Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Ιάκωβος μοναχός Αγιαννανίτης (1982)


Μία φορά μόνον τον συνάντησα από μακριά δίχως να μιλήσουμε.
Μερικοί τον θεωρούσαν αρκετά ολιγόμυαλο και ανόητο, ακόμη και δαιμονισμένο. Άλλοι τον είχαν για διά Χριστόν σαλό. Ο μας, Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, έλεγε πως και οι διά Χριστόν σαλοί είχαν μία δόση τρέλλας. Παρά τα γηρατειά του, την αλουσία του, τις δοκιμασίες, τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς, είχε στο πρόσωπό του μία ιλαρή φωτεινότητα, μία παιδική αθωότητα, μία συγκινητική γλυκύτητα που σε προβλημάτιζε και δεν σε άφηνε να κάνεις πρόχειρες κι επιπόλαιες σκέψεις. Μερικές φορές οι ακροατές του θαύμαζαν, γιατί μέσα από τ’ ασυνάρτητα λόγια του άκουγες και σοφά και αποκαλυπτικά λόγια. Σε μια Καλύβη που του έδωσαν φακή στο ντενεκάκι του, φεύγοντας μονολογούσε, πως τα ψάρια δεν είναι γι’ αυτόν. Πράγματι στην Καλύβη θα γευμάτιζαν με ψάρια.
Λίγες ημέρες πριν κοιμηθεί τον ύπνο του δικαίου ο Γέροντας Παύλος († 1987), της Καλύβης του Αγίου Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, τον έκειρε μεγαλόσχημο. Έπιστρέφοντας από την αλλαγή του Δικαιάτου, στις 8.5.1982, τον βρήκαν στη θέση του, εκεί που έμενε τελευταία, με τα χέρια σταυρωμένα, νεκρό. Είχε κάνει δόκιμος στην Καλύβη των Αρχαγγέλων, στην Ανάσταση του Κυρίου στη Μικρά Αγία Άννα και είχε καρεί μοναχός στην Καλύβη της Γεννήσεως του Χριστού του Γέροντος Ιωσήφ του Λεσβίου (†1957) του σπουδαίου ιεροψάλτου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Πρόσωπα και δρώμενα στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2001, σσ. 196-198.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 1031 – 1032

Ιάκωβος μοναχός Αγιαννανίτης (Ιακωβάκι)
Τον Αγιαννανίτη πατέρα Ιάκωβο, τον οποίο για το βραχύ και λεπτοκαμωμένο του αναστήματός του, όλοι τον αποκαλούσαν «το Ιακωβάκι», τον συναντούσα ευτελοαπασχολούμενον σε περιοχές και αυλές καλυβών συνασκητών του ή ανεβοκατεβαίνοντα το κεντρικό της Σκήτης μονοπάτι, με ξερόκλαδα για προσανάμματα στην αγκάλη του ή προσφοιτώντα στους βοηθητικούς χώρους του Κυριακού κατά τις εόρτιες ιδίως συναθροίσεις των πατέρων. Πάντα δε ξεσκούφωτον, αχτένιστον, ρυπαρό, ρακένδυτο, ξυπόλυτο χειμώνα καλοκαίρι.
Έκανε μικροθελήματα και βοηθούσε σε ότι του εμπιστευόταν ο Δικαίος της Σκήτης και οι λοιποί διακονηταί πατέρες. Εύκολα τον «απόπαιρνε» και τον επιτιμούσε ο καθένας. Τον έσμπρωχνε στο πλάι, τον εμπόδιζε να πλησιάζη εκεί, που νόμιζε πως δεν του ήρμοζε, και ‘κείνος υπήκουε αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα και χαμογελούσε με άκρα ακακία. Καιόλα αυτά είχαν εύκολη την εξήγησι και την κοινή παραδοχή. Γιατί τον είχαν για «λειψό». Ελάχιστοι δε ήσαν εκείνοι, που έτρεμαν και συγκλονίζονταν στην σκέψι, μήπως είχαν απέναντί τους ένα σύγχρονο φαινόμενο ηθελημένης και κρυπτομένης δια Χριστόν σαλότητος.
Μικρό απόσπασμα από το δημοσίευμα για τον π. Ιάκωβο στο βιβλίο Πρόσωπα και Δρώμενα στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου

Μοναχός Ιερόθεος Καυσοκαλυβίτης Newsroom


Μοναχός Ιερόθεος Καυσοκαλυβίτης: Κατά κόσμον ονομαζόταν Δημήτριος Κακούνης του Γεωργίου και της Αικατερίνης. Από το Καστρί Λακωνίας, όπου γεννήθηκε το 1886, νέος ξενιτεύθηκε στην Αμερική, μαζί με τον αδελφό του, για να εργασθούν και να βοηθήσουν την οικογένεια τους.

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Όταν κάποτε θέλησαν να πάνε σ’ ένα θέατρο για να ψυχαγωγηθούν, βλέπουν θίασο δαιμόνων να χορεύουν και να γκρεμίζουν νέους στην απώλεια. Εντυπωσιάσθηκαν, τρομοκρατήθηκαν και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και ν’ ακολουθήσουν τον μοναχισμό.
Ο αδελφός του πήγε στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης και από εκεί στη μονή Γρηγορίου, της οποίας έγινε και καλός ηγούμενος, ο γνωστός παπα-Θεόδωρος († 1964).
Ο ίδιος μετέβη στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, το 1895, στην Καλύβη του Αγίου Ακακίου υπό τον Γέροντα Διονύσιο († 1934), όπου εκάρη το 1897.

Ο μοναχός Ιερόθεος σε όλη του τη ζωή πρότυπο, παράδειγμα κι έμπνευση είχε τον ασκητικό βίο του οσίου Ακακίου. Αγάπησε ένθερμα την αρετή. Οι πατέρες ,της σκήτης από αγάπη, σεβασμό κι εκτίμηση τον φώναζαν «παπουλάκη». Η διακονία ήταν μεγάλη χαρά της ψυχής του. Ήταν και προσφοράρης της σκήτης και εκκλησιαστικός στο Κυριακό της Αγίας Τριάδος και κολλυβάς στην πανήγυρη της Λαύρας και καλός ξυλογλύπτης στην αγαπητή Καλύβη του.

Τον σκέπαζε η χάρη του Θεού πλούσια, γιατί είχε άφθονη πραότητα, ανεξικακία, καθαρότητα και ασκητικότητα. Ήταν αγαπητός σε όλους τους συνασκητές του. Καθήμενος στο ταπεινό εργαστήρι του σκάλιζε υπομονετικά, σταυρούς, κουτάλια, κτένες, χαρτοκόπτες, δεχόταν τους λίγους επισκέπτες του έκεί, τους φίλευε κάτι και άρχιζε στην καρδιά τους να σμιλεύει λόγια Χριστού. Με τον καλοκάγαθο και γαλήνιο τρόπο του ανέπαυε ψυχές, ταλαιπωρημένες από μάταιους λογισμούς και όλοι έφευγαν αναπαυμένοι, παρηγορημένοι. Δεν δίσταζε σε όποιον του ζητούσε να διδάξει την τέχνη της ξυλογλυπτικής, που είχε μάθει από τον άριστο ξυλογλύπτη Γέροντα Αρσένιο († 1956).

Αναπαύθηκε εν Κυρίω στις 13.5.1968. Ήταν ασθενής λόγω γήρατος. Με δυσκολία πήγε στο ναό της Καλύβης τους, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για ν’ ασπασθεί τις άγιες εικόνες και να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Επέστρεψε στο κελλάκι του και ύπνωσε τον ύπνο του δικαίου.

Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Άγιου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 170-173. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, ‘Άγιον Όρος 2001, σσ. 217-220.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 803-804

Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης (1896 – 1999) Newsroom


Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης: Ο υπεραιωνόβιος Γερο-Ήσύχιος γεννήθηκε στο χωριό Σαπρίκι Μεσσηνίας το 1896. Ο ολιγογράμματος πατέρας του, ένας φτωχός γεωργός, τον δίδαξε τον πλούτο της αμόλευτης ευσέβειας. Έκανε στρατιώτης επί μία εξαετία και υπέστη πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες.

Το 1924 εισέρχεται τις πύλες της μονής Γρηγορίου. Μετά τριετία κείρεται μοναχός από τον ενάρετο ηγούμενο Αθανάσιο (†1953). Διακόνησε τη μονή του πρόθυμα ως μετοχιάρης, αμπελικός, κονακτσής και κηπουρός. Πάντοτε διακονητής, φιλότιμος και μοναχός βιαστής. Για ένα διάστημα έκανε και προϊστάμενος της μονής του.


Βίωσε το «λάθε βιώσας» και την «ένδοξη αδοξία», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Τους λόγους του Γέροντά του Αθανασίου διατηρούσε στην καρδιά του ακέραιους ως τα βαθιά του γεράματα. Δεν ήθελε να διακρίνεται, να ξεχωρίζει, να εξαιρείται. Ήταν ένας τέλειος κοινοβιάτης. Έτσι τον γνωρίσαμε. Μας μίλαγε απλά, φυσικά, ταπεινά, αφτιασίδωτα, εγκάρδια και γι’ αυτό τόσο ωραία, καθώς προσπαθούσαμε μ ένα παλιοκασετόφωνο να καταγράψουμε κάτι από τη μακρά εμπειρία του.

Στις παγκοινιές έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, που τη λάτρευε. Δεν ήθελε, έλεγε, να τρώει δωρεάν το ψωμί του. Υπέργηρος ήταν κι αφού δεν μπορούσε να εργασθεί στους κήπους, που τόσο αγαπούσε, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του. Δεν έμενε ποτέ αργός. Χαιρόταν να εξυπηρετεί, να διακονεί με κάθε τρόπο τους αγαπητούς πατέρες και άδελφούς του. Τα γεράματα δεν τον έκαναν να μην είναι πρώτος στην ακολουθία και την πιο πολλή ώρα να στέκεται όρθιος.

Έζησε 76 χρόνια στη μονή με πέντε ηγουμένους. Και στους πέντε έκανε την ίδια υπακοή. Μόνο γι’ αυτό είναι σπουδαίος. Μετά από 50 έτη μοναχικής ζωής, υπακούοντας βγήκε στον κόσμο για μία απαραίτητη εγχείρηση. Η πρόοδος της τεχνολογίας του έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα παρατηρούσε όλα σαν μικρό παιδί. Παρά τις συστάσεις των ιατρών δεν μπορούσε να μη μένει όρθιος στο ναό και στο κελλί του. Από την πολύχρονη ορθοστασία είχαν ανοίξει πληγές τα πόδια του. Με πληγιασμένα πόδια έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας όρθιος στο κελλί του. Δεν κατέκρινε ποτέ. Αν η συζήτηση ξέφευγε σε κρίσεις άλλων, μονολογούσε χαμηλόφωνα: «Αλίμονο τα χάλια μου». Ήταν ένας βιαστής μοναχός. Τα λίγα γράμματα που ήξερε τα χρησιμοποίησε μόνο για το καλό.
Βοηθούσε τον κόσμο με την προσευχή του. Μερικές φορές έστελνε και σύντομες συμβουλευτικές επιστολές. Η δική του βοήθεια ήταν από τον Χριστό και την Παναγία και τους προστάτες της μονής Νικόλαο, Γρηγόριο και Αναστασία, που πολλές φορές τον συνέδραμαν. Τα γεράματά του ήταν με πυκνές ασθένειες, τις οποίες υπόμενε αγόγγυστα.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 14.5.1999. Ο ηγούμενος της μονής αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει περί αυτού: «Καρπός της βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης του ήτο η διαρκής αυτομεμψία του, η τελεία πτωχεία του, η κατανυκτική κατάστασις της ψυχής του. Ηγάπησε τον Θεόν περισσότερον από τον εαυτόν του και δι’ αυτό εβίαζε το σώμα του εις ορθοστασίας και αγρυπνίας, καίτοι έπασχεν από δυνατούς πόνους εις τους πόδας του. Ήτο φιλάδελφος και φιλάνθρωπος. Προσηύχετο υπέρ όλου του κόσμου. Εις όσους του εζήτουν συμβουλήν, έλεγε με διάκρισιν λόγους πνευματικούς και παρακλητικούς και αρμόζοντας διά την περίπτωσιν εκάστου. Διά τον πολύν, διαρκή και συνεπή του αγώνα πιστεύω ότι ο Κύριος τον εχαρίτωσε και με υπερφυή χαρίσματα, ως το της προοράσεως και της θεοπτίας, καθώς έχομεν αρκετάς ενδείξεις…».

Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Ανωνύμου Γρηγοριάτου μοναχού, Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 24/1999, σσ. 93-106.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1477-1481

Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός (1856 – 15 Μαΐου 1916) Newsroom




Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός: Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Ζαχαριάδης γεννήθηκε το 1856 στη Βλάστη Σισανίου, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Δεκάχρονος μετέβη στη μονή Παναγίας της Κλεισούρας, πλησίον μίας θείας του μοναχής, επί τριετία. Κατόπιν ήλθε στο Άγιον Όρος, όπου εργαζόταν ο πατέρας του.

Έμεινε για ένα διάστημα στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Άγιου Νικολάου-Χαλκιά παρά τις Καρυές, και αλλού, μαθαίνοντας ραπτική και κάνοντας τον εργάτη. Λόγω όμως του ζωηρού του χαρακτήρα δεν τον κρατούσαν για πολύ πουθενά.
ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Το 1876 προσήλθε στη μονή Ξηροποτάμου παρά τον Γέροντα Λεόντιο. Πλησίον όμως του Γέροντος Ιακώβου του Πελοποννησίου στη μονή Βατοπεδίου

«μετέβαλε τον ατίθασον χαρακτήρα αυτού επιδειξάμενος έκτοτε διαγωγήν αρίστην, επιμέλειαν περί τα μαθήματα λιπαράν, σωφροσύνην, ταπεινοφροσύνην, σύνεσιν και εγκράτειαν γλώσσης, και εν γένει βίον οσίου ανδρός, αρετάς, αίτινες περιεκόσμουν αυτόν μέχρι του θανάτου αυτού». Εκάρη μοναχός στη μονή Βατοπεδίου το έτος 1879.

Ο Γέροντάς του Ιάκωβος τον προετοίμασε στη σχολή της μονής, τον έστειλε στην Αθωνιάδα, τον έκειρε μοναχό με το όνομα Κυριάκος και κατόπιν τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Κατά την παραμονή του στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές, τα έξοδά του κέρδιζε ψάλλοντας σε διάφορους ναούς. Αποφοίτησε της Θεολογικής Σχολής. Ήταν εγκρατής της εκκλησιαστικής μουσικής κι εξέδωκε περί αυτής τρίτομο έργο. Στη Θεσσαλονίκη διετέλεσε καθηγητής θεολόγος και ιεροκήρυκας.

Το 1903 ανέλαβε Σχολάρχης της Αθωνιάδος, θέση που διατήρησε έως το 1907. Το 1904 συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της μονής Ξηροποτάμου, στην οποία διακόνησε ως δάσκαλος, γραμματεύς, βιβλιοθηκάριος, προϊστάμενος (από το 1910) και αντιπρόσωπος. Το 1911 διορίσθηκε Γενικός Επίτροπος του Αγίου Όρους στην Κωνσταντινούπολη έως το 1914. Τη μονή του αγάπησε θερμά και προσέφερε σε αυτή πολύτιμα δώρα και περίπου 600 βιβλία. Έγραψε βιβλία και άρθρα ιστορικά και πνευματικά. Λίγο πριν από την εκδημία του εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός με τ’ όνομα Κάνδιδος, εις τιμή του ομωνύμου μάρτυρος, ενός από τους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, στη μνήμη των οποίων τιμάται το Καθολικό της μονής.

Ανεπαύθη εν Κυρίω σε ηλικία 60 ετών στις 15.5.1916 από καρκίνο, που είχε στο αυτί του. Κατά τους συγχρόνους του άφησε μνήμη αγαθού και ενάρετου μοναχού παντού όπου πήγε κι έζησε. Διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση οποίο καθήκον του ανατέθηκε. Τις θυσίες, τις προσφορές, τους κόπους και τους μόχθους του ασφαλώς τους μέτρησε ο Πανάγαθος Θεός και τους αντάμειψε στα αιώνια ουράνια σκηνώματα.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Χριστοφόρου Κτένα αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αύτη διδάξαντες από του 1845-1916, Αθήναι. 1930, σσ. 106-110. Ευδοκίμου Ξηροποταμηνού Προηγουμένου, Η εν Άγίω Όρει Άθω Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Σεβασμία Μονή του Ξηροποτάμου, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 161.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 127-128

Ιερομόναχος Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης (1913 – 1998) Newsroom



Νικάνωρ ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης : Θα προσυπέγραφα άνετα τα παρακάτω λόγια του αγαπητού ιερομονάχου Ιωαννικίου Κοτσώνη για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα, τον οποίο γνωρίσαμε από κοντά, όπως ακριβώς τον περιγράφει:

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

«Ο παπα-Νικάνωρ υπήρξε η δεσπόζουσα των τελευταίων ετών μορφή στα Καυσοκαλύβια. Τον ενθυμούμαι με ευγνωμοσύνη για την αγάπη και τη φιλοξενία του. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος και εικών Αγιορείτου ασκητού. Μακρυγένης, υψηλός, άδολος στην ομιλία, στη συμπεριφορά, παιδική καρδιά, εργατικός (ησχολείτο με την κατασκευή μάλλινων φανελλών). Πρόσχαρος, προσηνής κι ομιλητικός, σαν Μωραΐτης που ήταν στην καταγωγή. Προπάντων όμως διεκρίνετο για την αγάπη του προς τη θεία Λατρεία. Υπήρξε φιλακόλουθος και ευλαβής λειτουργός του Κυρίου. Έτρεχε σε όλα τα Καλύβια να λειτουργήσει, να εξυπηρετήσει τους Πατέρες και, στο τέλος, άφησε την τελευταία του πνοή, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας».

Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Νικόλαος Μανέτας, στο χωριό Λεόντιο Πατρών το 1913. Το 1929 ήλθε στην Καλύβη της Αγίας Άννης στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το 1930 εκάρη μοναχός. Το 1937 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956).

Ο υποτακτικός του και διάδοχός του Παύλος λέγει πως είχε αγαθότητα, φιλοξενία, πραότητα, ευγένεια, ελεημοσύνη. «Βοηθούσε με ό,τι υλική βοήθεια μπορούσε, αλλά και πνευματικά με λειτουργίες, με τα κομποσχοίνια τους μνημόνευε, χωρίς να κουράζεται καθόλου, προσφέροντας στους πονεμένους συνανθρώπους του ψυχική γαλήνη και ανακούφιση. Ουδέποτε είπε ότι “κάτι είμαι”. Έλεγε: “ένα τίποτα είμαι. Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου είμαι”. Καμιά φορά δεν είπε ότι “έχω αρετή εγώ. Τίποτα μή με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω τίποτα, είμαι αγράμματος”. Πάντοτε αυτά μας έλεγε. Και στους λαϊκούς, πάντοτε, τα ίδια έλεγε, αν και αυτοί τον θαυμάζανε για όλες του τις αρετές, που αυτός προσπαθούσε να τις κρύψει, χωρίς όμως να το καταφέρνει…».

Συνήθιζε να ταπεινώνεται, να βάζει πρώτος μετάνοια, ακόμη και στους μικρότερους και στους υποτακτικούς του. Συχνά έλεγε το «μετανοείτε». Τη μετάνοια κήρυττε συνέχεια, με λίγα και απλά λόγια. Δεν έλεγε γενικά πολλά λόγια. Απέφευγε συστηματικά τα παραπανίσια. Λειτουργούσε σχεδόν κάθε μέρα, όσο ήταν καλά. Η καθημερινή ακολουθία στην Καλύβη ήταν όπως στα μοναστήρια, 5-6 ώρες. Έκανε και πολλά σαρανταλείτουργα. Αν δεν λειτουργούσε στην Καλύβη τους, πήγαινε πρόσχαρα όπου τον καλούσαν. Κάνοντας σαρανταλείτουργο για ένα παιδί κωφάλαλο βρήκε θαυματουργικά τη φωνή του.

Στις ασθένειες ήταν πολύ υπομονετικός. Οι ασθένειες δεν τον λύγιζαν. Ανεπαύθη στις 17.5.1998. Την παραμονή πήγε ο παπάς και τον μετέλαβε. Του είπε τρεις φορές «ευχαριστώ». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μετά έπεσε σε κώμα και την άλλη ημέρα εκοιμήθη «τον ύπνο του δικαίου» ο Καυσοκαλυβίτης γεροπλάτανος. Στην εξόδιο ακολουθία του προέστη ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, που πολύ αλληλοεκτιμούνταν, γνωρίζονταν πενήντα χρόνια, καθώς και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του.

Έγραφε περί αυτού ο Αγιορείτης ωραιογράφος επίσκοπος: «Οσιακή μορφή· μέχρι τη ζώνη του η γενειάδα, εκφραστικά και βαθυστόχαστα τα μάτια του, βαρειά και ανδροπρεπής η άρθρωσις των λέξεων, απλοϊκή η διατύπωσις των σκέψεών του, μόνιμη η έκφρασις της χαράς στο πρόσωπό του. Ευγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θα λείψει λοιπόν απ’ τη Σκήτη και απ’ ανάμεσά μας η κυπαρισσένια του κορμοστασιά και η βιβλική του φυσιογνωμία, που κάλλιστα θα μπορούσε να παραβληθεί με τις πρωτατινές τοιχογραφίες των πινελιών του Πανσελήνου»…

Πηγές – Βιβλιογραφία: Κωνσταντίνου Ρώϊμπα, Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης (1929-1998), Άγιον Όρος 2002. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον ΆΘωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 395-398.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1445-14.



ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ Π. ΗΣΑΪΑ, ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Γέροντα Ησαΐα, θα ήθελα, αν είναι, ευλογημέ­νο, δυο λογία γι’ αυτόν τον πάρα πολύ αγα­πητό στα Καυσοκαλύβια, τον αείμνηστο δηλαδή παπα-Νικάνορα, έτσι για να μείνουν και να διαβάζονται από πολλές άλλες ψυχές, πού δεν τον έ­χουν γνωρίσει, γιατί νομίζω ότι και πολλές άλλες ψυχές, πού θα λάβουν γνώση για τις πολλές αρετές του μακαριστού Γέροντα παπα-Νικάνορα, θα ωφε­ληθούν πάρα πολύ!

– Ήτανε πολύ αγαπητός άπ’ όλους ο αείμνηστος παπα-Νικάνορας, σ’ όλα τα Καυσοκαλύβια, σ’ όλους, γενικά, και στους νεώτερους και στους μεγαλύτερούς του ακόμη!

– Ήταν πολύ φιλόξενος; Ποια είναι ή δική σας γνώμη, πού έχει και βαρύτητα, μια πού βρισκόσα­σταν περίπου στην ίδια ηλικία και τον γνωρίζατε βέβαια, και καλύτερα!

– Φιλοξενία είχε πολλή, «Αβραμιαία Φιλοξενία», όπως συνήθιζαν να λένε ‘δώ, στα Καυσοκαλύβια όλοι, γενικά, οι μοναχοί, γιατί δεν άφηνε κανέ­να να φυγή δυσαρεστημένος!

– Είχε και ελεημοσύνη και πολλά αλλά χαρί­σματα, όπως λένε; Εσείς τι έχετε να πείτε; τι έχετε να προσθέσετε;

– Κι ελεημοσύνη είχε και πολλά αλλά χαρί­σματα είχε! Ο Θεός τα ξέρει! Εμείς, μόνο επιφα­νειακά, τα βλέπαμε αυτά, με τα σαρκικά μας μάτια και με τα σαρκικά μας αυτιά, ενώ ο Θεός, που τα γνωρίζει και τα βλέπει όλα αλάνθαστα, Αυτός α­λάνθαστα και δίκαια τα κρίνει όλα για το κάθε δη­μιούργημα του, πού έφερε στην παρούσα ζωή!

– Ήταν πράος κι όλους, γενικά, τους αντιμετώ­πιζε με καλοσύνη, μ’ αγάπη και, γενικά, με πολ­λή πραότητα;

– Αυτά είναι ανθρώπινα! Ήταν αγαπητός κι εξυ­πηρετούσε τους πάντες, όσο μπορούσε, και σε κάθε περίσταση, πού κάποιος ζητούσε τη συμβουλή του σε κάποια ανάγκη!

– Για το Κυριάκο φρόντιζε πολύ; Εσείς τι λέτε γι’ αυτή του τη φροντίδα, γιατί πολλοί λένε ότι φρόντιζε περισσότερο για το Κυριάκο παρά για τοδικό του σπίτι!

– Πολύ, πολύ, πολύ φρόντιζε για το Κυριάκο!

Κι αυτό, που λένε κι οι άλλοι, είναι σωστό, γιατί αυτός αποτελούσε «την ψυχή», πού λένε, «τη μάννα» του Κυριάκου!

– Πώς φρόντιζε; τι δουλειές έκανε; Με ποιες ενέρ­γειες του βοηθούσε το Κυριάκο στις ανάγκες, είχε αυτό;

– Τ’ αγάπησε και το βοήθησε πάρα πολύ! Έγρα­φε και τα διαμερίσματα του στο Κυριάκο και πολλά αλλά καλά είχε κάνει για το Κυριάκο και, γενικά, δεν έπαυσε ούτε μια στιγμή να φροντίζει και να εν­διαφέρεται γι’ αυτό! Μέρα-νύχτα, όπως λένε!

– Τους άλλους τους ιερείς, τους ιερομόναχους δηλαδή τους συμβούλευε, συνεχεία, όταν ήταν για πράγματα εκκλησιαστικά, για να είναι τυπικοί καινα αποφεύγουν και τους νεωτερισμούς, αλλά και τις πολύ σχολαστικές ακρότητες, πού κουράζουν;

– Ναι, πολύ, πολύ! Με τον πατέρα Παύλο το Μικρό ήταν πολύ αγαπημένοι! Αυτοί βάσταξαν τη Σκήτη, γιατί εξυπηρέτησαν, για πολλά χρόνια, πρό­θυμα τη Σκήτη! Ή Σκήτη, στις ανάγκες της, πού δεν ήταν και λίγες, κάθε φορά, σ’ αυτόν απευθυνό­ταν κι απ’ αυτόν δινόταν ή λύση σε κάθε είδους πρόβλημα, πού παρουσιαζόταν!

– Δηλαδή και με ζέστη και με χιόνι και με βροχή, όταν σε κάποια απόμακρη Καλύβι τον ζη­τούσανε, ήταν πρόθυμος να πάει, χωρίς να λογαριάζει ούτε τον κόπο, ούτε την επιβαρημένη άπ’ τα χρόνια υγεία του;

– Βέβαια, ήταν ακούραστος κι έτρεχε παντού, ο­πού κι αν τον προσκαλούσαν, όσο μακριά κι αν ή­ταν, ότι καιρικές συνθήκες κι αν επικρατούσαν στα Καυσοκαλύβια!

– Αυτός, στα πρώτα χρόνια, τα νεανικά δηλαδή ή, κι όταν τον βάραιναν τα βαριά γερατειά, ήταν ο ίδιος και δεν σταματούσε, ακούραστα, να προσφέρει,να προσφέρει στους άλλους;

– Ναι, ναι, ο ίδιος, ο ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο φιλόξενος κι αείμνηστος συνομήλικος μου ιε­ρομόναχος παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης!

– Ήταν ο ίδιος! Τα τέλη του πώς ήταν; Ήταν γαλήνια; Ήταν ειρηνικά; Ήταν ησυχία; Ή, πράγμα αδύνατο, είχαν γίνει, πιο ανήσυχα, πιο ταραγμένα, πιο διαφορετικά άπ’ την προηγουμένη ζωή του;

– Ωραία, τυπικά κι ευλογημένα γεράματα είχε, αγαπημένα, «σαν πουλάκι πέταξε ή μακαριά ψυχή του» για τους Ουρανούς, χωρίς καμιά, απολύτως, δια­φοροποίηση της συμπεριφοράς του από τον προηγού­μενο γνωστό τρόπο ζωής του!

– Αυτόν ο Θεός να ελεήσει, εμάς δε να μας δώσει μετάνοια κι όλους να μας συγχώρεση! Εύχομαι και σε εσάς που θα έχετε και εσείς πολλά χρόνια να συναντηθείτε πάνω εκεί, να βρίσκεστε και σεις στην ίδια χορεία των Όσιων, που, οπωσδήποτε, αυ­τός βρίσκεται, και ‘κει, πάλι, να βλέπεστε κι, απ κοινού, με τον αείμνηστο Γέροντα παπα-Νικάνορα, να πρεσβεύετε και για τους εδώ!

– Όλοι μαζί, όλοι στον Παράδεισο, εύχομαι και προσεύχομαι στον καλό Θεό να μας πάει και κανέ­να μας να μην αφήσει άπ’ έξω!

– Την ευχή σας και με το καλό να έχετε και σεις ήρεμα τέλη, γαλήνια και Χριστιανικά τέλη, αγάπη και πάντα συμβουλές σ’ όλους, μικρούς και μεγάλους,να δίνετε σχετικά μ’ όλα τα θέματα και περισσότερο με τα θέματα τα σχετικά με την καλογερική!

– Αμήν. Να έρθει και σε μας να μας δώσει μετάνοια, πού την έχομε πολλή ανάγκη, καθώς πλησιάζομε προς τα τέλη μας, τα οποία μόνο ο Θεός ξέρει πώς θα είναι!

– Πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, εσείς, ύστερα από τόσα χρόνια άσκησης και πείρας, τι βλέπετε ‘σεις; τι νιώθετε ‘σεις; Αυτός, τέλος πάντων, τα κα­τάφερε; Μπήκε από καμιά μικρή τρυπίτσα σε κα­μιά μικρή, -πολύ μικρή γωνίτσα του Παραδείσου-, πολυσέβαστε Γέροντα Ησαΐα, από την υπερπολυετή καλογερική εμπειρία, πού έχετε, κι από τα ιερά βι­βλία, πού έχετε μέχρι τώρα διαβάσει, τι πιστεύετε;

– Αυτά είναι απλά πράγματα και δε χρειάζον­ται πολλές εξηγήσεις, για να τα καταλάβει κάποιος, αλλά πρέπει πάντα, να ξέρομαι πώς τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός, γιατί ο Θεός είναι, πού θα κρίνει τον καθένα μας, γιατί μόνο αυτός έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να κρίνει, και ξέρετε ότι εί­ναι Δίκαιος, είναι Δίκαιος Κριτής!

– Δηλαδή ‘σεις, κατά τη γνώμη σας, την ταπει­νή σας γνώμη, ο μακαριστός Γέροντας είχε, οπωσδή­ποτε, ευαρεστήσει στο Δίκαιο Κριτή, στο Θεό δη­λαδή, με την βιωτή, πού έκανε, όσο καιρό τον γνω­ρίζατε εδώ, στα Καυσοκαλύβια

– Οπωσδήποτε, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έ­χει ο Θεός! Τίποτε δε μπορούμε να πούμε εμείς, ό­πως είπαμε και πάρα πάνω, γιατί ή δική μας κρί­ση δεν είναι αλάνθαστη, μόνο του Θεού είναι αλάν­θαστη και δίκαιη προς τα δημιουργήματα του!

– Αν είναι ευλογημένο, όπως φαινότανε, ήταν άνθρωπος του κάλου μας Θεού, πολυσέβαστε Γέρον­τα Ησαΐα, ο αλησμόνητος Γέροντας μας παπα-Νικάνορα, για τον όποιο έκανα το τόλμημα να γράφω λίγα φτωχά λόγια σαν μια μικρή ανταπόδοση για όσα καλά έκανε!

– Αφού είχε καλά έργα, πιστεύω, χωρίς να εί­μαι αλάνθαστος στην κρίση μου, ότι κι ο καλός μας Θεός θα τον αμείψει!

– Να μη σας κουράζω άλλο! Εύχομαι, και σεις να ακολουθήσετε τον καλό το δρόμο τον παπα Νικάνορα και καλό Παράδεισο! Αμήν.Ευχαριστούμε το Θεό και σας για τα πάρα πολύ χρήσιμα πνευματικά λόγια, πού μας είπατε για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα!

– Να είστε καλά! Να σας έχει ο Θεός πάντα κα­λά και σας και την οικογένεια σας κι εμείς θα προσευχόμαστε γι’ αυτό



Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης
Ὑποτακτικὸς τῆς συνοδείας τῆς Καλύβης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἦταν ὁ παπα-Νικάνωρ, ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Πάτρας.

Τὸν ἔφερε μικρὸ ὁ γέρο-Στέφανος τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὴν Πάτρα γιὰ ἐργασίες τῆς ἁγιογραφίας. Ἐγνώρισε τὸν μικρὸ Νικόλαο, ποὺ εἶχε ἐπιθυμία νὰ ἔλθει στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν ἔβαλε στὸ πλοῖο καὶ ἔτσι ἔφθασαν στὸ Ὄρος. Τὸν ἐπῆραν οἱ Δανιηλαῖοι καὶ ἀργότερα τὸν ἔφεραν στὴν συνοδεία τοῦ παπα-Παύλου, στὰ Καυσοκαλύβια. Οἱ γεροντάδες εἶχαν εὐλάβεια στὸν μεγάλο Ἅγιο τῆς Μακεδονίας, τὸν Ἅγιο Νικάνωρα, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομά του.

Ἔγινε διάκονος καὶ ἱερεὺς 22 ἐτῶν, τὸ 1937, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο, στὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

Ἀπὸ τότε, ἀκούραστα, μὲ πολὺ προθυμία, ἦταν ἐπὶ 50 ἔτη ἐφημέριος ἕως τὸ 1987 καὶ μέχρη τὴν κοίμησή του προΐστατο στὰ συλλείτουργα τοῦ Κυριακοῦ.

Ἄκρως φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων, τὸ σπίτι του ἦταν ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους, μὲ ἀγάπη καὶ καλωσύνη προσέφερε φιλοξενία ἀβραμιαία στὸν κάθε ἀδελφό. Ἂν δὲν εἶχε ἄνθρωπο νὰ περιποιηθῆ, θὰ ἔψαχνε νὰ βρῆ, ὡς ἄλλος Ἀβραάμ, ποὺ καθόταν στὸν δρόμο μήπως περάσει κανείς, νὰ τὸν προσκαλέσει στὸν οἶκό του.

Σὲ κάποια ἐπίσκεψη στὸ χωριό του τὸ 1950, ἔφερε καὶ τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε μὲ πολλὴ προθυμία τὸν παπα-Νικάνωρα καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος ἀπὸ τὸν Γέροντα Ἰωακείμ.

Κάποια μέρα, τὸ 1983, ὁ Γέρων Νικάνωρ, ἀπὸ προθυμία νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς πατέρας, ἔτρεξε νὰ προλάβει τὸ καΐκι τοῦ Ἰορδάνη, νὰ τοῦ δώσει παραγγελίες. Ἐπειδὴ δὲν τὸν πρόφθανε, βγῆκε πάνω ἀπὸ τὸν ἀπότομο γκρεμό, νὰ τὸν φωνάξει. Ξαφνικὰ ὅμως βρέθηκε στὸ κενὸ καὶ κύλισε ἀνεξέλγκτα, ἀπὸ τὸ ὕψος 15-20 μέτρων ἕως τὸν δρόμο. Εὐτυχῶς, βρέθηκε κάποιος ἀδελφός, τοῦ προσέφερε τὴν πρώτη βοήθεια καὶ μὲ τὴν σκέπη τῆς Θεοτόκου δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ σοβαρό. Ὁ διάβολος εἶχε φθονήσει τὴν φιλαδελφία του.

Ἐκοιμήθη στὶς 17 Μαΐου τοῦ 1998, ἀφοῦ προηγουμένως μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ εὐχαρίστησε τὸν ἱερέα ποὺ τὸν κοινώνησε. Ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔπεσε σὲ κῶμα καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ. Στὴν κηδεία παρέστη πλῆθος Ἁγιορειτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου Ῥοδοστόλου κ.κ. Χρυσοστόμου.

Μοναχός Νικήτας Καρυώτης (1902 – 20 Μαΐου 1971)



Αγιο Ορος: Ο κατά κόσμον Ευστράτιος Γεωργιάδης του Σταύρου και της Ελισάβετ γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας το 1902. Το 1923 ήλθε στο Διονυσιάτικο Κελλί του Αγίου Νικολάου των Καρύων. Εκάρη μοναχός το 1925.

ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Έμαθε την τέχνη του οδοντοτεχνίτη κοντά στον οδοντίατρο Γέροντα Παΐσιο. Κατόπιν, κάνοντας υπακοή, πήγε στον κόσμο για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του. Επί σαράντα περίπου χρόνια εξυπηρέτησε τους πατέρες του Άγιου Όρους, που τότε δεν έβγαιναν εύκολα έξω. Διακρινόταν για την ελεημοσύνη του. Μετά την κοίμησή του, πολλοί ελεημένοι από αυτόν, μοναχοί και λαϊκοί, μίλησαν με κατάνυξη για την κρυφή αυτή του τέχνη.

Κατά την εκταφή των λειψάνων του, όπως αναφέρει ο σημερινός Γέροντας του Κελλιού παπα-Αρτέμιος, η κάρα του ευωδίαζε. «Όλοι μας όσοι βρεθήκαμε τις στιγμές εκείνες εκεί, νιώσαμε μεγάλο δέος και μεγάλη συγκίνηση. Μάλιστα ο Γέροντας Αρτέμιος από τη Μεγίστη Λαύρα, ο οποίος είχε το διακόνημα αυτό στις ανακομιδές κι έβγαζε και φρόντιζε τα λείψανα των πατέρων, είπε: “Πατέρες εγώ πρώτη φορά έχω ξεθάψει τέτοιο λείψανο! Εξήντα χρόνια στο Άγιον Όρος… Δόξα τω Θεώ”. Πέρασαν, περνούν και θα περνούν πολλοί ευλογημένοι πατέρες από το Όρος. Γνήσιοι βιασταί της επουρανίου Βασιλείας…».

Εμείς γνωρίσαμε τον διάδοχο του Γέροντος Νικήτα, τον Γέροντα Αρσένιο. Μάλιστα δεχθήκαμε και την οδοντιατρική φροντίδα του, πριν τριάντα χρόνια, με τον ποδοκίνητο, σκουριασμένο τροχό του και το μπλέ οινόπνευμα για απολύμανση (γαργάρα). Πάντως το σφράγισμα μέχρι σήμερα είναι καλό. Όταν τον ρώτησα αν σπούδασε οδοντιατρική, μου απάντησε κοφτά: «Όχι. Έμαθα από τον Γέροντά μου». «Κι εκείνος;» ρώτησα. «Έμαθε από τον Γέροντά του»!
Ο Γέροντας Νικήτας είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στον άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό, τον προστάτη του Κελλιού τους. Τον είχε παρακαλέσει να φύγει από την παρούσα ζωή σε μία από τις μνήμες του. Ο άγιος τον άκουσε. Τον πήρε στη μνήμη της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του, στις 20.5.1970.
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 839-840

Μοναχός Ισαάκ Διονυσιάτης (1850 – 1932)


Μοναχός Ισαάκ Διονυσιάτης: Ο λαμπρός ηγούμενος της ιεράς μονής Διονυσίου αρχιμανδρίτης Γαβριήλ γράφει περί του εναρέτου παραδελφού του: «Ήτο τύπος απλότητος, ακρίβειας και ευλαβείας, σιωπηλός και απερίσπαστος εν παντί, υπόδειγμα εις όλους τους πατέρας».

Γεννήθηκε στο Καβακλί Αδριανουπόλεως από ευσεβείς γονείς το 1850, ο κατά κόσμον Ιωάννης Γεωργίου. Από μικρός φύλαγε τα πρόβατα του πατέρα του και με τα λίγα γράμματα που έμαθε διάβαζε τους βίους των αγίων. Νέος ήλθε προσκυνητής στο Άγιον Όρος. Έμεινε για λίγο σ’ ένα Κελλί της Βίγλας. Τον σαγήνευσε η μονή Διονυσίου. Εκάρη σε αυτή μοναχός το 1872. Εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως το τέκνο της απερίεργης υπακοής και της πρόθυμης και πρόσχαρης διακονίας.
ΣχετικάΆρθρα
Ιερομόναχος Παύλος Αγιοπαυλίτης (1939 – 20 Ιουνίου 1995)
21 Ιουνίου, 2020
Παναγία Οδηγήτρια: Η εικόνα που εξαφανιζόταν και άλλαζε θέση
21 Ιουνίου, 2020
Πανηγυρικός Εσπερινός στο Μετόχι της Μονής Ξενοφώντος στη Νέα Ιωνία
21 Ιουνίου, 2020

Επί έξι δεκαετίες δεν αρνήθηκε καμιά διακονία στο αγιότεκνο κοινόβιό του, του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, που φυλάγεται η χαριτόβρυτη δεξιά του χείρα. Διετέλεσε ταχυδρόμος, κονακτσής, τσέλιγγας, παραγουμενιάρης, μυλωνάς, κελλάρης, μετοχιάρης, αμπελικός, προσφοράρης, φούρναρης και κηπουρός της μονής.

Η υπακοή του έδινε φτερά και ο κόπος καρπό ευλογίας. Αγάπησε την υπακοή ως το πιο ασφαλές μέσο σωτηρίας του. Συνοδός της ανέφελης υπακοής, η εγκράτεια, η ταπείνωση, η αγάπη και η απάθεια. Έχυνε πολλά δάκρυα κάθε νύχτα για όλο τον πάσχοντα κόσμο. Προσευχόταν ιδιαίτερα για τους εργάτες της μονής. Γλυκύτερη θεωρούσε την προσευχή από κάθε τι. Δεν κοιμόταν, λησμονούσε να φάει για να προσεύχεται. Κλεισμένος στα χιόνια κάποτε, βρέθηκε στην είσοδο της μονής του, δίχως να καταλάβει καλά καλά το πως… Τα γηρατειά δεν τον εμπόδιζαν να διακόπτει ή ν’ αμελεί τον κανόνα του, τη νηστεία, την εργασία, ακόμη κι αν βρισκόταν έξω από τη μονή.

Το μοναχολόγιο της μονής του φειδωλά αλλά περιεκτικά αναφέρει: «1932 Μαΐου 21. Εξεδήμησεν προς Κύριον ο εκ Καββακλή Σαράντα Εκκλησιών καταγόμενος αδελφός ημών Γέρων Ισαάκ, ετών 82, διατελών εν τη μονή υπέρ εξηκονταετίαν, τύπος και υπογραμμός αρετής και κανών της μοναδικής ζωής αληθέστατος, πεπληρωμένος αγιότητι. Κύριος ο Θεός ημών αναπαύσαι μετά των αγίων των ενταύθα εκλαμψάντων θεοφόρων πατέρων ημών. Αμήν. Ετέθη εις το κάτω πεζούλιον. Ανεκομίσθη τη 25η.9.1937».

Ο παραδελφός του, Γέροντας Λάζαρος, γράφει περί αυτού στις ωραιότατες Διονυσιάτικες Διηγήσεις του: «Όταν ετελούσαμεν την ακολουθίαν του όρθρου οι δύο μας επί δυόμισυ ώρας με κομβοσχοίνι, μόλις ένα ή δύο κομβοσχοίνια έλεγε με σιγανήν φωνήν την ευχήν εις κάθε κόμπον: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς”, εις το τρίτον κομβοσχοίνιον εθερμαίνετο η καρδιά του από θείον έρωτα και ζήλον και δεν μπορούσε να κρατήση τον εαυτόν του για να ομιλή σιγά. Εφώναζε, λοιπόν, την κάθε λέξιν με διάπυρον ζήλον και αγάπην, ως να είχε ενώπιόν του τον Χριστόν και Τον παρακαλούσε, ως κυλιόμενος εις τους πόδας Του, ερωτικώς καταφιλών μετά δακρύων αυτούς και ο γράφων τον ήκουε “Κύριε Ιησού Χριστέ…” να φωνάζη. Μετά δε το απόδειπνον δεν παρήρχετο μισή ώρα και εν τω πλησίον της εκκλησίας κελλίω καθήμενος μοναστικώς ήρχιζε τον κλαυθμόν… Δάκρυα από ψυχής και καρδίας κατωδύνου. Δάκρυα θρηνητικά, δάκρυα παρακλητικά, δάκρυα κατανυκτικά».

Άλλος αναφέρει περί αυτού: «Όσοι από τους συγχρόνους του Γέροντα ζούν δεν θα ξεχάσουν τον αχώριστο φίλο του π. Ισαάκ, ένα μεγάλο δηλητηριώδες φίδι ενάμισυ μέτρο. Είχε εξοικειωθεί τόσο μαζί του, ώστε ανέβαινε και κοιμόταν στο ξύλινο κρεβάτι του. Όσο καιρό έμενε στο αρτοποιείο, ήταν κοντά του. Μόλις έφυγε ο Γέροντας, εξαφανίστηκε κι εκείνο. Και όλα αυτά, για να διαπιστωθεί ότι πολλοί άγιοι του Θεού αξιώνονται να φτάσουν στην προπτωτική κατάσταση των πρωτοπλάστων και μπροστά τους ημερεύουν τα άγρια ζώα και τα δηλητηριώδη ερπετά. Με τις προσευχές του οι στείρες γεννούσαν, η ανομβρία σταματούσε και το αλεύρι του μοναστηριού δεν στέρευε από τις αποθήκες του».

Πηγές – Βιβλιογραφία: Χερουβείμ αρχιμ., Ισαάκ Διονυσιάτης, Ωρωπός Αττικής 1986. Ηλία, Ισαάκ ο Διονυσιάτης, Ορθόδοξη Μαρτυρία 17/1986, σσ. 50-51. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 102-111.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄– 1901-1955, § Μοναχός Ισαάκ Διονυσιάτης (1850-1932), σελ. 254-257, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.