Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Σεραπίων Αγιοπαντελεημονίτης (+ 1926) 16 Δεκεμβρίου 2018


Ο Ρώσος ιερομόναχος Σεραπίων ήταν αδελφός της ιεράς μονής Αγίου Παντελεήμονος. Επί έτη, εφιέμενος ανώτερης πνευματικής ζωής, πήγαινε στον Γέροντα Καλλίνικο τον Ησυχαστή (+ 1930) να πληροφορηθεί τα μυστικά της νηπτικής εργασίας στα Κατουνάκια. Ο νηπτικός Κατουνακιώτης Γέροντας τον πληροφορούσε ανάλογα και κατάλληλα. Το 1913 ο Σεραπίων τον ξαναεπισκέφθηκε και του ζητούσε επίμονα να του δώσει την ευχή κι ευλογία του για ν’ αναχωρήσει μόνιμα για τον Άθωνα. Ο διακριτικός Γέροντας Καλλίνικος στην αρχή ήταν αρνητικός, φοβούμενος τις πλάνες και τις παγίδες του πανούργου πονηρού. Βλέποντας όμως τη σταθερή επιμονή του, τον ιερό ενθουσιασμό του, την αγάπη του και την ταπείνωση, του επέτρεψε ν’ αναχωρήσει της μονής του. Τέλεσε τη θεία Λειτουργία, κοινώνησαν και αναχώρησε για την έρημο. Τον συνόδευαν οι προσευχές του θεοφώτιστου Καλλινίκου.

Μετά δώδεκα έτη έφθασε πάλι στο Κελλί του Γερο-Καλλίνικου και χάρηκε που τον ξαναείδε μετά τόσο καιρό. Ο παπα-Σεραπίων τότε του διηγήθηκε: «Φεύγοντας πήγα για τρεις ημέρες και νύχτες στην κορυφή του Άθωνα. Μη αντέχοντας στον παγετό της νύχτας κατέβηκα στο Κάθισμα της Παναγίας, όπου έμεινα για λίγο καιρό. Κατόπιν βρήκα εκεί κοντά μία σπηλιά και τρύπωσα και κρύφτηκα για δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Ζούσα τρώγοντας κάστανα, χόρτα, βλαστάρια, βελανίδια, ρίζες, βολβούς και πίνοντας νερό από την πηγή της Παναγίας». Εκείνο όμως που κυρίως τον συντηρούσε και τον εύφραινε ήταν η προσευχή. Η προσευχή τού έδινε ανείπωτη αγαλλίαση και δεν τον άφηνε να σκεφθεί τίποτε ξένο. Δεν άφηνε το νου του να σκεφθεί τίποτε άλλο εκτός από τον Θεό. Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης λέγει: «Οι Ρώσοι την πρώτη τους σκέψη την αφιερώνουν στον Θεό και λίγο σκέπτονται για τα γήινα». Στον Σεραπίωνα ο λόγος αυτός είχε πλήρη ανταπόκριση.

Η προσευχή τον ανέβαζε σε θείες θεωρίες. Βλέποντας τα μυστήρια του Θεού δεν επιθυμούσε τίποτε άλλο. Διηγείτο πώς όταν εισέρχεται το θείο φως στην καρδιά, ο άνθρωπος φωτίζεται όλος και θερμαίνεται και τον διακατέχει μία γλυκύτητα και αισθάνεται μία μεγάλη χαρά. Τότε δεν χωρά καμία άλλη επιθυμία … Ακούγοντας με θαυμασμό και συγκίνηση όλα αυτά ο Γέροντας Καλλίνικος του είπε πώς τον αξίωσε ο Θεός να δει και να γνωρίσει σημεία που πολλοί επεθύμησαν και δεν είδαν. Το μόνο που στερήθηκε τόσα έτη ο μακάριος παπα-Σεραπίων ήταν η θεία Κοινωνία. Προαισθάνθηκε λοιπόν το τέλος του και ήλθε να λάβει εφόδιο ζωής αιωνίου. Πνεύματος Αγίου κοινωνία, συγχώρηση πλημμελημάτων …

 

Βιβλιογραφία:
1. Ανδρέου αγιορείτου μονάχου, Γεροντικό του Άγιου Όρους, Αθήναι 1979, τ. Α’, σσ. 118-122.

2. Βλασίου Αγιορείτου μονάχου, Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα, Κατερίνη 2006, σσ. 44-46.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Αγλάιος Κωνσταμονίτης (1898-1984) 12 Οκτωβρίου 2018


Γεννήθηκε στην ελληνική Βόρειο Ήπειρο ο κατά κόσμον Βασίλειος Γκέλιος, και συγκεκριμένα στο χωριό Συνίστα Κορυτσάς το 1898. Προσήλθε στη μονή Αγίου Στεφάνου-Κωνσταμονίτου το 1928. Εκάρη μοναχός το 1930. Διήλθε από διάφορα διακονήματα. Διακρινόταν για την εργατικότητα του. Όταν επιστατούσε τους εργάτες της μονής, προσευχόταν πολύ γι’ αυτούς και τις οικογένειες τους. Είχε ανιδιοτέλεια, φιλαδελφία, διάκριση, αγάπη, ταπείνωση καί κατάνυξη. Νηστευτής και θερμά προσευχόμενος. Σε μία αγρυπνία του Αγίου Στεφάνου, όλη τη νύχτα έμεινε όρθιος, ακατάπαυστα δεόμενος. Κρυμμένος πίσω από ένα προσκυνητάρι συμμετείχε στη θεία λατρεία ενεργά. Λέγοντας τους Χαιρετισμούς του αγίου έλαμπε όλος από χαρά, όπως αναφέρει ο Ιερομόναχος Αναστάσιος Καρυώτης.

Κάποτε ασθένησε από βαριάς μορφής φυματίωση. Οι πατέρες τον απήλλαξαν από τα διακονήματα και τον έστειλαν να μείνει στην αμπελάκια της μονής, του Αγίου Αντωνίου. Με την καρδιά του ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό κι έλεγε να γίνει το θέλημα του Θεού. Μία μέρα προσευχόμενος είδε να τον πλησιάζει ένα μεγάλο ζαρκάδι, να του υποκλίνεται, να πέφτει κάτω και να σπαρταρά. Φώναξε τον λαϊκό κηπουρό, που το σκότωσε και με την ευλογία, του ηγουμένου και την παρότρυνση των πατέρων το έφαγε λίγο-λίγο, δίχως να χαλάσει τόσες μέρες, δίχως ψυγείο, και με τη βοήθεια της Παναγίας και του αγίου Στεφάνου έγινε τελείως καλά.

Ο ιερομόναχος Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, πού έζησε μερικά χρόνια στην Κωνσταμανίτου. διηγείται πώς ήταν ευλογημένος και τρισχαριτωμένος, ευκατάνυκτος και ταπεινότατος. «Είχ’ ένα προσωπάκι σαν μικρού παιδιού! Φώναζε συνεχώς την Παναγία την Γοργοϋπήκοο για τις «αμαρτίες» του. Ποιες αμαρτίες είχε αυτός ο άνθρωπος … Επίσης είχ’ ένα κατάλογο τεσσάρων φύλλων με ονόματα αγίων και φώναζε: «Άγιε Πρόδρομε, άγιε Νικήτα, άγιε Βησσαρίων, άγιε Δημήτριε,/αγία Παρασκευή …». Όλους τους αγίους τους εφώναζε με την σειρά και κάποιους αγίους που δεν τους ξέρουμε ούτε κι εμείς πού διαβάζουμε συναξάρι. Αυτός τους είχε εκεί, γιατί είχε κάποια ιδιαίτερη προσωπική σχέση μαζί τους και τους Επεκαλείτο όλη τη νύκτα. Τη νύκτα, επίσης, την Παναγία φώναζε πολύ και ιδιαίτερα τη Γοργοϋπήκοο, όλη τη νύκτα, με πολλή ευλάβεια και άφθονα δάκρυα».

Είχε πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητός του. Στα γεράματα του έκλαιγε συνεχώς επαναλαμβάνοντας: «Είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός…». Τον πείραζε ο δαίμονας. Κάποτε εμπιστεύθηκε τον λογισμό του ότι αξιώθηκε «ο τιποτένιος και τάλας», ως έλεγε, να δει το άχτιστο φως. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1984.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μονάχου. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Β’, Αθήναι 1981, σσ. 66-68. Αναστασίου ιερομ.. Αθωνικά Δίπτυχα, Άγιον Όρος 2000, σ. 126. Μανώλη Μελινού, Αγιορείτες ευλογείτε, Αθήνα 2004, σσ. 292-295.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Θεοφύλακτος Καυσοκαλυβίτης (1875-1927) 9 Δεκεμβρίου 2018


Εκάρη μοναχός στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της ιεράς σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων το 1896. Κατά διήγηση του Γέροντος της Καλύβης αυτής Μιχαήλ (+1979), ο πατήρ Θεοφύλακτος ανέπτυξε την ευφυΐα του, για να εφεύρει δύσκολο και σπάνιο τρόπο, για την κατόρθωση της σωτηρίας της αθάνατης ψυχής του. Ο γενναίος αυτός αγωνιστής προσεποιείτο τον σαλό, τον κουφό και τον μουγγό, ώστε ούτε επαίνους ν’ ακούει, ούτε τιμές να δέχεται, ούτε να παρασύρεται από την ενοχλητική και φιλάμαρτη πολυλογία. Το μυστικό του το γνώριζαν πολλοί λίγοι. Σε αυτούς μιλούσε περί νοεράς προσευχής, καθάρσεως των παθών και σχετικών θεμάτων. Περιερχόμενος τη σκήτη άλειφε το πρόσωπο του με καρβουνόσκονη, κτυπούσε ένα ντενεκέ, ως να ήταν τρελός και διανοητικώς ανάπηρος.

Αποσύρθηκε στο σπήλαιο – ασκητήριο του οσίου Νήφωνος (+1411) και επί τέσσερα χρόνια έμεινε εκεί αγωνιζόμενος υπεράνθρωπα με την παράξενη αλλά αποτελεσματική ασκητική του, τρώγοντας μόνο παξιμάδι και πίνοντας μόνο νερό. Για εργόχειρο είχε την ξυλογλυπτική τέχνη. Έφτιαχνε σκαλιστά εγκόλπια, κτένια και κουτάλια. Τα από την πώληση του εργόχειρου έσοδα τα μοίραζε ελεημοσύνες στους φτωχούς. Ήταν τελείως ακτήμονας μοναχός. Τις οπτασίες και τα οράματα του τα εμπιστευόταν στους λίγους πνευματικούς του φίλους. Στη νοερά προσευχή δάσκαλο του είχε τον ονομαστό πνευματικό παπά-Σάββα τον Μικραγιαννανίτη (+1908). Προαισθάνθηκε το τέλος του ο μακάριος και τρεις ημέρες πριν την κοίμηση του πήγε στη σκήτη, μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων, ζήτησε συγχώρεση από τον κάθε μοναχό της σκήτης ξεχωριστά κι επέστρεψε στο ασκητήριό του. Μετά τρεις ημέρες τον βρήκαν με σταυρωμένα τα χέρια, ξαπλωμένο, μ’ ένα υπέροχο χαμόγελο στα χείλη, αναπαυόμενο τον αιώνιο ύπνο των δικαίων.

 

Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α’, Αθήνα 1979, σ. 169. Ιωαννικίου Κοτσώνη, αρχιμ., Αθωνιχόν Γεροντικόν, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 19993, σσ. 346-347.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Γαβριήλ Βιγλιώτης (1860-1944) 9 Ιανουαρίου 2019

 

Ήταν από την Εύβοια. Ήλθε στο Άγιον Όρος να μονάσει περί το 1880. Ό Γέροντας Ανδρέας (+ 2004) γράφει περί αυτού: «Ήταν ευλαβής, σοβαρός, νηφάλιος, λιγόλογος, με το κομβοσχοίνι στο χέρι και την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» στην καρδιά και στα χείλη. Ο λόγος του πολύ μετρημένος κι όλο πνευματική συμβουλή και προτροπή, για το καλό και την αρετή. Ήμουν μικρό παιδί, δόκιμος μοναχός· μόλις είχα βάλει τα ράσα κι όταν τον πρωτοείδα, μου προκάλεσε το δέος. Η όψι του ήταν σκαιά και απότομη και παρ’ όλο που ήταν αγαθός και όλο καλωσύνη, νόμιζες ότι αντιμετώπιζες ένα τραχύ και σκληρό άνδρα, αλλά όταν μιλούσε, ήταν γλυκύς και μειλίχιος και γινόταν αμέσως αγαπητός. Δεν θύμωνε εύκολα, αλλά με το μαλακό και με χαμόγελο στα χείλη, μπορούσε να σε πιάσει στα σιδερένια χέρια του και να σε λιώσει. Γι’ αυτό σ΄ όλη την περιοχή εκείνη οι ερημίτες τον εύλαβούντο, τον αγαπούσαν και τον φοβόντουσαν, γιατί στον λόγο του δεν δεχόταν αντίρρησι».

Ο Γέροντας Γαβριήλ είχε υποτακτικό τον ευλαβέστατο, ενάρετο και ασκητικό ιερομόναχο Βαρλαάμ τον Πνευματικό. Ζούσαν αγαπημένα στο Κελλί των Αγίων Βαρλαάμ και Ιωάσαφ επί πενήντα χρόνια και πλέον. Ο παπα-Βαρλαάμ λειτουργούσε σχεδόν καθημερινά, μνημονεύοντας πολλά ονόματα. Ήταν γνωστοί σε όλο το Άγιον Όρος για την αρετή τους και τα εργόχειρα τους. Έφτιαχναν κόσκινα, φανάρια και φανούς. Γι’ αυτό τον Γέροντα Γαβριήλ τον έλεγαν Κοσκινά. Στον παπα-Βαρλαάμ εισήλθε έντονος λογισμός να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ο Γέροντας του τον απέτρεπε λέγοντας: «Ιεροσόλυμα κι Άγιοι Τόποι, για σένα και για μένα, είναι η εκκλησία μας με το ιερό της, και η Αγία Τράπεζα είναι ο Πανάγιος Τάφος. Τί θέλεις εσύ τώρα γέρος άνθρωπος 75 χρόνων να πας να ταλαιπωρηθείς, εφ’ όσον για σένα και για μένα, που είμαι 80 χρόνων, το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος, είναι ο τόπος της προσευχής και περισυλλογής μας, και αφού μέχρι τώρα δεν βγήκες καμιά φορά στον κόσμο, τι θέλεις να πας τώρα στα γεράματα;» Στην επιμονή του ο Γέροντας του έδωσε ευλογία να πάει, αλλά επιστρέφοντας και εως την κοίμηση του … κάτι που είδε έκει τον πείραζε στην προσευχή του και τον ενοχλούσε, παρότι το εξομολογήθηκε.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 192-198.

 

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.

 

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Δημάς Καυσοκαλυβίτης († 11/24 Ιανουαρίου 1929) 24 Ιανουαρίου 2019


Μοναχός Δημάς Καυσοκαλυβίτης († 11/24 Ιανουαρίου 1929)

90 χρόνια από την κοίμηση του 

Στήν Καλύβη του Τίμιου Προδρόμου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων έζησε ο μοναχός αυτός μέσα στην άσκηση, την κακουχία, την αφάνεια, την αδοξία, τις στερήσεις και τους πειρασμούς. Ο Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης γι’ αυτόν τον «κρυφό άγιο» λέει:

«Πάνω απ’ την καλύβη μας, πολύ ψηλά, ζούσε ένας Ρώσος, ο Γερο-Δημάς, σε μια πρωτόγονη καλύβη, μόνος του. Ήταν πολύ εύλαβής. Ο Γερο-Δημάς έμεινε σχεδόν άγνωστος σ’ όλη του τη ζωή. Κανείς δεν αναφέρει τ’ όνομά του ή το χάρισμά του. Να φύγει απ’ τη Ρωσία! Ποιος ξέρει πόσες μέρες διαδρομή έκανε. Τ’ άφησε όλα, για να έλθει σε μια άκρη του κόσμου, στα Καυσοκαλύβια, κι έζησε όλη τη ζωή του εκεί. Και πέθανε άγνωστος. Δεν ήταν κανείς εγωϊστής. Όχι, όχι, αγωνιστής ήταν. Και να μην έχει κανένα δίπλα του να του πει: “Πεντακόσιες μετάνοιες έκανα σήμερα. Αυτό αισθάνθηκα…”. Ήταν μυστικός αγωνιστής.

Η ξηροκαλύβη του Τιμίου Προδρόμου στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στην οποία έζησε ο όσιος ασκητής Δημάς ο Ρώσος από το 1893 μέχρι το 1928 (φωτογραφία: Μάξιμος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης, Καυσοκαλύβια, Άγιον Όρος 1995, σ. 43).

»Ναι, ναι, είναι ένα τέλειο πράγμα αυτό. Ένα τέλειο, ένα ανιδιοτελές. Ανιδιοτέλεια, λατρεία, αγιοσύνη, ενώπιος ενωπίω, χωρίς ανθρωπαρέσκεια. Ο δούλος τω δεσπότη. Τίποτ’ άλλο απολύτως. Ούτε ηγούμενος, ούτε “μπράβο”, ούτε “γιατί αυτό είναι έτσι”. Είδα έναν άγιο ζωντανό. Ναι, έναν άγνωστο άγιο. Ο καημένος, περιφρονημένος. Ποιος ξέρει, όταν πέθανε, έπειτα από πόσες μέρες θα το μάθαμε κι’ ίσως μήνες, αν ήταν και χειμώνας. Πού να πήγαινε άνθρωπος εκεί ψηλά στη λίθινη καλύβη του. Δεν τον έβλεπε κανείς. Πολλές φορές αυτούς τους ερημίτες του βρίσκανε έπειτα από ένα-δύο μήνες μετά την κοίμησή τους.

»Το εκχείλισμα και το περίσσευμα της χάριτος ήλθε σ’ εμένανε τον ταπεινό, όταν είδα αυτόν, τον Γερο-Δημά, στο Κυριακό να κάνει τις μετάνοιές του και ν’ αναλύεται σε λυγμούς στην προσευχή του. Με τις μετάνοιες αυτουνού, τόσο πολύ τον επεσκίασε η χάρις, ώστε ακτινοβόλησε και σ’ εμένα. Τότε ξέσπασε και σ’ εμένα ο πλούτος της χάριτος. Δηλαδή υπήρχε και πριν, με την αγάπη πού είχα στον Γέροντα μου. Άλλα τότε αισθάνθηκα κι εγώ τη χάρι πολύ έντονα. Να σάς πω πώς μου συνέβηκε.

Το πηγάδι της ξηροκαλύβης του Τιμίου Προδρόμου στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων (φωτογραφία: Αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, Από το περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ιερά Μονή Παρακλήτου 1981, σ. 100).

»Ένα πρωί, κατά τις τρεισήμισι, πήγα στο καθολικό, στην Αγία Τριάδα, για την ακολουθία. Ήταν νωρίς ακόμη. Δεν είχε χτυπήσει ακόμη το σήμαντρο. Κανείς δεν ήταν μες στην εκκλησία. Κάθισα στον πρόναο, κάτω από μια σκάλα. ’Ήμουν αθέατος και προσευχόμουν. Σε μια στιγμή ανοίγει η πόρτα της εκκλησίας και μπαίνει ένας ψηλός κι ηλικιωμένος μοναχός. Ήταν ο Γερο-Δημάς. Μόλις μπήκε, κοίταξε δεξιά-αριστερά, δεν είδε κανέναν. Τότε, λοιπόν, κρατώντας ένα μεγάλο κομποσχοίνι, άρχισε τις μετάνοιες τις στρωτές, πολλές και γρήγορες, κι έλεγε συνεχώς: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με … Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς”. Σε λίγο έπεσε σ’ έκσταση. Δεν μπορώ, δε βρίσκω λόγια να σάς περιγράφω τη συμπεριφορά του απέναντι στον Θεό: κινήσεις αγάπης και λατρείας, κινήσεις θείου έρωτος, θείας αγάπης κι αφοσιώσεως. Τον είδα να στέκεται, ν’ ανοίγει τα χέρια του όρθιος, σε σχήμα σταυρού, όπως έκανε ο Μωυσής στη θάλασσα, κι έκανε ένα πράγμα: “Ούουουουου…”. Τί ήταν αυτό; Ήταν μέσα στη χάρι. Έλαμπε μες στο φως. Αυτό ήταν! Αμέσως μου μετέδωσε την ευχή. Αμέσως μπήκα στη δική του ατμόσφαιρα. Δε με είχε δει. Ακουστέ με. Συγκινήθηκα κι άρχισα να κλαίω. Ήλθε σε μένανε τον ταπεινό κι ανάξιο η χάρις του Θεού. Πώς να σάς το πω; Μου μετέδωσε τη χάρι. Δηλαδή ή χάρις πού είχε εκείνος ο άγιος ακτινοβόλησε και στη δική μου την ψυχή. Μου μετέδωσε τα χαρίσματά του τα πνευματικά.

»Λοιπόν, είχε πάθει έκσταση ο γερο-Δημάς. Χωρίς να το θέλει το έκανε. Δεν μπορούσε να κρατήσει το βίωμά του. Ούτε κι αυτό πού λέω είναι σωστό. Δεν μπορώ να το εκφράσω. Αυτό είναι κατάληψις υπό του Θεού. Αυτά δεν εξηγούνται. Καθόλου δεν εξηγούνται κι άμα τα εξηγήσεις, πέφτεις πολύ έξω. ’Όχι, δεν εξηγούνται, ούτε στά βιβλία αποδίδονται, ούτε γίνονται καταληπτά. Πρέπει να είσαι άξιος να τα καταλάβεις».

Και καταλήγει ο Γέροντας Πορφύριος: «Ένα είναι βέβαιο. Ο Γερο- Δημάς μού μετέδωσε το χάρισμα της ευχής και το διορατικό, την ώρα πού ο ίδιος προσευχόταν στο νάρθηκα της Αγίας Τριάδος, του Καθολικού των Καυσοκαλυβίων …».

Ο μακάριος Γέροντας Δημάς άνεπαύθη στην Καλύβη του στίς 11.1.1929.

 

Πηγές-Βιβλιογραφία: Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Βίος και Λόγοι, Χανιά 2003, σσ. 78-82.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, Α΄ Τόμος 1900-1955, Α΄ Έκδοση, Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη Σεπτέμβριος 2011.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Κοσμάς Γρηγοριάτης (1942 – 27 Ιανουαρίου 1989)


Ιερομόναχος Κοσμάς Γρηγοριάτης

Γεννήθηκε στο χωριό Θεοδόσια του Κιλκίς το 1942. Μικρός ήλθε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσαν πολύ φτωχικά. Δεύ­τερο σπίτι του ήταν η εκκλησία και δεύτερος πατέρας του ο εφημέριος της ενορίας του. Χαιρόταν να μελετά την Αγία Γραφή και να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη σπουδάζοντας συγχρόνως. Συνδέθηκε πνευματικά με τον μακαριστό Αυγουστίνο Καντιώτη (+2010) κι άρχισε αλληλογραφία με τον π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο (+1972), που ήταν στην Αφρική. Ο πόθος της Ιεραποστολής φούντωνε συνέχεια μέσα του. Είχε επαφές και με τον Γέροντα Φι­λόθεο Ζερβάκο (+1980) της μονής Λογγοβάρδας της Πάρου. Ήξερε τεχνικά, μηχανικά, ηλεκτρολογικά, ηλεκτρονικά, νοσηλευτικά, ναυαγο­σωστικά και οικοδομικά πράγματα. Παρακολούθησε το Φροντιστήριο Κατηχητών και μαθήματα εξωτερικής ιεραποστολής στην Αποστολική Διακονία, νοσηλευτική στον Ερυθρό Σταυρό. Πήρε ακόμη και πτυχίο κολύμβησης. Αργότερα έσωσε από βέβαιο πνιγμό ένα παιδάκι σε μία λίμνη στο Κολουέζι. Ήθελε να σπουδάσει και ιατρική, μα δεν τα κατάφερε. Πήγε όμως στο Ανώτερο Φροντιστήριο της Ριζαρείου Σχολής.

Το 1975 πρωτοπήγε στην ιεραποστολή της Αφρικής πλησίον του π. Αμφιλοχίου Τσούκου στο Κολουέζι του Ζαΐρ. Άρχισε την ανοικοδόμηση ναών μ’ ενθουσιασμό, γνώση, επιμέλεια και τόλμη, δίχως να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, τη σουαχίλι. Ξάπλωνε με τα παπούτσια, δεν προ­λάβαινε να τα βγάλει. Κόντευε να πάθει υπερκόπωση. Κάποτε έπαθε ηλίαση και επί χρόνια τον ταλαιπωρούσαν πονοκέφαλοι. Σε 15 μήνες έκτισε 9 ναούς.

Το 1977 με τον π. Νικόδημο Μπιλάλη έκτισε τον ναό του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στις Καρυές. Τότε γνώρισε τον Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος του είπε να μονάσει στη μονή Γρηγορίου, να χειροτονηθεί εκεί και μετά να πάει στην ιεραποστολή. Το επόμενο έτος εκάρη μοναχός από τον ηγούμενο Γεώργιο και χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ροδο­στόλου Χρυσόστομο. Με τις ευχές των πατέρων και με ιερό ενθουσιασμό ξεκίνησε το μεγάλο έργο της ιεραποστολής στην Αφρική.

Στην αρχή πήγε στην Κανάγκα στον π. Χαρίτωνα Πνευματικάκη και την αδελφή Όλγα. Με τις ευλογίες του μητροπολίτη Κεντρώας Αφρικής Τιμοθέου πήγε κατόπιν στο Κολουέζι. Έλεγε στον πατέρα του: «Εμένα με έταξε ο Θεός ιεραπόστολο σ’ αυτή την περιοχή. Όπου και να πηγαίνω, θα βοηθώ όποιον συναντήσω που έχει την ανάγκη μου». Με πολλούς πειρασμούς, δυσκολίες και μεγάλα προβλήματα άρχισε ένα υπεράνθρωπο, σπουδαίο και σημαντικό Ιεραποστολικό έργο. Η ανιδιοτέλειά του και η εργατικότητά του ενέπνεε πολλούς να τον συν­δράμουν με διάφορους τρόπους. Ο π. Κοσμάς εκτός από λειτουργός, Πνευματικός και κατηχητής, έγινε πατέρας και αδελφός πολλών δυστυ­χισμένων μαύρων αδελφών μας. Έγινε φιλόστοργος ποιμένας, φιλάν­θρωπος πατέρας, δίκαιος δικαστής, χρήσιμος ιατρός, καλός οικοδόμος, τέλειος μηχανικός, ευαγγελικός ιεραπόστολος. Ζούσε για ν’ αγαπά και να προσεύχεται, να προσφέρει και να θυσιάζεται.

Σαν κάτι να προμηνυόταν τις τελευταίες του ημέρες. Είχε ένα έκτακτο ενθουσιασμό, λειτουργούσε, κήρυττε περί μετανοίας, αποχαιρετούσε. Το βράδυ της 27.1.1989 ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο δικό του κι έμεινε νεκρός. Πριν τρεις μήνες είχε πει στον Γέροντά του π. Γεώργιο: «Η ιεραποστολή δεν είναι για λίγους μήνες και όποιος θέλει να είναι ιεραπόστολος πρέπει ν’ αφήσει τα κόκαλά του στο αφρικανικό χώμα». Έτσι κι έγινε. Ο τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα. Οι ιθαγενείς αφήνουν λουλούδια ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας. Σε μία δεκαετία βάπτισε 15.000 Αφρικανούς.

Έλεγε ο μακαριστός ιεραπόστολος, τον οποίο εμείς λίγο γνωρί­σαμε και πολύ ζηλέψαμε: «Οι αδελφοί Αφρικανοί είναι άνθρωποι με εσωτερικότητα· οι Ευρωπαίοι συνήθως τους υποτιμούν, αλλά σφάλλουν πολύ. Η ψυχή των Αφρικανών κλίνει στον μυστικισμό και γι’ αυτό η Ορθοδοξία έχει τί να τους ειπεί και προτείνει, αλλά μόνο η αυθεντική Ορθοδοξία, εκείνη η μοναχική, αγιορείτικη. Διότι μεταξύ των αδελφών της Αφρικής μεγάλη δύναμη έχει η μαγεία, πραγματική δαιμονοκρατία. Οι μάγοι τους είναι πολύ ισχυροί και έχουν μεγάλη επιρροή, αλλά τελι­κά ο σατανάς και αυτούς τους εξολοθρεύει. Γι’ αυτό συχνά και εκείνοι προσφεύγουν στον Χριστό, τον νικητή όλων των μαγικών, δαιμονικών δεσμών και βασκανιών. Στην Αφρική είδα πόσο αληθινό είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού».

Πηγές – Βιβλιογραφία

Ιεράς Μονής Γρηγορίου, Μνήμη Ιερομονάχου Κοσμά Γρηγοριάτου, Ο Όσιος Γρηγόριος 14/1989, σσ. 54-73. Δημητρίου Ασλανίδη, Ο ιεραπόστολος του Ζαΐρ π. Κοσμάς Γρηγοριάτης, Άγιον Όρος 1991. Κοσμά Γρηγοριάτου ιερομ., Το Ιεραποστολικό μου έργο, Θεσσαλονίκη 2009.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ.1233-1236

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Χριστόφορος Καρουλιώτης (+1950) 6 Μαΐου 2019


Το φτωχοκάλυβό του στα φρικτά βράχια των Καρουλίων τ’ ονόμαζε παλατάκι, δίχως ν’ αστειεύεται. Υπήρξε διακριτικός Πνευματικός πατήρ. Είχε σοβαρή αναπηρία στα πόδια του, μα δεν τη λογάριαζε καθόλου. Κοπίαζε συνέχεια και ασταμάτητα. Ο μακαριστός Γέροντας Χερουβείμ, της μονής Παρακλήτου (+1979) τον γνώρισε το 1938.

Αγαπούσε την Αγία Γραφή, τους αγίους Πατέρες, τους οποίους αντέγραφε και μελετούσε προσεκτικά τακτικότατα. Στους υποτακτικούς που του έστελναν οι Γεροντάδες τους προς εξομολόγηση, τους ενέπνεε τον βαθύ σεβασμό που θα ‘πρεπε να τρέφουν πάντοτε προς εκείνους. «Ο Γέροντας», έλεγε, «είναι Θεός μετά τον Θεό, είναι ο μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Είναι ένας Μωυσής».

Ζούσε πολύ φτωχικά στο σχεδόν αιωρούμενο καλύβι τής Γεννήσεως του Κυρίου. Βγαίνοντας στην απλωταριά αισθανόσουν μεγάλο δέος. Η θάλασσα φαινόταν σκοτεινή και βαθιά. Το πέλαγος ανοιχτό και συχνά αγριεμένο. Τόπος απαράκλητος. Είχε μόνο φραγκοσυκιές και πικραμυγδαλιές. Η ακτημοσύνη βασίλευε σε αυτό το υπέροχο «παλατάκι». Από τότε που ζούσε στον Βόλο διακρινόταν για την ασκητικότητά του. Εξομολογούσε κι έκλαιγε μαζί με τον εξομολογούμενο. Στο ίδιο πνεύμα τής άκρας ταπεινώσεως, ησυχίας και ακτημοσύνης ζούσε και ο υποτακτικός του Συμεών. Τηρούσαν απαρασάλευτα τους αρχαίους και ιερούς μοναχικούς θεσμούς και δεν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν καθόλου από αυτούς.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 78-85.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.