Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Στις φυλακές της Ρουμανίας είδα τον Ιησού Χριστό ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ



 

Το Ημερολόγιο της ΕυτυχίαςΤο Ημερολόγιο της Ευτυχίας κατασχέθηκε από την πολιτεία σε καιρούς ταραχώδεις. Ο συγγραφέας του Νικολάε Στάινχαρτ θεωρείται ο «Παπαδιαμάντης» της σημερινής Ρουμανίας. Ήταν Ρουμάνος εβραϊκής καταγωγής, μεγάλος ουμανιστής και κάτοχος τεράστιας φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παιδείας. Πνεύμα ανήσυχο, στράφηκε μετά από πολλές αναζητήσεις στην Ορθοδοξία.
Φυλακίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα όταν αρνήθηκε να υποταχθεί στις υποδείξεις του καθεστώτος και να καταθέσει σε βάρος αντιφρονούντων διανοουμένων. Σαν άλλος Ντοστογιέφσκι, μετέτρεψε τη φυλακή του σε σπουδή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Η οδυνηρή εμπειρία του από τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια, το συγχρωτισμό με κάθε είδους ανθρώπους γονιμοποίησε τις ευρύτατες γνώσεις του με πείρα στην κοινωνιολογία, την πολιτική, την εγκληματολογία. Πέρασε τα στερνά του χρόνια ως μοναχός στη μονή της Ροχίας, και θεωρείται οδηγητική μορφή για τη σύγχρονη ρουμανική διανόηση.
Στο βιβλίο καταγράφει την πνευματική του περιπέτεια και αναζήτηση, τα βιώματά του, και στιγμές της ιδιαίτερα έντονης και ενίοτε τραγικής καθημερινότητάς του σε στενή συνάρτηση με ευρύτατες αναφορές σε όλη την ευρωπαϊκή γραμματεία. Στις σελίδες του, εξάλλου, περνούν και σκιαγραφούνται πολλές σκοτεινές σελίδες της πολιτικής ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης του 20ού αι. και αποκαλύπτεται το μυστικό ενός επώδυνου δρόμου που οδηγεί στην ολοκλήρωση και την ευτυχία.
Από εκεί είναι το παρακάτω απόσπασμα. Το αλιεύουμε από ένα blog κυριολεκτικά θησαυροφυλάκιο, τα Άπαντα Ορθοδοξίας.

... Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή. [...]
Σχόλιο του blog μας: Είναι, κατ' εμέ, φανερό πως ο συγγραφέας γεύτηκε την όραση του Ακτίστου Φωτός. Η εμπειρία του περιέχει όλα τα στοιχεία της όρασης αυτής, όπως περιγράφεται από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας. Το ίδιο Φως είδε και ο Αμερικανός βουδιστής ιερέας Nilus Stryker, ο οποίος στη συνέχεια ερεύνησε τη φύση του οράματός του και έγινε ορθόδοξος.
Για το Φως γράφουν: «Είμαι κορεσμένος από ηδονή και θεϊκή τρυφερότητα. Μοιράζομαι το Φως. Μετέχω κι εγώ στη δόξα. το πρόσωπό μου λάμπει σαν το πρόσωπο του αγαπημένου μου και όλα μου τα μέλη γίνονται φορείς του Φωτός» (άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος - από εδώ). Και: "Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ' ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής" (Γέροντας Σωφρόνιος, σε αυτό το αναλυτικό άρθρο για το Άκτιστο Φως). Δείτε & την ενότητά μας Ιστορίες Φωτός.

Και τώρα αξίζει να διαβάσετε ολόκληρη την αφήγηση του Ν. Στάινχαρτ, που περιγράφει συνθήκες μοναδικού & τραγικού μεγαλείου:



ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963

ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις που στέκεται στα πόδια του, δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ο π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.

Πού και πού όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, που ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ' εμένα λίγο χρόνο.


Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει η πεποίθηση πως ο πόνος τελικά έχει νόημα, πως η ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. Όπως πάντα με βασανίζει η φράση που είπε κάποτε ο Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση η όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ο Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ο Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει η πραγματικότητα άλλα η αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ο πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε: «Από τι πράγμα πεινάει ο σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».

Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ο πρώτος) δυο όνειρα που είχα δει στις φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση  χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.

Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ' έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου, έναν τοίχο πελώριο, ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες. Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε  να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.

Ήταν χειμώνας του '62, ένας χειμώνας πολύ άγριος, με το βοριά να λυσσομανά και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ο συγγραφέας Οντομπέσκου στο βιβλίο του "Κυρία Κιάζνα" γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ο χειμώνας στις φύλακα  της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο ["Ν": στη Ζιλάβα βρήκε φρικτό θάνατο και ο μεγαλομάρτυρας φιλόσοφος Κωνσταντίν Οπρισάν]

 


Η μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια που καταφέραμε να βρούμε από τις 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Η καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, η όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο. 

Παραδόξως το κρύο, αντί να εξουδετερώσει την οσμή των περιττωμάτων, την εξαγριώνει. Παραμονεύουμε να δούμε πότε θα φτάσει το φαγητό, σαν τα άγρια φυλακισμένα ζώα, των οποίων η τροφή και η τύχη είναι στα χέρια ενός ξεχασιάρη αφέντη. Το φαγητό, που φτάνει κάποια στιγμή τελικά, είναι από καλαμποκάλευρο, άβραστο και παγωμένο από το κρύο.

Σε μια ατμόσφαιρα παγωμένη, θλιβερή και λερωμένη καταφέρνω να παραμείνω ήρεμος. Το κελί είναι γεμάτο με κρατούμενους ευγενικούς και καθωσπρέπει. Δεν βλέπαμε όμως τα πράγματα τραγικά, σαν ευγενείς και εύθυμοι άνθρωποι που ήμασταν. Τέτοιους ανθρώπους μόνο στις φυλακές μπορούσε να συναντήσει κανείς εκείνη την εποχή, όπως για παράδειγμα ο βεσαραβιανός μεγαλοτσιφλικάς Τσιμποϊέσκου και άλλοι. 
 
Δίπλα μου κοιμάται ένας σοφέρ (είναι ο σοφέρ του Τσιμποϊέσκου). Τον έκλεισαν κι αυτόν στη φυλακή μαζί με το αφεντικό του και μάλιστα τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή (όπως και τον Κέρτσιου, οδηγό του Αλιμανεστεάνου, γιατί πήγαινε τρόφιμα στον κύριο του, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στο Μπαραγκάν). Στο δικαστήριο φέρθηκε πολύ όμορφα, παραδέχθηκε ότι πιστεύει στον χριστιανισμό και ακολούθησε τον κύριό του στη φυλακή, έτσι όπως ακολουθούσαν τους σταυροφόρους οι ασπιδοφόροι σωματοφυλακές τους, στις σταυροφορίες, στους πολέμους και στους κινδύνους. 
Την καθημερινή ζωή της φυλακής πάντως με δυσκολία την υπομένει. Νευριάζει εύκολα και (όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι) υποφέρει από τον συνωστισμό, τη βρόμα και τις ελλείψεις, πιο πολύ απ' ότι οι διανοούμενοι και γενικά οι ευκατάστατοι. Τον ενοχλεί το τρομερό ροχαλητό του διπλανού. Με δισταγμό με παρακαλεί ν' αλλάξουμε θέσεις: να περάσω εγώ στη θέση του, πιο κοντά στην πηγή του ροχαλητού, και να 'ρθει εκείνος στη δική μου. Η απόσταση που κερδίζει απ' αυτή τη μετακίνηση είναι ασήμαντη από κάθε άποψη, άλλα ο άνθρωπος σε παρόμοιες καταστάσεις δημιουργεί αυταπάτες και, όταν τα πάντα εκτυλίσσονται στα όρια αντοχής του νευρο-ψυχικού κόσμου, τότε ακόμη και μια μικρή  μετακίνηση λίγων εκατοστών μπορεί να συμβάλει στον καθησυχασμό ενός ανθρώπου. Αλλάζουμε θέσεις.

(Για μένα είναι πιο εύκολο, γιατί στο κελί 80 στις φυλακές της Γκέρλας συνάντησα έναν μορφωμένο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Κ. Τσαράνου, το ροχαλητό του οποίου δεν πιστεύω να συναγωνίζεται κανείς σ' αυτό τον κόσμο. Ο θόρυβος που έβγαζε όταν ροχάλιζε ήταν τόσο τρομερός και ακαταμάχητος, που δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί κανείς στο ίδιο δωμάτιο. Δεν ήταν θόρυβος ομοιόμορφος και συνεχής, άλλα μια σειρά από ανεξάντλητα μπουμπουνητά πάντοτε διαφορετικά, μια αληθινή γκάμα ενός καλλιτέχνη, του οποίου το στυλ ανανεώταν συνεχώς. Ύστερα από αρκετές εβδομάδες συμβίωσης κατάφερνες να κλείσεις για λίγο τα μάτια, άλλα στα κλεφτά, σαν τους καπετάνιους των πλοίων που δεν μπορούν να γλιτώσουν τελείως από τη ναυτία ακόμα κι αν περάσουν χρόνια από το τελευταίο τους μπαρκάρισμα.)
 
Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, ο σοφέρ κατευθύνεται και πάλι προς το μέρος μου και με περισσότερο δισταγμό αυτή τη φορά μου ζητά και πάλι να αλλάξουμε θέσεις. Θέλει να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση. Εκεί όπου κοιμήθηκε δεν του άρεσε, υπέφερε. Αλλάζουμε και πάλι θέσεις.
Την επόμενη μέρα, η κίνηση επαναλαμβάνεται.
Τη νύχτα φέρνουν στο κελί ένα νέο γκρουπ κρατουμένων, ένα πλήθος φύρδην μίγδην, το ένα κακό πάνω στ' άλλο. Αυτοί έλειπαν από δω μέσα. Πόσο θλιμμένα κοιτάζουν όλοι τους τριγύρω. Γιατί όμως; Έρχονται μήπως από φυλακές καλύτερες!
Φωτο: ο συγγραφέας του παρόντος Ν. Στάινχαρτ ως μοναχός

Δεν περίμεναν πάντως να τους δεχτούμε όπως τους δεχτήκαμε. Τους καλωσορίσαμε με ηρεμία και γελάσαμε όλοι με τα χάλια μας. Πού να τους βάλουμε όλους όμως να κοιμηθούν; Στριμωχνόμαστε όλοι μας για να εξοικονομήσουμε λίγο χώρο και γι' αυτούς. Ένας χώρος που τις πιο πολλές φορές υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία μας, σαν κι αυτόν που συναντά κανείς στη γεωμετρία. Μερικοί το μόνο που καταφέρνουν είναι να λαγοκοιμούνται σε κάτι πάγκους. Σε έναν κρατούμενο ογκώδη και εξοργισμένο (το πρόσωπο του οποίου φανερώνει κούραση και αρκετά βασανιστήρια) προσφέρω τη θέση μου, μιας και μαζί είναι αδύνατον να χωρέσουμε, αλλά και όσο να 'ναι στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πιο πολύ ανάγκη τον ύπνο έστω και για δυο τρεις ώρες ανάπαυσης. Περνώ την υπόλοιπη νύχτα σ' έναν πάγκο.

Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή.

Ο π.  Χαραλάμπιε με ακούει με προσοχή, δεν χαμογελάει, δεν ξαφνιάζεται. Mου απαντά λέγοντάς μου πως δεν πιστεύει ότι τα δύο αυτά όνειρα είναι [...]. Αντίθετα, με μακαρίζει. Μου ζητά όμως πολλή εχεμύθεια και ταπεινή αυτοκυριαρχία.
Κυρίως όμως μου ζητά (είναι δύσκολο, παραδέχεται κι εκείνος, να το καταλάβει αυτό κανείς, μα πρέπει, μου λέει, να προσπαθήσω) να τα δώ όλα ως φυσιολογικά, ως κάτι μη ξεχωριστό, κάτι το όποιο δεν πρέπει να με εμποδίσει και να με βγάλει από το δρόμο που έχω διαλέξει. Μου ζητά το πρώτο όνειρο το δώ σαν μια καλή σκέψη για τη μητέρα, σαν ένα χαιρετισμό. Όσο για το δεύτερο, μου λέει πως το έλεος του Κυρίου μας είναι αμέτρητο. Όταν περνά, συμβαίνει  η άκρη του μανδύα Του να αγγίξει κάποιον που κάνεις δεν περιμένει.

Κάνουμε κατόπιν και σχέδια για το μέλλον, ο π. Χαραλάμπιε όντας σίγουρος εκατό τοις εκατό πως θα πεθάνει κι εγώ εκατό τοις εκατό πεπεισμένος πως θα ζήσει...
Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και προκαλείται μια δυνατή αιμορραγία, η οποία  τον ρίχνει κάτω ξανά. Ο γιατρός, που κρατείται κι αυτός στη φυλακή και κλήθηκε επίμονα, έφτασε δύσκολα και, αφού τον εξέτασε, μας κουνά αρνητικά το κεφάλι. Ο υπεύθυνος του κελιού τυλίγει τον Ιερέα με μια κουβέρτα, ενώ εγώ μαζί κάποιον άλλο κρατούμενο τον μεταφέρουμε μέχρι την πόρτα του κελιού απ' όπου (εμείς με πρόσωπο προς τον τοίχο και κρατώντας με τις παλάμες τα πρόσωπα  μας) οι φρουροί της φυλακής τον σηκώνουν από το χώμα και τον μεταφέρουν στο νοσηλευτήριο. Αργότερα μάθαμε πως πέθανε τη δεύτερη μέρα.

Το βίωμα του Ν. Στάινχαρτ για το βάπτισμά του ως ορθόδοξου στη φυλακή
(Από εδώ)

Όποιος βαφτίστηκε μικρός δεν ξέρει και δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει βάπτισμα. Πάνω μου έρχονται κάθε τόσο όλο και πιο συχνά κύματα ευτυχίας. Τελικά είναι αλήθεια ότι το βάπτισμα είναι άγιο μυστήριο, γιατί όντως υπάρχουν άγια μυστήρια. Διαφορετικά αύτη η ευτυχία που με κατακλύζει, με κυριεύει, με ντύνει, με νικά, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο απίστευτα θαυμαστή και πλήρης. 

Ησυχία και τέλεια απάθεια. Για όλα. Αλλά και μια γλυκύτητα. Στο στόμα, στους μυς, σε όλο το σώμα. Και ταυτόχρονα μια καρτερία, μια αίσθηση πως θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε, ένα κίνητρο για να συγχωρέσω τον οποιονδήποτε, ένα χαμόγελο ανεκτικότητας που υπάρχει παντού (όχι μόνο στα χείλη). Κι ένα είδος τρυφερού αέρα τριγύρω, μια ατμόσφαιρα όμοια μ' εκείνη των βιβλίων που διάβαζα στα παιδικά μου χρόνια. Μια αίσθηση απόλυτης σιγουριάς και μια ατέλειωτη απομάκρυνση στην ηρεμία. Ένα χέρι που μου απλώνεται, ένα χέρι γεμάτο σοφία και καλοσύνη.

Είναι κι αυτή η αίσθηση του καινούργιου... Είμαι καινός [=καινούργιος] άνθρωπος. Από πού να έρχεται τόση φρεσκάδα και ανανέωση; Επιβεβαιώνεται στην Αποκάλυψη (21,5) «ιδού καινά ποιώ πάντα», δηλαδή, και τώρα όλα τα κάνω καινούργια, αλλά ο Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όταν κάποιος είναι με τον Χριστό, είναι καινή ύπαρξη. Τα παλιά πέρασαν, όλα τώρα έγιναν καινούργια». 
 
Καινούργια έγιναν, μα δεν εκφράζονται με λόγια. Δεν βρίσκω παρά λέξεις συνηθισμένες, χιλιοειπωμένες, σαν κι αυτές που πάντα χρησιμοποιώ. Με περιβάλλει ένας κύκλος από  γνωστές λέξεις και από ιδανικά που βγαίνουν από την καθημερινότητα. Αν ρωτούσαν την κυρία Κοττάρ του Προύστ τι θα επιθυμούσε στη ζωή της, θα ζητούσε σίγουρα να γίνει η πιο πλούσια κυρία στη γειτονιά της. Ούτε που θα περνούσε από το μυαλό της να γίνει δούκισσα του Μορτεμάρ. Τα όνειρά μας πηγαίνουν μέχρι τον αμέσως επόμενο ουρανό. Υπάρχουν όμως κι αλλά ψηλότερα και ασύλληπτα πιο όμορφα όπως η θάλασσα του Ξενοφώντα όπως η στεριά του του. Τελικά το βάπτισμα είναι μια ανακάλυψη.
 
ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
 
Ο Χριστός δε φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής (Από εδώ)


Ο Χριστός δεν φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής, σε όσα μας δίδαξε. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Τις πόρνες τις λέει πόρνες και την πορνεία, πορνεία. Ποτέ δεν προσπάθησε να μιλήσει με πλάγιο τρόπο και με μισόλογα. Έλεγε πάντα την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν ήταν, σε οποίον κι αν απευθυνόταν. Αντιμετώπιζε τα ρήγματα, όπως τα αντιμετωπίζουμε μπροστά στο κρεβάτι του χειρουργείου ή μπροστά στο ικρίωμα. Καμία παρέκκλιση, καμία αυταπάτη, κανένα κουκούλωμα. Διότι, μόνο όταν έχουμε τη σκληρή πραγματικότητα μπροστά μας, μπορούμε να τρεμουλιάσουμε κι έτσι να της ξεφύγουμε και να αλλάξουμε ζωή.  

Για τον χριστιανό τα πάντα (τα λόγια, οι σκέψεις, οι πράξεις) είναι σαν να καταγράφονται σε μια ταινία, σ' ένα φιλμ. Η ταινία είναι μία και σ' αυτή καταγράφονται τα πάντα. Στο ξετύλιγμα της, στο τέλος, καθετί που ήταν σκεπασμένο, κρυμμένο, θα φανερωθεί, θα βγει στο φως και θα κάνει τον διάβολο να χαμογελάει, εκτός κι αν το έλεος του Κυρίου του έχει ετοιμάσει κάποια έκπληξη, ώστε να δουν όλοι μια ταινία στην οποία η μετάνοια και η συγχώρεση έσβησαν όλες τις αμαρτίες.

Και αφού τα πράγματα είναι έτσι, θα ήταν πολύ παράξενο κάθε συμπεριφορά, όσο ασήμαντη κι αν είναι, κάθε παράδειγμα (στο κελί μιας φυλακής, στο μπουντρούμι της Ασφάλειας κάτω από τη φοβερή λάμπα του ανακριτικού γραφείου), να μην έχει αξία απόλυτη.
 
***
Αλίμονό μας αν δεν υπήρχε στο ευαγγέλιο η παραβολή των εργατών του Αμπελώνα (από εδώ)


Αλίμονό μας, αν δεν υπήρχε στο Ευαγγέλιο η «παραβολή των εργατών του αμπελώνα» (Ματθ. 20).
Το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν άδικο κριτή ούτε καν μ' ένα δίκαιο, αλλά με τον πιο μεγαλόψυχο κριτή, μας το δείχνει αυτή ακριβώς η παραβολή. Προσοχή, όμως, διότι πολλές φορές μπαίνουμε στον πειρασμό και προτιμάμε να μη δεχτούμε την πληρωμή, επειδή δεν θέλουμε να πληρωθεί το ίδιο και εκείνος που μπήκε στον αμπελώνα την τελευταία στιγμή. Κι όμως θα έπρεπε να δεχτούμε να πάρουμε αυτό που συμφωνήσαμε και να χαρούμε που μπόρεσε και κάποιος άλλος να πάρει μισθό, έστω και την τελευταία στιγμή.

Μας κάνει και αγανακτούμε πολλές φορές, όπως και τον μεγάλο γιο της παραβολής του Άσωτου, η στάση του Θεού απέναντι στους δικαίους. Για τον φρόνιμο και εργατικό γιο της παραβολής του Άσωτου, ποτέ ο πατέρας δεν θυσίασε ένα μοσχάρι σιτευτό γι' αυτόν και τους φίλους του, ποτέ δεν τους έδωσε την ευκαιρία για ένα τραπέζι, για μια διασκέδαση. Όλα τα θυσίασε, όλα τα έδωσε για τον άσωτο υιό.
Όλοι οι δίκαιοι αυτού του κόσμου, με το να διαμαρτύρονται, αποδεικνύουν πως δεν έχουν προσέξει τί διαβάζουν στην παραβολή του Άσωτου. Είναι αλήθεια πως γι' αυτούς δεν υπήρξε ποτέ ούτε μόσχος σιτευτός, ούτε τραπέζι, ούτε γλέντι, ούτε δακτυλίδι στο δάκτυλο... Μόνο που υπήρχε και που υπάρχει κάτι άλλο, κάτι πού αναφέρεται ξεκάθαρα στον 31° στίχο του 15ου κεφαλαίου του Κατά Λουκάν: «πάντα τα έμά σά έστιν», δηλαδή, ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου.

Κάτι έχουν και οι δίκαιοι. Δεν είναι λοιπόν σωστό να κλαίγονται: έχουν ό,τι και ο Πατέρας.
 
***
Ο Χριστός δε μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα... (από εδώ)




Ο Χριστός δεν μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα. Δεν έχω χρόνο, λένε σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι. Ωραία δικαιολογία. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να κάνει κάποιος το καλό. Όπως η βασιλεία του Θεού θα έρθει εκεί που κανείς δεν το περιμένει, έτσι και οι πράξεις που την προαναγγέλλουν δεν λογαριάζουν όρους και συμφωνίες.

Δεν είναι αρκετό για μια φιλία να πει κανείς "θα σε βοηθήσω αν μπορέσω"! Φίλος αληθινός είναι εκείνος που βοηθάει χωρίς το ρήμα βοηθάω να χρειάζεται προσδιορισμούς επιρρηματικούς, χρονικούς, τροπικούς ή χρονικούς. Πόσο άρεσε στον Κύριο να μας αποκαλεί φίλους Του!


Από την παραβολή των ταλάντων προκύπτει ότι ό άνθρωπος, που έφυγε για ταξίδι μακρινό και κάλεσε τούς δούλους του και τούς παρέδωσε την περιουσία του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Στον δούλο που, επιστρέφοντας το ένα τάλαντο (όσο ακριβώς είχε πάρει), είπε στον κύριο του: «κύριε, έγνων σε ότι σκληρός ει άνθρωπος, θερίζων όπου ουκ έσπειρας και συνάγων όθεν ου διεσκόρπισας», δηλαδή, Κύριε σε ήξερα άνθρωπο σκληρό, που θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις εκεί όπου δεν σκόρπισες, ο Κύριος άπαντα επιβεβαιώνοντας και επαναλαμβάνοντας το χαρακτηρισμό. (Ματθ. 25, 24) Αμέσως μετά όμως ακολουθεί η έξης παράδοξη φράση: «τω γαρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται, από δε του μη έχοντος και ό έχει άρθήσεται απ' αυτού», δηλαδή, στον καθένα που έχει θα του δοθούν και άλλα και θα περισσέψουν, από εκείνον όμως που δεν έχει θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει.

Προκύπτει λοιπόν ότι με τον Θεό δεν μπορούμε να βασίζουμε τη σχέση μας πάνω σε ιδέες που έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι σχετικά με το τί είναι δίκαιο και τί σωστό. Προκύπτει επίσης ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν πρέπει να βασίζεται σ' ένα λογιστικό du ut des στο οποίο εμείς θα πιστεύουμε εσαεί και στο οποίο μάλιστα θα είμαστε οι παθητικοί αποδέκτες.

Ο Θεός θερίζει εκεί oπου δεν έσπειρε, κι αυτό σημαίνει oτι πρέπει να δώσουμε κι εμείς κάτι από τον εαυτό μας, πρέπει με άλλα λόγια να παίρνουμε πρωτοβουλίες για να κάνουμε το καλό. Το να λέει κάποιος: "γιατί, τί κακό έκανα; δεν έκανα κακό σε κανέναν, κάνω ό,τι μπορώ", αυτό δεν είναι παρά στάση χασμουρητού, η οποία βρίσκεται σε τελεία αντίθεση με αυτό που ζητά ο Κύριος στην παραβολή των ταλάντων και φανερώνει ότι δεν καταλάβαμε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι να είναι κανείς τεμπέλης, πόσο σοβαρή είναι για τον Θεό η προτροπή: ο ουρανός καταχτιέται, ούτε πόσο επίμονη προσπάθεια και πόθος απαιτείται για το «αδύνατον» ακόμα και γι' αυτό το πραγματικά αδύνατον.

Ο Θεός δεν αστειεύεται: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην ην άν σοι δείξω», «Άρον τον σταυρόν σου», «Ακολουθεί μοι», «Αγρυπνείτε», «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

Ο Θεός δεν μας θέλει ξάπλα. Δεν θέλει το βόλεμα, τις ανέσεις, την καλοπέραση, το ονειροπόλημα. Ούτε μπορεί να αποτελέσει πρόφαση η ασθένεια και η τρέλα. (Ακόμα και η συκιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση.)

Η Μάρθα τότε γιατί επιπλήττεται; Διότι την απασχολούν τα ευτελή πράγματα. Μοχθεί ματαίως και είναι ανήσυχη. Ο Κύριος μας καλεί σε πράγματα σοβαρά. Ο Χάρος είναι πάνω από το κεφάλι μας, κι εμείς είμαστε με το τσιγάρο στο χέρι, ή ρίχνουμε όλο το βάρος μας σε πράγματα ασήμαντα, όπως η Μάρθα ["Ν": εννοεί την Μάρθα, αδελφή του Λαζάρου, που, όταν τους επισκέφθηκε ο Χριστός, δεν κάθησε ν' ακούσει τα λόγια Του, αλλά μπαινόβγαινε συνεχώς για να Τον περιποιηθεί - και μάλιστα μάλωσε και την αδελφή της, τη Μαρία, που είχε καθήσει ν' ακούσει].

Γέροντας Παΐσιος Ολάρου († 18 Οκτ 1990), ο άγιος της Μολδαβίας




Φωτο από εδώ
Η φήμη του γέροντα Ιερομόναχου π. Παϊσίου είναι παντού διαδεδομένη στα μέρη της Μολδαβίας, όπως και του μαθητού του, αρχιμ. π. Κλεόπα Ηλίε (δες πολλά γι' αυτόν εδώ).
Έχουν και οι δύο τον ίδιο ζήλο για τον Χριστό, για την προστασία της ορθοδόξου πίστεως, για την προσευχή, την νηστεία, την αγάπη, για την ησυχία.
Αποτελούν σήμερα τα μεγαλύτερα πνευματικά αναστήματα, λόγω της ασκητικής των ζωής και των πολλών προσωπικών εμπειριών που γεύθηκαν εξ αυτής της πολιτείας τους (δηλ. της ζωής τους).
 

Έτσι με τον αγιασμένο βίο τους, το κήρυγμά των, τις σοφές συμβουλές των αναπαύουν πάσης τάξεως και ηλικίας χριστιανούς που πρόθυμα καταφθάνουν στα κελιά των για ένα λόγο σωτηρίας...

Ο π. Παΐσιος είναι ο Πνευματικός της καρδίας.

Ξεκινά πρώτα με την προσευχή, μετά εξομολογεί και πατρικά συμβουλεύει ό,τι ο λόγος πηγάσει μέσα από την καρδιά του. Γι' αυτό κλαίει στις εξομολογήσεις των άλλων, που και αυτοί, βλέποντάς τον, ταπεινώνονται και αρχίζουν τα κλάματα για τις αμαρτίες τους. 

Σπανίως ομιλεί περί κολάσεως. Ο παρήγορος λόγος του στρέφεται περισσότερο στο έλεος του Θεού και την μακαριότητα των δικαίων. Γι' αυτό ο αποχαιρετισμός του προς τα πνευματικά του παιδιά γίνεται με τα λόγια:
"Καλή αντάμωση στην θύρα του παραδείσου!". 

Είναι ο πατήρ της συγχωρήσεως, της αγάπης και της παραδείσιας χαράς.

Πνευματική συζήτηση με τον ησυχαστή Πνευματικό π. Παΐσιο Ολάρου
 
"Αναμνήσεις μου από τον Ρουμάνο γέροντα π. Ιωαννίκιο Μπάλαν"


 

Αναβάσεις

—    Πάτερ Παΐσιε, ποιό είναι το έργο του μοναχού;

—    Ο μοναχός πρέπει ν᾿ αγαπήση τρία πράγματα στην ζωή του: την προσευχή, την εκκλησία και το κελλί [δηλ. το δωμάτιό του μέσα στο μοναστήρι, όπου θα προσεύχεται και θα μελετά].

—    Ποιός σας προέτρεψε να έλθετε στην μοναχική ζωή;
—    Οι βίοι των Αγίων με επαρακίνησαν και η αγάπη μου για τον Κύριο.
 

—    Τι πειρασμούς είχατε στην ησυχία και πώς τους αντιμετωπίζατε;
—    Επί 20 χρόνια έζησα στην ησυχία και προσευχή σε μία καλύβα που ήταν κοντά στην σκήτη Κοζάντσεα. Δεν είχα όμως πολύ μεγάλους πειρασμούς από τον διάβολο. Είχα όμως σαρκικό πόλεμο, διότι είχα εισέλθει στον πόλεμο με τα επτά πνεύματα της πονηρίας, στα οποία ενίοτε υποχωρούσα, διότι επαρουσιάζοντο υπό την μορφήν του αγαθού.
Αλλά με την προσευχή, την ταπείνωσι και την υπομονή τα νικούσα, χάριτι Χριστού.
 

—    Τι πνευματικές χαρές εδοκιμάσατε στην σκήτη Κοζάντσεα;
—    Είχα μεγάλες χαρές, όσο καιρό ημουνα στην ησυχία στην Καλύβα μου, μα προπαντός, όταν προσευχόμουν την νύκτα και εβοηθούσα πνευματικώς τους άλλους. Αλλά τις ωραιότερες στιγμές της θείας ευφροσύνης τις αισθανόμουνα στην εκκλησία, στην ώρα της Θείας Λειτουργίας.

Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΗ ΜΟΝΑΧΗ ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ Chin(+1977)

 

Θεωρούμε ιδιαίτερη τιμή και ευλογία την παραχώρηση εκ μέρους της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου ,της βιογραφίας της νεοφανούς Οσιομάρτυρος Ελένης του Καυκάσου που ασκήτεψε και μαρτύρησε στην περιοχή Τσίν(Chin), στον Ορεινό Καύκασο.
Η βιογραφία αυτή γράφτηκε από τον Iερομόναχο  Σάββα Βατοπαιδινό(ή   π.Δημήτριο ,κατά κόσμο Χριστόφορο Τελιανίδη) ,ο οποίος ζει στις μέρες μας και οποίος όχι απλώς έζησε κοντά στην Γερόντισσα αλλά κληρονόμησε από αυτή και το χάρισμα της θεραπείας με την ευχή του Ιησού.
Η βιογραφία της Οσιομάρτυρος Ελένης εκδόθηκε στα Γεωργιανά από τον Γεώργιο Μονανούλι ,με την ευλογία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Πάσης Γεωργίας  κ. κ.Ηλία Β΄.Μεταφράστηκε από Βατοπαιδινούς πατέρες,την επεξεργάστηκε δε  ο θεολόγος  κ.Αλέκος Χριστοδούλου ,και μέρος της βιογραφίας  αυτής δημοσιεύουμε εμείς.
Ευχαριστούμε την Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου για την ευλογία αυτή.

Παρακαλούμε όσους αναδημοσιεύσουν το άρθρο αυτό ή  τμήματα του άρθρου καθώς και την μοναδική φωτογραφία της οσιομάρτυρος Ελένης να μνημονεύουν υποχρεωτικά και την Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου στην οποία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα της βιογραφίας της νεοφανούς Αγίας.
«Δια  πρεσβειών της Οσίας μητρός ημών Ελένης, Κύριε Ιησού Χριστέ  ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμην».
πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
Πρόλογος Ρωσικής εκδόσεως
Σ’ αυτή τη μάταιη και αμαρτωλή ζωή όπου υπάρχουν πολλές θλίψεις και πολλοί πειρασμοί, στην οποία βασιλεύει η αρρώστια της αμαρτίας και της κακίας, όλοι είμαστε άρρωστοι και στο σώμα και στην ψυχή. Μερικές φορές όταν συναντάς έστω και ελάχιστη αγάπη και καλοσύνη, χωρίς να το θέλεις σε προσελκύει ο άνθρωπος σαν με κάποια αόρατα δίκτυα, διότι από αυτόν εξέρχεται η έμπνευση της χάριτος. Όλοι μας έχουμε στη διάθεσή μας τους βίους και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας μας, όμως πρέπει να πούμε ότι η πεινασμένη ψυχή χορταίνει περισσότερο με την επαφή με αγίους της εποχής μας και με ζωντανά σύγχρονα παραδείγματα αρετής.
Πριν αρκετά χρόνια μιλώντας με ένα χριστιανό της ενορίας μας έμαθα πως ο Γέροντας της γυναικείας μονής στην Τσάλκα, ο π. Δημήτριος Τελιανίδης (νύν αρχιμανδρίτης Σάββας) θεραπεύει αρρώστους με την ευχή του Ιησού. Τον καιρό εκείνο διάβαζα με επιμέλεια βιβλία περί της νοεράς προσευχής. Αμέσως γεννήθηκε μέσα μου μεγάλη επιθυμία να τον επισκεφθώ μαζί με άλλους χριστιανούς της ενορίας μου. Από τον πνευματικό πατέρα μου τον π. Ζουράμπ Ανθάδζε άκουσα ότι ο π. Δημήτριος είναι πολύ ξακουστός εργάτης της ευχής. Πήρα ευλογία από τον πνευματικό μου για να τον επισκεφθώ μαζί με τον δεκάχρονο γυιό μου, ο οποίος τότε ήταν άρρωστος και είχε ανάγκη θεραπείας.
Ήταν χειμώνας και αργά το βράδυ, όταν πήγαμε στο δήμο Ίσανη της Τιφλίδας εκεί που έμενε τότε ο Γέροντας Σάββας σε μία πολυκατοικία. Στο διαμέρισμα ήταν πολύς κόσμος και κρατήσαμε τη σειρά μας. Διάβαζαν τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου αδιάκοπα. Πολλές εικόνες, πολλά αναμμένα καντήλια και πολλά κεριά βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Βασίλευε προσευχητική διάθεση. Περιμένοντας τη σειρά μας, μάθαμε πολλές περιπτώσεις θεραπείας αρρώστων που οι γιατροί δεν τους έδιναν ελπίδες. Τελικά ήλθε η σειρά μας. Ο Γέροντας καθόταν σε μία μικρή πολυθρόνα λέγοντας χαμηλόφωνα την ευχή του Ιησού. Με τα δάχτυλά του σταύρωνε τα πονεμένα μέρη του σώματος και κάπου-κάπου ρωτούσε τον ασθενή πώς αισθανόταν. Κοντά μας κάθονταν άλλοι άρρωστοι που προσκυνούσαν το σταυρό του Γέροντα με τη σειρά τους. Αυτά όλα ήταν αξέχαστα για μένα.
Κοίταζα τα παιδιά, τους γέρους και τις γυναίκες οι οποίοι ήταν βασανισμένοι από τις ασθένειές τους και σκεφτόμουν πως σήμερα που τόσο έντονα διαφημίζονται οι ιατρικές επιτεύξεις, η Εκκλησία με τα χέρια των αληθινών δούλων της θεραπεύει χωρίς αμοιβή ανίατα νοσήματα, και αυτό το κάνει όχι μόνο για τα τέκνα της, αλλά και για τους απίστους.
Μετά από μερικές επισκέψεις στον Γέροντα Σάββα, πήρα μαζί μου και την μητέρα μου και την πεθερά μου. Κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων στις συνομιλίες μου με τον Γέροντα έμαθα ότι έχει γραμμένες κάποιες μοναδικές σημειώσεις για κάποια Γερόντισσα Ελένη την οποία γνώριζε ο Γέροντας. Τον παρακάλεσα να μου τις δείξει. Δεν αρνήθηκε. Με μεγάλη συγκίνηση ξεφύλλισα τα παλιά λιωμένα φύλλα στα οποία το κείμενο ήταν γραμμένο με τη γραφομηχανή. Όπως μου είπε ο Γέροντας αυτά γράφτηκαν πριν πολλά χρόνια και μερικά φύλλα λιώσανε ή χάθηκαν. Πήρα ευλογία από τον Γέροντα και έκανα αντίγραφα. Όλη τη νύχτα αδιάκοπα διάβαζα τις σημειώσεις αυτές. Μπροστά μου αποκαλύφθηκε η ιστορία και ο βίος της αφανούς για τους χριστιανούς μοναχής Ελένης, η οποία ασκήτευε στα βουνά της Αμπχαζίας. Eίναι αδύνατο να εκφράσω εκείνη την κατάσταση που αισθανόμουν όταν διάβαζα αυτή την ιστορία. Μου γεννήθηκε μεγάλη επιθυμία να δημοσιεύσω και εκδώσω και αυτό το βιβλίο. Γι’ αυτό πήρα την ευλογία του Γέροντα και άρχισα με επιμέλεια και κόπο. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ειλικρίνεια της διηγήσεως σ’ αυτή την ιστορία περί της Χριστιανικής αγάπης που σπάνια τη συναντάς. Αυτό είναι μία από τις φωτεινές σελίδες της ιστορίας της Γεωργιανής Εκκλησίας.
Εκείνον τον καιρό παρ’ όλες τις καταπιέσεις της κρατικής Κομμουνιστικής μηχανής χριστιανοί διαφορετικής εθνικότητας έμεναν και δούλευαν μαζί, βαστά­ζοντας αλλήλους και έτσι τήρησαν τις εντολές του Χριστού.
Ο Γέροντας Σάββας μου έλεγε πως δεν είχε διαβάσει, ούτε ακούσει παρόμοια θαύματα σαν αυτά που είδε με τα μάτια του κοντά στη Γερόντισσα Ελένη· αλλά μόνο ελάχιστα από αυτά τα παράδοξα γεγονότα κατέγραψε.



Γενικά βιογραφικά στοιχεία.
Η Μεγαλόσχημη μοναχή Ελένη γεννήθηκε το 1889 στην πόλη Πένζα. Είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές. Ο παππούς της καταγόταν από την Κύπρο και είχε παντρευτεί στη Ρωσία. Η Ελένη όταν ήταν πέντε χρονών αρρώστησε βαριά. Οι γονείς της απελπισμένοι την πήραν σε κάποιο μοναστήρι, στην πόλη Πσκώβ, στο οποίο με τη χάρη του Θεού έγινε εντελώς καλά. Ευχαριστημένοι την άφησαν εκεί, όπου πέρασε και τα παιδικά της χρόνια. Μεγάλωσε στην υπακοή και πολύ νέα έγινε μοναχή. Η αδελφή της η Νίνα όταν έγινε δώδεκα χρονών έγινε κι αυτή μοναχή στην ίδια μονή.

Ο άγιος γέροντας Γεώργιος Μπασιλάντζε μιλάει για τον Άγιο Γαβριήλ τον δια Χριστόν σαλό και ομολογητή




Ακολουθεί ένα ενιαίο απόσπασμα από συνεντεύξεις που έδωσε ο π. Γεώργιος Μπασιλάντζε στην εφημερίδα Κβίρις Παλίτρα κατά το έτος 2007.
Η συνέντευξη του π. Γεωργίου δόθηκε το 2007, δηλαδή πολύ καιρό πριν ο π. Γαβριήλ ανακηρυχθεί άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας, το 2012.




Ο π.Γεώργιος Μπασιλάντζε,ένας ακόμη σύγχρονος άγιος γέροντας εκοιμήθη στις 25 Απριλίου 2013
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πότε και πώς γνωρίσατε τον π. Γαβριήλ;
Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Γνώρισα τον π. Γαβριήλ στα νεανικά μου χρόνια. Εκείνος ήταν τέσσερα χρόνια και τέσσερις μέρες μεγαλύτερος μου. Αγαπούσε πολύ την πατρίδα του και τους Γεωργιανούς. Είχε πνεύμα παλικαρίσιο. Οι διωγμοί και οι σκληρές δοκιμασίες τον συντρόφευαν σ' όλη του τη ζωή. Όλα τα υπέμενε χωρίς παράπονο. Θα μπορούσε όμως να μην τα υπομένει. Είχε αήττητη ψυχή.
Ο π. Γαβριήλ είχε το μεγάλο χάρισμα του σαλού και το πρόσωπο της αγνότητας. Ταυτόχρονα ήταν άκρως ταπεινός, καλοσυνάτος, πολύ ευαίσθητος και είχε το φόβο του Θεού. Πονούσε επειδή συναισθανόταν τη δυστυχία και τα βάσανα των ανθρώπων. Ζούσε για τους άλλους. Κι ενώ η προσωπική του ζωή ήταν γεμάτη λύπες, εκείνος ήταν μεγάλος μαέστρος του χιούμορ. Μπορούσε να μεταδώσει τη χαρά και στον πιο απελπισμένο άνθρωπο. Ο π. Γαβριήλ είναι το καύχημα των σύγχρονων αγίων.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πότε έγινε ο π. Γαβριήλ άγιος;
Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο π. Γαβριήλ δεν «έγινε», αλλά γεννήθηκε άγιος. Ακούς; Ο π. Γαβριήλ ήταν άγιος και τότε που οι ιερείς στη Γεωργία δεν τον κοινωνούσαν. Κατάλαβες; Εκείνος ήταν και παρέμεινε ιερέας και τον καιρό που τον έπαυσαν από τα καθήκοντα του ιερέα. Κατάλαβες; Πότε πρέπει να ξυπνήσετε; Δεν πρέπει οι διωγμοί του π. Γαβριήλ να διεγείρουν τη σκέψη και να ξυπνήσουν πνευματικά τον γεωργιανό λαό;

 Στ` αλήθεια, δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω; Σε ποια κατάσταση ήμασταν και ακόμη είμαστε; Τον Γαβριήλ, αυτόν τον αληθινό πνευματικό, τον μεγάλο άγιο στη Γεωργία, δεν τον κοινωνούσαν. Και ποιοι; Οι ίδιοι Γεωργιανοί ιερείς! Ή μήπως από Γεωργιανούς δεσπότες δεν του είχε απαγορευτεί να τελεί τα καθήκοντα του; Χρειάζεται πολλή σοφία; Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους! Τι συνέβαινε; Δεν αντιλαμβάνονταν τον Γαβριήλ ή δεν τον άντεχαν; Αν πουν πως δεν τον καταλάβαιναν, εγώ θα σας πω το εξής: Αν ένας επίσκοπος ή ιερέας δεν αντιλαμβάνεται με τα μάτια του πνεύματος και της ψυχής την παρουσία του αγίου αλλά αρκείται στην εξωτερική του συμπεριφορά, δεν μπορεί να υπολογίζεται αυτός ο ιερέας ως πνευματικός πατέρας. Γιατί δεν βλέπει πνευματικά. Τέτοιοι ιερείς δεν μπορούν να ανεβάσουν τον αμαρτωλό στη Βασιλεία των Ουρανών, γιατί αυτοί εδώ στη γη δεν διακρίνουν τον φορέα της άγιοπνευματικής χάριτος.

 Γι' αυτό σε κανέναν ιερέα δεν χωρά καμιά δικαιολογία!

Οι πιστοί, για να διαπιστώσουν την αγιότητα του π. Γαβριήλ, έψαχναν πολύ καιρό στα βιβλία αν μπορούσε ο άγιος να πίνει κρασί και να μεθάει. Αλλά δεν έβρισκαν απάντηση στα βιβλία. Ήταν μπερδεμένοι. Ρωτούσαν κι εμένα. Με την καρδιά τους αισθάνονταν ότι ο Γαβριήλ ήταν ένας μεγάλος άγιος αλλά συγκρούονταν με άλλες ακρότητες του. Ο Γαβριήλ μεθούσε. Και αφού δεν είχαν καταλάβει την πραγματική χάρη του αγίου, και αυτό που έβλεπαν παρέμενε ανεξήγητο, ήταν πολύ μπερδεμένοι. Σήμερα ο πιστός ψάχνει τον άγιο με τα βιβλία. Αυτό όμως είναι πολύ δύσκολο. Τον άγιο θα τον βρείτε με την καρδιά και με την ψυχή! Ας πούμε, τώρα, ότι πολλοί τον αναγνώρισαν. Αλλά πριν τον δίωκαν. Γιατί δεν ήταν ακριβώς στο δικό τους πνεύμα. Διότι οι ιερείς που είχαν συλληφθεί από το κομμουνιστικό κόμμα και φοβούνταν την Κα Γκε Μπε πιο πολύ από τον Θεό δεν έφεραν μέσα τους βέβαια το αληθινό πνεύμα!

Ο π. Γαβριήλ πολεμούσε το κακό τότε, όταν η χώρα βρισκόταν σε περίοδο συμφοράς και όταν οι άνθρωποι του κλήρου δεν μπορούσαν να βγάλουν μιλιά. Η ζωή του π. Γαβριήλ και ο ασκητισμός του είναι μέγα γεγονός. Και την προσωπικότητα του πρέπει οι ιερείς να τη γνωρίσουν στον λαό. Όχι έτσι που λένε απλώς ότι ο π. Γαβριήλ ήταν άγιος. Όχι «ήταν» αλλά είναι! Μη νομίζουν ότι ο π. Γαβριήλ είναι ένα «περαστικό τρένο». Ο Θεός τώρα θα τον λαμπρύνει με όλο του το μεγαλείο και ταυτόχρονα θα ζητήσει απ' όλους μιαν απάντηση για τους διωγμούς του. Δεν Οα μπορούν να αποκρύψουν ούτε την αξία του ούτε να διαστρέψουν τη διδασκαλία του καταπώς τη θέλουν αυτοί.

Τη δύναμη του π. Γαβριήλ όλοι την έχουν αισθανθεί. Και οι καλοί και οι κακοί. Ο καλός δεν τολμούσε να πει κάτι. Όμως ο κακός έβγαζε με οργή δηλητήριο. Πάλι επαναλαμβάνω ότι η ζωή του π. Γαβριήλ πρέπει να μελετηθεί δεόντως και να εξηγηθεί στους ανθρώπους η αξία της ασκητικής του ζωής. Είναι πολύ σπάνιο να ξεχωρίσεις άγιο που να πέρασε μια τέτοια δύσκολη και αντίξοη περίοδο κουβαλώντας έναν τόσο βαρύ σταυρό για τον λαό του. Πείνα, παγωνιά, πόνος. Άστεγος και ζητιάνος, σερνόμενος στους δρόμους. Βρισιές, συκοφαντίες, ψυχιατρεία, φυλακίσεις. Πονάει η ψυχή μου όταν οι ιερείς, καθισμένοι σε ζεστούς ναούς και ντυμένοι ωραία, εκφράζονται με μισόλογα προκειμένου να προβληθούν αυτοί.

Πολύ συχνά έλεγε ο άγιος με ραγισμένη καρδιά: «Ο γεωργιανός λαός δεν με κατάλαβε». Και «δεν με κατάλαβε» δεν σημαίνει ότι εκείνος επιζητούσε μεγαλεία και σεβασμό ή πλούτη ή θέση. Το ότι δεν τον κατάλαβαν δεν είναι φανερό και σήμερα; Πολλά γράφουν για τον π. Γαβριήλ. Και τα γράφουν έτσι που τον τοποθετούν μέσα σε καλούπια. Δεν βάζουν αυτά για τα οποία κυρίως πάλευε ο π. Γαβριήλ. Γράφουν μόνο για τα θαύματα που και άλλοι άγιοι έκαναν. Διάβασα πολλά βιβλία που γράφουν για τον π. Γαβριήλ. Και θα σας πω ότι παραλείπουν τα περισσότερα από τα λόγια του. Πολλά τα έχουν διορθώσει. Άλλα τα πέρασαν από λογοκρισία.

Τότε μη γράφεις ή, αν γράψεις, πρέπει να διαθέτεις την πνευματική δύναμη, την παλικαριά, να τα γράφεις όπως ακριβώς ειπώθηκαν από εκείνον. Και εκείνος δεν χρειάζεται βοήθεια, διορθώσεις και ωραιοποιήσεις. Εκείνος δεν έκανε λάθη. Εκείνος δεν ήταν ποτέ σε καλούπια. Και να μη χρησιμοποιήσετε τα λόγια του για κάποιο δικό σας όφελος. Θα λογοδοτήσετε στον Θεό γι" αυτό.

Ο π. Γαβριήλ δεν έκανε λάθος όταν έλεγε: «Ο Θεός στο σύμπαν έχει πιο άγιο μέρος, τη Βασιλεία των Ουρανών. Όμως εδώ, στη γη, έχει το Σβετιτσχοβέλι». Την Ιερουσαλήμ εκείνος την ήξερε καλύτερα από σας. Εσείς μην τον «βοηθάτε» να διατηρηθεί η τάξη. Ήξερε εκείνος τι έλεγε. Κι αυτό που έλεγε εσείς δεν το ξέρετε. Και αφού δεν το ξέρετε και δεν σας άρεσε, διορθώνετε τον Γαβριήλ. Αυτή η πράξη είναι άξια τιμωρίας.

Σήμερα ζητούν να μιλήσουν για τον π. Γαβριήλ «κατά παραγγελία». Όπως αυτοί επιθυμούν. Αλλά να ξέρετε: Τον π. Γαβριήλ εμείς τον γνωρίσαμε. Κι εγώ ξέρω ποιος είναι αυτός. Άλλο να τον «γνωρίσεις» κι άλλο να τον «δεις». Άλλο να τον «καταλάβεις» κι άλλο να «πηγαίνεις» κοντά του.
Αν ο π. Γαβριήλ κήρυττε έτσι όπως γράφουν τα περασμένα από έλεγχο βιβλία, τι θα ήταν ακατανόητο; Αλλά ο Γαβριήλ κήρυττε έτσι όπως του υπαγόρευε, όπως τον πληροφορούσε ο Θεός! Γι' αυτό και έλεγε «δεν με καταλαβαίνει ο γεωργιανός λαός». Και αυτά τα λόγια που ο Θεός του έλεγε ποιος μπορεί κι έχει την τόλμη να τα «φιλτράρει»;

Όποιον «φυλάει τα ρούχα» του και όχι την ψυχή του τον προειδοποιώ: Ο Γαβριήλ σύντομα θα φανεί. Όπως θέλετε πάρτε τα λόγια μου. Εγώ ξέρω τι λέω. Τα κηρύγματα του π. Γαβριήλ πολύ γρήγορα θα σας τα εξηγήσει εκείνος ο οποίος περισσότερο απ' όλους τον κατανοεί, ο οποίος εκπαιδεύτηκε από τον ίδιο το Γαβριήλ. Θα μας παρουσιαστεί εκείνος που από τον Θεό πήρε το δικαίωμα αυτό, και όχι εκείνοι που με «εντολές» προσπαθούν ή θα προσπαθήσουν να το κάνουν.

Ένας ήρθε σε μένα και άρχισε να με ανακρίνει: «Από πού και πώς γνωρίσατε τον π. Γαβριήλ; Εγώ ποτέ δεν σας είδα κοντά του». Ο θρασύς! Εκείνος και στον Γαβριήλ πήγαινε με «εντολή» και σε μένα με «εντολή» ήρθε ο καημένος. Ο π. Γαβριήλ, καθισμένος μαζί σας, χωρίς να βγαίνει από το κελί του, γύριζε τον κόσμο όλο. Και εσείς δεν το είχατε καταλάβει. Εκείνος συνομιλούσε πνευματικά με αγίους που βρίσκονταν στην Αμερική, τη στιγμή που μιλούσε μαζί σας και ήταν με το σώμα του δίπλα σας. Καταλάβατε; Αν αυτός ο άνθρωπος που μου έκανε αυτή την ερώτηση δεχόταν τη χάρη του Γαβριήλ κι έμπαινε λίγο στην ψυχή του, δεν θα με ρωτούσε τέτοια πράγματα. Αλλά θα με γνώριζε και μένα με το πνεύμα του. Πώς να με γνωρίσει, όμως, όταν έχει πουλημένη την ψυχή του;
Πρέπει ν' αναφέρω ιδιαίτερα την αξία της ασκητικής ζωής του π. Γαβριήλ. Αυτός ο μεγάλος άγιος πολεμούσε ηρωικά το κακό. Ήταν μεγάλος πνευματικός δάσκαλος. Γι' αυτό δεν τον άντεχαν. Αλλά δείτε πόσο οι απλοί άνθρωποι τον αγαπούσαν και τον αγκάλιαζαν!


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Π. Γεώργιε, εσείς γνωρίζετε το πνευματικό παιδί και μαθητή του; Τι γνώμη έχετε γι' αυτόν; Πολλοί λένε ότι ο π. Γαβριήλ δεν είχε μαθητή και δεν άφησε κληρονόμο.
Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Τον ξέρω. Τι γνώμη μπορώ να έχω για έναν που τον μεγάλωσε και τον δίδαξε ένας μεγάλος άγιος μοναχός; Εκείνος είναι αληθινός και όλοι οι αληθινοί στη Γεωργία -κι όχι μόνο στα Γεωργία- περιμένουν την εμφάνιση του. Η δίωξη του  σας κάνει ν' απορείτε. Οι διωγμοί είναι η μοίρα των αληθινών. Μη στενοχωριέστε. Ο Νικόλας είναι σε φόρμα! (Γελάει). «Να δεις τον Θεό τι θα κάνει στον εχθρό!». Αυτή την έκφραση πολύ την αγαπώ γιατί κάποτε ο Άγγελος μου μ' αυτά τα λόγια με ενθάρρυνε!

Σε ότι αφορά αυτά που πολλοί λένε, ότι «δεν είχε μαθητή», «δεν άφησε κληρονόμο», θα σας πω ότι αυτό είναι δικό τους πνευματικό πρόβλημα. Γιατί με τις λίγες γνώσεις που διαθέτουν νομίζουν πως μπορούν να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο και τα σχέδια του μεγάλου αγίου. Νομίζετε πως μπορούν; Τον π. Γαβριήλ όχι μόνο οι  αμαρτωλοί αλλά ούτε και οι άγιοι της εποχής μας δεν μπορούν να τον ερμηνεύσουν.

Σύμφωνα με τους κανόνες, η αλυσίδα των αγίων δεν σπάει. Και ο μεγάλος άγιος είναι υποχρεωμένος «να βρει» τον κληρονόμο που του προόρισε ο Θεός. Να τον καθαρίσει, να τον πηγαίνει μυστικά στον Θεό και, τέλος, να του αφήσει τη δύναμη, τις γνώσεις και τα πνευματικά μυστικά που αυτός είχε κληρονομήσει από τους αγίους που προηγούνταν.
Ο κληρονόμος του Γέροντα πρέπει να είναι μοναχός. Από τη διδασκαλία των αγίων πατέρων, η σχέση μεταξύ μοναχού και πνευματικού παιδιού γίνεται υπό την προστασία και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Στην ασκητική μια τέτοια σχέση είναι πνευματικό μυστήριο. Ακούτε; Μυστήριο! Και όποιος ανακατευτεί σ' αυτό το μυστήριο θα το κάνει από απειρία, από άγνοια, από χαμηλή πνευματικότητα ή από κάποια περηφάνια ή από παρότρυνση του πονηρού. Οπωσδήποτε είναι κάτι καταραμένο. Κι είναι άξιος τιμωρίας όποιος και να ναι αυτός που το διαπράττει: Ιερέας, λαϊκός, μοναχός. Στη σχέση Γέροντα και μαθητή δεν μπορεί να ανακατεύεται ούτε άλλος άγιος! Και τι να πούμε για έναν συνηθισμένο λαϊκό αλλά και για τον οποιονδήποτε ιερωμένο.

Ο άγιος μοναχός μπορεί να πει σε άλλους πολλά για τον μαθητή του. Αλλά να ξέρετε ένα πράγμα: Οι κατ' ιδίαν, ενώπιος ενωπίω, συζητήσεις Γέροντα-υποτακτικού είναι διαφορετικές. Και για το πνευματικό παιδί σημασία έχει όχι εκείνο που λέει ο πνευματικός πατέρας γι' αυτόν στους άλλους, αλλά τι λέει στον ίδιο μυστικά, κατ' ιδίαν.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία των αγίων πατέρων, είναι απαραίτητη η υπακοή των μελών της Εκκλησίας στην ηγεσία της. Η εκκλησιαστική ηγεσία δεν πιέζει κανέναν. Ο κάθε μοναχός είναι ελεύθερος. Όταν όμως βρει έναν άγιο μοναχό και υποταγεί σ' αυτόν, πρέπει να τον υπακούει σε όλα, χωρίς αντιρρήσεις. Γιατί από τον άγιο μοναχό φανερώνεται το θέλημα του Θεού! Και ότι αφήσει ως πνευματική κληρονομιά ο άγιος μοναχός στον μαθητή δεν μπορεί να το αλλάξει ή να το προσεταιριστεί κανείς. Ούτε ιεράρχης! Μην μπερδεύετε τον κανονισμό της Εκκλησίας με την τάξη της καλογηρικής πρακτικής. Ο άγιος μοναχός είναι ο αναντίρρητος καθοδηγητής του μαθητή του. Η ευλογία του αγίου μοναχού είναι όπως ο λόγος του Θεού. Εδώ υπάρχουν μόνο ο μαθητής, ο δάσκαλος και ο Θεός. Κανείς άλλος δεν μπορεί να παρέμβει στη σχέση τους.

Έτσι οι γνώμες οι απόψεις, οι επιθυμίες και οι θεωρίες των ανθρώπων δεν καθορίζουν αν είχε ή δεν είχε ο Γέροντας μαθητή και πώς πρέπει να είναι αυτός. Αυτό είναι μαζί και άγνοια και αυθάδεια και θράσος! Ο Θεός έχει προορίσει ποιος και σε ποιον θα γίνει υπάκουος και κληρονόμος. Έτσι, η σκέψη των αμαρτωλών ανθρώπων δεν απασχολεί τον άγιο μοναχό. Η μέριμνα του είναι πώς ο μαθητής του θα τα καταφέρει επάξια ν' ανταποκριθεί στην πνευματική του αποστολή.

Ο π. Νικόλαος είναι πολύ σπάνιος. Βασανισμένος. Και αληθινός ασκητής της εποχής μας. Ο Θεός να τον βοηθάει. Ο Θεός να του δίνει μακροημέρευση και να τον έχει νικητή, αυτόν που γίνεται θυσία, σταυρώνεται για την πατρίδα και για τον πλησίον του. Επίμονος, προοδευτικός, ακατάβλητος στις μέρες μας. 

Έμπιστος και τηρητής των μοναχικών υποσχέσεων. Σπάνιος δάσκαλος της μετάνοιας και της αγάπης. Ισχυρός πνευματικός ήρωας, πολέμιος του κακού. Μέγα παράδειγμα αφοσίωσης και αγάπης προς τον πνευματικό πατέρα του. Σκληραγωγημένος από τον π. Γαβριήλ. Βαδίζοντας το δρόμο της «ανυπακοής», αληθινός δάσκαλος της υπακοής! Μεγάλη ελπίδα της Γεωργίας. Ξεχωριστός, μεταξύ αληθινών μοναχών, με τους οποίους θα λάμψει η Γεωργία!


Οι άγιοι πατέρες μας μάθαιναν: Ο μεγάλος προφήτης, και μετά την αναχώρηση του απ` αυτόν τον κόσμο, εξακολουθεί να διδάσκει τον λαό του. Αφήνει το φυσικό του σώμα, αλλά δεν εγκαταλείπει πνευματικά τον λαό του. Την αποστολή του τη συνεχίζει το πνευματικό του παιδί».

Από το βιβλίο « Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ»./ΠΗΓΗ