρα­σκευή συνδέονται αντίστοιχα μέ τήν προδοσία του Ιούδα και τη Σταύρωση του Χρίστου και γι' αυτό εί­ναι μέρες νηστείας την Παρασκευή η Εκκλησία μνη­μονεύει και την παρουσία της Παναγίας στο Σταυρό η Πέμπτη αφιερώνεται στους Αποστόλους και τον ά­γιο Νικόλαο και το Σάββατο στους κεκοιμημένους.

Ο εβδομαδιαίος κύκλος οργανώθηκε με βάση την Κυριακή, την πρώτη ιστορικά γιορτή της Εκκλη­σίας. Ταυτιζόμενη με τον Κύριο, τον Ιησού Χριστό (Α'Κορ. 12, 3), ισχύει ώς ομολογία της πίστης σ' Αυ­τόν. Ταυτιζόμενη και με την «ογδόη ήμερα», συνδέθη­κε με τη Θ. Ευχαριστία, ώς μόνιμη και σταθερή ήμε­ρα τέλεσης της. Η αργία της Κυριακής, που επέβαλε ο Μ. Κωνσταντίνος το 324, δεν ταύτισε την Κυριακή με το Σάββατο, άλλά έδειξε την υπέρβαση του. Η Κυ­ριακή είναι «η μία των Σαββάτων (πρώτη μέρα της ε­βδομάδος), η βασιλίς και Κυρία». Το Σάββατο καταφάσκει τη φυσική ζωή του κόσμου, η Κυριακή είναι η έσχατολογική ήμερα της εισόδου στον νέο αιώνα.

Το νυχθήμερο περιλαμβάνει επτά ακολουθίες. Ο κύκλος του εικοσιτετραώρου αρχίζει το εσπέρας (πρβλ. Γεν. 1: «καί έγένετο εσπέρα καί έγένετο πρωί...») και οι ακολουθίες του συμπίπτουν με την αρ­χαία διαίρεση του χρόνου (εσπερινή, μεσονύκτια, ορ­θρινή, τρίτη, έκτη, ένατη). Οι ακολουθίες του νυχθημέρου είναι: Εσπερινός ή Λυχνικόν, Απόδειπνον (Μέγα καί Μικρό), Μεσονυκτικόν, Όρθρος, η εκτενέ­στερη και πλουσιότερη θεολογικά ακολουθία, και οι Ώρες (Α', Γ', ΣΤ', καί Θ'), ανάμνηση των μεγάλων στιγμών της σωτηρίας μας (Σταύρωση, Θάνατος του Χρίστου, κάθοδος του Αγίου Πνεύματος). Η Θ' Ώρα συμψάλλεται με τον Εσπερινό Ενώ όμως ολόκληρη η εκκλησιαστική λατρεία διαπλέχθηκε αδιάσπαστα με τον φυσικό χρόνο, η Θ. Λειτουργία έμεινε έξω από τον χρόνο και τους περιορισμούς του. Έτσι, δεν ανήκει στον κύκλο των ακο­λουθιών του νυχθημέρου, ούτε κάποια από τις άλλες ακολουθίες θεωρείται ως προετοιμασία της. Γι' αυτό μπορεί να τελεστεί οποιαδήποτε ώρα, πρωί-μεσημέρι η βράδυ, ως η κατ' εξοχήν εορτή και πανήγυρη της Εκκλησίας.

β) Αγιασμός του βίου: Επίκεντρο της αγιαστικής λειτουργίας της Εκκλησίας είναι ο άνθρωπος. Από τη στιγμή της γέννησης του στον κόσμο και της πνευ­ματικής αναγέννησης του στην Εκκλησία, ως την τε­λευταία στιγμή της παρουσίας του στη ζωή αυτή, η εκκλησιαστική λατρεία προσφέρει συνεχώς στον άν­θρωπο δυνατότητες «εκκλησιασμού» και συνεχούς α­ναγέννησης. Την καθολικότητα της πνευματικής και βιοτικής μέριμνας της Εκκλησίας για τον πιστό δεί­χνει το λειτουργικό βιβλίο «Μέγα Ευχολόγιο». Στη δομή και στα κείμενα του ενσαρκώνει τον σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η «ολοτελής» ένταξη του άν­θρωπου στο εκκλησιαστικό σώμα, ο αγώνας για τη νί­κη πάνω στο διάβολο, τις δαιμονικές δυνάμεις του κό­σμου και την αμαρτία και η αντιμετώπιση των βιοτι­κών προβλημάτων και αναγκών του. Ο πλούτος και η ποικιλία των ευχών και Ακολουθιών του Ευχολογίου δείχνει την αγάπη και το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας για την ατομική και κοινωνική ζωή των πιστών, ό­λους τους κύκλους της ζωής του και τα πιό κοινά και καθημερινά έργα του.

Η Εκκλησία αγιάζει τον άνθρωπο από τη γέννη­ση του, ευλογώντας τη λεχώνα και το νεογέννητο, προετοιμάζοντας το για την υποδοχή του στους κόλ­πους της. Από το Μυστήριο του γάμου, άλλωστε, αρ­χίζει ο αγιασμός της οικογένειας. Την 8η ήμερα το βρέφος λαμβάνει, με ειδική λειτουργική πράξη, το ό­νομα του και καταφάσκεται η προσωπική ετερότητα του, η οποία αναδεικνύεται με την ένταξη του στο εκ­κλησιαστικό σώμα. Την τεσσαρακοστή ήμερα το βρέ­φος «προσάγεται» στο ναό, για να «έκκλησιασθει», να αρχίσει την εκκλησιαστική ζωή του, κάτι που αντι­στοιχεί στην έναρξη της κατήχησης των ενηλίκων.

Μετά από αυτή την πνευματική προετοιμασία α­κολουθεί το βάπτισμα, η είσοδος στο σώμα του Χρί­στου, που δίνει την δυνατότητα να ζήσει ο άνθρωπος τη ζωή του Χρίστου και να δέχεται συνεχώς τη Χάρη Του. Ο νηπιοβαπτισμός, γνωστός από τη χριστιανική αρχαιότητα, κατανοείται μόνο στις περιπτώσεις ευσε­βών γονέων και αναδόχων, σε χριστιανικό δηλαδή πε­ριβάλλον, και δεν μπορεί να επιβληθεί με καμμία νο­μοθεσία. Με το βάπτισμα εντάσσεται ο «νεοφώτι­στος» σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, την τοπική Εκ­κλησία, μετέχοντας στο ήθος και τον τρόπο ύπαρξης της Εκκλησίας. Όσο τελειότερη είναι αυτή η ένταξη, τόσο συνεπέστερη αποβαίνει και η χριστιανικότητά του.

Ο πιστός καλείται όμως να αυξήσει το δώρο, που έλαβε με το βάπτισμα του, προσανατολίζοντας χριστοκεντρικά τη ζωή του. Έτσι, μετά τη «φύση» (ψυ­χή και σώμα), που πεθαίνει και ανασταίνεται στο βα­πτιστήριο η την κολυμβήθρα, αγιάζεται και το ανθρώ­πινο πρόσωπο με το μυστήριο του Χρίσματος, που λειτουργεί ως προσωπική Πεντηκοστή του πιστού, για να γίνει με τον πνευματικό του αγώνα «ναός» του Θεού και η ζωή του αληθινή Λειτουργία. Το μυστή­ριο της Μετανοίας (εξομολόγηση) δίνει την δυνατό­τητα συνεχούς υπέρβασης της αμαρτίας και μεταποίη­σης του θανάτου σε ζωή.

Η Εκκλησία ευλογεί, ακόμη, τις «οδούς», που αυτοπροαίρετα επιλέγει ο πιστός για την τελείωση του, τον (έν Χριστώ) γάμο ή τον μοναστικό βίο. Είναι και τα δύο «μυστήρια αγάπης», με άμεση αναφορά στον Χριστό. Ο γάμος, μένοντας στο πλαίσιο της έν Χριστώ ζωής, οδηγεί στην υπέρβαση της σάρκας και στην τέλεια παράδοση στον Χριστό, συναντώμενος έτσι-με τη μοναστική άσκηση. Έτσι, το μυστήριο του γάμου φανερώνει την αλήθεια της Εκκλησίας, χωρίς να χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση συμ­βατικών σκοπιμοτήτων της καθημερινότητας. Όπου ο γάμος νοείται απλώς ώς ηθικολογική ρύθμιση η «νο­μικό συνάλλαγμα», επιλέγεται ο «πολιτικός» γάμος, ί­σος μεν νομικά, αλλά όχι και «ισότιμος» πνευματικά, με τον εκκλησιαστικό, που είναι μυστήριο Χάρης.

Η εκκλησιαστική λατρεία διαθέτει, περαιτέρω, άγιαστικές πράξεις για κάθε στιγμή της ζωής. Αποδει­κνύεται μάλιστα μέσω αυτών, ότι δεν είναι μία «σπιριτουαλιστική» (αφηρημένα πνευματική) η «θρη­σκευτική» υπόθεση, διότι ο αγιασμός που προσφέρει συνιστά και πρόταση για την αντιμετώπιση των βιοτι­κών προβλημάτων κάθε άνθρωπου. Σε μία Ευχή του Όρθρου ζητούμε από τον Θεό να χαρίσει στον άνθρω­πο «τα εγκόσμια και νπερκόσμια αγαθά» Του.
Υπάρχουν ευχές και για περιπτώσεις του βίου, που φαίνονται πεζές και τετριμμένες, όπως λ.χ. «εις το κουρεύσαι παιδίον», «όταν απέρχηται παιδίον μανθάνειν τα ιερά γράμματα», «εις παίδας κακοσκόπους» (δύστροπους) κ.λπ. Άλλες Ευχές αναφέρονται στην πρόσληψη τροφής, αγιάζονται τα διάφορα «επιτη­δεύματα» και έργα του πιστού (π.χ. ταξείδια), τα «ε­παγγέλματα», ευλογούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις, για να υπάρχει δικαιοσύνη, ειρήνη κια αγάπη, ζητεί­ται η Χάρη του Θεού για τις θλίψεις του άνθρωπου, τις ασθένειες του, τα ψυχικά νοσήματα και τα ψυχο­σωματικά πάθη. Σημαντική θέση καταλαμβάνει στη λατρεία της Εκκλησίας ο θάνατος, η άρση της συλλειτουργίας ψυχής και σώματος, ως τη στιγμή της «κοινής αναστάσεως». Η Εκκλησία δεν παραβλέπει το κορυφαίο αυτό υπαρξιακό γεγονός της ζωής. Πλη­σιάζει, μάλιστα, τον άνθρωπο απο τη στιγμή, που ο θάνατος κάνει την εμφάνιση του. Εξομολογεί και κοινωνεί τον ψυχορραγούντα και κηδεύει το σώμα, που παραδόθηκε στη νέκρωση και τη φθορά, προπέμποντας την ψυχή στο στερνό της ταξείδι και παρακα­λώντας τον Χριστό να δεχθεί το τέκνο Του, που εγκα­ταλείπει τον κόσμο με την ελπίδα «ζωής αιωνίου». Η νεκρώσιμος ακολουθία είναι απο τα πιο τρυφερά και συγκινητικά κείμενα της εκκλησιαστικής λατρείας.

Παράλληλα, ή Εκκλησία εύχεται γιά διάφορες στιγμές του δημοσίου βίου: περιστάσεις και συμφο­ρές, κινδύνους, δυσλειτουργίες της δημόσιας ζωής, τόσο στη μικροκοινωνία του χωριού η της πόλης, ό­σο και στη μακροκοινωνία της πατρίδας και του έ­θνους. Το σχετικό ευχολογικό υλικό αναφέρεται στις εθνικές επετείους, τις δομές της πολιτειακής ζωής, την παιδεία, στον στρατό, την δημόσια υγεία. Ο απα­ράμιλλος αυτός λειτουργικός πλούτος μένει ευρύτερα άγνωστος και έτσι αγνοούμε τα στοιχεία εκείνα, που μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή μας.

γ) Αγιασμός της υλικής κτίσης: η κτίση, λειτουρ­γικά και θεολογικά, είναι ο ευρύτερος χώρος πραγμά­τωσης του άνθρωπου, το πλαίσιο της καθημερινής ζω­ής του, ιδιαίτερα στις αγροτικές κοινωνίες, όπου αυτό γίνεται βαθύτερα αισθητό. Η σχέση του άνθρωπου με τη κτίση αποτελεί ιδιαίτερη θεματική της εκκλησια­στικής λατρείας και αναπτύσσεται σε ειδικές ακολου­θίες, που δείχνουν την εκκλησιαστική κατάφαση της υλικής κτίσης, που έχει προσληφθεί στην ανθρώπινη φύση του Χρίστου και μεταβάλλεται συνεχώς σε «σάρκα» Χρίστου στη Θεία Ευχαριστία. Στη λειτουρ­γική μας πράξη εύλογούνται και αγιάζονται το νερό, το κρασί, οι τροφές, ο χώρος κατοικίας και του επαγ­γέλματος, η πανίδα, η χλωρίδα, τά φυσικά φαινόμενα (άνεμος, βροντή, βροχή, σεισμός κ.τ.λ.) για την προ­στασία και σωτηρία, τελικά, του άνθρωπου. Ο πιστός προσφέρει στη λατρεία τα δώρα του Δημιουργού ως ευχαριστία, για να «βαπτισθούν» στη Θεία Χάρη και να επιστραφούν στους προσφέροντες για τον αγιασμό και τη συντήρηση τους. Κατά τη Θ. Λειτουργία «συν­τελείται μια πορεία, μια παρέλαση θα έλεγε κανείς, του όλου κόσμου πρός την άγια Τράπεζα» (Περγάμου Ιωάννης). Αίρεται, έτσι, κάθε αντίληψη για αντίθεση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, άφού η προσφερόμε­νη στον Θεό κτίση γίνεται φορέας του Ακτίστου (Χά­ρης) και αγιάζει τους μετέχοντες.

Με τη θεολογία των κειμένων αυτών του Ευχολο­γίου εμπνέεται η θεοκεντρικότητα τής ύπαρξης. Από τήν κτίση ανάγεται ό πιστός στόν Κτίστη, κατανοών­τας τον κόσμο ως δώρο του Δημιουργού, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί ευχαριστιακά την Κτίση και απο­κτώντας την εμπειρική βεβαιότητα, ότι το πρόβλημα δεν είναι «τι τρώει ό άνθρωπος», αλλά με ποιες προϋ­ποθέσεις το τρώει, αφού η αγιασμένη κτίση συναγιάζει και τον άνθρωπο. Έτσι, ο πιστός μαθαίνει να γίνε­ται «ιερουργός» της κτίσεως, σε μια «κοσμική λει­τουργία», που τελεσιουργείται από τους Αγίους. Οι Άγιοι, με τα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα τους, φανερώνουν τον προορισμό της κτίσεως, που εί­ναι ο αγιασμός και άφθαρτισμός της. Κάθε πιστός κα­λείται στη λατρεία μας να αγιαστεί ολόκληρος, για να μπορεί να συναγιάζει και την κτίση, μέσα από τη σχέση του μαζί της.
8. Λατρεία καi Πνευματική Ζωή
Η πορεία προς τη θέωση επιτυγχάνεται με την έν­ταξη ολόκληρης της ύπαρξης στο σώμα του Χρίστου, με ένα τρόπο ζωής, που επιτρέπει την αδιάκοπη συ­νέργεια του άνθρωπου με τη Χάρη του Θεού. Κύριο συστατικό αυτής της ζωής είναι η άσκηση, ως μόνιμο πάλαισμα του άνθρωπου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Χριστού, ότι «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και οι βιασταί άρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Η ά­σκηση είναι μία συνεχής πορεία μετανοίας, για νσ μέ­νει ο πιστός δεκτικός της Χάρης του Θεού, χωρίς την οποία νεκρώνεται η ύπαρξη του. Με την άσκηση, αν­τίθετα, νεκρώνεται η επαναστατημένη φύση μας, για να ξαναβρεί την θεοκεντρικότητά της.

Η ασκητική όμως προσπάθεια του πιστού δεν έ­χει ηθικό χαρακτήρα. Δεν αποβλέπει, δηλαδή, σε μια βελτίωση του χαρακτήρα και των συμπεριφορών, αλ­λά στη δυνατότητα μετοχής στη γιορτή και χαρά του εκκλησιαστικού σώματος. Γι' αυτό και δημιουργεί στον πιστό αίσθηση χαράς ανεκλάλητης, αναιρώντας κάθε τεχνητή (φαρισαική) συνοφρύωση και επίπλα­στη κατήφεια, που δεν είναι παρά επιτηδευμένη ευσεβοφάνεια. Η χριστιανική άσκηση είναι μετοχή εκού­σια στην υπακοή του Χρίστου και των Αξίων, για τη νέκρωση του ατομικού θελήματος και την τελική ταύ­τιση του με το θέλημα του Χρίστου (Φιλ. 2, 5).

Η ευσέβεια όμως της Ορθοδοξίας είναι λειτουρ­γική. Έτσι κατανοείται η συμπληρωματικότητα ά­σκησης και λειτουργικής ζωής. Η εκκλησιαστική λα­τρεία είναι εορτάσιμη στο ήθος της. Η άσκηση είναι η πρόγευση της χαράς από τη μετοχή στη γιορτή της Εκκλησίας, αλλά και προετοιμασία των πιστών για την είσοδο τους σ' αυτή την πνευματική πανήγυρη. Είναι η οδός επιστροφής στο «κατά φύσιν», την αυ­θεντικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, για να κατα­στεί δυνατό το πέρασμα στο «υπέρ φύσιν», στο όποιο ανυψώνει η Λατρεία. Αυτό που αναζητείται, άλλωστε, στη λατρεία κατά τον ί. Χρυσόστομο είναι «ψυχή νήφουσα, διεγηγερμένη διάνοια, καρδία κατανενυγμένη, λογισμός έρρωμένος, συνειδός κεκαθαρμένον». Η πνευματική πρόοδος, που πραγματοποιεί ο πι­στός με την άσκηση του, μέσα στη λατρεία εκκλησιο-ποιείται, εντάσσεται στο σώμα του Χρίστου και από «ατομικό» γεγονός, γίνεται εκκλησιαστικό, δηλαδή κοινωνικό. Αν δεν εκκλησιοποιηθει η ατομικότητα, δεν σώζεται. Έξω από το σώμα του Χρίστου όχι μόνο δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά και η τελειότερη αρετή μένει «ράκος Αποκαθημένης» (Ήσ. 64, 6), πνιγηρά δη­λαδή ακαθαρσία. Η λατρεία εν-χριστώνει τη ζωή του πιστού. Η άσκηση παρέχει αυτή τη δυνατότητα, αφού ο κυριαρχούμενος από τα πάθη του άνθρωπος δεν μπορεί να δοξολογήσει αληθινά τον Θεό. Η «καθαρά καρδία» είναι το σκοπούμενο στην χριστιανική άσκη­ση (Ψαλμ. 50, 12). Διότι μόνο «έν καθαρά καρδία» εί­ναι δυνατόν να δει ο άνθρωπος τον Θεό (Ματθ. 5, 8), φθάνοντας στο σκοπό της υπάρξεως του. Αυτό εκφρά­ζει ο αναστάσιμος ύμνος του αγίου Ι. Δαμάσκηνου: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω άπροσιτω φωτί της Αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα...». Η λατρεία οδηγεί διά της Θ. Ευχαριστίας στη θέωση, όταν όμως υπάρχει η καθαρότητα της καρδίας και με­ταμόρφωση των αισθήσεων από σωματικές σε πνευμα­τικές. Αν η λατρεία, συνεπώς, είναι η είσοδος στην ουράνια βασιλεία, η άσκηση είναι η οδός προς τη βα­σιλεία. Η λατρεία καθορίζει και αποκαλύπτει τον σκοπό της ύπαρξης μας η άσκηση συνεργεί στην πραγμάτωση αυτού του σκοπού.
9. Λειτουργία μετά τη Λειτουργία
Η εκκλησιαστική λατρεία είναι ο «χωροχρόνος», στον όποιο διαμορφώνεται το χριστιανικό ήθος. Ο πιστός στη λατρεία ξαναβρίσκει το ορθό νόημα του ήθικου βίου, ο όποιος δεν διαμορφώνεται με βάση κάποια δικανική σχέση με τον Θεό, αλλά μέσα της μεταμόρφωσης και ανακαίνισης της κτίσης και του άνθρωπου έν Χριστώ. Το χριστιανικό ήθος είναι λειτουργικό και πηγάζει από την προσωπική σχέση με τον αυτοπροσφερόμενο «εις τροφήν του σύμπαντος κόσμου» Κύριο της Εκκλησίας. Αυτή η σχέση, με τριπλή αναφορά (άνθρωπος-Θεός-κόσμος), πραγματώ­νεται μέσα στη λατρεία, κατά τον λόγο του 'Απ. Παύ­λου: «Ει ούν συνηγέρθητε έν Χριστώ [...] νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γής [...], απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον [...] και ενδυσάμενοι τον νέον...» (Εάν λοιπόν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό... νεκρώσατε ό,τι γήινο είναι μέσα σας [...], έχοντας α­ποβάλει τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο, Κολ. 3, 1 έ.) Είναι το συνεχές «βάπτισμα» του πιστού στη νέα ζωή του μυστηρίου της Πίστεως.

Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται χριστοκεντρικά σύνολη η ζωή του άνθρωπου. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός...». Οι πιστοί, λουόμενοι μέ­σα σ' αυτό το φώς, καλούνται να γίνουν ένας πνευμα­τικός ποταμός, έκπορευόμενος από την Αγία Τράπε­ζα, για να αρδεύσει σωστικά τον κόσμο. Η εκκλησια­στική λατρεία τεκμηριώνει, έτσι, σε τι συνίσταται η προσφορά της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία. Δεν προσφέρει κάποιο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς η σύ­στημα ηθικών κανόνων, αλλά μια ζωή και μια αγια­σμένη κοινωνία, που μπορεί να λειτουργήσει ώς «ζύ­μη» και να ζυμώσει με την αγιαστική παρουσία της τον κόσμο, αρχίζοντας από τη μικροκοινωνία. Η με­τοχή στη λατρεία άν είναι γνήσια- είναι μετοχή στο θάνατο των ιδιοτελών και ατομικιστικών διεκδι­κήσεων και ανάσταση στην έν Χριστώ πραγματικότη­τα, που είναι ο σκοπός της Εκκλησίας. Η εμπνεόμε­νη από την ορθόδοξη λατρεία εσχατολογική συνείδη­ση προσανατολίζει σε έσχατολογικές συμπεριφορές, με την υπέρβαση τοθ κινδύνου της εκκοσμίκευσης και οιωνδήποτε συμβιβασμών και συσχηματισμών.
Είναι ευνόητο, συνεπώς, ότι η αποξένωση από τη λειτουργική εμπειρία, πέρα όλων των άλλων, αλλο­τριώνει το φρόνημα και αποσυνθέτει όλη τη ζωή, με­ταβάλλοντας το εκκλησιαστικό ΕΙΝΑΙ σε διάφορα αντιχριστιανικά υποκατάστατα (ηθικισμός, ευσεβισμός, ριτουαλισμός κ.λπ.). Μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι το κοινοτικό ήθος της ελληνορθοδοξίας και το ε­λεύθερο φρόνημα στους χαλεπούς καιρούς της δου­λείας διαπλασσόταν μέσα στη λατρεία, τη μόνη λαοσύναξη, που δεν έπεσε ποτέ σε μαρασμό. Και είναι α­ληθινή ευλογία, που με τη Χάρη του Θεού, στους δύ­σκολους καιρούς μας, ο Λαός και ιδιαίτερα η Νεο­λαία, ξαναβρίσκουν το δρόμο προς την Εκκλησία και τη λατρεία της.

Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας (αυτή ήταν η αρ­χαία κατάληξη της) ο Λειτουργός λέγει πρός τον λαό: «Έν ειρήνη προέλθωμεν» («άς φύγουμε ειρηνικά»). Δεν είναι η τυπική εξαγγελία του τέλους ενός «θρησκευτικού καθήκοντος», αλλά κινητοποίηση για με­ταφορά του φωτός της θεϊκής ειρήνης από σκοτάδι του κόσμου μας. Η Εκκλησία και η Λατρεία της υ­πάρχουν για τον κόσμο, για τη σωτηρία του. Η Λει­τουργία της Εκκλησίας προετοιμάζει την έξοδο των πιστών στον κόσμο ως μαρτυρία των «Μεγαλείων του Θεού», αλλά και ιεραποστολική κλήση στην έν Χρι­στώ σωτηρία. Η θυσία του Χρίστου και η Ανάσταση Του, μυστήρια συνεχώς παροντοποιούμενα και βιούμενα στη λατρεία, αρδεύουν συνεχώς λυτρωτικά τον κόσμο. Αγωγοί αυτής της Χάρης στην διψώσα γή των κοινωνιών μας γίνονται οι πιστοί, μέσω τών ο­ποίων το «Φώς του Χριστού» μπορεί να «φαίνη πάσι». Να φωτίζει τα πάντα!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Θεολογική μαρτυρία της Εκκλησιαστικής Λατρείας, Αθήνα 1996. Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία τοΰ "Ηθους, 'Αθήνα 19792. Ζηζιούλα Ιωάννου (μητροπ. Περγάμου), Η κτίση ώς ευχαριστία. Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, Αθήνα 1992. Του Ιδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού, Σύναξη, τ. 49 (1994)-51(1994). Ευαγγ. Γ. Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικής, Εν Αθήναις 1993. π. Άλ. Σμέμαν, Η λειτουργική αναγέννηση και η ορθόδοξη Εκκλησία (μετάφρ. Ν. Χριστοδούλου), Λάρνακα 1989. Του Ιδίου, Η Εκκλησία προσευχομένη Εισα­γωγή στη Λειτουργική Θεολογία (μετάφρ. Δ. Θ. Τζέρπου), Αθήνα 1991. Τρεμπέλα, 77. Ν., Αρχαί και χαρακτήρα της χριστιανικής Λατρείας, Αθήναι 1993. Φειδά, Βλ. Ί., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α'-Β', Αθήναι 1992 και 1994. Χάνς-Γιοακίμ Σούλτς, Η Βυζαντινή Λειτουργία-Μαρτυρία πίστεως και συμβολική έκφρα­ση (μετάφρ. π. Δημ. Τζέρπου), Αθήνα 1998.
«Πηγή : Όψεις της Ορθόδοξης Ταυτότητος - Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη