Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Στο νοσοκομείο ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: Διάχυτη ανασφάλεια, σαν σκόνη πυρηνική, απλώνεται στη σύγχρονη κοινωνία, προκαλώντας ανησυχητική δύσπνοια
Στο νοσοκομείο βρίσκεται από χθες ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, μετά την ξαφνική αδιαθεσία που ένιωσε λόγω ενόχλησης στην καρδιά του.
Στο νοσοκομείο βρίσκεται από χθες ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, μετά την ξαφνική αδιαθεσία που ένιωσε λόγω ενόχλησης στην καρδιά του.
Οι συνεργάτες του αρχιεπισκόπου το μετέφεραν άμεσα στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ των Τιράνων, όπου δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες και εν συνεχεία αφού οι θεράποντες ιατροί διεπίστωσαν στένωση στεφανιαίας αρτηρίας, προχώρησαν σε αγγειοπλαστική επέμβαση τοποθετώντας δύο «στέντ.
Ανακοίνωση εξέδωσε η Εκκλησία της Αλβανίας
Αναλυτικά:
Την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020 ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιος εισήλθε στο θεραπευτήριο ΥΓΕΙΑ των Τιράνων, ύστερα από καρδιακή ενόχληση.
Διεπιστώθη στένωση στεφανιαίας αρτηρίας και αυθημερόν πραγματοποιήθηκε αγγειοπλαστική επέμβαση με τοποθέτηση δύο «στέντ», με πολλή επιτυχία.
Σήμερα Σάββατο, δόξα τω Θεώ, η υγεία του είναι ιδιαιτέρως ικανοποιητική.
Οι θεράποντες ιατροί τον πληροφόρησαν ότι εντός 2 ημερών μπορεί να επανέλθει στην Αρχιεπισκοπή.
Από την Γραμματεία της Αρχιεπισκοπής
27 Ιουνίου 2020

Αόρατοι ερημίτες – Γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης


– Μάνα, ποια είναι η γυναίκα που κρατάει το παιδί στην αγκαλιά της μέσα στην εκκλησία;
– Η κυρά Παναγιά, απαντούσε εκείνη γλυκά, με τον αφέντη τον Χριστό.
Από μικρός ο Γέροντας έβλεπε χειροπιαστή στη ζωή του την προστασία της Παναγίας και την καθοδήγηση Της. Σε ηλικία 15 χρονών κατατάσσεται εθελοντής στον συμμαχικό στρατό , φλεγόμενος από ζήλο για την μεγάλη Ελλάδα. Τότε σε ένα ναυάγιο στη Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικά από την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, αφού πάλεψε τρία μερόνυχτα στο ανοιχτό πέλαγος.
Στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, είχε παρηγοριά του την Παναγία της Αγιάσου. Τα τάματα που Της είχε κάνει σαν ψαράς και ναυτικός, τα  ξεπλήρωσε αργότερα σαν μοναχός, εκδηλώνοντας έτσι την ευχαριστία και ευγνωμοσύνη του για τη βοήθειά Της.
« Το 1928, διηγείται ο ίδιος, ταξίδευα με το καΐκι μας έξω από την Τήνο. Ο καιρός ήταν καλός και το καΐκι έτρεχε με 8 μίλια.
– Βρε Αντώνη, είπα στον αδελφό μου, επιθυμώ να προσκυνήσουμε την Παναγία.
Εκείνος όμως αρνήθηκε.
– Τέτοιον καιρό δεν θα τον ξαναβρούμε. Εμείς το πρωί θα είμαστε στον Πειραιά.
Τι να έλεγα; Ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος. Έκανα λοιπόν βόλτες στο κατάστρωμα, μέχρι που πλησιάσαμε 300-400, μέτρα στο λιμάνι. Τότε ξαφνικά κόπηκε ο άνεμος. Η θάλασσα έγινε λάδι γύρω από το καΐκι. Κρέμασαν τα πανιά. Τι παράξενο όμως! Η μπουνάτσα έγινε μόνο για μας. Πιο πέρα ο αέρας βούιζε. Ήταν, φαίνεται, επέμβαση της Παναγίας, για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου.
– Άντε, να γίνει το χούι σου, είπε ο Αντώνης.
Ήταν Πάσχα. Βγήκαμε και προσκυνήσαμε. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το «Ο άγγελος εβόα ».
Αργότερα η Παναγία κάλεσε με θαυμαστό τρόπο τον π. Γελάσιο από το καΐκι του στο περιβόλι Της.
« Μια νύχτα στον ύπνο μου, διηγείται ο γέροντας, μου φάνηκε πως ήταν πολύς λαός συγκεντρωμένος για να υποδεχθεί τη βασίλισσα. Από μακριά φάνηκαν ” τα αλόγατα” που τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσή άμαξα. Πάνω της καθόταν η βασίλισσα με πλήθος δορυφόρων και αξιωματικών. Ξαφνικά κάποιος με άρπαξε και με ανέβασε στην άμαξα, στο πίσω μέρος. Σε λίγο φθάσαμε σε ένα κάστρο με πύργους και λαμπρό παλάτι. Εκεί η βασίλισσα κατέβηκε. Δεν πρόλαβα όμως να τη δω καθαρά. Πρόσεξα μόνο το ένα μέρος του προσώπου της, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του παλατιού.
Ξύπνησα! Βγήκα έξω και πήγα στο καφενείο, όπου ήταν και άλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στο Πασαλιμάνι με το καΐκι μου φορτωμένο. Ο νους μου όμως είχε γεμίσει από την ομορφιά της βασίλισσας. Αργότερα συνάντησα κάποιον αγιαννανίτη μοναχό. Του διηγήθηκα το όνειρό μου κι εκείνος μου εξήγησε πως με καλεί η Παναγία στο Άγιον Όρος να γίνω πιστός Της ακόλουθος.
Η καρδιά μου για λίγο διακόπηκε. Νίκησε όμως η αγάπη της Βασίλισσας. Την ίδια μέρα εγκατέλειψα κι εγώ, σαν τους Αποστόλους, πλοίο φορτωμένο, αδελφό, γονείς ,και ξεκίνησα για τον Άθωνα. Το τέρμα του ταξιδιού μου ήταν η μονή Γρηγορίου. Μπήκα στο Καθολικό να προσκυνήσω. Την ώρα εκείνη ψαλλόταν η θεία λειτουργία. Στη θεομητορική εικόνα του τέμπλου αναγνώρισα τη Βασίλισσα του ονείρου μου! Έσπευσα να την ασπασθώ, οπότε ο διακο- Θεόδωρος, που στεκόταν εκεί, μου είπε:
– Χάθηκαν, οι εικόνες της Παναγίας, παιδί μου, και ήρθες στο τέμπλο να προσκυνήσεις;
Αλλά, βέβαια, που να ήξερε τη δική μου καρδιά… ».

Μοναχός Ερμόλαος Λαυριώτης (1873 – 23 Νοεμβρίου 1960)


Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης του Ανδρέου και της Μεταξωτής από τη Τατσάλτη της Μικράς Ασίας ήλθε στο Άγιον Όρος το 1916 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος στη μονή της Με­γίστης Λαύρας.




Ο ακριβολόγος επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος γράφει, όπως πάντα, ωραία περί αυτού: «Όλοι τον γνώριζαν ως τον πλέον ανεξίκακο, καλόγνωμο και απλούν στους λόγους και την συμπε­ριφορά. Ο ίδιος έγινα αυτόπτης και αυτήκοος αποπειρών και φράσεων αρκετών, οι οποίοι, θέλοντες να δοκιμάσουν την αοργησία και το ανυποψίαστο της ψυχής του, τον έσκωπταν εμφανώς, ενίοτε δε και τον πεί­ραζαν απρεπώς. Εκείνος όμως ζούσε στον δικό του κόσμο, πλέων στα πελάγη της αγαθότητός του, εκτός ερεθισμών εγωισμού και πνεύματος αντιδικίας και κείμενος πολύ μακρυά από τις επήρειες των παθών της λύπης και της πονηριάς. Γι’ αυτό και, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, με νηφαλιότητα και γλυκύτητα απαντούσε με ό,τι τον φώτιζε ο Θεός και ήταν πάντοτε, με τον τρόπο του, διδακτικός και ωφέλιμος».
Ως νέος μοναχός είχε το διακόνημα να επιτηρεί το κοπάδι των τραγιών της μονής. Αυτό του άρεσε, γιατί είχε έτσι την ευκαιρία να περιδιαβαίνει τα δάση και τις βουνοπλαγιές, να προσεύχεται και να επισκέπτεται ερημίτες. Οι ασκητές τού έγιναν συνομιλητές και φί­λοι. Ιδιαίτερα συνδέθηκε πνευματικά με τον ομόφρονά του Γέροντα Ιερώνυμο (†1959). Ο Γερο-Ερμόλαος με την απλότητα και καλοκαγαθία του είχε κερδίσει τις καρδιές όλων των πατέρων. Λέγουν πως νέος στον κόσμο ήταν παλαιστής και αρσιβαρίστας. Τη δύναμη και την αντοχή του εδώ τη χρησιμοποιούσε στην άσκηση και την εξυπηρέτηση των αδελφών του.
Κατά τον Γέροντα Εφραίμ Λαυριώτη τον Ρόδιο (†1999), ο Ερμόλαος έφτιαχνε πρόχειρες καλύβες και ζούσε ησυχαστικά σε αυτές και μερικές φορές τους βαρείς χειμώνες τον πλάκωνε το πολύ χιόνι. Έκανε τον διά Χριστόν σαλό. Ήταν φίλος και με τον Γέροντα Αββακούμ (†1978). Μαζί έψαλλαν στο προσκυνητάρι της Παναγίας μέσα από την καρδιά τους και με πολλά δάκρυα το «Άξιόν Έστι». Μερικοί τους περιγελούσαν. Δεν τους πείραζε καθόλου. Ο Γερο-Εφραίμ λέγει: «Ήμουν πολύ τυχε­ρός που γηροκόμησα τον Γερο-Ερμόλαο».
Συνεχίζει ο επίσκοπος Ροδοστόλου για την παραμονή της τελευταίας δεκαπενταετίας του Ερμολάου στην αγαπητή τους Λαύρα: «Άπλυτος, αχτένιστος και με τα ίδια κουρέλια – ρούχα μέρα νύχτα, χειμώνα καλο­καίρι, κατέβαινε με μεγάλη προσοχή τα σκαλιά της κόρδας και έσερνε ύστερα τα βήματά του προς το Καθολικό, προς την Παναγία την Κουκουζέλισσα και προς τα παρεκκλήσια, που είχαν λειτουργία. Κανενός δεν δεχόταν την γηροκομική προσφορά και προθυμία, και κανείς δεν κατόρθωσε να αντικαταστήση τα κουρέλια του με ρούχα και ράσα ανεκτά και αξιοπρεπέστερα. Γι’ αυτή του την εμφάνιση όσοι δεν τον γνώριζαν, τον απόφευγαν, όσοι όμως γνώριζαν τις αρετές του, την κα­θαρότητα της καρδιάς του και την απλότητα της ψυχής του, φιλούσαν το χέρι του και ζητούσαν την ευχή του …».
Μετά την κοίμησή του ο Πνευματικός του αποκάλυψε ότι ο από πολ­λούς καταφρονεμένος Ερμόλαος είχε δει στην αυλή της Λαύρας ζωντανή την Παναγία, να τον χαιρετά με χάρη και να εισέρχεται στο παρεκκλήσι της Κουκουζέλισσας. Αυτός ήταν ο μακάριος, ο ευλογημένος, ο ευλαβέστατος μοναχός Ερμόλαος Λαυριώτης. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 23.11.1960.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Πόθος και χάρις στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 251-255.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ.639-640 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιερομόναχος Ματθαίος Καρακαλλινός



Γεννήθηκε στο χωριό Καρδαρίτσι Γορτυνίας της Πελοποννήσου το 1905. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, πολύτεκνοι και φτωχοί. Νέος ήλθε στην Αθήνα, όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Το 1927 εγκα­ταλείπει την κοσμική ματαιότητα κι έρχεται στο Άγιον Όρος να μο­νάσει.



Γράφει στο εξομολογητικό, κατανυκτικό και τερπνό ημερολόγιό του: «Ενθυμού, ενθυμού, ψυχή μου, την ώραν που εχώρισες από τον κόσμον και εμβαίνοντας μέσα εις το πλοίον έτρεχες δρομαίως διά το Άγιον Όρος. Εις όλην την θάλασσαν όλο έκλαιες, όλο έκλαιες με έναν ουράνιον και θεϊκόν έρωτα, ώστε δεν υπήρχε δι’ εσέ πια ο κόσμος, παρά μόνον, με την βοήθειαν του Θεού και της Παναγίας, ήταν μόνον ο ουράνιος κόσμος».
Εισήλθε με ένθεο πόθο στο Άγιον Όρος και δεν εξήλθε ποτέ αυτού. Κατευθύνθηκε στη γειτονική μας Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτό­κου, της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου κι εκάρη μοναχός με τ’ όνομα Χρυσόστομος. Μετά διετία μετέβη στη μονή Καρακάλλου, όπου έμεινε ισόβια. Το 1933 από τον λίαν ενάρετο ηγούμενο Κοδράτο (†1940) λαμβάνει το μέγα και αγγελικό σχήμα των μοναχών και ονομάζεται Ματθαίος. Το 1940 χειροτονήθηκε από τον μητροπολί­τη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο (†1956) ιερεύς. Από τότε δεν σταμάτησε ποτέ τη θεία Λειτουργία. Λειτουργούσε καθημερινά επί 45 ολόκληρα χρόνια. «Από την Θεία Λειτουργία», έλεγε, «βοηθούνται και σώζονται ψυχές». Λειτουργούσε με τον ίδιο πόθο, την ίδια λαχτάρα και την ίδια κατάνυξη πάντοτε.
Έγραφε στο ημερολόγιό του, παρακινώντας την ψυχή του για αδιάκοπους πνευματικούς αγώνες: «Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε, να μη σωθή από μέσα σου η ευλάβεια και χαθής. Η αδιάλειπτος ευχή του Κυρίου να βράζη μέσα σου. Να τρέχη μέσα σου η ευχή ωσάν βρύση και τότε η ημέρα σου θα περνά όλη ως δευτερόλεπτον. Τρέμε, ψυχή μου, τρέμε, να μη χάσης την ευλάβειαν». Δεν τα έγραφε απλά, αλλά τα εννοούσε και τα βίωνε ο μακάριος. Έτσι τον γνωρίσαμε κι εμείς οι αδαείς, μία δεκαπενταετία προ της εκδημίας του, ευκατάνυκτο, ευλαβέστατο, χαριτωμένο, ευλογημένο, απλούστατο παπά, να λειτουργεί εξαίσια και θαυμάσια και να μας μεταδίδει ειρήνη και κατάνυξη.
Συνεχίζει ωραιότατα στις ημερολογιακές σελίδες του, τις οποίες είχε ποτισμένες με άφθονα δάκρυα: «Ευχαριστώ τον Θεόν μου και την Παν­αγίαν μου, όπου με αξίωσαν και έγινα μοναχός εις τούτο το Άγιον Όρος, εις αυτά τα άγια χώματα, εις τούτο το Άγιον Περιβόλιον της Παναγίας μου. Ευχαριστώ την Παναγίαν μου, όπου με εγλύτωσε από τα βάσανα και τις θλίψεις του κόσμου και με ωδήγησε μέσα εις το φως της ουρανίου πολιτείας των μοναχών. Ο κόσμος δεν γνωρίζει, ψυχή μου, πόσο γλυκυτάτη και θαυμασιωτάτη είναι η ζωή των μοναχών. Η ψυχή πτερουμένη από τον θείον έρωτα, ανεβαίνει από την γην εις τον ουρανόν και είναι ένα ξένον και φρικτόν θέαμα».
Φοβόταν μη χάσει την ευλάβεια και την κατάνυξη και αγωνιζόταν προς τούτο πολύ, με τη μνήμη του θανάτου, το χαροποιό πένθος, την αποφυγή της παρρησίας, της μερικής φιλίας, της πολυλογίας, της παρηγορίας των ανθρώπων. Τη φιλία και την παρηγορία του Θεού προσδοκούσε και είχε. «Όσον αποφεύγεις την παρηγορίαν των ανθρώπων, τόσον φθά­νεις εις την παρηγορίαν του Θεού, όπου η χαρά δεν έχει όριον». Ζούσε υψηλές καταστάσεις. «Όλη η αναπνοή του αληθινού μοναχού είναι ο Θεός. Ημέρα και νύκτα τον Θεόν αναπνέει και κανένα πράγμα του κό­σμου δεν έχει μέσα του. Όλο προς τα άνω τρέχει και γίνεται όλος εκτός κόσμου και μέσα του είναι συνέχεια μία πανήγυρις …».
Δεν θέλησε για την ασθένειά του, που τον καταταλαιπωρούσε, να εξέλθει στον κόσμο, αλλά με ιώβεια υπομονή παρέμεινε στο κελλί του, αναθέσας τον εαυτό του στον Θεό. Ανεπαύθη εν Κυρίω ο άξιος αυτός λειτουργός του Υψίστου στις 5.12.1985, για να συνεχίζει τις αγαπημένες θείες Λειτουργίες του στο ουράνιο θυσιαστήριο.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιεράς Μονής Καρακάλλου, Παπα-Ματθαίος Καρακαλλινός (†1985), ένας σιωπηλός εργάτης της αρετής, Θεσσαλονίκη 2006.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000, σελ. 1145-1148, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Εμπειρίες από πνευματικά τέκνα του Γέροντα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου (1903-1991)



Νικηφόρου Μικραγιαννανίτη, Αρχιεπισκόπου Κινσάσας και Εξάρχου Κεντρώας Αφρικής (Μέρος 1ο)
Από την πρώτη στιγμή που γνώρισα τον πολυσέβαστο Γέροντά μας Γεράσιμο, με είλκυσε η απλότητά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του και η σοφία του. Αυτά σε μαγνήτιζαν, μιλούσαν στην καρδιά σου με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος ήταν ανερμήνευτος.



Είχες μπροστά σου έναν σοφό, έναν χαρισματούχο, έναν άγιο που είχε την απλότητα ενός μικρού παιδιού. Βρισκόσουν μπροστά σε έναν άνθρωπο που ένοιωθες ότι είχε κάτι άλλο, που οι άλλοι άνθρωποι δεν το είχαν. Κάτι που δεν ήταν του κόσμου τούτου. Το βλέμμα του σε διάβαζε. Διάβαζε τα κατάβαθά σου, αλλά δεν τα αποκάλυπτε. Με τρόπο όμως σε οδηγούσε, ήξερε να κρύβεται και να οδηγεί, να βοηθά χωρίς να καταλαβαίνεις.
Θυμάμαι περιπτώσεις που γύριζα στη Μικρά Αγία Άννα από την Αθωνιάδα, γεμάτος προβλήματα, στενοχώριες και άλλα και μόνο με το βλέμμα του μου τα έλυε, μ’ έναν διαφορετικό τρόπο χωρίς να τα συζητάμε, μ’ έναν μυστηριώδη τρόπο που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Το βλέμμα του αρκούσε να σε ειρηνεύσει, να σε γαληνεύσει, μάλιστα εκείνα τα μάτια του έμπαιναν βαθειά στην ψυχή σου. Έκρυβε συνέχεια την αρετή του, θα έλεγα, με πολύ πείσμα. Θυμάμαι την περίοδο 1971-1974 ήμουν φοιτητής της Θεολογικής Σχολής της Θεσσαλονίκης και ο πατήρ Πολύκαρπος Μαντζάρογλου (†), ο ιδρυτής του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή και μετά της Παναγίας της Μάκρης, μου είχε αναθέσει το Κατηχητικό των αρρένων στα Βασιλικά της Χαλκιδικής.
Τότε πήρα μια ομάδα από τα παιδιά και ήρθαμε να προσκυνήσουμε στο Άγιον Όρος, με σκοπό να συναντήσουμε και τον Γέροντα Γεράσιμο και για καλή τύχη στο πλοίο μέσα από τη Δάφνη στην Αγία Άννα συναντήσαμε τον Γέροντα. Τρέξανε τα παιδιά αμέσως κοντά του γιατί τους είχα μιλήσει γι’ αυτόν. Αυτός καθόταν σε μια γωνιά στο πλοίο μέσα σε κείνα τα ξύλινα πλοία που υπήρχαν τότε και προσηύχετο με το κομποσχοίνι του. Μόλις μας είδε σταμάτησε και με πολλή αγάπη δέχτηκε τα παιδιά και τους μίλησε. Τα παιδιά χάρηκαν, άρχισαν να τον ρωτούν διάφορα, άνοιξαν την καρδιά τους και του είπαν κάτι που τότε ένας καθηγητής του Γυμνασίου στα Βασιλικά τους είπε, κάτι πολύ περίεργο. Συζητιόταν μάλιστα εκείνες τις μέρες πολύ στα Βασιλικά. Γέροντα, του λένε, ο καθηγητής μας στο Γυμνάσιο μάς είπε, ότι επειδή ο Χριστός ήταν ψηλός και αδύνατος, κάποιος Ισπανός ερευνητής επιστήμονας είπε ότι ήταν φυματικός, τί λέτε εσείς; Ο Γέροντας ταράχτηκε, προσπάθησε να τους πει ότι αυτό που τους είπε ο καθηγητής ήταν μεγάλη ανοησία και δεν ευσταθεί. Μερικά παιδιά όμως επέμεναν και έλεγαν: Μα ο καθηγητής μας το είπε αυτό! Ο Γέροντας τότε άλλαξε τη μορφή του, έλαμψε και φώναξε: «Μα παιδιά μου, τον είδα τον Χριστό, είναι ωραίος, όμορφος, δεν είναι όπως το λέει ο καθηγητής σας, λάμπει, είναι γεμάτος φως». Μόλις κατάλαβε όμως ότι έβγαλε αυτό, αποκάλυψε δηλαδή αυτή τη θεοφάνεια που είχε, σταμάτησε και κούρνιασε σαν φοβισμένο πουλί.
Κάποια άλλη φορά, προσπαθώντας να μου εξηγήσει τι είναι η νοερά προσευχή και ποιά διαφορά έχει από αυτό που νομίζουν οι άνθρωποι ότι, όταν λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» κάνουν νοερά προσευχή, μου τόνισε για την καθαρότητα την οποία πρέπει να έχει κανείς στον νου, μου τόνιζε για την αγάπη που πρέπει να έχει, για τον αγώνα, για την εκκοπή του θελήματος, για την υπακοή και τέλος κατέληγε, αυτό είναι μόνο των τελείων αγίων ανθρώπων, των τελείων ασκητών και άρχισε μετά να μου διηγείται, πώς γίνεται αυτή η επίσκεψη του Θεού. Και έλεγε κατά την ώρα της επισκέψεως της Χάριτος του Θεού, ο άνθρωπος γεμίζει με φως, το σώμα του όλο φωτίζεται, γίνεται διαμπερές και όλη αυτή την εικόνα μου την εδιηγείτο. Και τέλος τον ρώτησα: «Γέροντα, πώς είναι δυνατόν αυτό να γίνει;». Άρχισε τότε να μου διηγείται μια τέτοια κατάσταση, που χωρίς να λέει τον εαυτό του, φαινόταν ότι ήταν αυτός ο ίδιος και προσπαθούσε να το κρύψει όταν κατάλαβε ότι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω, ότι εννοούσε τον εαυτό του, σταμάτησε απότομα και άλλαξε τη συζήτηση!
Ήταν παραμονές της πανηγύρεως των Αγίων Πατέρων Διονυσίου και Μητροφάνους. Νέο καλογέρι τότε, βρισκόμουν εκεί πέρα. Όλοι οι πατέρες ήταν απασχολημένοι με την προετοιμασία της πανηγύρεως. Έπρεπε κάποιος να πάει στα Κατουνάκια που ήταν ο ράπτης ο Χρυσόστομος ο Κύπριος για να του δώσει κάποια υφάσματα για την πανήγυρη, να τα διορθώσει και να πάρει κάποια άλλα επιδιορθωθέντα ιερατικά άμφια. Με κάλεσε ο Γέροντας και μου είπε να πάρω το «αραπάκι», δηλαδή το μουλάρι που συνέχεια αυτός χρησιμοποιούσε, και να πάω στον ράπτη τον Χρυσόστομο. «Μα», του λέω, «Γέροντα δεν έχω ξαναπάει, δεν ξέρω πού μένει. Θα χαθώ μέσα στα Κατουνάκια», μια και δεν ήξερα καθόλου τα Κατουνάκια και ιδιαίτερα την περιοχή όπου ήταν η Αγία Αικατερίνη και ασκήτευε ο πατήρ Χρυσόστομος ο ράπτης ο Κύπριος. «Μην στενοχωριέσαι -μου λέει- θα πας με τον “αράπη”, θα του πω και θα σε πάει στην πόρτα. Δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα».
Ετοιμάστηκα, δεν σας κρύβω ότι είχα μεγάλη αγωνία, που θα πάω στο άγνωστο, αφού δεν είχα πάει προς τα ’κεί. Τον πατέρα Χρυσόστομο τον είχα γνωρίσει βέβαια, γιατί ήταν τραπεζάρης σε διάφορες πανηγύρεις. Τότε ο Γέροντας πήγε στο αυτί του μουλαριού και σαν να μιλούσε σε έναν άνθρωπο, του είπε: «Αραπάκι, θα τον πας τον Νικηφόρο στον πατέρα Χρυσόστομο τον ράπτη». Το ζώο έκανε μια κίνηση συγκαταβάσεως σαν να απαντούσε σε αυτό που είπε ο Γέροντας. Γυρνάει ο Γέροντας και μου λέει: «Μη φοβάσαι, άστο μόνο του, θα σε πάει αυτό εκεί στον ράπτη». Πράγματι ξεκίνησε, δεν σας κρύβω την αγωνία μου, φύγαμε από τη Μικρή Αγία Άννα, ανεβήκαμε προς τα Κατουνάκια, περνούσαμε μέσα από πυκνούς θάμνους, μέχρι να φτάσουμε ψηλά στην Αγία Αικατερίνη, βρεθήκαμε μπροστά σε μια καγκελόπορτα και σταμάτησε το ζώο. Απόρησα. Περίμενε εκεί ώρα. Λέω, τί έκανε; Έκανε λάθος τώρα; Τί είναι αυτή η καγκελόπορτα; Λέω, μάλλον θα πρέπει να την ανοίξω. Κατέβηκα, άνοιξα την καγκελόπορτα, προχώρησε λίγο το ζώο ίσα-ίσα για να μπορέσω να την κλείσω και περίμενε, κατάλαβα ότι έπρεπε να κλείσω την καγκελόπορτα. Την έκλεισα, περίμενε να ανέβω επάνω και να συνεχίσω. Συνέχισα αφού ανέβηκα πήγε και με σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του Κελλιού του πατρός Χρυσοστόμου. Εκεί, κατέβηκα, έκανα τη δουλειά που μου είχε πει ο Γέροντας, πήρα τα άμφια που έπρεπε να πάρω και γύρισα πίσω. Γύρισα στο Κελλί, ο Γέροντας με υποδέχτηκε με ένα πηγαίο χαμόγελο και μου είπε: «Καλά σε πήγε. Γιατί αγωνιούσες;». Χάιδεψε το «αραπάκι», του έδωσε ένα παξιμάδι και του λέει· «μπράβο αραπάκι, μπράβο». Απόρησα τότε και λέω· και τα ζώα υπακούν στον Γέροντα!
Είχαμε πανηγύρι στο Κελλί, δεν ήταν η πανήγυρη των Αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους, και είχα το διακόνημα του τραπεζάρη και ετοίμασα την τράπεζα. Κάποια στιγμή βλέπω, ότι όλα τα ψωμιά τα οποία υπήρχαν ήταν μόνο τρία. Τότε δεν είχα προβλέψει ότι έπρεπε νά ’χουμε περισσότερα ψωμιά. Ήταν δικό μου φταίξιμο, δεν είχα ενημερώσει τον Γέροντα ότι είναι λίγα τα ψωμιά και πώς θα βγάλουμε την πανήγυρη; Τότε μ’ έπιασε κρύος ιδρώτας. Τώρα τί θα κάνουμε; Ο κόσμος μαζευόταν, τα ψωμιά σε καμμιά περίπτωση δεν θα έφταναν. Πήγα αρκετά τρομαγμένος στον Γέροντα και του λέω: «Ευλόγησον, Γέροντα, δεν προέβλεψα, μόνο τρία ψωμιά έχουν μείνει, τί θα κάνουμε;». Να ζυμώσουνε δεν γινόταν, από τη Δάφνη δεν ερχόταν κανένας εκείνη την ώρα να μας φέρει ψωμιά. Έτσι θα μέναμε χωρίς ψωμιά και ο κόσμος μαζευότανε. Εκείνος όμως με χτύπησε στην πλάτη και με ήρεμο ύφος μου είπε: «Πήγαινε παιδί μου και συνέχισε το διακόνημά σου. Θα φροντίσει ο Θεός και οι Άγιοί μας». Έφυγα, συνέχισα το διακόνημα, ξεχάστηκα εκεί κόβοντας ψωμί, χωρίς πλέον να υπολογίζω. Αφού τελείωσε η πανήγυρη, βλέπω εκεί που είχα τα ψωμιά, ότι είχαν περισσέψει τρία ψωμιά και είχαν φάει πολύ, γιατί ήταν αρκετός ο κόσμος σε ’κείνη την πανήγυρη.
Ο Γέροντας για μια περίοδο όταν έβγαινε στη Θεσσαλονίκη, έμενε στο πατρικό μου σπίτι και εκεί τον επεριποιείτο η αείμνηστη μητέρα μου. Πολλές φορές, μου έλεγε η μητέρα μου, αλλά και άλλοι επισκέπτες, ότι ευωδιάζει το δωμάτιο του Γέροντα. Την ευωδία αυτή την είχα νοιώσει και εγώ και άλλα μέλη της οικογενείας μας και μάλιστα ακόμη και στα ρούχα τα οποία έδινε για να πλυθούνε.
Θυμάμαι μια άλλη μέρα, ήταν μεσημέρι και είχε στρωθεί το τραπέζι. Ο Γέροντας αργούσε να κατέβει στο τραπέζι. Με έστειλε τότε ο αείμνηστος πατήρ Διονύσιος, ο Πνευματικός μας να πάω να τον φωνάξω. Ανεβαίνοντας τις σκάλες φώναζα, «Γέροντα, Γέροντα», δεν απαντούσε. «Γέροντα έλα για φαγητό». Τίποτα. Πάω στο γραφείο του, δεν τον βλέπω. Πάω στο δωμάτιό του έλειπε. Είχα δει ανοιχτή την μπαλκονόπορτα, βγαίνω έξω και τον βλέπω να είναι αφοσιωμένος στο κομποσχοίνι του. Φωνάζω πάλι, δεν με άκουγε. Τότε τον κούνησα και σαν να είχε έλθει από άλλο κόσμο -και πράγματι ήταν σε άλλο κόσμο- ταράχτηκε και τότε ένοιωσα τη μεγαλύτερη ένοχή που έχω νοιώσει στη ζωή μου.
Μια άλλη φορά πάλι, ήταν απόγευμα, και ήταν πάλι η ώρα του φαγητού και αργούσε να κατέβει. Μ’ έστειλε πάλι ο π. Διονύσιος, να πάω να τον φωνάξω. Ήταν στο γραφείο του και έγραφε. Φώναξα, ξαναφώναξα, μπήκα μέσα και ’κείνη την ώρα ταράχτηκε και μου λέει: «Αχ τί μ’ έκανες! Τώρα ήταν εδώ πέρα ο Άγιος Δημήτριος και έγραφα». Πάλι ένοιωσα αρκετά ένοχος που τον σταμάτησα από αυτή την ουράνια οπτασία. Αλλά εκείνο που μας συγκινούσε πολύ, ήταν η ταπείνωσή του. Όταν ένοιωθε ότι κάτι μπορεί να είχαμε σκεφθεί ή νόμιζε ότι μας είχε στενοχωρέσει, ερχόταν εκεί που βρισκόμασταν και έβαζε μετάνοια και μας ζητούσε συγγνώμη. Μια φορά ήμουν στο εργαστήρι του Κελλιού και εκεί που καθόμουν, βλέπω τον Γέροντα να έρχεται να μου βάζει μετάνοια. «Γέροντα, του λέω, τί έγινε; τί έπαθες;». «Αχ παιδί μου, μήπως δεν πρόσεξα και σε σκανδάλισα, συγχώρεσέ με, μήπως πέρασε κάποιος λογισμός και σε σκανδάλισα».
Λόγω της υπηρεσίας μου στην Αθωνιάδα και της διακονίας μου εκεί, με την πολλή δουλειά που είχαμε εκεί πέρα, οι Ακολουθίες ήταν, φυσικά, μικρότερες λόγω της Σχολής, δεν μπορούσα να κάνω πάντα όλο τον κανόνα μου. Δεν μπορούσα να ζω όπως όλοι οι άλλοι πατέρες, με τις αγρυπνίες τους, με τις πλήρεις Ακολουθίες τους και πάντα είχα το παράπονο και πήγαινα και του το έλεγα. Η απάντησή του ήταν: «Παιδί μου νά ’χεις πάντα τον νου σου στον Θεό, ό,τι κάνεις, όπου βρίσκεσαι νά ’χεις στον νου σου τον Θεό, κάνε κάτι, αν δεν μπορείς να το κάνεις όλο κάνε λίγο, αλλά μην αφήνεις ούτε μια μέρα χωρίς να κάνεις κάτι».
Μια φορά άκουσα που διηγούνταν σ’ ένα Μοναχό ο οποίος είχε έλθει να τον επισκεφθεί για μια περίπτωση. Του έλεγε για να μπορέσει να τον στηρίξει, ότι είδε σε όραμα έναν ασκητή που ζούσε εκεί στα Καρούλια ενάρετα, τον όποίο γνώριζε και ο οποίος έχει μεγάλο όνομα, δεν αναφέρω το όνομά του τώρα, και είχε κοιμηθεί. Τον είδα σαν σε οπτασία να είναι πολύ στενοχωρημένος και να μου λέει: «Αχ γερο-Γεράσιμε, εδώ στον θρόνο του Θεού μεγαλύτερη αξία έχουν αυτοί που κάνουν υπακοή σε Γέροντα από μας πού ασκητέψαμε μέσα σε σπηλιές. Μακάρι να ήμουν και εγώ σε υπακοή Γέροντα».
Όταν ό Γέροντας μιλούσε για την Κωνσταντινούπολη, για την Αγιά Σοφιά, τον έβλεπες να δακρύζει, να διηγείται με πάθος, και πάντα δάκρυα έβγαιναν από τα μάτια του. Ήμασταν μια φορά στη Στρατονίκη. Τότε δεν είχε κτιστεί ακόμη ο Άγιος Μητροφάνης. Ήμασταν στον Άγιο Νικόλαο και ήταν εκεί ο Ιερεύς π. Θεόδωρος, ο οποίος αγαπούσε πολύ τον Γέροντα. Δεν είχε γίνει, ακόμη, η Ακολουθία για τον Άγιο Μητροφάνη που έγινε μετέπειτα, η οποία αναφέρεται στη Στρατονίκη όπου εκεί ιεραποστολικά διακόνησε ο Άγιος Μητροφάνης. Ο π. Θεόδωρος του λέει: «Γέροντα, όλο θα λέμε το τροπάριο που λέτε στο Άγιον Όρος; Δεν μπορείτε να μας κάνετε ένα τροπάριο για εδώ, που να αναφέρεται στη Στρατονίκη και για το θαύμα το οποίο έκανε ο Άγιος Μητροφάνης εδώ;». Και ο Γέροντας του λέει, «φέρε μου ένα χαρτάκι». Του έδωσε ένα χαρτί, έκανε τον σταυρό του και αμέσως άρχισε να γράφει το Απολυτίκιο του Αγίου. Όλοι εντυπωσιαστήκανε, το πόσο η χάρις του Θεού τον επεσκίασε και έγραψε ένα θαυμάσιο Απολυτίκιο.

Ιερομόναχος Νέστωρ Καρυώτης (1872 – 4 Ιανουαρίου 1957)



Κατόπιν θείας εντολής, με υπέρλαμπρη θεία λάμψη, που του επανελήφθη, για να βεβαιώσει την αλήθειά της, και με την ευλογία του Γέροντός του, επέστρεψε στην πατρίδα του το 1935 και ανήγειρε έξω της πόλεως Ρέθυμνου σε πετρώδη λόφο του Κουμπέ, στα ερείπια της παλαιάς μονής, τη μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή και την αγιογραφία.
Σε λίγο καιρό δημιουργήθηκε γυναικεία αδελφότητα, της οποίας, Πνευματικός ήταν ο Γέροντας Νέστωρ.
Χάρη σε αυτόν η μονή απέκτησε φήμη και κατέστη πνευματικό κέντρο με πλούσια προσφορά, την οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα. Πολλοί έλαβαν άφεση αμαρτιών από το πετρα­χήλι του και ελεημοσύνες. Με την προσευχή του σώθηκε στην κατοχή ένα βαριά άρρωστο παιδί. Και άλλοτε, ετοιμοθάνατος ο ίδιος, σταύρω­σε στο νοσοκομείο ένα ετοιμοθάνατο παιδάκι κι έγινε αμέσως καλά.
Ο μακάριος Γέροντας Νέστορας ανεπαύθη εν Κυρίω στις 4.1.1957. Μετά την ανακομιδή του, τα οστά του, που φυλάγονται στη μονή Κουμπέ, ευωδίασαν. Η Γερόντισσα της μονής Πανσέμνη, διακρινόμενη για τη σοβαρότητα και διακριτικότητά της, σε πρόσφατη προσκυνηματική μας επίσκεψη μάς έλεγε πως, παρότι πέρασαν πενήντα χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού Γέροντά τους, συχνά η παρουσία του είναι αισθητή. Η φιλόθεη αδελφότητα ετοιμάζει βιβλίο προς έκδοση για τον αείμνηστο Γέροντα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αντωνίου Στιβακτάκη, Το Άγιον Όρος και η Κρήτη, Ηράκλειο 2005, σσ. 126-128. Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 41-44. Του αυτού.
(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 567-568)

Ιερομόναχος Ιερώνυμος Αγιοπαυλίτης Newsroom από Newsroom

Ι


Γεννήθηκε στο χωριό Βλάτος Κισάμου Χανίων της Κρήτης το 1866. Μόλις 15 ετών ήλθε να κοινοβιάσει στη μονή Αγίου Παύλου. Το 1893 εκάρη μοναχός. Νεόκουρος έγραφε προς τους γονείς του: «Το μόνον μου έργον, η μόνη μου φροντίς εις το εξής θα είναι η του Πλά­στου μου δοξολογία.


Η μόνη μου ηδονή θα είναι η μελέτη των θείων Γραφών και οι εν κρυπτώ ιεροί αγώνες. Η μόνη μου τροφή θα είναι η αδιάκοπος προσευχή, η κοινωνία των θείων μυστηρίων, η νηστεία και η πνευματική προς πάντας αγάπη. Το μόνον μου ευφρόσυνον ποτόν θα είναι τα δάκρυα. Η μόνη μου στολή θα είναι η σωφροσύνη, η σεμνότης, η σιωπή, η ακτημοσύνη, η απλότης, η ανεξικακία και η ξενιτεία. Η μόνη μου δόξα θα είναι οι διά Χριστόν θλίψεις και κακουχίαι. Ο πατήρ μου θα είναι ο Χριστός, μήτηρ μου η Παναγία και αδελφοί, φίλοι και συγγενείς οι άγιοι Πάντες …». Έτσι και ήταν, όπως μ’ ενθουσιασμό τα έγραφε. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδείχθηκε ένας λίαν ενάρετος μοναχός. Σε νόμιμη ηλικία χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και χειροθετήθηκε Πνευματικός.
Λειτουργούσε καθημερινώς, ήταν αρκετά λιτοδίαιτος και ησυχαστικός τύπος. Γι’ αυτό ο ηγούμενος του επέτρεψε να κατοικήσει στο ησυχαστήριο της Αγίας Τριάδος, όπου επιδόθηκε σε μεγάλη άσκηση και προσευχή. Όταν επισκέφθηκε κάποιος το ησυχαστήριό του, το μόνο που βρήκε ήταν μία χαλασμένη ντομάτα. Για μικρό διάστημα κατοίκησε στη μονή Σίμωνος Πέτρας και στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου.
Το 1925 μεταβαίνει στις Αχαρνές Αττικής, όπου ιδρύει τη γυναικεία μονή της Αγίας Παρασκευής ως μετόχι της μονής της μετανοίας του. Χά­νει το φως των οφθαλμών του και αυξάνεται το εντός του. Ο θείος φω­τισμός του δίνει το χάρισμα της προοράσεως, όπως ομολογούν πολλοί. Μη μπορώντας να λειτουργεί αφιερώθηκε στο εξομολογητικό έργο κι έγινε έμπειρος Πνευματικός οδηγός πολλών μοναχών και λαϊκών. Τα ταπεινά οικήματα και μοναστηράκια, που τυφλός επισκεπτόταν τα τελευταία του χρόνια, σπάνια τον έβλεπαν μόνο, γιατί πάντα τον περι­κύκλωναν ψυχές, που ζητούσαν οδηγίες από ένα άξιο Αγιορείτη. Παντού και πάντοτε κήρυττε τον Χριστό, νουθετούσε, συμφιλίωνε, συγχωρούσε, έδινε θάρρος, παραμυθούσε κι ενίσχυε με τον θεοφώτιστο λόγο του. Αφοσιωμένος πλήρως στο εξομολογητικό του έργο λησμονούσε πολλές φορές και να γευματίσει. Η ψυχή του τρεφόταν από την προς τον Θεό και τον πλησίον αγάπη του.
Το φίλτατο Άγιον Όρος τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Έγραφε γι’ αυτό σ’ ένα από τα πολλά του στιχοπλοκήματα:
«Χαίρε, το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, χαίρε,
χαίρε, πατρίς των επί γης πατρίδα μη εχόντων,
χαίρε, ηρώων ιερών στάδιον και παλαίστρα,
χαίρε, ο ευωδέστατος κήπος της Παναγίας,
εν ω εξακισχίλιαι άδουσιν αηδόνες …»
Στην πλούσια βιβλιοθήκη της ιεράς μονής Αγίου Παύλου φυλάγον­ται χειρόγραφα τετράδιά του με χιλιάδες στίχους του επί διαφόρων πνευματικών θεμάτων που τον συγκινούσαν.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 13.1.1943, αφού μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων, εν μέσω των πολλών πνευματικών του τέκνων. Ο μακαρι­στός Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης έγραφε σε μία επιστολή του πως οι δύο Ιερώνυμοι, ο Αγιοπαυλίτης και ο Σιμωνοπετρίτης, αποτέλεσαν την πιο λαμπρή εκπροσώπηση Αγιορειτών Πνευματικών στην ελληνική πρωτεύουσα, τη μεγαλούπολη Αθήνα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Περιοδικό Τα Πάτρια, 1/1976, σσ. 17-19. Περιοδικό Άγιος Νεκτάριος, 2/1980, σσ. 167- 174. Χρυσάνθου Αγιαννανίτου ιερομ., Παπα-Ιερώνυμος ο Πνευματικός (1866-1943), Η Αγία Σκέπη 113/1984. σσ. 116-117, 114/1984, σσ. 156-158. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 104-107.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 363-365