Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Η ΧΗΡΑ.








'Η Μαρία Ματθέγιεβνα Γκένζο, χήρα πλουσίου γαιοκτήμονα άπό τήν Χέρσωνα, είχε μπλεχτή σε μιά Δικαστική ύπόθεση, γιά άρκετά χρόνια με τούς κουνιάδους της, πού αφορούσε τά κτήματα. Έξ αιτίας τής έλλειψης πονηριάς εκ μέρους της, έχασε τήν δίκη καί τώρα ήταν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη. Στήν απόγνωση της έκανε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο γιά επανεξέταση τής Δικαστικής άπόφασης. Έχοντας άκούσει γιά τόν Στάρετς άπό ευλαβείς γνωστούς της, ή Γκένζο ταξίδεψε στο Κίεβο νά ζητήση τήν συμβουλή τού μακαρίου διορατικού.


Ό Στάρετς τότε ζούσε στο ερημητήριο Κιταγιέφσκαγια καί συναντώντας τήν έπισκέπτρια τής έφερε ένα πελώριο καυτό καρβέλι άσπρο ψωμί, χωρισμένο σέ δύο μέρη. Στο κάτω μισό ύπήρχε μιά λακκούβα στήν ψίχα πού τήν γέμισε μέ τόσο πολύ λάδι ώστε νά ξεχειλίση καί νά τρέχη στο πάτωμα.
«Όρίστε, ορίστε, πάρτο. Μή ντρέπεσαι. Αύτό στο δίνω εγώ γιά τήν μεγάλη σου ύπομονή».


Ή Γκένζο ταράχτηκε άλλά πήρε τό καρβέλι. Έπέστρεψε συλλογισμένη γιά τό παράδοξο δώρο στο σπίτι της. Σύντομα ή ύπόθεση πήρε τέλος γιατί τό Δικαστήριο τήν δικαίωσε. Όχι μόνον πήρε πίσω τήν γή της, άλλά επί πλέον, οί καταπιεστές της ύποχρεώθηκαν νά τήν άποζημιώσουν γιά όλα τά έξοδα.

Ή εύτυχισμένη Γκένζο έστειλε 50 ρούβλια στόν Στάρετς άπό
εύγνωμοσύνη. Αυτός αμέσως τά μοίρασε στους φτωχούς πού είχαν ανάγκη.


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ). Ένας ήγούμενος, σε κάποιο άπό τά Μοναστήρια τής Επαρχίας τού Κίεβου διηγείται:










Ένας ήγούμενος, σε κάποιο άπό τά Μοναστήρια τής Επαρχίας τού Κίεβου διηγείται:
«Τό 1852 συμπλήρωσα τις σπουδές μου στό εκκλησιαστικό σεμινάριο τού Κούρσκ κι ένοιωσα τήν επιθυμία νά γίνω Μοναχός· έτσι πήγα στήν Λαύρα τού Κίεβου γιά προσκύνημα. Είχα άκούσει ότι ό Στάρετς Θεόφιλος δεν ευλογούσε τό ίδιο όλους καί γι’ αυτό πρίν πάω στό κελί του, έστειλα πρώτα έναν φίλο μου νά πάρη τήν ευχή του, ενώ εγώ κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο γιά νά δώ πώς θά τόν δεχόταν ό Στάρετς.


Ό Θεόφιλος τόν καλοδέχτηκε, τόν εύλόγησε καί τού είπε μερικές καλές κουβέντες. Παίρνοντας θάρρος εγώ από μιά τέτοια ύποδοχή, βγήκα πρόθυμα από τό δέντρο καί γονάτισα μπροστά του σταυρώνοντας τά χέρια γιά νά μ’ εύλογήση.
«Φύγε!», μου είπε ό Στάρετς, «δέν είμαι Αρχιεπίσκοπος νά σ’ εύλογήσω. Πήγαινε σ’ έναν Αρχιεπίσκοπο, αύτός θά σ’ εύλογήση».



Έμεινα άναυδος. Έπνιξα τά δάκρυα κι ίσια πού μπορούσα νά σταθώ όρθιος στά πόδια μου. Ό φίλος μου πρόσεξε τήν κατάστασή μου, μέ πήρε από τό χέρι καί φύγαμε από τό ερημητήριο. Δέν ξέρω πώς έφτασα στήν Λαύρα. Τό μόνο πού θυμάμαι είναι ότι ό φίλος μου προσπαθούσε νά μέ παρηγορήση, εξηγώντας τήν κακή ύποδοχή του Θεόφιλου, σάν καλότυχο σημείο. Φαινόμουν νά συνειδητοποιώ ότι αυτό δέν ήταν μιά προσβολή αλλά μιά δοκιμασία πού έπρεπε νά δεχτώ χωρίς γογγυσμό· γι’ αυτό έμπιστεύτηκα πλέον τόν έαυτό μου στήν μεσιτεία τής Βασίλισσας τών Ούρανών. Στήν επιστροφή μας στήν Λαύρα, πήγαμε στήν μεγάλη έκκλησία, προσευχηθήκαμε καί προσκυνήσαμε τ’ άγια Λείψανα. Μετά βγήκαμε έξω. Σέ μιά είσοδο ήταν σταθμευμένη μιά άμαξα πού τήν περιτριγύριζαν πολλοί προσκυνητές.
«Ποιόν περιμένουν;».
«Τόν Δεσπότη. Ορίστε, βγαίνει έξω».



Πραγματικά σέ πέντε περίπου λεπτά είχε βγή έξω ό Μητροπολίτης κι έσπευσα κι έγώ νά πάρω τήν ευχή του. Εξηγώντας του τόν σκοπό τής επίσκεψής μας εκεί, φανέρωσα τήν επιθυμία μου νά μείνω στό Μοναστήρι γιά πάντα. Μεγάλη ήταν ή έκπληξη καί ή χαρά μου, όταν ακριβώς τήν ίδια εκείνη στιγμή, μου έδωσε ό Αρχιερέας τήν εύλογία νά συγκαταριθμηθώ στήν Αδελφότητα τής Λαύρας. Σύντομα έγινα Μοναχός καί μόνο τότε τά λόγια τού Στάρετς Θεόφιλου εξηγήθηκαν.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Ενας χωρικός ήρθε στό Κίεβο νά προσκυνήση και πήγε στόν μακάριο νά τόν συμβουλευτή καί νά τόν εύλογήση γιά νά μπή σέ Μοναστήρι.











Ενας χωρικός ήρθε στό Κίεβο νά προσκυνήση και πήγε στόν μακάριο νά τόν συμβουλευτή καί νά τόν εύλογήση γιά νά μπή σέ Μοναστήρι.
 Ό Στάρετς Θεόφιλος τόν ακούσε καί μετά ρώτησε:
«Θέλεις νά φας;».
 Ό χωρικός έγνεψε με τό κεφάλι καταφατικά.
«Ορίστε φάε», κι έδωσε στό νεαρό λίγη σούπα.


Στόν πάτο τής γαβάθας ύπήρχε κάτι πολύ σκληρό πού δεν μπορούσε νά τό μασήση. Ό Στάρετς ήταν πολύ περίεργος νά δη αν ό νέος άντρας μπορούσε νά τά καταφέρη μ’ αύτό τό «πράγμα», καί τόν παρακολουθούσε μέσα άπό τήν πόρτα τού κελιού του. Αλλά μιας καί ή προσπάθεια ξεπερνούσε τις δυνάμεις τού νεαρού, βγήκε έξω καί τού είπε:
«Καλά πρός τό παρόν, άρκετά. Αρκετά. Πήγαινε στήν Ιερά Μονή Μιχαηλώφσκυ καί ζήσε εκεί».


Ό νέος πήγε στό Μοναστήρι καί διακρίθηκε γιά τήν ταπείνωση, τήν άπλότητα καί τήν εξυπνάδα του καί έγινε βοηθός τού κελάρη. Σύντομα όμως ξέσπασε μιά μεγάλη δοκιμασία. Ό κελλάρης, Ιερομόναχος Μιχαήλ (άπό τούς ιερείς τού Όρλώφ) άγανάκτησε πολύ μέ τόν ταπεινό βοηθό του καί ζητούσε νά τόν δίωξη άπό τό Μοναστήρι.
Μέ δάκρυα στά μάτια του ό δόκιμος μάζεψε τά ύπάρχοντά του, τ’ άφησε στήν φροντίδα κάποιου, κι έτρεξε στόν Στάρετς Θεόφιλο γιά συμβουλή.



 Καθώς προχωρούσε πρός τήν πόρτα του Στάρετς καί έλεγε τήν προσευχή: «Δι’ ευχών των "Αγίων Πατέρων ήμών Κύριε Ιησού Χριστέ ό Θεός, έλέησον ήμάς», ό Στάρετς δέν τόν άφησε νά ολοκλήρωσή. Άνοίγοντας τήν πόρτα του κελιού του, μάλωσε αυστηρά τόν δυστυχισμένο δόκιμο:
«Έσύ Παύλε, γιατί ήρθες; Πήγαινε στό Μοναστήρι αμέσως! ”Α έσύ Παύλε, έσύ μοναχέ του Μιχαηλώφσκυ! Πήγαινε στό Μοναστήρι!».
Ό νέος έχοντάς τα όλότελα χαμένα, ξεκίνησε γιά τό Μιχαηλώφσκυ καί καθώς πήγαινε σκεφτόταν:


«Λοιπόν, αύτό κι αν είναι! Λένε ότι έχει προορατικό καί μέ είπε Παύλο! Αλλά πώς είμαι Παύλος αφού μόνον Παύλος δέν είμαι;».


Έτυχε ό άναπληρωτής Επίσκοπος του Κιέβου Άπολλινάριος, νά είναι ένας πολύ απλός καί δίκαιος άνθρωπος, ό όποιος έδειχνε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιά κάθε Μοναχό καί δόκιμο πού βρισκόταν στήν δικαιοδοσία του. Ό Δεσπότης ακούσε γιά τήν άδικία πού είχε γίνει στόν νεαρό δόκιμο καί κάλεσε προσωπικά τόν Ιερομόναχο Μιχαήλ καί τόν διέταξε αυστηρά νά ψάξη καί νά βρή τόν κακομεταχειρισμένο δόκιμο καί νά τόν άποκαταστήση. Πρός άναζήτησή του, στάλθηκαν παντού, άλλά πριν προλάβουν νά τόν βρουν, ό δόκιμος έπέστρεψε ό ίδιος από τόν Θεόφιλο. Ο Δεσπότης ειδοποιήθηκε καί ό αθώος νέος έγινε Μοναχός καί πρός μεγάλη του έκπληξη, πήρε τό όνομα πού προφητεύθηκε από τόν Θεόφιλο, Παύλος!




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. «’Ώ, τι χωρατατζής είσαι εσύ! Γιά δές τι σκαρφίστηκε ό γέρος! Ένα νεκρό σπουργίτι»,







Αλλη μιά περίπτωση άναφέρεται, όχι μέ λιγότερο ενδιαφέρον. Στήν πόλη τής Τούλα, ζούσαν δύο περιπλανώμενοι προσκυνητές, ή Κίτρινα καί ό αδελφός της Ίβάν. Δέν είχαν οικογένεια ή συγγενείς. Κάθε Ανοιξη ξεκινούσαν γιά προσκύνημα στά ιερά μέρη· αύτός στόν Βορρά κι εκείνη στό Νότο. Όταν άρχιζε τό κρύο, έπέστρεφαν στό σπίτι γιά νά περάσουν τόν χειμώνα.


Μιά χρονιά λοιπόν ή Κατρΐνα ήρθε στό Κίεβο καί ώς συνήθως, σταμάτησε νά δη τόν Στάρετς Θεόφιλο.
Ό μακάριος τής έδωσε τήν ευχή του καί μαζί μ’ αύτήν κι ένα μικρό πήλινο δοχείο, τυλιγμένο μέ χαρτί σάν ενθύμιο.
«Ορίστε, πάρτο! Αλλά πρόσεξε μή τυχόν καί τό άνοιξης πριν φτάσης στό σπίτι σου».
'Η Κατρίνα έφυγε, αλλά σ’ όλο τόν δρόμο τήν έτρωγε ή περιέργεια: «Αραγε, τί νάχη μέσα; πιθανόν προεϊδε κάτι καλό γιά μένα κι έβαλε βούτυρο μέσα στό δοχείο».


 Τελικά, δεν μπόρεσε νά συγκρατήση περισσότερο τόν έαυτό της καί αποφάσισε νά τ’ άνοιξη παρόλη την παραίνεση του Στάρετς νά μη τό κάνη. Ξετύλιξε τό χαρτί καί κοίταξε από κοντά μέσα στό μικρό δοχείο. Με μεγάλη ταραχή διαπίστωσε ότι εκεί μέσα κείτονταν ένα νεκρό σπουργίτι.
«’Ώ, τι χωρατατζής είσαι εσύ! Γιά δές τι σκαρφίστηκε ό γέρος! Ένα νεκρό σπουργίτι», σκέφτηκε καί μέ θυμό έσπασε πάνω σ’ ένα δέντρο τό δοχείο.
Περίπου ένα μήνα άργότερα, ή Κατρΐνα έπέστρεψε στό σπίτι άπό τό προσκύνημα.
«Πώς; Ό άγαπημένος μου αδελφός δέν ήρθε άκόμα;».
«Όχι, όχι άκόμα», άπάντησαν οι γείτονες, «αλλά ύπάρχει ένα δέμα εδώ στ’ όνομά σου».

Αποδείχτηκε ότι δέν ήταν τίποτα λιγότερο άπό τήν πληροφορία ότι ό άδελφός της είχε ληστευθή καί δολοφονηθή στόν δρόμο. Ή Κατρίνα τότε κατάλαβε τήν σημασία του νεκρού σπουργιτιού καί αναλύθηκε σέ πικρά δάκρυα.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

«Όχι! όλα έχουν τελειώσει! Ό Θεός είναι Δίκαιος. Με πρόσβαλαν, μέ κατέστρεψαν καί μ’ άφησαν σάν ζητιάνο. Ό Κύριος έδωσε καί ό Κύριος τ’ αφαίρεσε». ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ





 Στο Κίεβο ζούσε τότε ένας πλούσιος ζωέμπορας ό Ά. Ντώφ. Ή σύζυγός του ήταν ευλαβής καί μέ φόβο Θεού. Αλλά εκείνος ήταν ένας αγροίκος, σκληρός καί ολιγόπιστος άνθρωπος. Ή γυναίκα του δέν έλειπε άπό τήν εκκλησιά καί τά Μοναστήρια, καθώς τής άρεσε νά δίνη ελεημοσύνη, νά βοηθάη τούς φτωχούς καί περιπλανώμενους προσκυνητές καί ευλαβείτο πολύ
 τούς ασκητές. Ηταν εξ ολοκλήρου άφοσιωμένη στον Στάρετς Θεόφιλο καί συχνά τόν προσκαλούσε στό σπίτι της. Ό σύζυγός της άπό τήν άλλη μεριά, ήταν σκληρόκαρδος καί άσωτος καί δέν ανεχόταν τήν παρουσία του Στάρετς στό σπίτι του. Συνέχεια ονείδιζε τήν γυναίκα του γιατί τόν προσκαλούσε:
«Δέ ντρέπεσαι νά χάνης τήν ώρα σου μ’ αυτόν τόν θρησκόληπτο τρελλό;» τήν ρωτούσε.


Ενα ωραίο πρωί, πού αυτός έλειπε άπό τό σπίτι, ό Στάρετς έφτασε εφοδιασμένος μέ κομμάτια κάρβουνο.


Αρχισε νά ζωγραφίζη μέ μηδενικά τήν ταπετσαρία, άλλα κατά δεκάδες καί άλλα κατά έκατοντάδες καί χιλιάδες. 'Η Ντβα, δέν τολμούσε νά τόν σταματήση καί στάθηκε στήν άκρη, κοιτώντας κατάπληκτη τί έκανε ό μακάριος. Ό σύζυγός της σύντομα έπέστρεψε. Είδε τόν ταύρο τού Θεόφιλου νάναι στήν αύλή τού σπιτιού του καί άποφάσισε ν’ άστειευτή μέ τόν Στάρετς.


Όταν όμως μπήκε στό δωμάτιο καί κοίταξε τόν τοίχο, τρομοκρατήθηκε. Ή άκριβή ταπετσαρία ήταν μαύρη άπό μηδενικά γραμμένα μέ κάρβουνο.
«Ποιος τόλμησε νά κάνη ένα τέτοιο πράγμα; Ό Θεόφιλος φυσικά!».
Αρχισε νά ψάχνη στά δωμάτια γιά νά βρή τόν Θεόφιλο. Βλέποντάς τον μέσα στήν κρεββατοκάμαρά του, ορμησε πάνω στόν μακάριο έξαλλος. Αλλά ό Θεόφιλος, ύποκρινόμενος τον τρελλό, άρχισε σιωπηλά νά βγάζη τά ρούχα του. Ό Ντώφ τόν έφτυσε καί βγήκε σάν μανιακός από τό σπίτι. 'Η ζαλισμένη σύζυγος, βρίσκοντας τήν ψυχραιμία της, άρχισε ν’ άπολογήται στόν Θεόφιλο καί του πρόσφερε λίγο λάχανο τουρσί πού τού άρεσε πολύ. Άλλ’ άντί νά τό δεχτή εκείνος, έδωσε μιά κοφτή καί διφορούμενη απάντηση:
«Όχι! όλα έχουν τελειώσει! Ό Θεός είναι Δίκαιος. Με πρόσβαλαν, μέ κατέστρεψαν καί μ’ άφησαν σάν ζητιάνο. Ό Κύριος έδωσε καί ό Κύριος τ’ αφαίρεσε». Κι αμέσως έφυγε από τό σπίτι.


Σύντομα μετά άπ’ αύτό, ή Ντώφ οικογένεια, έπεσε σε φοβερή δυστυχία. Οι δουλειές λιγόστεψαν, τό κεφάλαιο εξανεμίστηκε καί δημιουργήθηκαν τεράστια χρέη. 'Η περιουσία σέ λίγο βγήκε σέ δημοπρασία καί ό αλαζόνας πλούσιος Ντώφ, έγινε ένας ζητιάνος, σέρνοντας τήν ζωή του σέ μιά άθλια παράγκα πού άπό οίκτο καί έλεος τού δόθηκε άπό τήν διοίκηση τού Κιέβου.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. «Νά τό θυμάστε φίλοι μου! Σ’ αύτό τό σημείο θά χτίστη ένα Μοναστήρι, καί πολλοί ζωντανοί καί νεκροί θά βρουν εδώ άνάπαυση».








 Εχουμε αναφέρει στά προηγούμενα κεφάλαια τόσες περιπτώσεις καί ενδεικτικά γεγονότα, τά όποια μάς έπεισαν γιά τό γνήσιο Θείο χάρισμα τής διόρασης, πού είχε ό Στάρετς Θεόφιλος. Κι επιπλέον, γιά τήν σύνεση καί την ακρίβεια μέ τήν όποια τό χρησιμοποιούσε, για νά συμβουλεύη καί νά διορθώνη τις ψυχές, σ’ αύτόν τόν μάταιο κι αμαρτωλό κόσμο.
 Στά όσα άναφέρθηκαν, προσθέτουμε μερικά ακόμα γεγονότα σχετικά μ’ αύτό τό χάρισμα του μακαρίου.




1)      Τό πρωινό τής 14ης Αύγουστου 1852, ό μακάριος ξεκίνησε με τό κάρο του από τό Κιτάγιεφ γιά την Λαύρα. Ήταν παραμονή τής γιορτής τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου καί ό Θεόφιλος σκόπευε νά περάση μιά νύχτα καί μιά ήμερα εκεί. Καθώς προχωρούσε μέσα στό δάσος, εκεί κοντά όπου τώρα βρίσκεται τό έρημητήριο Πρεοπραζένσκαγια, ό ταύρος έστριψε πρός τά δεξιά σάν νάχε χάσει τόν δρόμο, αλλά ό Στάρετς άπορροφημένος στό Ψαλτήρι του, δέν τό πρόσεξε κι ό ταύρος συνέχισε τήν πορεία του μέσα στό πυκνό δάσος. Κάποιοι ξυλοκόποι πού βάδιζαν εκεί από τό πλησιέστερο χωριό, παρατήρησαν αύτό τό λάθος κι άρχισαν νά φωνάζουν πρός τόν Στάρετς:
«Μπάτουσκα! Ό ταύρος σου χάθηκε. Κοίτα, δέν πάει από τόν σωστό δρόμο».
Ό μακάριος, μή θέλοντας νά διακόψη τήν μελέτη τού Ψαλτηρίου, γύρισε πρός τό μέρος τους καί εϊπε:
«Αφήστε τον νά πάη στόν δρόμο του. Αυτός ξέρει καλύτερα άπό μας τι ανάγκη υπάρχει εκεί πού πάει. Έτσι θά μπορέσω νά προσευχηθώ στόν Θεό σ’ εκείνο τό μέρος».



 Καί μ’ αύτά τά λόγια πήδηξε άπό τό κάρο του, πήρε ένα τσεκούρι άπό τούς άντρες, έκοψε ένα δεντράκι καί πελέκησε ένα μικρό Σταυρό άπό τό ξύλο του. Εκείνο τόν καιρό, σ’ όλη τήν περιοχή πού σήμερα βρίσκεται τό ερημητήριο Πρεομπραζένσκαγια, ύπήρχαν τόσο πυκνά κι’ άδιαπέραστα δάση, πού κανείς δέν φανταζόταν ότι κάτι θά μπορούσε νά χτιστή εκεί.
Ό μακάριος Θεόφιλος όμως, προβλέποντας με τό πνεύμα του τήν μελλοντική δόξα τού τόπου, προσευχήθηκε στον Θεό, (καί όπως κάποτε ό Απόστολος Άνδρέας ό Πρωτόκλητος, είχε στερεώσει έναν Σταυρό στά βουνά του Κίεβου), έτσι κι αύτός, φύτεψε στην γη τόν Σταυρό του, στό μέρος εκείνο καί είπε:


«Νά τό θυμάστε φίλοι μου! Σ’ αύτό τό σημείο θά χτίστη ένα Μοναστήρι, καί πολλοί ζωντανοί καί νεκροί θά βρουν εδώ άνάπαυση».
Ό,τι προφήτεψε εκπληρώθηκε. Τό 1872, στό μέρος όπου ό Θεόφιλος έστησε τόν Σταυρό του, άρχισαν νά χτΐζωνται τά πρώτα οικοδομήματα του ερημητήριου Πρεομπρατζέσκαγια καί κατοίκησαν σ’ αύτό, όσοι αναζητούσαν τήν ειρήνη γιά τήν σωτηρία τής ψυχής τους· καί όσοι άπ’ αυτούς άναπαύθηκαν, τούς έθαψαν εκεί, προσδοκώντας στήν γαλήνη, τήν φοβερή ήμέρα τής Θείας Κρίσης.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

«Καλά τότε, γνώριζε ότι, σ’ αύτό εδώ τό μέρος θά λάμψη σύντομα ή Δόξα του Θεού κι ένα μεγάλο Μοναστήρι θά χτίστη. Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ










 Ό μακάριος προείπε καί τό ακόλουθο πού αφορούσε τήν ίδρυση του Μοναστηριού τής Αγίας Τριάδας Ίονόφσκυ.
Στό άγρόκτημα Σάμπουργκ τού έρημητηρίου Κιταγιέφσκαγια, ζούσε ή δόκιμη μοναχή Πελαγία. Έτρεφε μιά αληθινή εύλάβεια πρός τό πρόσωπο του Στάρετς καί μέ άγάπη εκπλήρωνε κάθε διακονία πού θά τής άνέθετε ό μακάριος. ’Άν τής έλεγε νά πλύνη μιά πουκαμίσα, θά τήν έπλενε. ’Άν τής έλεγε νά βάλη τά χαλινάρια στόν ταύρο, θά τά έβαζε. Αν τήν έστελνε στό Δνείπερο νά πλύνη ένα ζευγάρι μπότες, θά πήγαινε. Έξ αιτίας αυτής τής ακρίβειας στήν διακονία καί τής άπλότητας στήν ύπακοή, ό Στάρετς τήν αγαπούσε πολύ καί συχνά τήν προστάτευε από διάφορους πειρασμούς καί μπλεξίματα.


Κάποτε, ένα 'Ιερομόναχος Μεγαλόσχημος από τό Αγιον Όρος, ήρθε στήν Λαύρα καί πρότεινε νά κείρη κρυφά τήν Πελαγία κι άλλες τρεις δόκιμες από τό αγρόκτημα. Εκείνες όμως, δίσταζαν νά δεχθούν τήν δελεαστική προσφορά χωρίς τήν ευλογία του Στάρετς Θεόφιλου. Πήγαν λοιπόν σ’ εκείνον νά τόν συμβουλευτούν.
Ό μακάριος δεν έβγαλε λέξη, μόνον έφερε ένα καρβέλι χωρίς τήν έσωτερική ψίχα καί τότε είπε:


«Οι σκέψεις σας είναι τόσο άδειες, όσο κι αύτό τό ψωμί», κι άπέτρεψε τήν Πελαγία νά ταράζεται άπό τέτοιους ματαιόδοξους λογισμούς.
Μιά άλλη φορά τήν φώναξε ό ίδιος καί τής έδωσε ένα μπουκάλι:
«Πήγαινε κι αγόρασε γιά τόν έαυτό σου λίγο μέλι, θυμίαμα καί κεριά- καί νά θυμάσαι τόν αριθμό 12», τής είπε.


Ή Πελαγία έκτέλεσε τήν παραγγελία καί καθώς έπέστρεφε, ό Στάρετς τήν συνάντησε κοντά στήν αγορά περιτριγυρισμένος άπό πολλούς ανθρώπους.
«Λοιπόν, τ’ άγόρασες;» τήν ρώτησε.
«Ναί, Μπάτουσκα, τ’ αγόρασα», άπάντησε ή Πελαγία.
  «Καλά τότε, άρχισε νά προσεύχεσαι γιά τόν πατέρα μου κι εγώ θά προσευχηθώ γιά τόν δικό σου πατέρα αύτή την στιγμή».
Κι άρχισε νά κάνη μετάνοιες στην μέση του δρόμου. Ή Πελαγία κοιτούσε έκπληκτη. Οι άνθρωποι στέκονταν όλοι γύρω σάν νάβλεπαν κάτι παράδοξο. 

Ή Πελαγία αφού συνήλθε, άρχισε κι’ εκείνη νά κάνη μετάνοιες. Αρκετές ή- μέρες πέρασαν. Ξαφνικά ή Πελαγία πήρε ένα γράμμα από τούς συγγενείς της, πού τήν πληροφορούσαν ότι στις 12 εκείνου τού μήνα, πέθανε ό πατέρας της μετά από μιά αρρώστια.


Άλλ’ άς έπιστρέψουμε στόν σκοπό της ιστορίας μας. Κάποτε ό Στάρετς Θεόφιλος συνάντησε τήν Πελαγία στόν δρόμο καί τής είπε νά πιάση τόν ταύρο άπό τό σκοινί του καί νά τόν όδηγή στήν Λαύρα, ένώ ό ίδιος καθισμένος στό κάρρο, στράφηκε ανατολικά καί συνέχισε νά διαβάζη όπως πάντα τό Ψαλτήρι.


Καθώς περνούσαν απ’ τό Ζμπέριντς, τό μέρος όπου τώρα βρίσκεται τό Μοναστήρι τής Άγιας Τριάδος Ίονόφσκυ, ό μακάριος σταμάτησε τόν ταύρο καί είπε στήν συνταξιδιώτισσά του νά τού δώση λίγο σανό. Μετά τήν φώναξε κοντά του καί τήν ρώτησε:
«Πελαγία! Άν ρίξεις ένα μεγάλο δίχτυ στά βαθιά νερά τού Δνείπερου τι θά βγάλης έξω;».



«Ότιδήποτε Μπάτουσκα», άπάντησε εκείνη, αφού τό καλοσκέφτηκε. «Καί μεγάλα καί μικρά ψάρια. Θάναι καί όξύρυγχοι καί κυπρίνοι καί ασπρόψαρα καί μύδια καί βάτραχοι άκόμα».
«Καλά τότε, γνώριζε ότι, σ’ αύτό εδώ τό μέρος θά λάμψη σύντομα ή Δόξα του Θεού κι ένα μεγάλο Μοναστήρι θά χτίστη. Κι όπως ακριβώς στό δίχτυ του ψαρά, μπορεί κανείς νά βρή οτιδήποτε, έτσι καί σ’ αύτό τό νέο Κοινόβιο δέν θά έχουν όλοι τήν ίδια πνευματική προκοπή. Θά ύπάρξουν «όξύρυγχοι» ύψηλής πνευματικής ζωής καί επίσης θά εισχωρήσουν καί άχρηστα «όστρακα» καί πολύ λίγοι θά φροντίζουν γιά τήν καθαρότητα τής ψυχής».


Καί ύψώνοντας τά μάτια του στόν ούρανό, ό Στάρετς εύλόγησε τό μέρος στά τέσσερα σημεία του ορίζοντα καί αφού προσευχήθηκε εκεί γιά μισή ώρα περίπου, συνέχισε τόν δρόμο του γιά τήν Λαύρα. Καί σήμερα πού ή προφητεία του μακαρίου εκπληρώθηκε έπακριβώς καί βλέπουμε στήν άγονη έρημο ένα όμορφο καλοχτισμένο Μοναστήρι, ανακαλούμε στήν μνήμη μας τά προφητικά λόγια του Ησαΐα: «Εύφράνθητι έρημος διψώσα, άγαλλιάσθω έρημος καί άνθείτω ώς κρίνον. Καί έξανθήσει καί ύλοχαρήσει... καί ό λαός μου όψεται τήν Δόξαν Κυρίου καί τό ύψος του Θεού» (Ήσαΐας 35, 1-2).



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.