Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Χαράλαμπος μοναχός Καψαλιώτης (1914 - 1998)

 

Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν· Γερο-Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς. Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την ευχή, την ευχή του Ιησού.
Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. 
Σε μία μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;
Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου και από Βασί­λειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρύων και της Καψάλας. «Έλεγε συνεχώς την ευχή ψιθυριστά. “Όταν λέμε την ευχή”, έλεγε, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την ευχή». Τον χειμώνα, έλεγε, «ο Κύριος με θερμαίνει». Ζούσε σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: “Αν δεν πίστευα στον Χρι­στό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;”».
Συχνά τον ενοχλούσαν και πολεμούσαν οι δαίμονες, τους πολεμούσε όμως και αυτός, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους!». Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλε­γε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα. Συνήθιζε επίσης να λέει: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».
Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαι­οφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλο­κάγαθος.
Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συ­χνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά και μετά, με τη μακρόσυρτη βαρειά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στό­μα του. Με τη βαρειά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Δια­τηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467

Παχώμιος μοναχός Παντοκρατορινός (1880 - 1974)


Ο κατά κόσμον Νικόλαος Τριαντάφυλλου ήταν από το χωριό Καλύβια της Β. Εύβοιας. Υπήρξε μετανάστης στην Αμερική, έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού. Μετά τον θάνατο του παιδιού του, επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια, υστέρα και από άλλες πικρές περιπέτειες της ζωής του. Κατευθύνθηκε πρώτα στη μονή Κουτλουμουσίου, όπου μόναζε ένας ενάρετος συμπατριώτης του, ο μοναχός Ιωάσαφ († 1928). Εκεί ασθένησε και τον επισκέφθηκε ο Γέροντας Ευλόγιος από το Κελλί του Φανερωμένου, ως πρακτικός ιατρός, για να τον συνδράμει. Έτσι γνωρίσθηκαν και συνδέθηκαν και αργότερα τον ακολούθησε στο Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, το 1908. Εκάρη μοναχός το 1912.
Ο Γέροντας Παχώμιος υπήρξε πνευματικός εγγονός του Γέροντα Χατζη-Γιώργη. Ήταν απλός, ήρεμος και ησύχιος. Είχε οσιακό τέλος. Τρεις ημέρες προ της εκδημίας του κάλεσε τον υποτακτικό του Γεώργιο († 1982) και του είπε να πάει να προμηθευθεί ψάρια για την επικείμενη εορτή του Αγίου Γεωργίου και για την κηδεία του. «Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό», είπε, «με τον Άγιο Γεώργιο, δεν θα είμαι μαζί σας». Έτσι κι έγινε. Με χαρά ψυχής μεγάλη μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων δοξάζοντας εκ βαθέων τον Πανάγαθο Θεό. Την ώρα που εξήρχετο η ψυχή του, στις 22.4.1974, ακούσθηκε αγγελικός χαιρετισμός: «Χαίροις ψυχή απερχομένου». Ο μοναχός Γεώργιος που τον διακονούσε το άκουσε καλά. Ταυτόχρονα ευωδίασε όλο το κελλί και ιδιαίτερα το δωμάτιο του Γέροντος Παχωμίου, που είχε πριν βαριά μυρωδιά από τη μακρά ασθένεια του κατάκοιτου Γέροντος. Ο Γέροντας Παΐσιος γράφοντας για τους ενάρετους Αγιορείτες πατέρες αναφέρει: «Ο πατήρ Παχώμιος γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο. Ο καλός Θεός να αξιώσει και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό».
Πήγες – Βιβλιογραφία
Δαβίδ ιερομ., Ο Γέρων Ευλόγιος του Φανερωμένου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 20-21. Παϊσίου Αγιορείτου μοναχού, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σσ. 43-44.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 885-886

Οι Γέροντες Ευλόγιος († 11 Απριλίου 1948) και Παχώμιος († 22 Απριλίου 1974) και η πνευματική τους σχέση με τον Χατζή–Γεώργη
Ο Γερο–Ευλόγιος ο υποτακτικός του Χατζή – Γεώργη
Πάνω από τις Καρυές, προς το Βατοπέδι, είναι το Κελλί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου». Εκεί ασκήτευαν έξι «Χατζή-Γεωργιάτες» με Γέροντα τον μεγαλύτερο παραδελφό τους, Γερο- Ευλόγιο. Αργότερα δε, είχαν προστεθή άλλοι δύο αδελφοί στην Συνοδία τους, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, και έγιναν εγγόνια του Χατζή – Γεώργη.
Χαίρεται κανείς, όταν βλέπη αυτή την αγία Πατερική συνέχεια και θεία μετάδοση της Καλογερικής, από τους Όσιους Παππούδες στον Όσιο Πατέρα Χατζή - Γεώργη, και από τον Πατέρα στα παιδιά και στα εγγόνια! Αξίζει, φυσικά, να γράψη πολλά γι’ αυτούς, όπως και για τον Γερο-Εύλόγιο. Επειδή όμως έγραψε και ένας Πατέρας από την Σιμωνόμετρα, πατριώτης του, γι’ αυτό εγώ θα περιοριστώ μόνο σ’ ένα περιστατικό από το τέλος της ζωής του, πως πάλευε με τους δαίμονες μέχρι τα βαθιά του γεράματα ο αθλητής του Χριστού Γερο-Ευλόγιος!
Όταν είχε γεράσει πιά ο Γέροντας, αφού είχε περάσει τα εκατό του χρόνια, καθόταν σ’ έναν καναπέ και έλεγε συνέχεια την ευχή. Μια μέρα λοιπόν οι δύο υποτακτικοί του, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, είχαν πάει να μάσουν ελιές, και ο Γέροντας έκλεισε την πόρτα και ακουμπισμένος στον καναπέ έλεγε την ευχή. Για μια στιγμή άκουσε πολύ θόρυβο μέσα στο κελλί του και διέκοψε την ευχή, Όρμησαν τότε επάνω του τριάντα δαίμονες, τον πέταξαν κάτω στο πάτωμα και τον έδειραν γερά. Φυσικά, δεν μπορούσε να σηκωθή πιά το Γεροντάκι μετά από τόσο πολύ ξύλο! Όταν έγινε μεσημέρι, γύρισαν οι Πατέρες από την δουλειά και φώναζαν τον Γέροντα να τους άνοιξη την πόρτα. Αλλά που να ακούση το καϋμένο Γεροντάκι και πως να σηκωθή στην κατάσταση που βρισκόταν; Ο Πατήρ Γεώργιος, ανήσυχος, πέρασε από ένα παραθυράκι, άνοιξε την πόρτα, και προχώρησαν και oι δύο Πατέρες με αγωνία στο κελλί του Γέροντα. Αλλά τι να ιδούν; Τον Γερο–Ευλόγιο πεσμένο στο πάτωμα, χτυπημένο και να τους λέη ψύχραιμα:
-Ακούς! τριάντα δαίμονες μαζεύτηκαν, για να με δείρουν! δεν ήταν ένας και δύο!
Στο κελλί του είχε έναν ξύλινο Σταυρό κρεμασμένο και μπροστά του συνήθως προσευχόταν. Κάποτε, την ώρα που προσευχόταν, ήρθε ένας διάβολος από το παράθυρο, για να πειράξη τον Γέροντα.
Βλέπει ξαφνικά ο Γερο-Ευλόγιος τον Σταυρό να ξεκρεμιέται μόνος του, να πλησιάζη τον διάβολο, και να εξαφανίζεται αμέσως ο έξω από εδώ. Μετά είδε πάλι τον Σταυρό μόνο του να ξανακρεμιέται στην θέση του.
Έτσι αγωνιζόταν ο Γερο-Ευλόγιος μέχρι τα εκατόν οκτώ του χρόνια. Και αφού ωρίμασε πιά πνευματικά και έπρεπε να αναχώρηση απ’ αυτή την ζωή για την αιώνια με τον πνευματικό του πλούτο, έλαβε πληροφορία από τον Θεό να ετοιμασθή και να ετοιμάση και τα Καλογέρια του, δίνοντας τις τελευταίες του συμβουλές μαζί με την ευχή του:
- Εγώ, Καλογέρια μου, φεύγω πιά, πηγαίνω κοντά στον Άγιο Αντώνιο. Αργότερα θα έρθετε κι εσείς εκεί κοντά, στον Παράδεισο. Εσύ, Πάτερ Γεώργιε, θα ζήσης ογδόντα χρόνια.
Ζήτησε μετά και κοινώνησε και ανεπαύθη εν Κυρίω ο ευλογημένος του Θεού Ευλόγιος, στις 11-4-1948.
Ο Πατήρ Γεώργιος λοιπόν, όταν έκλεισε τα ογδόντα, έλεγε:
- Εφέτος θα πεθάνω∙ έτσι μου είπε ο Γέροντας.
Ο γιατρός βλέποντας την δυνατή κράση του, του έλεγε:
- Εσύ θα ζήσης άλλα τριάντα χρόνια.
Μόλις έκλεισε τα ογδόντα ο Πατήρ Γεώργιος, έκλεισε και τα μάτια του, και όλοι θαύμασαν!
Ο Γερο-Παχώμιος· ο υποτακτικός του Γερο-Ευλόγιου και εγγονός του Χατζή-Γεώργη
Όπως και για τον Γερο-Ευλόγιο, έτσι και για τον ευλογημένο υποτακτικό του, τον Πατέρα Παχώμιο, θα αναφέρω και γι’ αυτόν κάτι από το τέλος της ζωής του, και οι ευλαβείς αγωνιστές, που έχουν αγνούς λογισμούς, θα καταλάβουν την εξαγνισμένη ψυχή του Γερο-Παχώμιου!
Τρεις μέρες λοιπόν πριν από τον θάνατο του, ημέρα Πέμπτη, ο Γερο-Παχώμιος κάλεσε τον Πατέρα Γεώργιο και του λέει:
- Κάνε αγάπη, Πάτερ Γεώργιε, και πήγαινε στην Κολετσού να αγοράσης ψάρια για την Πανήγυρη του Αγίου Γεωργίου, που έχουμε την Δευτέρα. Να αγοράσης όμως αυτή την φορά πολλά ψάρια, γιατί θα έχετε δυο Πανηγύρια εσείς. Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό με τον Άγιο Γεώργιο∙ δεν θα είμαι μαζί σας.
Πηγαίνει αμέσως στην Κολετσού ο Πατήρ Γεώργιος, φέρνει τα ψάρια και τα ετοιμάζει, για να μή χαλάσουν.
Την Παρασκευή ο Γερο-Παχώμιος στέλνει πάλι τον Πατέρα Γεώργιο να καλέση τους Πατέρες για την Πανήγυρη και του λέει:
- Να πής στους Πατέρες να κανονίσουν και τις δουλειές τους, γιατί θα έχουν δυο Πανηγύρια: την κηδεία μου με το μνημόσυνο και την επομένη την μνήμη του Αγίου Γεωργίου.
Ο Πατήρ Γεώργιος το ανήγγειλε στους Πατέρες, όπως του είπε ο Γερο-Παχώμιος. Το Σάββατο το πρωί τον έστειλε να ειδοποιήση τον Παπα - Δημήτρη να έλθη να τον κοινωνήση. Μόλις είδε τον Ιερέα, άρχισε να ψέλνη χαρούμενος Του Δείπνου σου του μυστικού και μόλις κοινώνησε είπε «Δόξα τω Θεώ!» Ασπάσθηκε μετά τους Πατέρες, που βρίσκονταν κοντά του, και έφυγε για τους Ουρανούς η αγιασμένη του ψυχή το έτος 1974, στις 22 Απριλίου.
Την Κυριακή έγινε η κηδεία και το μνημόσυνο με την τράπεζα της μιας Πανήγυρης, και την Δευτέρα γιόρτασαν τον Άγιο Γεώργιο, κι έγινε το δεύτερο Πανηγύρι. Ο Πατήρ Παχώμιος όμως γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο.
Ο Καλός Θεός να αξιώση και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό. Αμήν.
Πηγή: Αγιορείτες πατέρες και αγιορείτικα

Νεκτάριος μοναχός Αγιαννανίτης (1887 - 1982)

 

Η καταγωγή του ήταν από τη Ρουμανία. Νέος ήλθε στο Άγιον ’Όρος με τον αδελφό του. Εκάρη μοναχός από τον Γέροντα Ναθαναήλ στην Καλύβη του Αγίου Αρτεμίου, που είναι η πιο απόμακρη της σκήτης της Αγίας Άννης, πλησίον της Καλύβης του Αγίου Παντελεήμονος.
Ήταν πολύ φτωχός. Ζούσε μεταφέροντας ξύλα για τους φούρνους των Καλυβών, φασουλόβεργες για τους κήπους των πατέρων, τα πρόσφορα του Δικαίου από την παραλία. Κατά τις μεταφορές του έλεγε τις Παρακλήσεις και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Έζησε μία αυστηρή και ασκητική ζωή. Ποτέ δεν βγήκε από το Άγιον Όρος, παρότι είχε πολλές υλικές ανάγκες. Εργαζόταν πολύ σκληρά για τα λίγα αναγκαία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αδύναμος από τα βαθιά γεράματα, έμενε στο φτωχοκάλυβό του, σχεδόν έγκλειστος, καταγινόμενος μόνο με την προσευχή κι εντρυφώντας στην ιερή ήσυχία.
Αυτά μας πληροφόρησε ο μακαριστός Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης († 1996). 
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20.4.1982.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανθίμου Αγιαννανίτου ιερομ., Αγία Άννα το ιερό βήμα του Άθωνα, Άγιον Όρος 1992, σσ. 95-96 (απ’ όπου και η φωτογραφία).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 1025

Χριστόδουλος μοναχός Κατουνακιώτης (1894 - 1982)


Γεννήθηκε στη Λαμία το 1894 ο κατά κόσμον Χρηστός Κοντονικολός. Νέο τον βρίσκουμε τσαγκάρη στη Χαλκίδα. Δεκάχρονος είχε μείνει ορφανός από πατέρα. Η καλή του μητέρα τον πότισε τα νάματα της ευσέβειας. Κατέληξε τον βίο της ως μεγαλόσχημη μοναχή Μαγδαληνή. Το 1923 εισέρχεται με ένθεο πόθο στον αγιορείτικο στίβο. Η φιλέρημη ψυχή του αγκιστρώνεται στα πάντερπνα, πανέρημα και ησυχία Κατουνάκια. 
Εδώ δεν έχει πράσινο, δέντρα, πουλιά, μόνο βράχους απαράκλητους. Η αγριότητα του τόπου δίνει αγιότητα στις ψυχές των τετρωμένων στρουθιών τ’ ουρανού. Παρά τους πόδες του νηπτικού- ήσυχαστή Γέροντος Καλλινίκου (†1930) βρίσκει διδάσκαλο έμπειρο στην υπακοή και τη νοερά προσευχή. Οι ανθρώπινες παρηγοριές απουσιάζουν από εδώ. Δεν υπάρχει πηγαίο νερό, στην καθημερινή τράπεζα κατάξερο παξιμάδι, το πρόγραμμα εξαντλητικό, η κόπωση μεγάλη, ο τόπος ερημικός, η συνεχής εκκοπή του ιδίου θελήματος μαρτύριο αναίμακτο.
Υπάρχουν όμως κάποιες μικρές ή μεγάλες μυστικές χαρές από την προσευχή, την υπακοή, την ασκηση. Η ευχή του Ιησού, η ευλογία του Γέροντα, η θεία λατρεία χαριτώνουν την ψυχή του. Τηρεί τα λόγια που άκουσε στην κουρά του. Υπομένει «πάσαν θλίψιν και στενοχώριαν του μονήρους βίου διά την βασιλείαν των ουρανών» με τη βοήθεια και τη χάρη του Παναγάθου Θεού. Η αυστηρότατη αυτή μοναχική ζωή ήταν για πολύ λίγους. Ο π. Χριστόδουλος ήταν ένας από αυτούς τους πολύ λίγους. Σου θύμιζε αρχαίους αββάδες της Νιτρίας.
Ο Γέροντάς τους ήταν πολύ αυστηρός. Τον έστελνε να πάει στις Καρυές ακόμη και ένα γράμμα, βαδίζοντας δέκα ώρες. Επέστρεφε βαρυφορτωμένος ψώνια. Δεν τον άφηνε και να πολυδιαβάζει. «Τί σε ωφελεί να τα διαβάζεις, χωρίς να τα εκτελείς;», του έλεγε. Λίγο μετά την κοίμηση του Γέροντός του, ο Θεός του έστειλε εκλεκτό υποτακτικό, στον οποίο έδωσε τ’ όνομα του Γέροντός του, ο οποίος τον διακόνησε πρόθυμα και πρόσχαρα έως το τέλος της ζωής του. Γνωρίσαμε τα δύο μακάρια αυτά γεροντάκια και δεν γνωρίζαμε ποιό να πρωτοθαυμάσουμε. Τα λίγα λόγια τους λίαν ψυχωφελή. Δίδασκαν και σιωπηλά.
Το τέλος του Γέροντος Χριστοδούλου ήταν οδυνηρό. Πλήγιασε όλο του το σώμα από την ασθένεια. Είχε συνεχείς και δυνατούς πόνους. Υπόμεινε αγόγγυστα. Έλεγε: «Οι αρρώστιες είναι καθαρτήριο για την ψυχή μας». Ζητούσε συγχώρεση από τους υποτακτικούς του, που τους κούραζε. Τους ονόμαζε αγγέλους. Επικαλούνταν το έλεος του Πανοικτίρμονος Θεού. Ζητούσε ν’ αναχωρήσει της ζωής, να μην ταλαιπωρεί με την αρρώστια του τους ανθρώπους. Πίστευε τι έλεγε, δεν ταπεινολογούσε καθόλου.
Ζούσε τη μετάνοια, την ταπείνωση, τη συντριβή, την κατάνυξη. 
Είχε μνήμη θανάτου, συναίσθηση της αμαρτωλότητος, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος. Δίδασκε χαμηλόφωνα: «Η ευχή είναι μία καλή συνήθεια. Έρχεται μέσα μας ο Χριστός, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μη στενοχωρείσθε αν καμιά φορά φεύγει ο νους από την ευχή. Εσείς να τη λέτε, διότι την ακούει ο Θεός και φυγαδεύονται οι δαίμονες… Μοναχός σημαίνει “νούς ορών τον Θεόν”. Πως θα φθάσουμε εκεί; Με την απλότητα της ζωής και την εργασία της ευχής, που είναι μάχαιρα κατά του διαβόλου… Εάν νηστεύετε, κοινωνείτε, διαβάζετε και αγάπη δεν έχετε, όλα είναι μηδέν, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Να μιμείσθε ο ένας τα καλά του άλλου και για τις αδυναμίες των άλλων να προσεύχεσθε να τους ελεήσει ο Θεός…».

Γέροντας Βιτάλιος-Τέτοιον άνθρωπο δεν έχουμε δει ποτέ! έλεγαν έκπληκτοι οι γιατροί.



Κοντά στην Τιφλίδα ζούσε τότε και ερχόταν συχνά στις εορτές, για να λειτουργήσει σ' εκείνον το ναό. ένας άλλος, εκπληκτικός γέροντας που άρχισε επίσης το μοναχικό του βίο στην έρημο Γκλίνσκαγια. Ήταν ο μεγαλόσχημος αρχιμανδρίτης Βιτάλιος. Παρά τις βασανιστικές, σωματικές του ασθένειες, βοηθούσε πνευματικά ένα τεράστιο πλήθος  ανθρώπων, οι οποίοι κατοικούσαν ή έρχονταν στη Γεωργία από τη Ρωσία και τη Ουκρανία. Ήταν ένας μεγάλος ερημίτη και πραγματικά ζωντανός άγιος της εποχής μας, πλήρης εξαιρετική αγάπης και ασυνήθιστης ταπεινότητας. Διακρινόταν για τη σπάνιο πραότητα του, εξέπληττε με τη συμπόνια του και την τρυφερότητα προς όλους όσους είχαν την ευτυχία να τον γνωρίσουν. 
Δοξάζω το Θεό, που μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά. Επανειλημμένα εξομολογιόμουν σ' αυτόν τα επόμενα χρόνια, καθώς είχα τη δυνατότητα να τον συναντώ και να τον συμβουλεύομαι σ' εκείνο το ναό ή στο σπίτι του, στην άκρη της πόλεως όπου ζούσε.

Θυμάμαι ένα καταπληκτικό γεγονός, όταν τον είδα στην αυλή, βγαίνοντας από την Εκκλησία μαζί με το μητροπολίτη Ζηνόβιο(1), τον οποίο συνόδευε στο δρόμο για το μητροπολιτικό κελί. Ήταν αξιοθαύμαστο με τι καταπληκτική ευλάβεια περπατούσε ο πατέρας Βιτάλιος στην αυλή, κρατώντας από το χέρι τον άγιο δεσπότη. Έτρεξα στην αρχή προς τον αρχιερέα κι έπειτα προς τον όσιο γέροντα για ευλογία. Βλέποντας με, χάρηκε ιδιαίτερα και χαμογελώντας τρυφερά, έβγαλε από την τσέπη του μία μεγάλη χούφτα με σοκολατάκια και μου τα έδωσε μαζί με την ευλογία του, λέγοντας τα γεμάτα αγαθοσύνη λόγια : - Πάρτε, πάρτε, αφού έχετε και αδελφούλες! Και ξαφνικά μ' αυτήν την ευλογία του, αισθάνθηκα μία απερίγραπτη κατάνυξη. Η ψυχή μου αισθάνθηκε μια ασυνήθιστη αγαλλίαση, που δεν ήταν δυνατό να εκφραστεί με λόγια.

 Τέτοια ευτυχία, αν και είχα συναναστραφεί πολλούς πατέρες, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει! Ήταν φανερό ότι η ψυχή του ήταν τόσο γεμάτη από τη χάρη, την οποία εξέπεμπε, την τόσο συγκλονιστική, καθαρή Αγάπη και την πραγματικά ουράνια κατάνυξη, που από την αφθονία της χάρηκε και η δική μου ψυχή, που αξιώθηκε αυτό το ευλογημένο δώρο της θεϊκής της επίδρασης. Όλη την ημέρα, μετά από αυτή τη συνάντηση, ένιωθα μία ανείπωτη πασχαλινή χαρά, που με πλημμύριζε με Ουράνιο Φως και καθαρότητα.


Θυμάμαι πως κάποια φορά που ήμουν στο ιερό του ναού του αγίου Αλεξάνδρου Νιέβσκι, την ημέρα της μεγάλης εορτής, είδα τον πατέρα Βιτάλιο να μπαίνει και να ασπάζεται την Αγία Τράπεζα με εκπληκτική ευλάβεια και φόβο Θεού. Έπειτα, σαν ένα ευτυχισμένο παιδί, με ανέκφραστη χαρά άρχισε να ασπάζεται τις εικόνες που κρέμονταν στους τοίχους. Συνομιλούσε με τους Αγίους σαν με φίλους, τους οποίους είχε να δει πολύ καιρό. Τόσο ιερή ήταν η ευλάβεια του, που, ακουσίως, με κατέλαβε ένα ρίγος και ντροπή, για την αναξιότητά μου να βρίσκομαι πλησίον ενός τέτοιου αγίου ανθρώπου. Αυτή ήταν μία ολόψυχη εκδήλωση πραγματικής αγάπης του ευσεβούς γέροντος προς τα Θεία. Μας παραπέμπει στα λόγια τού ψαλμωδού Δαυίδ: «Δουλεύσατε τω Κυρίω έν φόβω και άγαλλιάσθε αύτω έν τρόμω» (Ψαλμ. β', 11).


Μάθαμε ότι για πολύ καιρό ήταν άρρωστος και δεν ερχόταν στο ναό. Για το λόγο αυτό το πρόσωπο του, αλλά και όλη η εξωτερική του όψη, εξέφρασαν τέτοια χαρά κατά τη συνάντηση με τα Θεία, η οποία απεδείκνυε ξεκάθαρα τη συγγένεια της αγγελικής ψυχής του με αυτές των αγίων. Θυμάμαι, μέχρι και σήμερα, με πόση ευλάβεια έπιασε στη συνέχεια το Σταυρό που βρισκόταν στην Αγία Τράπεζα για να εξομολογήσει τα πνευματικά παιδιά του. Έπειτα επέστρεψε στο ιερό, πλησίασε την Αγία Τράπεζα και τοποθέτησε το Σταυρό στη θέση Του. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο προϊστάμενος πατήρ Μιχαήλ και, βλέποντας ότι πήρε τον εορταστικό Σταυρό, πειράχτηκε και άρχισε να επιπλήττει το γέροντα :
- Γιατί παίρνετε αυτόν το Σταυρό; Υπάρχουν και άλλοι Σταυροί για την εξομολόγηση.
Ο πατήρ Βιτάλιος αμέσως ζήτησε συγγνώμη με εκπληκτική πραότητα και ηρεμία. Μπορούμε να πούμε ότι ολόκληρος ήταν η ενσάρκωση της ταπείνωσης και της αγαθότητας.

 Κάποια φορά βρέθηκε στο νοσοκομείο και, όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες, εξέπληξε ιδιαίτερα τους γιατρούς με τη συμπεριφορά του. Όντας ο ίδιος βαριά άρρωστος και εγχειρισμένος, παραβλέποντας τις εντολές των γιατρών για ακινησία, σηκωνόταν από το κρεβάτι και φρόντιζε με πολλή αγάπη τους άλλους κατάκοιτους ασθενείς, βοηθώντας τους με τα ουροδοχεία και τις σκωραμίδες (πάπιες).
- Τέτοιον άνθρωπο δεν έχουμε δει ποτέ! έλεγαν έκπληκτοι οι γιατροί.
Αυτό ήταν αλήθεια, αφού κι εγώ. που βρέθηκα σε πολλά άγια μέρη και γύρισα σχεδόν όλο τον κόσμο, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τέτοιον άνθρωπο πουθενά και ποτέ πλέον δεν συνάντησα.

Εξαιτίας της άγιας ασκητικής ζωής του, ο πατήρ Βιτάλιος έλαβε από το Θεό το σπάνιο δώρο της προορατικότητας και της θεραπείας των ασθενών ψυχών. Ενθυμούμαι πως, έπειτα από οκτώ χρόνια, όταν ζούσα σαν δόκιμος μοναχός στο γεωργιανό μοναστήρι, αξιώθηκα να είμαι κοντά του κατά τον εορτασμό του οσίου Σίο Μγκβίμσκι. 
Τότε στο μοναστήρι αυτό του ΣΤ' αιώνα, το οποίο είχε επιστραφεί από την άθεη εξουσία στα χέρια της Εκκλησίας, τελούσε τη Θεία Λειτουργία ο Πατριάρχης πάσης Γεωργίας Ηλίας ο Β'. Μετά την Ακολουθία, ο πατήρ Βιτάλιος, που συλλειτούργησε με το Μακαριότατο σ' εκείνη την εορτή, μου απεκάλυψε ότι είδε πως επάνω στο κεφάλι του Πατριάρχη, πριν ακόμη την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, κατέβηκε ένα φωτεινό σύννεφο, το οποίο βρισκόταν εκεί κατά τη διάρκεια όλης της Ακολουθίας. Στο τέλος της αφήγησης του, τόνισε ότι η θεϊκή αυτή επίσκεψη χαρίστηκε στο Μακαριότατο για τη θαυμαστή του ταπείνωση.


Ενθυμούμαι ένα ακόμη εκπληκτικό γεγονός. Με την ευλογία του αείμνηστου γέροντα πατέρα Νικολάου, από το νησί Ζάλιτ -αυτός
επιθυμούσε να σπουδάσουμε με τον αδελφό μου στην ιερατική σχολή- πήγα στην Τιφλίδα, τέλος Μαΐου του 1984, για να συναντηθώ με το Μακαριότατο Πατριάρχη Γεωργίας Ηλία Β' και να ζητήσω τη μεσολάβηση του για την εισαγωγή μου στην ιερατική σχολή της Μόσχας. 0 Μακαριώτατος με προσκάλεσε στο γραφείο του και αφού άκουσε την παράκληση μου, ξαφνικά σηκώθηκε και με τη χαρακτηριστική του πραότητα και ταυτόχρονα αρχιερατική του εξουσία μου είπε 
- Εσείς να μην ανησυχείτε που δεν σπουδάζετε στην ιερατική σχολή. Σας περιμένει κάτι ανώτερο από αυτό.
Αργότερα ευγενικά με ρώτησε αν έχω χρήματα και πριν ακόμα απαντήσω, μου έδωσε εκατό ρούβλια (το ύψος τότε ενός μηνιαίου μισθού).
Ήταν σημαντικό ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας, πριν από την Αγρυπνία στη Ρωσική Εκκλησία, είδα τον πατέρα Βιτάλιο που προσευχόταν εμπρός στην Αγία Πρόθεση. Τον πλησίασα για να πάρω την ευλογία του, επιθυμώντας να του διηγηθώ για τη συνάντηση με τον Πατριάρχη. Εκείνος, γυρίζοντας και βλέποντας με, ξαφνικά βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα των εκατό ρουβλίων και γρήγορα μου το δίνει. Η πατριαρχική χρηματική αμοιβή μαζί με την ευλογία του γέροντα με χαροποίησαν αφάνταστα και τα δέχθηκα ως εγγύηση της Θείας Χάριτος. 

Έτσι όμορφα, χαροποιώντας και υποστηρίζοντας με. μου φανέρωσε ότι έπρεπε να περιμένω ακόμη τη στιγμή που ο Ίδιος ο Κύριος, με τη θεία Του Πρόνοια, θα με έστελνε να σπουδάσω στο εξωτερικό, στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Αυτή η συγκινητική συμπεριφορά του Αγιότατου Πατριάρχη, η υποστήριξη του, καθώς και του αξέχαστου γέροντα Βιταλίου, ήταν και παραμένουν για εμένα μία ιδιαίτερη ευλογημένη ανάμνηση, την οποία φυλάσσω βαθειά στην καρδιά μου και η οποία διαρκώς με κινεί σε προσευχή ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο των Δυνάμεων.
Αρχιμ.Ιωάννου Κογκάν «Από την αιχμαλωσία στο φως»/πηγή


Στις φυλακές της Ρουμανίας είδα τον Ιησού Χριστό ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ



 

Το Ημερολόγιο της ΕυτυχίαςΤο Ημερολόγιο της Ευτυχίας κατασχέθηκε από την πολιτεία σε καιρούς ταραχώδεις. Ο συγγραφέας του Νικολάε Στάινχαρτ θεωρείται ο «Παπαδιαμάντης» της σημερινής Ρουμανίας. Ήταν Ρουμάνος εβραϊκής καταγωγής, μεγάλος ουμανιστής και κάτοχος τεράστιας φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παιδείας. Πνεύμα ανήσυχο, στράφηκε μετά από πολλές αναζητήσεις στην Ορθοδοξία.
Φυλακίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα όταν αρνήθηκε να υποταχθεί στις υποδείξεις του καθεστώτος και να καταθέσει σε βάρος αντιφρονούντων διανοουμένων. Σαν άλλος Ντοστογιέφσκι, μετέτρεψε τη φυλακή του σε σπουδή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Η οδυνηρή εμπειρία του από τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια, το συγχρωτισμό με κάθε είδους ανθρώπους γονιμοποίησε τις ευρύτατες γνώσεις του με πείρα στην κοινωνιολογία, την πολιτική, την εγκληματολογία. Πέρασε τα στερνά του χρόνια ως μοναχός στη μονή της Ροχίας, και θεωρείται οδηγητική μορφή για τη σύγχρονη ρουμανική διανόηση.
Στο βιβλίο καταγράφει την πνευματική του περιπέτεια και αναζήτηση, τα βιώματά του, και στιγμές της ιδιαίτερα έντονης και ενίοτε τραγικής καθημερινότητάς του σε στενή συνάρτηση με ευρύτατες αναφορές σε όλη την ευρωπαϊκή γραμματεία. Στις σελίδες του, εξάλλου, περνούν και σκιαγραφούνται πολλές σκοτεινές σελίδες της πολιτικής ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης του 20ού αι. και αποκαλύπτεται το μυστικό ενός επώδυνου δρόμου που οδηγεί στην ολοκλήρωση και την ευτυχία.
Από εκεί είναι το παρακάτω απόσπασμα. Το αλιεύουμε από ένα blog κυριολεκτικά θησαυροφυλάκιο, τα Άπαντα Ορθοδοξίας.

... Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή. [...]
Σχόλιο του blog μας: Είναι, κατ' εμέ, φανερό πως ο συγγραφέας γεύτηκε την όραση του Ακτίστου Φωτός. Η εμπειρία του περιέχει όλα τα στοιχεία της όρασης αυτής, όπως περιγράφεται από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας. Το ίδιο Φως είδε και ο Αμερικανός βουδιστής ιερέας Nilus Stryker, ο οποίος στη συνέχεια ερεύνησε τη φύση του οράματός του και έγινε ορθόδοξος.
Για το Φως γράφουν: «Είμαι κορεσμένος από ηδονή και θεϊκή τρυφερότητα. Μοιράζομαι το Φως. Μετέχω κι εγώ στη δόξα. το πρόσωπό μου λάμπει σαν το πρόσωπο του αγαπημένου μου και όλα μου τα μέλη γίνονται φορείς του Φωτός» (άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος - από εδώ). Και: "Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ' ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής" (Γέροντας Σωφρόνιος, σε αυτό το αναλυτικό άρθρο για το Άκτιστο Φως). Δείτε & την ενότητά μας Ιστορίες Φωτός.

Και τώρα αξίζει να διαβάσετε ολόκληρη την αφήγηση του Ν. Στάινχαρτ, που περιγράφει συνθήκες μοναδικού & τραγικού μεγαλείου:



ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963

ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις που στέκεται στα πόδια του, δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ο π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.

Πού και πού όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, που ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ' εμένα λίγο χρόνο.


Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει η πεποίθηση πως ο πόνος τελικά έχει νόημα, πως η ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. Όπως πάντα με βασανίζει η φράση που είπε κάποτε ο Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση η όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ο Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ο Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει η πραγματικότητα άλλα η αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ο πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε: «Από τι πράγμα πεινάει ο σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».

Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ο πρώτος) δυο όνειρα που είχα δει στις φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση  χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.

Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ' έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου, έναν τοίχο πελώριο, ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες. Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε  να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.

Ήταν χειμώνας του '62, ένας χειμώνας πολύ άγριος, με το βοριά να λυσσομανά και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ο συγγραφέας Οντομπέσκου στο βιβλίο του "Κυρία Κιάζνα" γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ο χειμώνας στις φύλακα  της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο ["Ν": στη Ζιλάβα βρήκε φρικτό θάνατο και ο μεγαλομάρτυρας φιλόσοφος Κωνσταντίν Οπρισάν]

 


Η μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια που καταφέραμε να βρούμε από τις 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Η καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, η όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο. 

Παραδόξως το κρύο, αντί να εξουδετερώσει την οσμή των περιττωμάτων, την εξαγριώνει. Παραμονεύουμε να δούμε πότε θα φτάσει το φαγητό, σαν τα άγρια φυλακισμένα ζώα, των οποίων η τροφή και η τύχη είναι στα χέρια ενός ξεχασιάρη αφέντη. Το φαγητό, που φτάνει κάποια στιγμή τελικά, είναι από καλαμποκάλευρο, άβραστο και παγωμένο από το κρύο.

Σε μια ατμόσφαιρα παγωμένη, θλιβερή και λερωμένη καταφέρνω να παραμείνω ήρεμος. Το κελί είναι γεμάτο με κρατούμενους ευγενικούς και καθωσπρέπει. Δεν βλέπαμε όμως τα πράγματα τραγικά, σαν ευγενείς και εύθυμοι άνθρωποι που ήμασταν. Τέτοιους ανθρώπους μόνο στις φυλακές μπορούσε να συναντήσει κανείς εκείνη την εποχή, όπως για παράδειγμα ο βεσαραβιανός μεγαλοτσιφλικάς Τσιμποϊέσκου και άλλοι. 
 
Δίπλα μου κοιμάται ένας σοφέρ (είναι ο σοφέρ του Τσιμποϊέσκου). Τον έκλεισαν κι αυτόν στη φυλακή μαζί με το αφεντικό του και μάλιστα τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή (όπως και τον Κέρτσιου, οδηγό του Αλιμανεστεάνου, γιατί πήγαινε τρόφιμα στον κύριο του, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στο Μπαραγκάν). Στο δικαστήριο φέρθηκε πολύ όμορφα, παραδέχθηκε ότι πιστεύει στον χριστιανισμό και ακολούθησε τον κύριό του στη φυλακή, έτσι όπως ακολουθούσαν τους σταυροφόρους οι ασπιδοφόροι σωματοφυλακές τους, στις σταυροφορίες, στους πολέμους και στους κινδύνους. 
Την καθημερινή ζωή της φυλακής πάντως με δυσκολία την υπομένει. Νευριάζει εύκολα και (όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι) υποφέρει από τον συνωστισμό, τη βρόμα και τις ελλείψεις, πιο πολύ απ' ότι οι διανοούμενοι και γενικά οι ευκατάστατοι. Τον ενοχλεί το τρομερό ροχαλητό του διπλανού. Με δισταγμό με παρακαλεί ν' αλλάξουμε θέσεις: να περάσω εγώ στη θέση του, πιο κοντά στην πηγή του ροχαλητού, και να 'ρθει εκείνος στη δική μου. Η απόσταση που κερδίζει απ' αυτή τη μετακίνηση είναι ασήμαντη από κάθε άποψη, άλλα ο άνθρωπος σε παρόμοιες καταστάσεις δημιουργεί αυταπάτες και, όταν τα πάντα εκτυλίσσονται στα όρια αντοχής του νευρο-ψυχικού κόσμου, τότε ακόμη και μια μικρή  μετακίνηση λίγων εκατοστών μπορεί να συμβάλει στον καθησυχασμό ενός ανθρώπου. Αλλάζουμε θέσεις.

(Για μένα είναι πιο εύκολο, γιατί στο κελί 80 στις φυλακές της Γκέρλας συνάντησα έναν μορφωμένο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Κ. Τσαράνου, το ροχαλητό του οποίου δεν πιστεύω να συναγωνίζεται κανείς σ' αυτό τον κόσμο. Ο θόρυβος που έβγαζε όταν ροχάλιζε ήταν τόσο τρομερός και ακαταμάχητος, που δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί κανείς στο ίδιο δωμάτιο. Δεν ήταν θόρυβος ομοιόμορφος και συνεχής, άλλα μια σειρά από ανεξάντλητα μπουμπουνητά πάντοτε διαφορετικά, μια αληθινή γκάμα ενός καλλιτέχνη, του οποίου το στυλ ανανεώταν συνεχώς. Ύστερα από αρκετές εβδομάδες συμβίωσης κατάφερνες να κλείσεις για λίγο τα μάτια, άλλα στα κλεφτά, σαν τους καπετάνιους των πλοίων που δεν μπορούν να γλιτώσουν τελείως από τη ναυτία ακόμα κι αν περάσουν χρόνια από το τελευταίο τους μπαρκάρισμα.)
 
Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, ο σοφέρ κατευθύνεται και πάλι προς το μέρος μου και με περισσότερο δισταγμό αυτή τη φορά μου ζητά και πάλι να αλλάξουμε θέσεις. Θέλει να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση. Εκεί όπου κοιμήθηκε δεν του άρεσε, υπέφερε. Αλλάζουμε και πάλι θέσεις.
Την επόμενη μέρα, η κίνηση επαναλαμβάνεται.
Τη νύχτα φέρνουν στο κελί ένα νέο γκρουπ κρατουμένων, ένα πλήθος φύρδην μίγδην, το ένα κακό πάνω στ' άλλο. Αυτοί έλειπαν από δω μέσα. Πόσο θλιμμένα κοιτάζουν όλοι τους τριγύρω. Γιατί όμως; Έρχονται μήπως από φυλακές καλύτερες!
Φωτο: ο συγγραφέας του παρόντος Ν. Στάινχαρτ ως μοναχός

Δεν περίμεναν πάντως να τους δεχτούμε όπως τους δεχτήκαμε. Τους καλωσορίσαμε με ηρεμία και γελάσαμε όλοι με τα χάλια μας. Πού να τους βάλουμε όλους όμως να κοιμηθούν; Στριμωχνόμαστε όλοι μας για να εξοικονομήσουμε λίγο χώρο και γι' αυτούς. Ένας χώρος που τις πιο πολλές φορές υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία μας, σαν κι αυτόν που συναντά κανείς στη γεωμετρία. Μερικοί το μόνο που καταφέρνουν είναι να λαγοκοιμούνται σε κάτι πάγκους. Σε έναν κρατούμενο ογκώδη και εξοργισμένο (το πρόσωπο του οποίου φανερώνει κούραση και αρκετά βασανιστήρια) προσφέρω τη θέση μου, μιας και μαζί είναι αδύνατον να χωρέσουμε, αλλά και όσο να 'ναι στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πιο πολύ ανάγκη τον ύπνο έστω και για δυο τρεις ώρες ανάπαυσης. Περνώ την υπόλοιπη νύχτα σ' έναν πάγκο.

Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή.

Ο π.  Χαραλάμπιε με ακούει με προσοχή, δεν χαμογελάει, δεν ξαφνιάζεται. Mου απαντά λέγοντάς μου πως δεν πιστεύει ότι τα δύο αυτά όνειρα είναι [...]. Αντίθετα, με μακαρίζει. Μου ζητά όμως πολλή εχεμύθεια και ταπεινή αυτοκυριαρχία.
Κυρίως όμως μου ζητά (είναι δύσκολο, παραδέχεται κι εκείνος, να το καταλάβει αυτό κανείς, μα πρέπει, μου λέει, να προσπαθήσω) να τα δώ όλα ως φυσιολογικά, ως κάτι μη ξεχωριστό, κάτι το όποιο δεν πρέπει να με εμποδίσει και να με βγάλει από το δρόμο που έχω διαλέξει. Μου ζητά το πρώτο όνειρο το δώ σαν μια καλή σκέψη για τη μητέρα, σαν ένα χαιρετισμό. Όσο για το δεύτερο, μου λέει πως το έλεος του Κυρίου μας είναι αμέτρητο. Όταν περνά, συμβαίνει  η άκρη του μανδύα Του να αγγίξει κάποιον που κάνεις δεν περιμένει.

Κάνουμε κατόπιν και σχέδια για το μέλλον, ο π. Χαραλάμπιε όντας σίγουρος εκατό τοις εκατό πως θα πεθάνει κι εγώ εκατό τοις εκατό πεπεισμένος πως θα ζήσει...
Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και προκαλείται μια δυνατή αιμορραγία, η οποία  τον ρίχνει κάτω ξανά. Ο γιατρός, που κρατείται κι αυτός στη φυλακή και κλήθηκε επίμονα, έφτασε δύσκολα και, αφού τον εξέτασε, μας κουνά αρνητικά το κεφάλι. Ο υπεύθυνος του κελιού τυλίγει τον Ιερέα με μια κουβέρτα, ενώ εγώ μαζί κάποιον άλλο κρατούμενο τον μεταφέρουμε μέχρι την πόρτα του κελιού απ' όπου (εμείς με πρόσωπο προς τον τοίχο και κρατώντας με τις παλάμες τα πρόσωπα  μας) οι φρουροί της φυλακής τον σηκώνουν από το χώμα και τον μεταφέρουν στο νοσηλευτήριο. Αργότερα μάθαμε πως πέθανε τη δεύτερη μέρα.

Το βίωμα του Ν. Στάινχαρτ για το βάπτισμά του ως ορθόδοξου στη φυλακή
(Από εδώ)

Όποιος βαφτίστηκε μικρός δεν ξέρει και δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει βάπτισμα. Πάνω μου έρχονται κάθε τόσο όλο και πιο συχνά κύματα ευτυχίας. Τελικά είναι αλήθεια ότι το βάπτισμα είναι άγιο μυστήριο, γιατί όντως υπάρχουν άγια μυστήρια. Διαφορετικά αύτη η ευτυχία που με κατακλύζει, με κυριεύει, με ντύνει, με νικά, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο απίστευτα θαυμαστή και πλήρης. 

Ησυχία και τέλεια απάθεια. Για όλα. Αλλά και μια γλυκύτητα. Στο στόμα, στους μυς, σε όλο το σώμα. Και ταυτόχρονα μια καρτερία, μια αίσθηση πως θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε, ένα κίνητρο για να συγχωρέσω τον οποιονδήποτε, ένα χαμόγελο ανεκτικότητας που υπάρχει παντού (όχι μόνο στα χείλη). Κι ένα είδος τρυφερού αέρα τριγύρω, μια ατμόσφαιρα όμοια μ' εκείνη των βιβλίων που διάβαζα στα παιδικά μου χρόνια. Μια αίσθηση απόλυτης σιγουριάς και μια ατέλειωτη απομάκρυνση στην ηρεμία. Ένα χέρι που μου απλώνεται, ένα χέρι γεμάτο σοφία και καλοσύνη.

Είναι κι αυτή η αίσθηση του καινούργιου... Είμαι καινός [=καινούργιος] άνθρωπος. Από πού να έρχεται τόση φρεσκάδα και ανανέωση; Επιβεβαιώνεται στην Αποκάλυψη (21,5) «ιδού καινά ποιώ πάντα», δηλαδή, και τώρα όλα τα κάνω καινούργια, αλλά ο Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όταν κάποιος είναι με τον Χριστό, είναι καινή ύπαρξη. Τα παλιά πέρασαν, όλα τώρα έγιναν καινούργια». 
 
Καινούργια έγιναν, μα δεν εκφράζονται με λόγια. Δεν βρίσκω παρά λέξεις συνηθισμένες, χιλιοειπωμένες, σαν κι αυτές που πάντα χρησιμοποιώ. Με περιβάλλει ένας κύκλος από  γνωστές λέξεις και από ιδανικά που βγαίνουν από την καθημερινότητα. Αν ρωτούσαν την κυρία Κοττάρ του Προύστ τι θα επιθυμούσε στη ζωή της, θα ζητούσε σίγουρα να γίνει η πιο πλούσια κυρία στη γειτονιά της. Ούτε που θα περνούσε από το μυαλό της να γίνει δούκισσα του Μορτεμάρ. Τα όνειρά μας πηγαίνουν μέχρι τον αμέσως επόμενο ουρανό. Υπάρχουν όμως κι αλλά ψηλότερα και ασύλληπτα πιο όμορφα όπως η θάλασσα του Ξενοφώντα όπως η στεριά του του. Τελικά το βάπτισμα είναι μια ανακάλυψη.
 
ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
 
Ο Χριστός δε φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής (Από εδώ)


Ο Χριστός δεν φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής, σε όσα μας δίδαξε. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Τις πόρνες τις λέει πόρνες και την πορνεία, πορνεία. Ποτέ δεν προσπάθησε να μιλήσει με πλάγιο τρόπο και με μισόλογα. Έλεγε πάντα την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν ήταν, σε οποίον κι αν απευθυνόταν. Αντιμετώπιζε τα ρήγματα, όπως τα αντιμετωπίζουμε μπροστά στο κρεβάτι του χειρουργείου ή μπροστά στο ικρίωμα. Καμία παρέκκλιση, καμία αυταπάτη, κανένα κουκούλωμα. Διότι, μόνο όταν έχουμε τη σκληρή πραγματικότητα μπροστά μας, μπορούμε να τρεμουλιάσουμε κι έτσι να της ξεφύγουμε και να αλλάξουμε ζωή.  

Για τον χριστιανό τα πάντα (τα λόγια, οι σκέψεις, οι πράξεις) είναι σαν να καταγράφονται σε μια ταινία, σ' ένα φιλμ. Η ταινία είναι μία και σ' αυτή καταγράφονται τα πάντα. Στο ξετύλιγμα της, στο τέλος, καθετί που ήταν σκεπασμένο, κρυμμένο, θα φανερωθεί, θα βγει στο φως και θα κάνει τον διάβολο να χαμογελάει, εκτός κι αν το έλεος του Κυρίου του έχει ετοιμάσει κάποια έκπληξη, ώστε να δουν όλοι μια ταινία στην οποία η μετάνοια και η συγχώρεση έσβησαν όλες τις αμαρτίες.

Και αφού τα πράγματα είναι έτσι, θα ήταν πολύ παράξενο κάθε συμπεριφορά, όσο ασήμαντη κι αν είναι, κάθε παράδειγμα (στο κελί μιας φυλακής, στο μπουντρούμι της Ασφάλειας κάτω από τη φοβερή λάμπα του ανακριτικού γραφείου), να μην έχει αξία απόλυτη.
 
***
Αλίμονό μας αν δεν υπήρχε στο ευαγγέλιο η παραβολή των εργατών του Αμπελώνα (από εδώ)


Αλίμονό μας, αν δεν υπήρχε στο Ευαγγέλιο η «παραβολή των εργατών του αμπελώνα» (Ματθ. 20).
Το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν άδικο κριτή ούτε καν μ' ένα δίκαιο, αλλά με τον πιο μεγαλόψυχο κριτή, μας το δείχνει αυτή ακριβώς η παραβολή. Προσοχή, όμως, διότι πολλές φορές μπαίνουμε στον πειρασμό και προτιμάμε να μη δεχτούμε την πληρωμή, επειδή δεν θέλουμε να πληρωθεί το ίδιο και εκείνος που μπήκε στον αμπελώνα την τελευταία στιγμή. Κι όμως θα έπρεπε να δεχτούμε να πάρουμε αυτό που συμφωνήσαμε και να χαρούμε που μπόρεσε και κάποιος άλλος να πάρει μισθό, έστω και την τελευταία στιγμή.

Μας κάνει και αγανακτούμε πολλές φορές, όπως και τον μεγάλο γιο της παραβολής του Άσωτου, η στάση του Θεού απέναντι στους δικαίους. Για τον φρόνιμο και εργατικό γιο της παραβολής του Άσωτου, ποτέ ο πατέρας δεν θυσίασε ένα μοσχάρι σιτευτό γι' αυτόν και τους φίλους του, ποτέ δεν τους έδωσε την ευκαιρία για ένα τραπέζι, για μια διασκέδαση. Όλα τα θυσίασε, όλα τα έδωσε για τον άσωτο υιό.
Όλοι οι δίκαιοι αυτού του κόσμου, με το να διαμαρτύρονται, αποδεικνύουν πως δεν έχουν προσέξει τί διαβάζουν στην παραβολή του Άσωτου. Είναι αλήθεια πως γι' αυτούς δεν υπήρξε ποτέ ούτε μόσχος σιτευτός, ούτε τραπέζι, ούτε γλέντι, ούτε δακτυλίδι στο δάκτυλο... Μόνο που υπήρχε και που υπάρχει κάτι άλλο, κάτι πού αναφέρεται ξεκάθαρα στον 31° στίχο του 15ου κεφαλαίου του Κατά Λουκάν: «πάντα τα έμά σά έστιν», δηλαδή, ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου.

Κάτι έχουν και οι δίκαιοι. Δεν είναι λοιπόν σωστό να κλαίγονται: έχουν ό,τι και ο Πατέρας.
 
***
Ο Χριστός δε μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα... (από εδώ)




Ο Χριστός δεν μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα. Δεν έχω χρόνο, λένε σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι. Ωραία δικαιολογία. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να κάνει κάποιος το καλό. Όπως η βασιλεία του Θεού θα έρθει εκεί που κανείς δεν το περιμένει, έτσι και οι πράξεις που την προαναγγέλλουν δεν λογαριάζουν όρους και συμφωνίες.

Δεν είναι αρκετό για μια φιλία να πει κανείς "θα σε βοηθήσω αν μπορέσω"! Φίλος αληθινός είναι εκείνος που βοηθάει χωρίς το ρήμα βοηθάω να χρειάζεται προσδιορισμούς επιρρηματικούς, χρονικούς, τροπικούς ή χρονικούς. Πόσο άρεσε στον Κύριο να μας αποκαλεί φίλους Του!


Από την παραβολή των ταλάντων προκύπτει ότι ό άνθρωπος, που έφυγε για ταξίδι μακρινό και κάλεσε τούς δούλους του και τούς παρέδωσε την περιουσία του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Στον δούλο που, επιστρέφοντας το ένα τάλαντο (όσο ακριβώς είχε πάρει), είπε στον κύριο του: «κύριε, έγνων σε ότι σκληρός ει άνθρωπος, θερίζων όπου ουκ έσπειρας και συνάγων όθεν ου διεσκόρπισας», δηλαδή, Κύριε σε ήξερα άνθρωπο σκληρό, που θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις εκεί όπου δεν σκόρπισες, ο Κύριος άπαντα επιβεβαιώνοντας και επαναλαμβάνοντας το χαρακτηρισμό. (Ματθ. 25, 24) Αμέσως μετά όμως ακολουθεί η έξης παράδοξη φράση: «τω γαρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται, από δε του μη έχοντος και ό έχει άρθήσεται απ' αυτού», δηλαδή, στον καθένα που έχει θα του δοθούν και άλλα και θα περισσέψουν, από εκείνον όμως που δεν έχει θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει.

Προκύπτει λοιπόν ότι με τον Θεό δεν μπορούμε να βασίζουμε τη σχέση μας πάνω σε ιδέες που έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι σχετικά με το τί είναι δίκαιο και τί σωστό. Προκύπτει επίσης ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν πρέπει να βασίζεται σ' ένα λογιστικό du ut des στο οποίο εμείς θα πιστεύουμε εσαεί και στο οποίο μάλιστα θα είμαστε οι παθητικοί αποδέκτες.

Ο Θεός θερίζει εκεί oπου δεν έσπειρε, κι αυτό σημαίνει oτι πρέπει να δώσουμε κι εμείς κάτι από τον εαυτό μας, πρέπει με άλλα λόγια να παίρνουμε πρωτοβουλίες για να κάνουμε το καλό. Το να λέει κάποιος: "γιατί, τί κακό έκανα; δεν έκανα κακό σε κανέναν, κάνω ό,τι μπορώ", αυτό δεν είναι παρά στάση χασμουρητού, η οποία βρίσκεται σε τελεία αντίθεση με αυτό που ζητά ο Κύριος στην παραβολή των ταλάντων και φανερώνει ότι δεν καταλάβαμε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι να είναι κανείς τεμπέλης, πόσο σοβαρή είναι για τον Θεό η προτροπή: ο ουρανός καταχτιέται, ούτε πόσο επίμονη προσπάθεια και πόθος απαιτείται για το «αδύνατον» ακόμα και γι' αυτό το πραγματικά αδύνατον.

Ο Θεός δεν αστειεύεται: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην ην άν σοι δείξω», «Άρον τον σταυρόν σου», «Ακολουθεί μοι», «Αγρυπνείτε», «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

Ο Θεός δεν μας θέλει ξάπλα. Δεν θέλει το βόλεμα, τις ανέσεις, την καλοπέραση, το ονειροπόλημα. Ούτε μπορεί να αποτελέσει πρόφαση η ασθένεια και η τρέλα. (Ακόμα και η συκιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση.)

Η Μάρθα τότε γιατί επιπλήττεται; Διότι την απασχολούν τα ευτελή πράγματα. Μοχθεί ματαίως και είναι ανήσυχη. Ο Κύριος μας καλεί σε πράγματα σοβαρά. Ο Χάρος είναι πάνω από το κεφάλι μας, κι εμείς είμαστε με το τσιγάρο στο χέρι, ή ρίχνουμε όλο το βάρος μας σε πράγματα ασήμαντα, όπως η Μάρθα ["Ν": εννοεί την Μάρθα, αδελφή του Λαζάρου, που, όταν τους επισκέφθηκε ο Χριστός, δεν κάθησε ν' ακούσει τα λόγια Του, αλλά μπαινόβγαινε συνεχώς για να Τον περιποιηθεί - και μάλιστα μάλωσε και την αδελφή της, τη Μαρία, που είχε καθήσει ν' ακούσει].