Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως



6. Ο Γάμος, το μέγα Μυστήριον(*)


Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η σπουδαιότερη ημέρα της ζωής του ανθρώπου, μετά από την γέννησι και την βάπτισι, είναι εκείνη του γάμου. Βεβαίως, η κοσμική λαίλαπα της εποχής μας ανάμεσα στους θεσμούς, τους οποίους προσπάθησε να συντρίψη, ήταν και το τιμιώτατο και ιερώτατο μυστήριο του γάμου.

Για πολλούς ο γάμος είναι μία ευκαιρία για διασκεδάσεις και απολαύσεις. Όμως η ζωή είναι μία σοβαρή υπόθεσις. Είναι ένας πνευματικός αγώνας, μία πορεία προς ένα τέρμα, τον ουρανό. Της πορείας αυτής κρισιμώτερο σημείο και σπουδαιότατο μέσον είναι ο γάμος. Κανείς δεν επιτρέπεται να ξεφύγη τα δεσμά του γάμου, είτε κάνει έναν μυστικό γάμο, αφιερώνοντας τον εαυτό του εις τον Θεόν, είτε κάνει έναν μυστηριακό.

Το θέμα, το οποίο θα μας απασχολήση σήμερα, είναι ο μυστηριακός γάμος, θα δούμε πώς είναι δυνατόν ο γάμος να συμβάλη στην πνευματική μας ζωή, για να συνεχίσωμε το θέμα το οποίο αρχίσαμε στην προηγούμενη ομιλία μας. Ξεύρομε ότι ο γάμος είναι θεσμός συσταθείς υπό του Θεού. Είναι τίμιος(1), είναι «μυστήριον μέγα»(2). Ο ανύπανδρος άνθρωπος απλώς περνάει από την ζωή και φεύγει, ενώ ο παντρεμένος ζη την ζωή του.

Άραγε γι' αυτόν τον ιερό θεσμό του γάμου, γι' αυτό το «μέγα μυστήριον», το οποίο ευλογεί η Εκκλησία μας, πώς σκέπτονται οι σύγχρονοι άνθρωποι; Υπανδρεύονται, και νομίζεις ότι ενώνονται δύο ταμεία, δύο συμφέροντα, δύο ματαιοδοξίες. Ενώνονται δύο άνθρωποι χωρίς ιδανικά, δύο μηδενικά θα λέγαμε. Διότι άνθρωποι χωρίς ιδανικά, χωρίς αναζητήσεις, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μηδενικά.

Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Ερμηνεία στο "Δια τεσσάρων πραγμάτων πληθύνεται η πορνεία"...


Τέσσερα πράγματα δημιουργούν αμαρτωλούς ερεθισμούς στο σώμα. Ποια είναι αυτά; 


Το κοιμηθήναι εις κόρον, όταν κοιμάται κανείς πολύ. Πράγματι, με τον πολύ ύπνο θρέφεται η σάρκα και δεν μπορεί να ζήσει καθαρή ζωή. Αποκτά τότε μια νωθρότητα ο μοναχός και χάνει το άοκνο, χάνει την αγρυπνία, χάνει την μελέτη. Ο πολύς ύπνος βλάπτει κάθε άνθρωπο που θέλει να επιτύχει κάτι στην ζωή του. 
Και φαγείν εις πλησμονήν, και το να τρώγει τόσο, ώστε να χορταίνει. 
Η εντολή των Πατέρων είναι να τρώγει κανείς τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για να συνεχίσει την ζωή του, και πάντοτε να πεινά. Η πείνα είναι στοχείο μνήμης του Θεού. Αντιθέτως, η πλησμονή της γαστρός είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου ο οποίος ζει χωρίς Θεόν, ο οποίος είναι νωθρός στην πνευματική ζωή του και δεν έχει πνευματική ή άλλη δημιουργία. Δεν ζει φυσικά και ομαλά, γι'  αυτό προσπαθεί να αναπληρώσει την φυσικότητα της ζωής του με το πολύ φαγητό. Ιδιαίτερα, αν το φαγητό μας αρέσει, τότε εκεί υπάρχει τέλεια αμαρτία. 

Και από ευτραπελίας. Ευτραπελία είναι όχι απλώς να λέγει κανείς ανάρμοστους λόγους, αλλά να είναι και εύκολος στο να τρέπεται σε λόγους. Άνθρωπος επιρρεπής στους λίγους, και αν δεν είναι εν πορνικαίς διαθέσεσι, έστω και καλυμμένες κάτω από μύρια καλύμματα, θα περιπέσει οπωσδήποτε. Διότι το επιρρεπές στους λόγους είναι από τα πιο βασανιστικά στοιχεία για την ζωή των ανθρώπων που θέλουν να αφιερωθούν στον Θεόν και αποκαλύπτει την σκληρότητα της καρδιάς και την απουσία του Θεού.

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: «Αγιότης είναι η επίγνωση της αμαρτίας μας»



Ο άγιος έχει τον Θεόν, ξέρει ότι ανήκει στην μία Εκκλησία, στην Εκκλησία των αγίων. Ξέρει επίσης ότι είναι αμαρτωλός, τέκνο του Αδάμ, αναγεννηθέν υπό του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού. Αντιθέτως, εμείς οι άνθρωποι πέφτομε έξω νομίζοντας πως είμαστε άγιοι, διότι βλέπομε μόνο την μία πλευρά μας, την χάρι του Θεού· δεν βλέπομε όμως το φύραμα που κουβαλάμε επάνω μας. Οι άγιοι έχουν πλήρη την γνώσι· βλέπουν αφ’ενός μεν την δική τους αμαρτωλότητα, αφ’ ετέρου δε την αγιότητα και την χάρι και την αγάπη του Θεού στην οποία συμμετέχουν.
Οι άγιοι έχουν επίγνωσι του ότι είναι άγιοι, με την έννοια ότι συμμετέχουν στην ζωή του αγίου Θεού και ζουν την πληρότητα του αγίου Θεού, την παρουσία του αγίου Θεού· έχουν όμως την επίγνωσι ότι είναι αμαρτωλοί, και αυτό ακριβώς είναι η αγιότης· δεν ζουν εν τη αμαρτία, ξέρουν όμως ότι αμαρτία υπόκεινται εν τοις μέλεσί των. Γι’αυτό καθαίρουν εαυτούς, τους καθιστούν μυρίπνοα δοχεία του Αγίου Πνεύματος· το δε Άγιον Πνεύμα, εφ’ όσον είναι Άγιον, τους αγιάζει, και έτσι έχουν και την παρρησία ενώπιον του Θεού.
Εμείς περιπίπτομε σε εγωισμό, όταν έχωμε γνώσι της αρετής μας, πρώτον, διότι δεν γνωρίζομε την αμαρτία μας, το τί είμαστε· και δεύτερον, αυτό που είναι το Άγιον Πνεύμα, νομίζομε πως είμαστε εμείς: ότι εγώ είμαι άγιος, εγώ δεν έχω αυτό, δεν έχω εκείνο, ενώ έχω εκείνη την αρετή, έχω την άλλη. Ο εγωισμός είναι λάθος στην κρίσι της νοήσεως. Όποιος νομίζει πως είναι άγιος, κρίνει κατ’ άνθρωπο, κατα σάρκα, και βγάζει το συμπέρασμα πως είναι άγιος. Ο αληθινός όμως άγιος δεν σκέπτεται και δεν κρίνει κατ’ αίσθησιν αλλά κατά θείαν έμπνευσι και φώτισι, οπότε δεν πέφτει έξω. Εντεύθεν και ο άγιος έχει παρρησία ενώπιον του Θεού· λέγει, “εν ονόματι του Κυρίου Ιησού Χριστού ανάστηθι”, και ο νεκρός ανίσταται. Ταυτόχρονα δε, προσεύχεται ως αμαρτωλός, διότι ξέρει το διπλούν της φύσεως του ανθρώπου, ότι ο άνθρωπος είναι χοϊκός και πνευματικός, είναι ο σαρκωθείς εν αυτώ Χριστός και ο ίδιος, ο γεννηθείς εκ του Αδάμ και της Εύας.
Βεβαίως, μπορεί ο άγιος να πέση και η πρώτη πτώσις του είναι η επιστροφή στον εαυτό του, στην φιλαυτία του, στο είναι του, και η δεύτερη πτώσις, η σημαντικώτατη, είναι το σφάλλειν περί την κρίσιν, διότι αυτό είαι η τελείωσις της πτώσεώς του. Η πτώσις δηλαδή άρχεται δια του πρώτου και κορυφούται δια του δευτέρου. Όταν ο άγιος επιστρέψη στον εαυτό του, έπεσε· τότε ένας αετός γίνεται συντρίμμι, και αν χάση και το άλλο, ψοφίμι. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να μετανοήση, αλλά θα χρειασθή χρόνια κλάματα και οδυρμούς και κυνηγητά του Θεού. Είναι μεγάλο το κακό, πολύ μεγάλο. Το ότι οι αρχαίοι είχαν μία μετάνοια δεν ήταν μικρή υπόθεσις· είχε ένα βαθύτατο νόημα.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Γέροντας Αιμιλιανός: ''Πώς θα καταλάβω εάν έχω λύπη;''

aimilianos
Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης

Όταν βλέπη κανείς τον εαυτό του και τα χρόνια να περνούν, όταν βλέπη τις αποτυχίες του, τα τραύματά του, τις αμαρτίες του, τις εσωτερικές του πληγές, τις απιστίες του, τα συντρίμμια της υπάρξεώς του, τα πτώματα του λογισμού του, της καρδιάς του, με τα οποία γέμισε την ζωή του, όταν βλέπη πόσες φορές μετενόησε και τίποτε δεν έκανε, τον κυριεύει μία λύπη.
Αυτή η λύπη μπορεί να προέλθη ακόμη και από τον ενστικτώδη εαυτό μας, δηλαδή από τον εγωισμό μας, από την υπερηφάνεια μας, διότι θα θέλαμε να είμαστε μεγάλοι, να μην είχαμε λογισμούς, να μην αποτυγχάναμε. Άπειρες ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας λυπούν.
Καλύτερα να πέσης στα χέρια πονηρών δαιμονίων, λεγεώνων δαιμονίων, παρά να πέσης στο χέρι της λύπης, διότι δυσκολα κατορθώνης να την ξεπεράσης.
Τον λογισμό τον ξεπερνάς, την αμαρτία την νικάς, τον διάβολο ομοίως, αλλά η λύπη δεν ξεπερνιέται.

Γι'αυτό "νήφε", να αγρυπνείς να μη σε κυιεύση η λύπη. Διαφορετικά γίνεται προβληματική η επιτυχία σου.
"Τα θηρεύματα"· κάθε λύπη αποκαλύπτει μία ενέδρα. Πόσοι άνθρωποι έγιναν θηράματα του δαίμονος της λύπης, ο οποίος στήνει τις ενέδρες του παντού.
Όσες ψυχές ποθούν τον Θεόν, τόσα δίκτυα ρίχνει ο δαίμων της λύπης, και τα θηράματα που πιάνει είναι ατέλειωτα.
Διότι η λύπη κρύβεται κάτω από την ταπεινοσχημία, κάτω από την ψευδή μετάνοια, κάτω από την ψευδαίσθηση της αγάπης του Θεού, κάτω από χίλια δύο πράγματα, γι'αυτό ο άνθρωπος, χωρίς να το καταλάβει, πιάνεται "και με τα τέσσερα" και αχρηστεύεται πέρα για πέρα.
Η λύπη είναι ικανή να εξαρθώνη τις δυνάμεις του ανθρώπου. Δεν σταματάει παρά μόνον όταν σε καθηλώση, όταν σε κάνη πέρα για πέρα αδύναμο για τα πάντα.
Και ο πιο έξυπνος τρόπος που χρησιμοποιεί (ο δαίμων-ο λογισμός), είναι ο λόγος του Κυρίου "μακάριοι οι πενθούντες". Όχι μας λέγει ο αββάς Ησαΐας, μην ξεγελιέσαι, αυτά είναι σατανικά, δεν είναι του Θεού.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης – Ιχνηλασία ζωής


του ιερομονάχου Σεραπίωνος Σιμωνοπετρίτου
«Εγνώρισάς μοι οδούς ζωής· πληρώσεις με ευφροσύνης μετά του προσώπου σου…» (Ψαλμ. 15,11)
Ο Γέροντας αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, Καθηγούμενος της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 εως το 2000, γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από ευσεβείς γονείς, η καταγωγή του όμως εχει μικρασιατικές ρίζες. Η εκ πατρός γιαγιά του Ευδοξία ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα, ο δε παππούς του Αλέξανδρος κατήγετο από την Σηλυβρία της Θράκης και εφοίτησε στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το έτος 1906 μετοίκησαν στα Σήμαντρα της ευλογημένης γης της Καππαδοκίας, όπου εχρημάτισαν δημοδιδάσκαλοι για τις ανάγκες του ελληνισμού, και στην Ελλάδα ήλθαν μετά την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έγγαμοι όντες, επολιτεύοντο ως μοναχοί, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι. Χαρακτηριστικο είναι οτι η γιαγιά εκοιμήθη ως μοναχή με το όνομα Ευταξία, η δε μητέρα του ως μοναχή Αιμιλιανή.
Ο Γέροντας εκληρονόμησε από τον παππού τα πνευματικά και σωματικά χαρίσματα του και από την γιαγιά του ανεξάλειπτα πνευματικά βιώματα. Παιδιόθεν έφερε εντός του τον πόθο της αφιερώσεως και επιδιδόταν στην μελέτη του Ευαγγελίου και πολλών πατερικών βιβλίων, καθώς και στην αδιάλειπτη ευχή του Ιησού, απ΄ όπου αρυόταν αυθεντικές απαντήσεις και θείες εμπνεύσεις για την πορεία της ζωής του.
Έλαβε την πρωτοβάθμιον εγκύκλιο παιδεία στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, όπου είχε εγκατασταθή η γιαγιά του, ενώ την δευτεροβάθμιον στην Νίκαια Πειραιώς, όπου διέμεναν οι γονείς του, με άριστη πάντοτε επίδοση. Τις σπουδές του συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχικώς στην Νομική Σχολή επί δύο έτη, εν συνεχεία δε στην Θεολογική, για να λάβη ανάλογη με τις εφέσεις της ψυχής του μόρφωση.
Κατά την διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών, με ομάδα ομογνωμόνων και ομοφρονούντων φίλων του από τα γυμνασιακά χρόνια ανέπτυξε σπουδαία δράση, οργανώνοντας κατηχητικά, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, όπου ανεδείχθησαν τα ψυχικά, πνευματικά, ηγετικά και οργανωτικά χαρίσματά του. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές, λόγω της παρεχομένης εκείνη την εποχή αγωγής και κατευθύνσεως, εσκέπτετο την ιερωσύνη, με απώτερον σκοπό την εξωτερική ιεραποστολή· έκρινε όμως ότι θα ήταν καλύτερο να αρχίση την προετοιμασία για τον σκοπό αυτό σε ένα μοναστήρι. Απευθύνεται τότε προς τον μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, που μόλις είχε αναλάβει τα ποιμαντικά του καθήκοντα και είχε φήμη φιλομονάχου επισκόπου.
Η κουρά του Γέροντα Αιμιλιανού ως μοναχού
Ήλθε στα Τρίκαλα το 1960 και ανέθεσε τα καθ΄ εαυτόν στον ποιμενάρχη, ο οποίος την 9η Δεκεμβρίου 1960 τον έκειρε μοναχό με το όνομα Αιμιλιανός. Ως μοναχός ενεγράφη στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου. Την 11η του ιδίου μηνός ο σεβασμιώτατος τον χειροτονεί διάκονο στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Τρικάλων και εν συνεχεία τον αποστέλλει σε διάφορες μονές των Μετεώρων, οι οποίες διήρχοντο τότε περίοδο λειψανδρίας, έως ότου τον εχειροτόνησε ιερέα στην Ιερά Μονή Βυτουμά, κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το έτος 1961.
Ο Γέροντας Αιμιλιανός στο Δούσικο
Μετά την εις Πρεσβύτερον χειροτονία του εγκατεβίωσε στην Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, όπου και παρέμεινε επί ένα τετράμηνο, έως τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Στον έρημο και απομονωμένο εκείνον τόπο έζησε σε πλήρη μόνωση και ησυχία, εκζητώντας εμπόνως και εκτενώς τον Θεόν, «τον λυτρούμενον από καταιγίδος και ολιγοψυχίας». Ο Κύριος, εν τη προνοία του, έγινε ευήκοος εις τας μυστικός κραυγάς του, επεφάνη εις τον δούλον του και μεταμορφώνοντας την ύπαρξή του εν τω φωτί, του απεκάλυψε «οδούς ζωής».
Εστράφη πλέον με όλον του τον πόθο και τις δυνάμεις στην μοναχική ζωή και μέσα από τα εναπομείναντα λείψανά της οραματίζεται με ανυπέρβλητο θάρρος και πτεροφυά ελπίδα την αναβίωση και ανακαίνιση της.

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Ο Κύριος λυτρώνει «εκ φθοράς» την ζωή μας Δημήτρης Ιωάννου, Φιλόλογος – Συγγραφέας


Ο μοναχός επίσης ζει συντροφευόμενος απο την πτωχεία: «σχετικά με τα μπάνια, συνιστώ καθαριότητα. Όμως αυτή η άνεση δεν πρέπει να μας κάνει ράθυμους. Δίχως φτώχεια, δεν πλησιάζει κανείς τον Θεό». Ο σκοπός του μοναχού δεν είναι ασφαλώς να είναι «λουσάτος» και «παρφουμαρισμένος», έστω κι αν στα κοινόβια επιβάλλεται η καθαριότητα. Καθαρός ναι, αλλά ταυτόχρονα όχι οκνός, όχι ράθυμος, λέγει ο πατήρ – ένα πνεύμα εξασθένησης της πνευματικής ρώμης και της σωματικής σθεναρότητας, παρά την τρομερή ταλαιπωρία που επιβάλλει η σύγχρονη εποχή, διαπερνά πράγματι τον άνθρωπο του καιρού μας. Ο μοναχός οφείλει να είναι φτωχός για τον Θεό. Είναι ιερή παράδοση, όρος της άσκησης, να αγαπούν οι μοναχοί την πτωχεία, γιατί -ο πρώτιστος λόγος- πτωχός υπήρξε ο ίδιος ο Χριστός (αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει, όπως νομίζουν ίσως μερικοί, εγκατάλειψη και ερήμωση ναών και κελιών, ιερών καθιδρυμάτων, που μας παρέδωσαν οι άγιοι πρόγονοί μας με ιδρώτα και προπαντός φιλόκαλο πνεύμα. Χρειάζεται και σε αυτό διάκριση).

Ο μοναχός, επίσης, ζώντας εσχατολογικά, και υπό μια έννοια δοξαστικά, υπό το φως της Αναστάσεως, δεν ενδιαφέρεται μήτε ασχολείται με θέματα της επικαιρότητας (άλλο είναι το ενδιαφέρον Μονών και μοναχών για την πατρίδα κλπ), «μήτε (ακόμη) ενδιαφέρεται για την τεχνολογία» (παρά μόνο εννοείται, αν κάτι είναι ουσιαστικά χρήσιμο για την εύρυθμη ζωή της αδελφότητας). Η τεχνολογική εξέλιξη συνοδεύεται δυστυχώς στον κόσμο από μια ουτοπική μεσσιανική αίσθηση, και υπάρχει ένα διάχυτο πνεύμα στον δυτικό κόσμο ότι η σωτηρία θα έλθει από τις μηχανές. Δεν είναι όμως πανάκεια η τεχνολογία, η α ή η β δήθεν «εξελιγμένη» συσκευή, που μπορεί απλώς να κάνει τη ζωή μας δυσκολότερη και περιπλοκότερη. Όντας ανοικτός σε Θεό και ανθρώπους, ο μοναχός δεν έχει εν τέλει «πρόγραμμα». Πρόγραμμά του είναι το θέλημα του Θεού, το σχέδιο του Παντοκράτορα γι’ αυτόν. Κανείς δεν μπορεί να λέγει πχ «α, εγώ είμαι αφιερωμένος στη θεωρία», και ως εκ τούτου να βρίσκει αφορμή να μην εκτελέσει το θέλημα ενός αδελφού. Διάκριση χρειάζεται και για το πότε θα αφιερωθεί κανείς στη «θεωρία», καθώς δίχως ταπείνωση και αγάπη στον αδελφό δεν πρόκειται να προκόψει καμιά «νήψη».

Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός· ένα πνευματικό λυχνάρι



Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι άγιες ψυχές προβάλλουν με την κατά Θεόν βιοτή τους σαν λυχνάρι που φωτίζει πνευματικά όσους επιθυμούν να πορευτούν τον δρόμο της θέωσης και του αγιασμού».
Ένα τέτοιο πνευματικό λυχνάρι αποτελεί και ο βίος του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού, που δόξασε με την πνευματική παρουσία του το Άγιον Όρος και υπήρξε ο ίδιος πηγή παρακλήσεως πολλών αναγκεμένων ανθρώπων, πνευματικά και υλικά.
Ο Όσιος Γέρων, Κύπριος στην καταγωγή, από μικρό παιδί έλαχε παιδείας και νουθεσίας Κυρίου από τους ευσεβείς γονείς του και το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον. Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει αυτό που δέχεται ως παιδαγωγική αρχή ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Ένα μικρό παιδί μοιάζει σαν το χωράφι που ό,τι το σπείρει κανείς, έτσι και γεωργεί. Αν ακούει από τους γονείς του λόγους θεοφιλείς και έχει αγαθά πρότυπα, γεωργεί αρετές που είναι κέντρα ζωής, ψυχής και σώματος. Αντίθετα, αν ακούει κακά λόγια και έχει κακά πρότυπα γεωργεί αμαρτίες που είναι κέντρα θανάτου ψυχής και σώματος».

Ο ίδιος, λοιπόν, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον, όπου οι γονείς του, αγράμματοι και απλοϊκοί άνθρωποι, τον δίδαξαν εμπειρικά την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως προς την αρετή της ελεημοσύνης. Έφηβος, στην ηλικία των δεκαέξι χρονών, δέχεται την επίσκεψη του Δεσπότη Χριστού που του προσφέρει, εξαιτίας της αγαθής του προαίρεσης, το δώρο της αληθούς γνώσης των όντων δηλαδή Του γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν τα διάφορα κτίσματα και ιδίως ο άνθρωπος. «Ο άνθρωπος είναι αθάνατος και υιός Θεού και χάριν».
Πρώτο, λοιπόν, χάρισμά τού υπήρξε η Θεολογία. Ο Άγιος Διάδοχος ο Φωπκής λέει χαρακτηριστικά: «Η Θεολογία γέννημα εστίν της του Θεού Χάριτος», Μελετώντας κάποιος το πνευμα­τικό βάθος των βιβλίων που έγραψε και παρακολουθώντας το θεολογικό επίπεδο των λόγων του αντιλαμβάνεται ότι, πράγματι, είχε το χάρισμα της θεολογίας άνωθεν, αφού ο ίδιος δεν είχε τελειώσει καλά καλά το δημοτικό. Ο ίδιος, εξαιτίας της υπακοής και της κατά Θεόν κακοπάθειας, γίνεται δεκτικός της Θείας Χάρης την οποία μάλιστα αποκαλεί «πτυχίο του μοναχού».
Εξάλλου, σπουδαία είναι και η θεώρησή του για τον άνθρωπο. Υπηχώντας τη θεωρία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού που συνδέει το πνευματικό ποιόν ενός ανθρώπου με την προσευχή, χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως ευκηκό ον δηλαδή σαν ον που καταξιώνεται, όταν επικοινωνεί με τον Θεό δια της προσευχής.
Επιπρόσθετα, άλλο σπουδαίο χάρισμά του ήταν η αγάπη του προς όλους. Χάρισμα που δίνεται, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, σε κείνον που κατάφερε να κάνει υπέρβαση των παθών του. Έτσι, λοιπόν, «φρόντιζε όσους ασκητές δεν είχαν τη δυνατότητα να εξυπηρετηθούν, μετατρέποντας τον εαυτό του σε ταπεινό υπηρέτη τους. Παρ’ όλους τους κόπους του απαντούσε σέ επιστολές ανθρώπων που πονούσαν και ζητούσαν απ’ αυτόν λόγον παρακλήσεως».
Τέλος, έχοντας ακραιφνές εκκλησιαστικό φρόνημα, απέρριπτε οποιοσδήποτε ακρότητες οδηγούσαν σε απόσειση από την Εκκλησία. Έλεγε, αφορμώμενος από το Ημερολογιακό ζήτημα ότι «χωρίς την Εκκλησία δεν γίνεται τίποτα».
Ο Άγιος Δωρόθεος στα περίφημα «Ασκητικά» του επισημαίνει: «Αι θλίψεις κινούσιν το έλεος του Θεού καθάπερ οι άνεμοι την βροχήν». Έτσι ο όσιος Γέρων γνώρισε πολλές θλίψεις στη ζωή του που προέρχονταν, είτε από την αχαριστία των ανθρώπων είτε από ασθένειες είτε από ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες. Αντιμετώπισε τα πάντα με καρτερία, πραότητα και ανεξικακία. Έγινε αναμορφωτής της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, την οποία επάνδρωσε με τα εκλεκτά μέλη της συνοδείας του. Κοιμήθηκε σε αυτήν όσιακά αφήνοντας πίσω του τεράστιο πνευματικό και θεολογικό έργο, πιστοποιώντας πλήρως με την όλη βιοτή και ης διδαχές του τη θέση του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος πως «Φως μοναχοίς Άγγελοι, φως δε πάντων ανθρώπων μοναχική πολπεία».

Σημείωση: Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή την έκδοση τού βιβλίου «Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός» από τον Ηγούμενο της Μονής Βατοπαιδίου Ιέροντα Εφραίμ.

Πηγή: Εφημερίδα «Ο Φιλελευθερος», σελ. 19. Δευτέρα 21 Μαΐου, Λευκωσία – Κύπρος.