Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ «ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»

ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ «ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ» Last updated on
Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κεφαλόπουλου
”Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε, τοῦτο γάρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς”(Α΄ Θεσ. 5,17-18). Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά προσευχόμασθε συνεχῶς (”ἀδιαλείπτως”) καί σέ κάθε περίπτωση. Ὁ ἲδιος ὁ Χριστός παροτρύνει τούς Μαθητές Του ”πάντοτε προσεύχεσθε” (Λκ. 18,1), καί νά βρίσκονται πάντα σέ πνευματική ἐγρήγορση μέσω τῆς προσευχῆς ”γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἳνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν” (Ματθ. 26,4).

Ἡ προσευχή, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκει στίς καλές τέχνες, εἶναι τέχνη πνευματική. Οἱ Πατέρες, οἱ ἀσκητές καί οἱ ἡσυχαστές τῆς ἐρήμου, πού ἒκαναν ὃλη τους τή ζωή μία συνεχή προσευχή, ὣστε ὁ Ἃγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος νά λέει ὃτι καλύτερα νά μνημονεύουμε στήν προσευχή μας τό Θεό παρά νά ἀναπνέουμε (”μνημονευτέον Θεοῦ ἢ ἀναπνευστέον”), ἐφ’ ὃσον ἡ προσευχή ἀποτελεῖ τό ὀξυγόνο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, αὐτοί λοιπόν οἱ ἀσκητικοί πατέρες κατεῖχαν πλήρως τήν τέχνη τῆς προσευχῆς, καί μάλιστα μᾶς δίνουν καί ὡραίους ὁρισμούς τῆς προσευχῆς. Γιά παράδειγμα, ὁ Ἃγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμάς λέει ὃτι ἡ προσευχή εἶναι ”εὐχή καθαρή και ἂυλη, πού ἐπιδιώκει νά ἑνώσει τόν προσευχόμενο μέ τό Θεό” πρός ”θεϊκή ἀνάταση καί ἓνωση”, εἶναι ”ὁμιλία τοῦ νοῦ μέ τόν Θεό”, ὃπως τονίζει ὁ Ἃγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Οἱ Πατέρες τῆς συνεχοῦς καί ἀδιαλείπτου νοερᾶς προσευχῆς, οἱ λεγόμενοι νηπτικοί, πολλά ἒχουν γράψει γιά τήν ἐπιστήμη τῆς προσευ-χῆς, τούς τρόπους, τίς τεχνικές, τίς πνευματικές προϋποθέσεις, τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς. Στό παρόν σύντομό μας πόνημα θά ἐξετάσουμε τό πῶς ἀντιλαμβάνεται τά θέματα αὐτά καί τίς πρακτικές συμβουλές πού μᾶς δίνει ἓνας ἀπό τούς νηπτικούς Πατέρες τῆς ”Φιλοκαλίας”, ὁ Ὃσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, ὁ ὁποῖος ἒχει συγγράψει εἰδική πραγματεία μέ τίτλο ”Περί προσευχῆς κεφάλαια”.
Ὁ Ὃσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής ὑπῆρξε μία σημαντική μορφή ἀσκητι-κοῦ πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὃπως ἂλλωστε δηλώνει καί ἡ προσωνυμία του ὡς ἀσκητοῦ, πού ἒζησε τήν χρυσή ἐποχή τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τόν 5ο αι. Καταγόταν ἀπό τήν Κων/πολη καί ἀπό εὐγενική γενιά. Κατεῖχε ὑψηλή θέση στήν αὐτοκρατορική διοίκηση, διετέλεσε μάλιστα καί ἒπαρχος Κων/πόλεως. Ἡ ἐπαφή του καί ἡ πνευματική σχέση πού ἀνέπτυξε μέ τόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἐπηρέασε στό νά λάβει τήν ἀπόφαση νά ἐγκαταλείψει τήν κοσμική ζωή καί τά ὑψηλά ἀξιώματα πού κατεῖχε, καί νά ἐπιλέξει τήν ἀσκητική ζωή τοῦ ἀφιερωμένου στόν Χριστό μοναχοῦ. Ἂφησε τήν Κων/πολη καί μαζί μέ τόν γιό του Θεόδουλο ἐγκαταστάθηκε στήν ἒρημο τοῦ Σινά, ὃπου καί ἀσκήτευσε. Ἒχοντας μεγάλη μόρφωση, θεολογική καί κοσμική, καί ἒχοντας βιώσει τήν πνευματική ζωή καί τήν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, ἀλλά καί ἒχοντας φθάσει σε ὑψηλά ἐπίπεδα πνευματικῆς σοφίας, κατέγραψε τίς ἐμπειρίες αὐτές σέ μία σειρά ἐπιστολῶν μέ παραινετικό, διδακτικό καί θεολογικό περιεχόμενο, καί ἂλλων ἀξιόλογων ἀσκητικῶν συγγραμμάτων, μέ ἀναφορές καί περιγραφές τοῦ γνησίου μοναχικοῦ τρόπου ζωῆς, τίς μεθόδους τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προσευχῆς. Στήν ”Φιλοκαλία” ἒχουν συμπεριληφθεῖ δύο ἒργα του, ὁ ”Λόγος Ἀσκητικός” γιά τήν ἀσκητική ζωή τῶν μοναχῶν, καί τά ”Περί προσευχῆς κεφάλαια” (ἂν καί τό συγκεκριμένο κείμενο ἀμφισβητεῖται ἂν εἶναι γνήσιο ἒργο δικό του ἢ τοῦ Εὐάγριου τοῦ Ποντικοῦ, ἑνός ἂλλου πατρός τῆς Φιλοκαλίας).
Στά κεφάλαια αὐτά ”περί προσευχῆς” ὁ Ὃσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής μᾶς περιγράφει τίς πνευματικές προϋποθέσεις τῆς προσευχῆς, τά διάφορα στάδια καί τήν ποιότητα τῆς προσευχῆς, ὃπως καί τίς ἀδυναμίες καί τά ἐμπόδια πού συναντᾶ ὁ πιστός στό ἒργο τῆς προσευχῆς. Οἱ συμβουλές πού μᾶς δίνει ὁ Ὃσιος Νεῖλος ἀποτελοῦν συμπύκνωμα τῆς ἀσκητικῆς πείρας τῶν πατέρων τῆς ἐρήμου καί τῆς νηπτικῆς παραδόσεως, ὃπως τή βιώνει καί τήν ἐκφράζει γνησίως ὁ Ὃσιος Νεῖλος, καί γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἀποτελοῦν πολύτιμο ὁδηγό γιά τήν πνευματική μας ζωή καί γιά τή βελτίωση τῆς ποιότητας τῆς προσευχῆς μας.
Προηγουμένως ὃμως θά διατρέξουμε τήν Κ.Δ. γιά νά δοῦμε τί στοιχεῖα μας δίνει γιά τήν προσευχή. Ὁ ἲδιος ὁ Ἰησοῦς δίδαξε στούς μαθητές Του πῶς πρέπει νά προσεύχονται (μέ τό ”Πάτερ ἡμῶν”-Λκ. 11,1-4, Ματθ. 6,9-13), συστήνει μάλιστα ἡ προσευχή νά εἶναι σύντομη καί περιεκτική, χωρίς πολυλογίες (Ματθ.6,7-8). Ἓνα ἂλλο σημαντικό στοιχεῖο τῆς προσευχῆς πού συμβάλλει στήν ποιότητα καί τήν ἀποτελεσματικότη-τά της εἶναι ἡ μόνωση καί ἡ ἡσυχία. ”Σύ δέ ὃταν προσεύχῃ, εἲσελθε εἰς τό ταμιεῖον σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ” (Ματθ. 6,6). Ἑρμηνεύοντας τό συγκεκριμένο χωρίο ὁ Ἃγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει ὃτι οἱ θύρες τῶν αἰσθήσεων πρέπει νά εἶναι κλειστές τήν ὣρα τῆς προσευχῆς, ὣστε ὁ προσευχόμενος νά ἒχει τό νοῦ καί τήν καρδιά του συγκεντρωμένη στή νοερά καί καρδιακή προσευχή, οὓτως ὣστε οἱ κοσμικές μέριμνες, βιοτικοί ἢ πονηροί λογισμοί νά μήν ἀποσποῦν τήν διάνοια τοῦ προσευχομένου ἀπό τήν ἐπικοινωνία μέ τό Θεό. Ὣς πρός τή συντομία τῆς προσευχῆς, πολλοί νηπτικοί πατέρες θεωροῦν πώς ὁ Κύριος ὑπονοεῖ τή μονολόγιστη προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό γνωστό ”Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ Θεοῦ, ἐλέησόν με”, πού συνιστᾶ ὡς προσευχή, διότι εἶναι ἁπλή, σύντομη, βοηθάει τό νοῦ νά μή διασπᾶται μέ τίς πολυλογίες στήν προσευχή, καί ταυτοχρόνως εἶναι περιεκτική, οὐσιαστική, καί ὁμολογία πίστεως, ”ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, πού μαστίζει καί ἀποδιώχνει τούς δαίμονες” (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).
Στήν Κ.Δ. ἐπίσης περιγράφονται διάφοροι τρόποι προσευχῆς, μέ ψαλμωδίες, ὓμνους, μέ τά χείλη (ἐξωτερική προσευχή), ἀλλά καί μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά (ἐσωτερική, πνευματική νοερά προσευχή), διάκριση πού ἀργότερα οἱ νηπτικοί πατέρες τῆς ”Φιλοκαλίας” ἐπεξεργάστηκαν περισσότερο θεωρώντας ὃτι ἡ ἐξωτερική προσευχή ὁδηγεῖ τούς πνευμα-τικά ἀρχάριους στό ἀμέσως ἑπόμενο καί ἀνώτερο ποιοτικά στάδιο τῆς ἐσωτερικῆς-νοερᾶς προσευχῆς. Παραθέτουμε τά σχετικά χωρία: ”προσεύ-ξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δέ καί τῷ νοΐ, ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δέ καί τῷ νοΐ”(Α’ Κορ.14,15), ”διά πάσης προσευχῆς καί δεήσεως, προσευχόμενοι ἐν παντί καιρῷ ἐν πνεύματι, καί εἰς αὐτό τοῦτο ἀγρυπνοῦντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καί δεήσει” (Ἐφεσ. 6,18).
Μέσα στά πλαίσια πού ἡ Κ.Δ. ὁριοθετεῖ γιά τήν προσευχή, οἱ νηπτικοί καί ἀσκητικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στηρίχθηκαν καί ἐπεξερ-γάσθηκαν εἰς βάθος μεθόδους καί τεχνικές τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μέ σκοπό τήν κάθαρση τοῦ προσευχομένου ἀπό τά πάθη καί τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, τό φωτισμό του καί τή θέωση-τήν ἓνωση μέ τόν Θεό καί τή βίωση τῆς ἐμπειρίας τῆς παρουσίας τοῦ θεϊκοῦ φωτός πού καταυγάζει τήν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς (νηπτική καί ἡσυχαστική ἐμπειρία). Ἀπό τούς πρώιμους νηπτικούς Πατέρες τῆς ”Φιλοκαλίας” πού ἀσχολήθηκαν συστηματικά μέ τό θέμα τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ Ὃσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής.
Ἡ προσευχή εἶναι συναναστροφή τοῦ νοῦ μέ τό Θεό, μᾶς λέει ὁ Ὃσιος Νεῖλος. Ἑπομένως, γιά νά πλησιάσει κανείς καί νά δεῖ τό Θεό ὀφείλει νά ἀπομακρύνει κάθε ἐμπαθή λογισμό. ”Πρῶτα-πρῶτα προσευχή-σου νά λάβεις τό χάρισμα τῶν δακρύων, γιά νά μπορέσεις νά μαλακώσεις τήν ἀγριότητα τῆς ψυχῆς σου καί ἀφοῦ ἐξομολογηθεῖς τίς ἁμαρτίες σου στόν Κύριο, νά λάβεις τήν ἂφεση”. -”Νά στέκεσαι ὑπομένοντας τόν κόπο, νά προσεύχεσαι μέ ἒνταση καί ἐπιμονή καί νά ἀποστρέφεσαι τίς φροντίδες καί τίς σκέψεις, γιατί σέ ταράζουν καί σέ θορυβοῦν. Ὃταν σέ δοῦν οἱ δαίμονες ὃτι εἶσαι πρόθυμος νά προσευχηθεῖς ἀληθινά, τότε σοῦ φέρνουν στό νοῦ σκέψεις πραγμάτων δῆθεν ἀναγκαίων, γιά νά στραφεῖ ὁ νοῦς σέ αὐτά καί νά χάσει τήν καρποφόρα προσευχή. Ἀγωνίσου νά κρατήσεις τό νοῦ τήν ὣρα τῆς προσευχῆς”.
Ἀπό τίς παραπάνω ἐπισημάνσεις τοῦ Ὁσίου Νείλου, φαίνεται πώς τά πρῶτα στάδια τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ εἰλικρινής μετάνοια καί ἡ αὐτοσυγκέντρωση στήν προσευχή. Στή συνέχεια ὁ Ὃσιος Νεῖλος ὁρίζει τά χαρακτηριστικά τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς, πού ἀποτελεῖ καρπό πραότητας καί ἀοργησίας, χαρᾶς καί εὐχαριστίας πρός τόν Κύριο, πού ἀπομακρύνει κάθε λύπη καί μικρόψυχη ἢ μνησίκακο διάθεση πρός τούς ἂλλους.
Στή συνέχεια ὁ Ὃσιος Νεῖλος προχωρεῖ σέ πιό πρακτικές ἐπιση-μάνσεις γιά τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς, τόν τρόπο νά προσευχό-μασθε καί τί νά ζητᾶμε ἀπό τό Θεό στήν προσευχή μας. ”Μήν προσεύχεσαι μόνο μέ ἐξωτερικά σχήματα, ἀλλά νά προτρέπεις τό νοῦ σου νά συναισθάνεται τήν πνευματική προσευχή μέ μεγάλο φόβο. Μήν προσεύχεσαι νά γίνουν τά θελήματά σου, γιατί δέ συμφωνοῦν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά ζητᾶς ἀπό Αὐτόν, νά γίνει τό θέλημά Του, γιατί ὁ Θεός θέλει τό ἀγαθό καί συμφέρον τῆς ψυχῆς σου. Πολλές φορές ζητᾶμε
μέ τήν προσευχή ἀπό τό Θεό, νά γίνει κάτι πού νομίζουμε καλό, καί ἐπιμένουμε παράλογα νά τό ζητοῦμε ἐκβιάζοντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί δέν Τόν ἀφήνουμε νά οἰκονομήσει Ἐκεῖνος ὃ,τι γνωρίζει ὡς συμφέρον δικό μας. Καί ἀφοῦ λάβουμε ὃ,τι ζητήσαμε, λυπούμαστε γιατί δέν ἦρθαν τά πράγματα ὃπως νομίζαμε, γιατί δέν εἲχαμε ζητήσει νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τί εἶναι ἀγαθό, παρά μόνον ὁ Θεός; Ἂς ἀναθέσουμε σέ Αὐτόν ὃλα τά αἰτήματά μας, καί ὃλα θά πᾶνε καλά. Γιατί ὁ ἀγαθός Θεός, ὁπωσδήποτε χορηγεῖ καί ἀγαθές δωρεές….Μή λυπᾶσαι, γιατί δέν παίρνεις ἀμέσως ἐκεῖνο πού ζητᾶς ἀπό τό Θεό, γιατί θέλει νά σέ εὐεργετήσει περισσότερο μέ τό νά ὑπομένεις στήν προσευχή”.
”Προσευχή εἶναι τό ἀνέβασμα τοῦ νοῦ στό Θεό. Πρῶτα-πρῶτα νά προσεύχεσαι νά καθαριστεῖς ἀπό τά πάθη, δεύτερον, νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν ἂγνοια καί τήν λήθη, καί τρίτον, νά ἀπαλλαγεῖς ἀπό κάθε πειρασμό καί ἐγκατάλειψη. Στήν προσευχή σου νά ζητᾶς μόνον τή δικαιοσύνη καί τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλ. τήν ἀρετή καί τήν πνευματική γνώση, καί ὃλα τά ὑπόλοιπα θά σοῦ προστεθοῦν (Ματθ.6,33) …ἀγωνίσου νά προσεύχεσαι ὂχι ἀπό συνήθεια, ἀλλά μέ αἲσθηση. Αἲσθηση προσευχῆς εἶναι περισυλλογή τοῦ νοῦ ἑνωμένη μέ εὐλάβεια, κατάνυξη, πόνο ψυχῆς πού συνοδεύει τήν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν καί μέ στεναγμούς ὂχι ἐπιδεικτικούς, ἀλλά ἀφανεῖς”.
Ὁ Ὃσιος Νεῖλος προειδοποιεῖ γιά τίς παγίδες καί τά ἐμπόδια τοῦ πονηροῦ γιά νά μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τήν προσευχή. ”Ὃταν προσεύχεσαι, φύλαγε δυνατά τή μνήμη σου. Στήν ὣρα τῆς προσευχῆς ἡ μνήμη σοῦ φέρνει ἢ φαντασίες παλαιῶν πραγμάτων, ἢ νέες φροντίδες, ἢ πρόσωπα. Ὃταν μεταχειριστεῖ ὁ διάβολος πολλά μέσα καί δέν μπορέσει νά ἐμποδί-σει τήν προσευχή τοῦ δικαίου, ἀποσύρεται γιά λίγο καί τόν ἐκδικεῖται κατόπιν, εἲτε τόν ἀνάβει γιά νά ὀργιστεῖ, καταστρέφοντας τήν ἂριστη κατάσταση τοῦ νοῦ, πού δημιουργήθηκε ἀπό τήν προσευχή, ἢ ἀφοῦ τόν ἐρεθίσει σέ παράλογη ἡδονή, μολύνει τό νοῦ του. Δέν θά μπορέσεις νά προσευχηθεῖς καθαρά, ἂν ἀνακατεύεσαι μέ ὑλικά πράγματα καί σέ ταράζουν συνεχεῖς φροντίδες. Προσευχή εἶναι ἀπόρριψη σκέψεων. Ὃταν προσευχηθεῖς, στάσου γενναῖα, γιά νά φυλάξεις τόν καιρό τῆς προσευχῆς. Ὃλος ὁ πόλεμος ἀνάμεσα σέ μᾶς καί τούς ἀκάθαρτους δαίμονες γίνεται γιά τήν πνευματική προσευχή. Γιατί πολύ ἐχθρική καί ἐνοχλητική γίνεται σέ αὐτούς ἡ προσευχή, ἐνῶ σέ μᾶς εἶναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή καί εὐχάριστη. Τί θέλουν οἱ δαίμονες νά κάνουν νά ενεργήσει σε μᾶς; Γαστρι μαργία, πορνεία, φιλαργυρία, ὀργή, μνησικακία καί τά λοιπά πάθη, γιά νά βαρύνει ὁ νοῦς καί νά μήν μπορεῖ νά προσευχηθεῖ ὃπως πρέπει”.
”Κατάσταση προσευχῆς εἶναι μία ἀπαθής συνήθεια, πού ἁρπάζει σέ μεγάλο πνευματικό ὓψος τό νοῦ. Πρέπει κανείς νά εἶναι κύριος τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἐπιθυμίας ὃποιος θέλει πραγματικά νά προσευχηθεῖ, ἀλλά καί νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κάθε ἐμπαθή σκέψη. Ἐκεῖνος ποῦ ἀγαπᾶ τό Θεό, συνομιλεῖ μαζί Του ὡς γιός πρός Πατέρα καί ἀποστρέφεται κάθε ἐμπαθή σκέψη…Ἂν εἶσαι θεολόγος, θά προσευχηθεῖς ἀληθινά. Καί ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι πράγματι θεολόγος. Ἂν προσεύχεσαι ἀλη-θινά, ἂγγελοι θά ἒρθουν μαζί σου ὃπως καί στό Δανιήλ, καί θά σέ διδά-ξουν τούς λόγους κάθε πράγματος (Δαν. 12,19). Πρέπει νά γνωρίζεις ὃτι οἱ ἃγιοι Ἂγγελοι μᾶς προτρέπουν στήν προσευχή, στέκονται μαζί μας καί χαίρονται καί προσεύχονται καί αὐτοί γιά χάρη μας (Τωβίτ 12,12).
Ὁ Ὃσιος Νεῖλος μᾶς προειδοποιεῖ ἐπίσης ἀπό τῖς μεθοδεύσεις τῶν δαιμόνων νά μᾶς ἀποσπάσουν ἀπό τήν προσευχή. ”Ἂν ἒχεις ἐπιμέλεια στήν προσευχή, νά ἑτοιμάζεσαι γιά ἐφόδους δαιμόνων ἐναντίον σου καί νά ὑπομένεις μέ καρτερία, γιατί θά ὁρμήσουν καταπάνω σου σἀν ἂγρια θηρία. Νά εἶσαι πάντοτε ἓτοιμος, σάν ἒμπειρος ἀγωνιστής, καί ἂν ξαφνικά δεῖς καμιά φαντασία, μήν τρομάξεις. Πρόσεξε μή σέ ἐξαπατήσουν οἱ δαίμονες μέ κανένα ὃραμα, κρότους, χτύπους, φωνές, κακώσεις, ἀλλά νά συγκεντρωθεῖς καταφεύγοντας στήν προσευχή”. Ἀναφέρει μάλιστα περιστατικά ὃπου μοναχοί στήν ἒρημο κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς τους ἀντιμετώπισαν τέτοιες δοκιμασίες, ξαφνικούς ἀνέμους, ἐμφάνιση φιδιῶν πού τύλιξαν τό σῶμα τους καί τούς δάγκωσαν, ἐμφανίσεις ἀγγέλων καί πονηρῶν δαιμόνων, ἀλλά ἐπειδή δέν διέκοψαν τήν προσευχή τους, ὃλα αὐτά τά ἀπατηλά ὁράματα ἐξαφανίσθηκαν.
Ὁ Ὃσιος Νεῖλος πού ξεπέρασε μέ ἐπιτυχία τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ καί ἀξιώθηκε ἀπό τό Θεό τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς-νοερᾶς προσευχῆς, καί αἰσθάνθηκε τή γλυκύτητα τῆς συνομιλίας μέ τό Θεό, στό ἒργο τοῦ ”περί προσευχῆς κεφάλαια” μᾶς παρέδωσε πολύτιμες καί πρακτικές συμβουλές νά τίς ἀκολουθήσουμε ὡς ὁδηγό στή δική μας προσευχή, ὣστε νά γευθοῦμε καί ἐμεῖς τή χαρά αὐτή. Θά κλείσουμε τό κείμενό μας μέ κάποιες τελικές σκέψεις τοῦ Ὁσίου Νείλου γιά τήν προσευχή. ”Πρα-γματική προσευχή ἐκτελεῖ ἐκεῖνος πού προσφέρει πάντοτε ὁλόκληρη τήν πρώτη του σκέψη θυσία στό Θεό, σάν τήν προσφορά θυσίας τῆς ἀπαρχῆς τῶν πρώτων καρπών. Ἡ προσοχή τοῦ νοῦ πού προσπαθεῖ νά βρεῖ προσευχή, θά βρεῖ προσευχή. Γιατί ἡ προσευχή ἀκολουθεῖ τήν προσοχή. Ὃταν κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς σου ξεπεράσεις κάθε ἂλλη χαρά, τότε πράγματι βρῆκες τήν ἀληθινή προσευχή”.
http://www.enromiosini.gr

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος, Εισαγωγική ομιλία περί ευχής

Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος, Εισαγωγική ομιλία περί ευχής



Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος, Εισαγωγική ομιλία περί ευχής
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ  ΟΜΙΛΙΑ  ΠΕΡΙ  ΕΥΧΗΣ 
Μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν πατρική εὐχή καί προτροπή τοῦ Σεβασμιωτάτου γιά ποικίλο ποιμαντικό, κατηχητικό, ἐξομολογητικό καί λειτουργικό ἔργο, ξεκινᾶμε σήμερα τήν πρώτη μας εἰσήγησι, σεβαστοί μου πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μου.
Βέβαια, συναισθανόμενοι τήν πάσης φύσεως ἀδυναμία μας, θά προτιμούσαμε, ἀναμφισβήτητα, τήν σιωπή. Γι᾽ αὐτό, ἄλλωστε, καί στό ταπεινό μας Μοναστήρι, ὅσο ἐξαρτᾶτο ἀπό ἐμᾶς, ἐλάχιστες φορές ἐπιτρέψαμε στόν ἑαυτό μας τό κήρυγμα, μέ τήν ἔννοια, ὅτι πάντα προτιμᾶμε νά εἴμαστε μαθηταί τῶν Ἁγίων, αὐτῶν δηλ. τῶν διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ.
Γι᾽ αὐτό, καί τίς πιό πολλές φορές, ἰδιαίτερα στίς ἀγρυπνίες, προτιμοῦμε τήν ἀνάγνωσι ἀπό κείμενα ἁγιοπατερικά, διότι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, οἱ Ἅγιοι ὅ,τι εἶπαν καί ἔγραψαν δέν τό ἔκαναν ἐγκυκλοπαιδικά, διανοητικά, ὅπως ἐμεῖς, σήμερα, παίρνομε ἀπό δῶ, παίρνομε ἀπό κεῖ, δανειζόμαστε ἀπό δῶ, δανειζόμαστε ἀπό κεῖ. Καί καλά κάνομε, γιατί αὐτό εἶναι ἀσφάλεια, ἀλλά ὅλοι οἱ προηγούμενοι κυρίως Ἅγιοι τί ἔλεγαν πρωτίστως καί πέρα καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα; Ἔλεγαν μόνο ὅ,τι ἐκεῖνοι εἶχαν ζήσει, ὅ,τι εἶχαν κάνει πνευματικό τους κτῆμα. Γενικῶς, ἔμαθαν τά θεῖα καί δίδαξαν αὐτά πού ἔμαθαν, ἀφοῦ πρῶτα τά ἔπαθαν. Γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος τους ἔχει ἰδιαίτερη δύναμι.
Ἔτσι ἐξηγεῖται τό φαινόμενο σέ ὅσους εἶχαν τήν εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά γνωρίσουν ἁγίους ἀνθρώπους, νά θυμοῦνται μία ζωή τίς συμβουλές τους καί τά λόγια τους λές καί ἦταν χθές, λές καί ἦταν τώρα δά, ἔστω κι ἄν αὐτοί πού τούς τά εἶπαν ἦσαν ἀγράμματοι, ἤ δέν εἶχαν κανένα χάρισμα ἤ ἐκπαίδευσι λόγου, εἴτε ἦσαν ἰσχνόφωνοι, εἴτε ἦσαν βραδύγλωσσοι, εἴτε δέν ἤξεραν τούς κανόνες τῆς ὁμιλητικῆς κι ὅλα αὐτά. Ἀντιθέτως, ἀκούγοντας ἄλλες  ὁμιλίες ἀπό ἐκπαιδευμένους ρήτορες, ἐκείνη μέν τήν ὥρα μᾶς εὐχαριστοῦν, ἀλλά τελικά δέν ἔχουν τήν ἀνάλογη δύναμι νά μᾶς ταρακουνήσουν, νά μᾶς πείσουν ὅσο οἱ προηγούμενοι, οἱ ὁποῖοι τά λέγουν ἀπό τό περίσσευμα δηλ. τῆς καρδιᾶς τους ἀνεπητίδευτα καί πηγαῖα καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἐκ πείρας ὡμιλοῦσαν καί οὐχί ἐκ θεωρίας.
Ἔτσι ἐξηγεῖται τό πῶς κι ἐγώ ὁ ταπεινός θυμᾶμαι, μέ κάθε λεπτομέρεια, τήν πρώτη συζήτησί μου μέ τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη πρίν εἴκοσι χρόνια, σέ ἡλικία τότε 16 - 17 ἐτῶν, μαθηταί Λυκείου εἴμαστε τότε, παρ᾽ ὅλο πού δέν πήγαμε μέ διάθεσι ὠφελείας, ἀλλά μᾶλλον περιεργείας. Ἄλλωστε, καί ὁ Γέροντας, ὅταν μᾶς ρώτησε ''ἔχετε πνευματικό;'' ''σᾶς ἀναπαύει;'', ἐμεῖς - εἴμαστε μία παρέα τριῶν ἀτόμων, τότε - κοιταχθήκαμε μεταξύ μας καί εἴπαμε «τί θά πῆ ''ἄν μᾶς ἀναπαύη ὁ πνευματικός'';», γιατί δέν καταλαβαίναμε κἄν τί θά πῆ αὐτό, ἄν καί φυσικά εἴχαμε ἐξομολογηθῆ κάποιες φορές. Καί κατάλαβε, ὁ Γέροντας, ὅτι εἴμαστε ἐλαφρῶς ἄσχετοι μέ τά πνευματικά. Καί τότε μᾶς εἶπε, μέ πόνο καί ἀγάπη: «Δέν ἔχετε πνευματικές χαρές. Εὔχομαι νά τίς ἀποκτήσετε καί νά ἀποκτήσετε, ὅπως ἔλεγε καί σέ πολλούς, τήν καλή πνευματική ἀνησυχία γιά νά ἔχετε, ἀργότερα, καί χαρές πνευματικές».
Καί, ἐπειδή ἐδῶ εἴμαστε μία οἰκογένεια καί μπορεῖ νά λέμε καί κάτι περισσότερο, σεβαστοί μου πατέρες, πού σᾶς εὐχαριστῶ καί γιά τήν ἐδῶ φιλοξενία, ὁ Θεός νά σᾶς τήν ὑπερανταναπληρώση μέ τήν Χάρι Του, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐπειδή, λοιπόν, ἐδῶ εἴμαστε μιά οἰκογένεια, ἄς ποῦμε καί κάποια πράγματα περισσότερα.
Λοιπόν, ὁ π. Παΐσιος ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού μᾶς ταρακούνησε πνευματικά, χωρίς νά τοῦ τό ζητήσωμε βέβαια, μᾶς ἔπεισε, ὅσο κανείς ἄλλος, καί φυσικά, τοῦ ὀφείλομε, μποροῦμε νά ποῦμε, ἀπεριόριστη, διαχρονική εὐγνωμοσύνη. Καί, παρ᾽ ὅλη τήν τότε ἀδιαφορία μας, μᾶς ἔπεισε γιά πολλά πράγματα.
Κατ᾽ ἀρχάς, καταλάβαμε, ὅτι βιαζόταν νά πάη, ἀπό θεῖο ἔρωτα, ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νά πάη στόν Θεό. Ἐπιθυμοῦσε τόν θάνατο ὡς ζωή. Αὐτό, τό βλέπαμε σέ ὅλο του τό εἶναι χωρίς ἐμεῖς νά κάνωμε καμμία πρός τοῦτο προσπάθεια.Ἦταν πέρα γιά πέρα ὀφθαλμοφανές καί πέρα γιά πέρα διάχυτο σέ ὅλες τίς ἐνέργειες τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα Παϊσίου. Καί μᾶς εἶπε διάφορα, βέβαια, τά ὁποῖα τώρα δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νά τά ποῦμε.Ὅταν ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό κεῖ, ἦταν καλοκαίρι τοῦ ᾽79, Ἰούλιος μῆνας, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἴχαμε καί τήν πρώτη μας πνευματική χαρά χωρίς κἄν νά τήν ζητήσωμε, χωρίς κἄν νά τήν νοσταλγήσωμε, γιατί δέν ξέραμε κἄν τί θά πῆ αὐτό τό πρᾶγμα. Εἴχαμε μιάν ἀνεξήγητη χαρά φεύγοντες ἀπό τό Κελλί του, πού μᾶς συνώδευε γιά ἀρκετή ὥρα, καί δέν ξέραμε πόθεν προερχόταν αὐτό τότε. Ὁπωσδήποτε, βέβαια, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα, παρά τήν ἀναξιότητά μας.
Ἀλλά, καί πρίν πᾶμε στόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο, συναντήσαμε, τό προηγούμενο ἀπόγευμα, τόν πορτάρη τῆς Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου, τότε μοναχό Ἀρσένιο, πού καί μέ αὐτόν, θυμᾶμαι, σχεδόν ὅλη, ἄν ὄχι ὅλη, τήν συζήτησι. Μεταξύ τῶν ἄλλων, μᾶς συνέστησε, ὁ π. Ἀρσένιος, τό βιβλίο ''Ἕνας ἀσκητής ἐπίσκοπος'', τοῦ ἁγίου Νήφωνος, ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς, νά πᾶμε νά τό βροῦμε, νά τό ἀγοράσωμε, πού οὔτε κἄν ξέραμε τότε τόν τίτλο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ.
Μᾶς εἶπε πράγματα πού μᾶς τρύπησαν τήν καρδιά καί ἐκεῖνος. Τό πιό χαρακτηριστικό, πού νομίζω ὅτι ἀξίζει τόν κόπο νά τό ἀναφέρω εἰς τήν ἀγάπη σας χωρίς νά γίνωμαι κουραστικός, ἦταν τό ἐξῆς: Μᾶς εἶχε πῆ ὁ π. Ἀρσένιος, ὁ πορτάρης, τό ἑξῆς: ''Ἄν ἕνα βιβλίο τό διαβάσης μία φορά καί μετά δέν χρειάζεται νά τό ξαναδιαβάζης, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, τότε οὔτε τήν πρώτη φορά ἄξιζε, παιδιά μου, νά κάνετε τόν κόπο νά τό διαβάσετε, γιατί αὐτό τό βιβλίο στερεῖται τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ὁπότε δέν ἀντέχει στήν αἰωνιότητα, δέν εἶναι ψυχωφελές.
Αὐτός ἦταν Γεωπόνος καί, ὡς ἐκ τούτου, ἔκανε διάφορα συναφῆ μαθήματα εἰς τήν Ἀθωνιάδα Σχολή. Μάλιστα, τίς πιό πολλές φορές, συντόμευε τό μάθημα, ὄχι ἀπό ἀδιαφορία, τά ἔλεγε πιό περιληπτικά, εἶχε καί τήν ἱκανότητα τήν καθηγητική, καί τήν πνευματική. Λοιπόν, προτιμοῦσε νά συντομεύση τό μάθημα τοῦ σχολείου στά παιδιά τῆς Ἀθωνιάδας, ἔτσι ἔκρινε, ὅτι θά τά ὠφελοῦσε πιό πολύ, γιά νά κερδίση χρόνο, ἐν ὥρᾳ μαθήματος, γιά νά διδάξη στά παιδιά λίγο γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλ. τό ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''. Καί, φυσικά, αὐτό τό ἔκανε ἀπό πόνο καί πολλή ἀγάπη γιά τά παιδιά.
Γιατί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅποιος ἔχει γνωρίσει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἔχει καεῖ ἀπό αὐτήν, δέν ἀντέχει νά βλέπη τόν ἄλλον στήν ἄγνοια καί προσπαθεῖ παντί τρόπῳ νά τόν βοηθάη ἤ μέ τόν α´ ἤ μέ τόν β´ τρόπο, ἀνάλογα βέβαια τί πόστο ἔχει εἰς τήν κοινωνία. Ποιός εἶναι, ἄν εἶναι λαϊκός, ἄν εἶναι μοναχός, ἄν εἶναι ἱεραπόστολος, ἀνάλογα, δέν ἔχει σημασία. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μέ τόν α´ ἤ β´ ἤ γ´ τρόπο κοιτάει νά δῆ πῶς θά βοηθήση τόν ὁποιοδήποτε συνάνθρωπο πνευματικῶς καί ἐντελῶς ἀνιδιοτελῶς, γιατί ὅπου ὑπάρχει ἰδιοτέλεια, ἐκεῖ δέν εὑρίσκεται ὁ Θεός.
Λέγει, σχετικά, ὁ θαυμασιώτατος ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, γιά τό θέμα τῆς διδασκαλίας, ὅτι ἡ ἀρετή πού διδάσκεται χωρίς πρῶτα νά ἔχη βιωθῆ, μοιάζει μέ τό νερό μιᾶς ὡραίας ζωγραφισμένης λίμνης σέ κάποιον ἀντίστοιχο, καταπληκτικό ἔστω, ζωγραφισμένο πίνακα. Ὅμως, τό νερό αὐτό, τελικά, ὅσο καί ἄν φαίνεται ὡραῖο, ἐφ᾽ ὅσον δέν εἶναι πραγματικό ἀλλά εἶναι ζωγραφιστό, δέν μπορεῖ τελικά νά ξεδιψάση τόν θεατή τοῦ πίνακα αὐτοῦ. Καί ὄχι μόνο δέν μπορεῖ νά ξεδιψάση, ἀλλά ὅσο πιό ὡραῖα, κατά τόν ταπεινό μας λογισμό, εἶναι ζωγραφισμένο, τόσο πιό πολύ σέ ξεσηκώνει καί σοῦ αὐξάνει τήν ἤδη ὑπάρχουσα δίψα σου, δηλ. δημιουργεῖ μεγαλύτερο πρόβλημα, μεγαλύτερο πνευματικό κενό, ἀπογοήτευσι καί ὅλα τά συναφῆ, ἄν αὐτός ὁ ὁποῖος διδάσκει δέν ἔχη βιώματα καί δέν ἐφαρμόζη εἰς τήν πρᾶξι αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει.
Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀρετή πού διδάσκεται χωρίς ἀντίστοιχη πρᾶξι καί ἀντίστοιχη προσωπική πεῖρα, πολλές φορές ὄχι μόνο δέν ὠφελεῖ, ἀλλά δυστυχῶς καί σκανδαλίζει. Ἐνῶ, ἄν ὑπάρχη ἀρετή, ἀκόμη καί νά μή γίνεται ὁμιλία ἐκ μέρους αὐτοῦ πού κατέχει τήν ἀρετή, ἐκπέμπεται μιά σιωπηλή πνευματική κραυγή πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις. Καί αὐτό εἶναι πάρα πολύ ὠφέλιμο καί χρήσιμο. Ἔτσι ἐξηγεῖται τό φαινόμενο τῆς σιωπηλῆς διδασκαλίας, ὅπως ἀναφέρεται στήν πατερική γραμματολογία.
Ὅταν ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἀναγκάσθηκε νά ἐγκαταλείψη τό ἀσκητήριό του, τό ἔκρινε δηλ. σκόπιμο, νά πάη στήν μεγάλη πόλη τῆς Ἀλεξανδρείας γιά νά βοηθήση ἐκεῖ τούς διωκομένους καί δοκιμαζομένους Χριστιανούς, τότε, ὅπως λένε οἱ ἐκκλησιαστικοί ἱστορικοί συγγραφεῖς, καί μόνο ἀπό τήν θέα, παρακαλῶ, τοῦ προσώπου τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καί τό ἦθος του, ἐπίστευσαν περισσότεροι ἄνθρωποι στόν Χριστό ἀπό ὅσους εἶχαν πιστεύσει γιά ἕνα διάστημα ἀρκετό, κάποιων χρόνων, ἀπό τά ἐξαίσια καί θεοφιλῆ κηρύγματα ἁγίων ἄλλων, θά λέγαμε, ἱεροκηρύκων, πού εἶχαν, ὅλες τίς καλές πνευματικές προδιαγραφές, πού εἶχαν ὅλες τίς ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις.
Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σ᾽ αὐτές τίς μεταξύ μας συνάξεις, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, νά κάνωμε καί ἐμεῖς, μέ τήν σειρά μας, ὄχι προσωπική, ἀλλά δημόσια ἐξομολόγησι.
Ἕνα ἀπό τά καλύτερα καί δραστικώτερα κηρύγματα πού δέχθηκα καί ''μ᾽ ἔπιασε'', μέ τράνταξε, στήν ζωή μου, ἀπό τότε πού ἤμουν λαϊκός,  καί τό ὁποῖο κατέχει καί μέχρι σήμερα σεβασμιωτάτη θέσι στίς ἐξωτερικές αὐτές πνευματικές ἐμπειρίες μου, τελικά, δέν ἦταν κήρυγμα ἤ ὁμιλία, ἀλλά ἦταν ἡ θέα τοῦ προσώπου ἑνός μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἀκόμα ζεῖ. Πού, ἐνῶ αὐτός ὁ μοναχός καθάριζε, ἀμέριμνος, χόρτα, σέ ἕνα ἀπόμακρο μέρος, σέ μία ἄκρη τοῦ Κελλιοῦ του, ὅταν εἶχα πάει νά τόν συναντήσω - τόν εἶδα ξαφνικά, δέν περίμενα νά εἶναι πιό ἔξω, πιό πέρα δηλ., ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ μοναχός φαίνεται ὅτι δέν τό περίμενε -, καί τότε ἔπαθα, μέ τήν καλή ἔννοια, πνευματικό σωτήριο σόκ. Τόσο πολύ ἐγοητεύθηκα ἀπό αὐτήν τήν ὑπέρ νοῦν καί ἔννοιαν λάμψι τοῦ σώματός του ἴσως, καί ἰδιαίτερα τοῦ προσώπου του, πού μοῦ κόπηκε ἡ φωνή. Τἄχασα! Ἐκεῖνος, βέβαια, σάν νά μήν ἔτρεχε τίποτε, μέ παρώτρυνε νά φᾶμε, νά μέ κεράση τρία καί τέσσερα καί πέντε λουκούμια. Εἴμαστε γνωστοί. Ἀλλά, παρά τά χρόνια πού πέρασαν, ποτέ δέν διεννοήθηκα καί δέν ἐτόλμησα νά τοῦ τό ἀναφέρω.
Εἶμαι σχεδόν σίγουρος ὅτι ἔχει ζήσει ἀλλεπάλληλες τέτοιες ἐμπειρίες καί καταστάσεις, πού δέν ξέρει πιά νά πρωτοθυμηθῆ, ἄν καί ἐκείνη τήν στιγμή, δέν μπορῶ νά εἶμαι σίγουρος, ἄν αὐτός ὁ μοναχός, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔβλεπα ἐγώ, ἄν τό καταλάβαινε καί ἐκεῖνος ἐκείνην τήν στιγμή. Βέβαια, αὐτό πού σᾶς λέω τώρα, δέν μποροῦσα τότε, ὄχι νά τό σκεφθῶ, ἀλλά καί νά μοῦ τό λέγανε δέν θά καταλάβαινα τίποτε. Ἀλλά, αὐτό ὅμως εἶναι ἄλλη παράγραφος, τό πῶς δηλ. γίνεται ἡ θέα τοῦ θείου Φωτός, ποιοί εἶναι οἱ τρόποι, ποιές περιπτώσεις ὑπάρχουν καί πῶς αὐτό τό θεῖο Φῶς μπορεῖ νά ἀντανακλᾶται καί στήν ὑπόλοιπη λογική καί ἄλογη κτίσι. Αὐτό, εἶναι ἕνα ἄλλο κεφάλαιο, πού θέλει σειρά ὁμιλιῶν.
Ἐκεῖνος ὁ μοναχός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, κατ᾽ εὐθείαν σέ ἀνάγει, τηρουμένων βέβαια τῶν ἀναλογιῶν ἐννοεῖται, σ᾽ αὐτόν τοῦτον τόν θεόπτη Μωϋσῆ, πού ὅταν πῆρε τίς Δέκα Ἐντολές εἰς τό ὄρος Σινᾶ, εἰς τήν ἁγία Κορυφή, τόσο ἔλαμπε τό πρόσωπό του, πού κανείς δέν μποροῦσε νά τόν κοιτάξη κατάματα. Ἤ, σοῦ δίνει μιά πρώτη, ἐξωτερική πάντα, γεύσι, γιά τό πῶς θά ἦταν ὁ Χριστός, πάντα τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν γιά νά μή γίνη καμμία παρερμηνεία, κατά τήν Μεταμόρφωσι. Πῶς θά ἦταν ὁ Χριστός κατά τήν Μεταμόρφωσι, ἡλίου τηλαυγέστερον, πού καί τό πρόσωπό Του ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος, ἀλλά καί τά ροῦχα Του εἶχαν γίνει λευκά σάν τό χιόνι, καί, γοητευμένοι οἱ τρεῖς πρόκριτοι τῶν Μαθητῶν, ἔπεσαν κάτω μή ἀντέχοντες ''ὁρᾶν αὐτήν τήν ὑπέρ νοῦν'' φωτεινότητα τοῦ Χριστοῦ, τήν φωτεινότητα καί τήν ἡδονή τοῦ θείου Φωτός, μή ἀντέχοντας, τότε, ἡ πήλινη καρδιά τους ἐκείνη τήν θεία ἐμπειρία, ὅπως λέγει ὁ ὑμνογράφος, ''μήπως σύν τῇ ὁράσει καί τό ζῆν ἀπολέσωσιν''. Δηλ., ταυτόχρονα μέ τήν ἐνόρασι τοῦ θείου Φωτός, νά μή χάσουν καί τήν ζωή τους, ἄν καί ὁ Χριστός τότε ἀπεκάλυψε ἀμυδρῶς δηλ. μικρό μέρος ἐκ τῆς Θεότητός Του καί ὄχι ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητός Του, τό ὁποῖο δέν μετριέται καί δέν μπορεῖ νά ἀποκαλυφθῆ σέ κανένα λογικό κτίσμα, ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων, γιατί εἶναι ἀπείρων πνευματικῶν διαστάσεων.
Λοιπόν, ἐκεῖνος ὁ μοναχός σέ συνδέει, μέ τόν πειστικώτερο τρόπο, γενικώτερα, μέ ὅλες τίς μεταμορφώσεις, δηλ. τίς θεοπτίες, στό διάβα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας πού εἶχαν οἱ διάφοροι ἀγωνιστές. Καί, πάνω ἀπ᾽ ὅλα, σέ πείθει καί βεβαιώνει ἐκεῖνο πού λέγουν οἱ Ἅγιοι, καί ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ἴδιο, καί στό παρελθόν, καί στό παρόν, καί στό μέλλον, ὅπως λέγει καί ἡ Γραφή ''ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἴδιος καί χθές, καί σήμερον''.
Δηλ., ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἐμπειρίες, οἱ πνευματικές καταστάσεις, ὁ Θεός θέλει πάντα νά τίς δίνη, ἀλλά τό πρόβλημα εὑρίσκεται σέ ὅλους ἐμᾶς τούς σύγχρονους Χριστιανούς καί ὄχι στόν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι διαχρονικά, πάντα, ἀπροσωπολήπτης. Δέν ὑπάρχει προσωποληψία στόν Θεό, διαχρονικά.
Ὅπως ὁ ἅγιος Σισώης, αὐτό τό ἄνθος τῆς ἐρήμου, πού τόν ἑορτάζομε τόν Ἰούλιο, ὅταν εἶχε πλησιάσει στό τέλος του, ἔλαμψε τό πρόσωπό του καί τό ἀντελήφθησαν αὐτό, αὐτήν τήν λάμψι, οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι, ἄν καί ὁ ἴδιος παρακαλοῦσε τόν Θεό νά μή τόν πάρη τότε, ἀλλά νά τόν ἀφήση λίγο καιρό γιά νά στενάξη, γιά νά μετανοήση, γιά νά βάλη ἀρχή μετανοίας. Καί, ὅταν κάποιοι τοῦ εἶπαν ''τί μπορεῖς νά κάνης τώρα ἐσύ πού εἶσαι γέρων;'', τούς εἶπε ''μπορῶ νά στενάξω, καί αὐτό μοῦ ἀρκεῖ''. Αὐτό θά πῆ ''Ὀρθοδοξία''! Νά εἶσαι κοντά στόν Θεό, καί νά αἰσθάνεσαι πραγματικά ὅτι δέν ἔχεις βάλει κἄν ἀρχή μετανοίας.
Καί γιά νά μιλήσωμε ἀκόμη πιό θεολογικά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ μοναχός ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε, γενικά θά λέγαμε, τήν ἐξωτερική βεβαιότητα γι᾽ αὐτό πού διακηρύσσει καί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία μας. Ὅτι δηλ. τί; Ὅτι μπορεῖ νά μετάσχη ὁ ἄνθρωπος, ὅπως λένε, στίς ''ἄκτιστες ἐνέργειες'' τοῦ Θεοῦ, νά κολυμπήση δηλ. στήν θεία Χάρι,  ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στίς περίφημες ἡσυχαστικές ἔριδες, νομίζω τοῦ 14ου αἰῶνα, τότε πού συγκρούστηκε δηλ. οὐσιαστικά ἐν προσώπῳ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί ἄλλων βέβαια, ἡ γνήσια Ὀρθόδοξη διαχρονική πνευματικότητα μέ τήν ψευδοπνευματικότητα τῶν Δυτικῶν, μέ ἐκπροσώπους τότε τόν Βαρλαάμ τόν Καλαβρό, τόν Γρηγορᾶ, καί ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θέλησαν νά ἀλλοιώσουν τήν ἅπαξ παραδοθεῖσα Ὀρθόδοξη πνευματικότητα.
Ὅπως, λοιπόν, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, στόν Θεό δέν φθάνομε μέ τούς συλλογισμούς, μέ τήν διαλεκτική, ἀλλά μέ τήν ἐμπειρία. Δέν ἀρκοῦν οἱ σκέψεις. Ὁ Θεός εἶναι ὑπέρλογος. Εἶναι ἔξω ἀπό τά σχήματα καί τίς παραστάσεις τοῦ κόσμου. Ἀλλά, φθάνομε μέ τήν ἐμπειρία καί μέ τήν θεοπτία, πού, φυσικά, αὐτή, ἡ θεοπτία, εἶναι ἀσχημάτιστη καί δέν ἔχει σχέσι, φυσικά, μέ τά διάφορα ψευτοοράματα διαφόρων, πού εἶναι προϊόντα, ἤ αὐθυποβολῆς, ἤ φαντασίας, ἤ καί ψυχοπάθειας, ἤ καμουφλαρισμένης δαιμονικῆς ἐνέργειας.
Ἀλλά, γιά ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα εἶναι διάχυτα, δυστυχῶς, στήν ἐποχή μας, θά ἀναφερθοῦμε κάπως πιό ἀναλυτικά σέ κάποια ἄλλη συνάφεια, πρῶτα βέβαια ὁ Θεός.
Λοιπόν, ἡ ἐν Θεῷ σύγκρασις... Αὐτό εἶναι, νά γίνωμε ἕνα κράμα μέ τόν Θεό. Ἤ, ὅπως λέγει ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης, '' Νά φθάσωμε σέ συνουσία... μετά τοῦ Θεοῦ''! Ἀκοῦστε ρεαλισμός, τολμηρότης! Ποῦ νά τολμήσωμε ἐμεῖς νά μιλήσωμε σήμερα ἔτσι! Θά παρεξηγηθοῦμε. Εἶναι συνουσία, λέγει ὁ Ἅγιος, συνεύρεσις δηλ. μετά τοῦ Θεοῦ, σέ ὅλες τίς πνευματικές, ἐμπειρικές, διαστάσεις, ὄχι διανοητικές ἤ συναισθηματικές, ἀλλά πραγματικές ἐμπειρίες πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὅταν μετέχη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι συνεύρεσις μετά τοῦ Θεοῦ. Τί καταπληκτικός λόγος!
Εἶμαι σίγουρος, ὅτι ἡ θέα ἐκείνου τοῦ μοναχοῦ στήν κατάστασι πού ἡ Θεία Πρόνοια ηὐδόκησε νά τόν πετύχωμε, ξεπερνᾶ κάθε ὡραιότητα τῆς παρούσης ζωῆς, εἴτε αὐτή εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι ἁμαρτωλή καί παράνομη, ἀνεξαρτήτως δηλ. τοῦ ἄν εἶναι νόμιμη ἤ ἄνομη.
Λοιπόν, συναισθανόμενος τήν δική μου ἀδυναμία, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὕστερα ἀπό τά προαναφερθέντα, μέ ἀφορμή βέβαια αὐτήν τήν μετακίνησι πού μᾶς ἔκανε ὁ Σεβασμιώτατος, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν προτιμώτερο γιά μένα νά εὑρίσκωμαι στό Μοναστήρι συνεχῶς γιά νά πενθῶ τόν ἑαυτό μου ἄχρι καιροῦ. Ἄλλωστε, αὐτό θά πῆ ''μοναχισμός''. Θά πῆ νά πάσχη ὁ μοναχός γιά τίς ἁμαρτίες του καί νά προσεύχεται γιά ὅλη τήν οἰκουμένη. Αὐτός εἶναι ὁ γνήσιος Ὀρθόδοξος μοναχισμός. Καί, ἄν γίνεται σωστά, ἡ προσφορά του εἶναι πολυτιμώτατη.
Καί, αὐτήν τήν στιγμή, ἐντελῶς αὐθόρμητα, μοῦ ἔρχεται ἡ στάσι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού, ἄν καί εἶχε ἐμπειρίες - καί τί δέν εἶχε ! -, παρά ταῦτα, πάντα ἀπέφευγε τίς διοικητικές μέριμνες, εὐθύνες, ἔστω καί ἄν αὐτές ἦταν ἐκκλησιαστικές. Καί, ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: ''Μεῖζον μου, ἡ ἀπραξία''. Δηλ., τό ἀνώτερο γιά μένα εἶναι ἡ ἐν Θεῷ ἀπραξία, δηλ., ἡ μελέτη καί ἡ προσευχή. Μία ''ἀπραξία'' πού εἶναι προϊόν καί συνισταμένη πολλῶν πνευματικῶν παραγόντων, πού τώρα δέν εἶναι βέβαια τῆς παρούσης ὥρας νά τίς ἀναφέρωμε καί νά τίς ἀναλύσωμε, ποιά εἶναι ἡ κατά Θεόν δηλ. ἀπραξία καί ἡ ἡσυχία.
Ἀλλά, δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγη, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι, τελικά, σέ κάτι τέτοιους, ἁγίους Γρηγορίους Θεολόγους, ἁγίους Μαξίμους, καί ὄχι μόνο, στηρίχθηκε ἡ Ὀρθοδοξία μας, σέ δύσκολες, σέ δυσκολώτατες περιόδους, ἤ μᾶλλον, πιό ὀρθά, κάτι τέτοιους ἔκρινε καί ἐχρησιμοποίησε ἡ Θεία Πρόνοια γιά τό καλό τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅταν ἐμεσολάβησε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ φίλος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καί ἔγινε ἐπίσκοπος Σασίμων, τόσο πολύ στενοχωρέθηκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος, πού, τί νά σᾶς πῶ... Ἔλεγε χαρακτηριστικά, μεταξύ τῶν ἄλλων - βέβαια, νά μή παρερμηνεύσωμε αὐτό πού ἔλεγε. Ἔλεγε: ''Ἔπαψα νά πιστεύω στήν φιλία''. Ἐθεωροῦσε δηλ., ὅτι τοῦ ἔκανε ὁ πραγματικός του φίλος - πού ὄντως ἦταν φίλος του ὁ Μέγας Βασίλειος - τό μεγαλύτερο κακό πού μποροῦσε νά τοῦ κάνη. Καί, τότε, βέβαια, ἔφυγε στόν Πόντο γιά προσωπική ἄσκησι, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
Ὑπῆρξε περίοδος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πού, ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, εἶχαν καταλάβει ὅλες τίς ἐκκλησίες τῆς Κωνσταντινουπόλεως οἱ Ἀρειανοί. Τότε, οἱ λίγοι Ὀρθόδοξοι πού ὑπῆρχαν, γιά νά βγοῦν ἀπό τό ἀδιέξοδό τους, ἐκάλεσαν τόν Γρηγόριο στήν Κωνσταντινούπολι. Καί μάλιστα, ὅταν τόν εἶδαν καταβεβλημένο καί καμπουριασμένο καί καχεκτικό ἀπό τήν πολλή ἄσκησι, ἀκόμη καί ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι πού τόν ἐκάλεσαν, μέ τήν πρώτη ματιά, ἀπεγοητεύθησαν. Ἀναρωτήθηκαν, αὐτός θά μᾶς σώση....; Μή ἔχοντας, μάλιστα, τότε διαθέσιμη Ὀρθόδοξη ἐκκλησία, φτιάχθηκε, τρόπον τινά, μία παράγκα, πού ὠνομάσθηκε ''Ἁγία Ἀναστασία''. Καί τότε, ὅταν ἄρχισε τίς πνευματοφόρες ὁμιλίες του, ὁ ἅγιος Γρηγόριος - εἶναι γνωστοί οἱ πέντε Θεολογικοί του Λόγοι - τότε τά πράγματα ἄλλαξαν. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἐγοητεύθησαν καί ἐκυριάρχησε ἡ ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ Ὀρθοδοξία δηλ.
Ὅταν, στήν ἀρχή, μιλοῦσε ἀπό τήν Ἁγία Ἀναστασία, ἔλεγε, μεταξύ τῶν ἄλλων: ''Αὐτοί, οἱ αἱρετικοί δηλ., οἱ Ἀρειανοί, ἄς ἔχουν τούς οἴκους, τίς ἐκκλησίες, - πού, ἄν δέν ὑπάρχη σωστή λατρεία δέν σώζουν οἱ ἐκκλησίες, αὐτές καθ᾽ ἑαυτές -, ἐμεῖς ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι ἄς κρατήσωμε τήν ἀλήθεια, ἄς κρατήσωμε τόν Ἔνοικο''. Ποιός εἶναι ὁ ''Ἔνοικος''; Ἐννοεῖται, ὁ Χριστός. Καί, ὅταν, μετά ἀπό χρόνια, σύν Θεῷ, κατάφερε καί ἔκανε ὅλες τίς ἐκκλησίες Ὀρθόδοξες, καί συνέβη κάποιος πειρασμός -ἄς μή τό ἀναφέρωμε τώρα καί ξεφύγωμε ἀπό τό θέμα -, πῆρε τήν εὐθύνη ἐπάνω του, πικραμένος, βέβαια, κατά ἄνθρωπον, καί ἔλεγε: ''Γιά μένα, ἐξ αἰτίας μου, γίνεται αὐτή ἡ ἀναταραχή;'' Καί θυμήθηκε ἐκεῖ τόν Προφήτη Ἰωνᾶ πού ἔπεσε στήν θάλασσα, καί εἶπε, ἐν κατακλεῖδι, μεταξύ τῶν ἄλλων, στούς Ὀρθοδόξους πλέον Χριστιανούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τούς εἶπε: '' Ἀκοῦστε, ὅταν ἦλθα, δέν ὑπῆρχε ἐκκλησία Ὀρθόδοξη. Τώρα, μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχει ἐκκλησία τῶν Ἀρειανῶν. Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θέλω καί μένα νά μέ ἀμείψετε. Καί τό δῶρο πού θέλω νά μοῦ κάνετε - ἀκοῦστε, ἀκοῦστε - εἶναι νά με ἀφήσετε νά φύγω, νά ξαναπάω πάλι στήν ἡσυχία''. Καταλαβαίνετε, τότε, τί ἔγινε...
Κάτι ἀνάλογο ἔκανε καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, πού, ὡς ἐπίσκοπος Νινευί, ἔμεινε, νομίζω, μία ἡμέρα, ἤ δύο τό πολύ στήν ἐπισκοπή του, κατά κυριολεξίαν. Ὅταν εἶδε δύο Χριστιανούς νά τσακώνωνται, πού ὁ ἕνας χρωστοῦσε στόν ἄλλον, καί ὁ δανειστής ἐκεῖνος πού ἤθελε καί ἀπαιτοῦσε, μέ τρόπο ὄχι σωστό, νά πάρη τά χρήματα ἀπό κάποιον φτωχό πού δέν εἶχε νά τόν ξεχρεώση, εἶπε στόν ἅγιο Ἰσαάκ: ''Ἔ, τώρα, τί λέει τό Εὐαγγέλιο....'', γιατί, πιό πρίν, τοῦ εἶχε πῆ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ: ''Μά, ἀδελφέ μου, τό Εὐαγγέλιο λέει τό α´, τό β´, κλπ., καταλαβαίνετε... Καί, ὅταν ἄκουσε ὁ ἄγιος Ἰσαάκ, ὅτι ἐκεῖνοι δέν ὑπελόγιζαν τό Εὐαγγέλιο, λέγει: ''Αὐτοί, τό Εὐαγγέλιο δέν σέβονται, θά σεβασθοῦν ἐμένα;'' Καί, ἀμέσως, βέβαια, ὑποκινούμενος ἀπό τήν θεία Χάρι καί φωτιζόμενος ἀπό Αὐτήν, ξαναέφυγε εἰς τήν ἔρημο καί εἰς τήν προσφιλῆ του ἡσυχία.
Λοιπόν, ἄν ἕνας Ἅγιος Γρηγόριος εἶχε ἀνάγκη τῆς ἡσυχίας καί τήν θεωροῦσε ἀνωτέρα, κι ἄν ἕνας Ἅγιος Ἰσαάκ, πού, μόνο μέ τό σύγγραμμά του, πόσους καί πόσους δέν ἔχει ὠφελήσει, διαχρονικά, ἄν αὐτοί ὅλοι, οἱ ὁποῖοι, μέ τόν α´ ἤ β´ τρόπο, ἀνεδείχθησαν ὄργανα τῆς θείας Προνοίας καί ἔσωσαν τήν Ὀρθοδοξία εἶχαν ἀνάγκη τῆς ἡσυχίας, τότε τί νά ποῦμε ὅλοι ἐμεῖς, πού ἀνοήτως νομίζομε, καμμιά φορά, ὅτι ἀπό ἐμᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος....
Κάτι ἀνάλογο, ἔκανε καί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, πού ἔμεινε ἔγκλειστος γιά κάποιο διάστημα.
Ἀλλά, τί λέγω; Ὄχι μόνον οἱ παλαιότεροι, ἀλλά καί ἀκόμα καί ὁ γνωστός σας, γι᾽ αὐτό καί τόν ἀναφέρω καί πιό συχνά, πατήρ Παΐσιος, ὅταν ἀσκήτευε, πιό νέος, ὡς μοναχός στό Σινᾶ, γιατί ἦταν καί Σιναΐτης, ἔξω φυσικά ἀπό τήν ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, εἰς τήν ἁγία Ἐπιστήμη τότε, ἔβαζε διάφορα ἐμπόδια στόν δρόμο πρός τό Κελλί του. Ἔβαζε νεκροκεφαλές, καί διάφορα κόκκαλα, νομίζω, κλπ., στόν δρόμο πρός τό Κελλί του γιά νά νομίζουν οἱ περαστικοί ὀρειβάτες, τουρίστες, κλπ., ὅτι ἐκεῖ, ἡ περιοχή, εἶχε κινδύνους, ὥστε νά μή  πηγαίνουν ἀπό ἐκεῖ καί τόν ἐνοχλοῦν ἄνευ λόγου. Καλά-καλά, πολλές φορές, δέν πήγαινε οὔτε καί στήν ἐκκλησία, στό Καθολικό δηλ. τῆς Μονῆς, βέβαια, αὐτό δέν ἰσχύει καθόλου γιά μᾶς, ἄς μήν ἐπηρεασθοῦμε. Προτιμοῦσε δηλ., κάποιες φορές, τήν ἡσυχία ἀκόμη καί ἀπό αὐτήν τήν λειτουργική σύναξι. Ἀλλά, εἴπαμε, αὐτό ἴσχυε μόνο γιά τόν π. Παΐσιο καί γι᾽ αὐτούς πού εἶναι στά δικά του μέτρα.
Καί ἔλεγε, σχετικά μέ τό θέμα αὐτό, ὁ μακαριστός Γέροντας: '' Ἄν ἔχης μία ὡραία πατάτα καί τήν φᾶς, μικρό τό ὄφελος. Ἔφαγες μιά πατάτα. Ἄν αὐτήν τήν πατάτα, ὄμως, τήν θάψης γιά λίγο καιρό στό χῶμα, ἐννοεῖται μέ ὅλες τίς σωστές ἀγροτικές προδιαγραφές, τότε σέ λίγο θά βγάλης πολλές πατάτες. Τί ἐννοοῦσε μέ τό χαριτωμένο αὐτό παράδειγμα του; Ὅτι, ἐάν κάποιος τραβηχθῆ, κατά Θεόν, στήν ἡσυχία, γιά ἄσκησι καί μόνωσι, μέ σωστό βέβαια φρόνημα - γιατί τίποτε στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτοσκοπός -, αὐτό, ὄχι μόνο δέν θά εἶναι ζημιά, ἀλλά θά εἶναι μεγάλο ὄφελος, καί προσωπικό, καί κοινό, γιά ὅλο δηλ. τό πλήρωμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
Ὅμως, ὁ Σεβασμιώτατος, τελικά, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, ὑπερεκτιμᾶ τίς ἀνύπαρκτες ἱκανότητές μας, καί, γνωρίζοντας, ἀναμφισβήτητα, καλύτερα ἀπό μᾶς, τόν εὐσεβῆ σας πόθο γιά θεῖο λόγο, ἔκρινε, πρός τό παρόν τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι συμφερώτερο γιά ὅλους μας ἡ ἐδῶ παραμονή μας τήν ἡμέρα αὐτή γι᾽ αὐτές τίς συνάξεις.
Ὁπότε, καί ἐμεῖς, κάνομε μέ τήν σειρά μας, ὑπακοή, ἀναμφισβήτητα, παρά ταῦτα, ἀγαλλομένῳ ποδί.... Ἄλλωστε, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ὑπακοή εἶναι νά τολμᾶς πράγματα πού διατάσσεσαι, πού ξεπερνοῦν τήν δύναμί σου, γνωρίζοντας ὅτι ἄλλοι θά ἀπολογηθοῦν γι᾽ αὐτό στό φρικτό βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, γι᾽ αὐτό ἔχομε καί τήν εὐλογία τῶν Γεροντάδων καί τήν προτροπή, ὄχι μόνο τήν εὐλογία.
Εἴμαστε σήμερα ἐδῶ γιά νά καταθέσωμε εἰς τήν ἀγάπη σας, ὄχι βέβαια τήν ἰδική μας σχεδόν ἀνύπαρκτη ἐμπειρία, ἀλλά τήν ἐμπειρία τόσων καί τόσων ἁγίων ἀνδρῶν πού συναντήσαμε ὄντως στό διάβα τῆς ταλαιπώρου μας ζωῆς, κατά τό λόγιον ὅτι ''δέν εἶμαι μοναχός, κατ᾽ ἀντιστοιχίαν Χριστιανός, ἀλλά εἶδα πραγματικούς μοναχούς - Χριστιανούς''. Καί ἐλπίζομε, ὅτι αὐτή μας ἡ κατάθεσις θά μετριάση κάπως τό ὑστέρημα τῆς ἰδικῆς μας ἐν γένει πνευματικῆς ἀνωριμότητος καί ἀγνωσίας.
Τώρα, αὐτά, ἦσαν εἰσαγωγικά. Στό σημεῖο αὐτό, νά σᾶς ἐνημερώσω, ὅτι στά πρῶτα μαθήματα τῶν συνάξεών μας ἐδῶ, θά ἀσχοληθοῦμε μέ ἕνα καυτό, πρακτικό καί πολύ ὠφέλιμο θέμα, τῆς λεγομένης ''μονολόγιστης εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ''. Τό ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν'', ἤ, πιό ἁπλᾶ, τό ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''.
Θά ἀναφερθοῦμε καί θά ἀποδείξωμε, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή δέν εἶναι ἁπλῶς μία προτροπή τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι ἐντολή, καθ᾽ ὅ,τι ἐμπεριέχεται εἰς τήν γενικωτέρα ἐντολή περί προσευχῆς, τό γνωστό μας ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι'', καί ὅτι δέν ἀπευθύνεται, παρακαλῶ, αὐτή ἡ προσευχή, μόνο σέ μοναχούς, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς λαϊκούς. Σέ ὅλους τούς Χριστιανούς.
Τό νά πιστεύουν κάποιοι τό ἀντίθετο, αὐτό εἶναι μέγα λάθος. Ὑπῆρχαν, μέσα στό πέρασμα τῆς ἱστορίας, καί στίς μέρες μας, ὑπάρχουν Χριστιανοί πού ἀσχολοῦνται πολύ μέ τήν προσευχή καί ἔχουν δεῖ πολλούς πνευματικούς καρπούς. Τό ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι'' εἶναι ἐντολή, δέν εἶναι πολυτέλεια, καί εἶναι γιά ὅλους τούς Χριστιανούς. Καί, ὁ ἀγῶνας, καί τῶν λαϊκῶν, καί τῶν μοναχῶν, ἄς μή νομίζετε ὅτι ἔχει πάρα πολλές διαφορές. Βέβαια, ὁ μοναχός ἀπομονώνεται καί ὑπόσχεται τήν παρθενία, ἀναμφισβήτητα, τήν ἐξειδικευμένη - ἄς τό ποῦμε ἔτσι, καί μή τό παρερμηνεύσετε - ὑπακοή στόν Γέροντά του, πού ἀπό πρίν ἐλεύθερα ἐπιλέγει, καί τήν ἀκτημοσύνη. Ἀλλοίμονο, ἄν ὁ μοναχός ἔχη περιουσία, καί ἀλλοίμονο ἄν ὁ μοναχός καυχιέται μέσα του γιά κάποια περιουσία, ἤ ἔχη πόνο καί καϋμό νά κάνη πολλές ἐλεημοσύνες. Τό ἀνώτερο δηλ. εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη γιά τούς μοναχούς.
Ἐπί πλέον, θά ἀναφερθοῦμε στό ποιά εἶναι αὐτά τά στάδια τῆς προσευχῆς, τό ὅτι δηλ. πρέπει νά τήν λέμε ψιθυριστά, στήν ἀρχή, μετά νοερά, καί μετά, μακάρι-μακάρι, καί καρδιακά. Θά ἀναφερθοῦμε ἐπίσης στά ἑξῆς: Ποιά εἶναι ἡ μέθοδος τῆς προσευχῆς, ποιά εἶναι τά πλεονεκτήματα, τά ἐπί πλέον πλεονεκτήματα πού ἔχει αὐτή ἡ προσευχή ἔναντι τῶν ἄλλων προσευχῶν πού ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Βέβαια, ὅλες οἱ προσευχές εἶναι ἁγιοπνευματικῆς προελεύσεως, δέν τό συζητᾶμε. Καί ἡ ψαλμωδία χρειάζεται, καί ἡ προσευχή χρειάζεται, καί ἡ νοερά προσευχή χρειάζεται, θά τά ἐξηγήσωμε αὐτά. Ποιοί εἶναι οἱ πειρασμοί της, στήν ἀρχή, οἱ δυσκολίες της, οἱ ὑπέρ νοῦν χαρές της, καί, τέλος πάντων, ὅ,τι ἀφορᾶ αὐτήν τήν προσευχή.
Βέβαια, δέν ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι οἱ ὁμιλίες μας αὐτές ἀπευθύνονται σέ λαϊκούς καί θά εἴμαστε πιό διακριτικοί στό θέμα αὐτό, ὅσο μποροῦμε βέβαια, καί ἴσως, στό ἀπώτερο μέλλον, ἀφοῦ κάνωμε αὐτές τίς πρῶτες 6-9 συνάξεις γιά τήν προσευχή, ἀργότερα, ἄν χρειασθῆ, μποροῦμε νά ποῦμε καί κάποια ἐπί πλέον συμπληρωματικά στοιχεῖα γιά τήν προσευχή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ.
Αὐτά, γιά σήμερα, εἴχαμε νά ποῦμε, ἐντελῶς εἰσαγωγικά, εἰς τήν ἀγάπη σας, καί εὐθύς τό ἑπόμενο Σάββατο, τήν ἴδια πάντα ὥρα, 6-7 μ.μ. δηλ., ἐδῶ στόν ἱερό ναό τῆς Παναγίας Δεσποίνης, θά μποῦμε καί θά κάνωμε τήν πρώτη μας ὁμιλία γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ.
Τώρα, στό σημεῖο αὐτό, δέν ξέρω, ἄν ἤθελε κανείς νά ρωτήση κάτι. Παρακαλῶ, ἐλεύθερα, νά μή ντρέπεσθε. Ἄλλωστε, ὅλοι σχεδόν μέ ξέρετε, ἄν καί βλέπω καί ἀρκετούς καινούργιους, ἀλλά, τέλος πάντων, σχεδόν οἱ πιό πολλοί μέ ξέρετε καί σᾶς ξέρω, καί γνωρίζεσθε καί μεταξύ σας, ὁπότε δέν ὑπάρχει θέμα ντροπῆς. Πολλές φορές, ἀπό τήν πιό ἁπλῆ ἀπορία ἤ ἐρώτησι μπορεῖ νά βγῆ καί κάτι πολύ πιό ὠφέλιμο ἀπ᾽ ὅ,τι θά ἔβγαινε ἀπό μιάν ἐμπεριστατωμένη, ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐρώτησι.


Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999)

Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής

Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής



Πρϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ
Ὅπως εἴχαμε παραγγείλει στήν πρώτη μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἀπό σήμερα θά ὁμιλήσωμε γιά τήν προσευχή, καί ἰδιαίτερα γιά ἕναν ξεχασμένο δυστυχῶς τρόπο προσευχῆς. Πρόκειται γιά τήν μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» ἤ, πιό περιληπτικά, πιό συμπεπυκνωμένα, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Πρίν ὅμως ἀναφερθοῦμε σέ αὐτόν τόν ἁπλό, ἀλλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχῆς, κρίνομε ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ποῦμε λίγα εἰσαγωγικά περί προσευχῆς, τά ὁποῖα πρέπει στοιχειωδῶς νά γνωρίζωμε, οὕτως ὥστε νά μεγιστοποιήσωμε τήν πολλαπλῆ καί πολυδιάστατη ὠφέλεια, πού θά προέλθη ἀπό τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἰδικά.
Μέγιστο προνόμιο στόν ἄνθρωπο εἶναι  ἡ προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει ἀνάτασι στόν οὐρανό καί διάλογος καί προσωπική ἐπικοινωνία μας καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό. Ὡς πρός τήν ποιότητά της, εἶναι συνουσία μετά τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾽ ὅσον συνάπτεται ὁ ἄνθρωπος μετά τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέ τίς ἄκτιστες θεϊκές ἐνέργειες.
Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές. Καί βέβαια, εἶναι ἀπό τίς πιό βασικές. Μέ τήν προσευχή  βελτιωνόμαστε στήν τήρησι τῶν ἐντολῶν. Ἀλλά καί ἀντίστροφα μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν προαγόμαστε στήν προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ὅλης πνευματικῆς μας πορείας. Καί γιά νά γίνη εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό, πρέπει κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, νά τηρηθοῦν ὁπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, ἄν δέν τηρηθοῦν, ὄχι μόνο δέν θά φθάνη στόν οὐρανό, δέν θά εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσευχή μας, ἀλλά δέν θά ἀνεβαίνη πάνω ἀπό τό κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δέν θά ξεπερνᾶ σέ ὕψος, ὅπως ἔλεγε χαριτολογῶντας ὁ π. Παΐσιος, οὔτε καί αὐτό τοῦτο τό ἴδιο μας τό κεφάλι.
Ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Γέρων Παΐσιος: ''Μέ τήν τακτική πού ἀκολουθεῖς, ἡ προσευχή σου, ὄχι ἁπλῶς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἀλλά μένει, σέ ὕψος, κάτω καί ἀπό τό ἴδιο σου τό κεφάλι''. Κάτι ἀνάλογο ἔλεγε ὁ Γέροντας καί σέ κάποιον ἄλλον, πού ἔλεγε τήν ''εὐχή'' ὄχι σωστά, ἀλλά μέ ἕναν τρόπο ἀνάρμοστο, ὄχι ἥρεμο καί νηφάλιο, πού νά χωνεύη τήν προσευχή, τήν ἔλεγε μέ μία μανία, ὄχι κατά Θεόν, μ᾽ ἕναν τρόπο ἀφύσικο, μ᾽ ἕναν τρόπο  πού δημιουργοῦσε ἄγχος, πού δημιουργοῦσε ἕνα στύλ μή πνευματικό... Ὡς ἐκ τούτου, οὔτε ''εὐλογεῖτε'' ἔλεγε  αὐτός ὁ ἄνθρωπος, σέ ἐκείνους πού ἔβρισκε στόν δρόμο, γιά νά μή χάση τήν προσευχή, τήν ἔλεγε δυνατά, πολύ δυνατά, μ᾽ ἕναν τρόπο, τέλος πάντων, ὄχι σωστό. Ὅταν λοιπόν τόν ρώτησε ὁ π. Παΐσιος, ἀπό ἀγάπη βέβαια - ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τότε, ἦτο δόκιμος μοναχός - «Τί κάνεις ἐδῶ ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ «Γέροντα, λέω τήν ''εὐχή''». «Ποιά "εὐχή" εὐλογημένε; Ἔτσι λέγεται ἡ ''εὐχή''; Μέ αὐτό πού κάνεις, πρόσεξε, μή δαιμονισθῆς», τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος καί τόν συμβούλευσε κάποια σχετικά πράγματα.
Πρέπει νά προσέξωμε λοιπόν, μήπως ἐνῶ προσευχώμαστε ἀρκετή ὥρα, γιά κάποιο λόγο, ἡ προσευχή μας δέν πετάει στόν οὐρανό.
Οἱ προϋποθέσεις τῆς προσευχῆς εἶναι ἀνεξάντλητες, ἀλλά κάποιες ἀπό αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς:
Κατ᾽ ἀρχήν, θά πρέπη νά γίνεται ἡ προσευχή μας μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ βαθειά αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καί ἐξιδανικεύσεις τῶν πτώσεών μας, τῆς ὄχι σωστῆς συμπεριφορᾶς μας. Καί αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερές μας προσωπικές τραγωδίες, ὅτι δηλαδή συνεχῶς δικαιολογούμαστε, ὄχι μόνο μέσα μας, ἀλλά καί ἔξω μας, στούς ἄλλους, κι ἔτσι χάνομε καί αὐτόν τόν λίγο κόπο πού καταβάλλομε στόν προσωπικό μας καθημερινό ἀγῶνα.
Μέ μία λοιπόν λέξι, λέμε ὅτι ἡ προσευχή μας θά πρέπη νά εἶναι ''τελωνική'': ''Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ''. Ἔστω κι ἄν δέν καταλαβαίνωμε ἐντελῶς τήν ἐνοχή μας, ἄς κάνωμε μία προσπάθεια, ὥσπου νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς ὁ Θεός.
Ἐπίσης, δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας. Αὐτό, ἐκφράζεται ποικιλλοτρόπως, ἀλλά ἄς ποῦμε μόνο δυό-τρεῖς περιπτώσεις. Ἐκφράζεται διάχυτα στό ''Πάτερ ἡμῶν''. Δηλαδή ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά μᾶς συγχωρήση ὁ Κύριος εἶναι νά συγχωροῦμε ἐμεῖς τούς ἄλλους, τούς ὁποιουσδήποτε ἄλλους, ἀνεξαρτήτως τί μᾶς ἔκαναν.  Καί τοῦτο, γιατί ἀκοῦμε πολλές φορές: «Ξέρεις, πάτερ μου, τί μοῦ ἔκανε αὐτός καί μοῦ λές νά τόν συγχωρήσω, νά τοῦ πῶ ''καλημέρα'';» Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι, ἐμεῖς πρέπει νά τούς συγχωροῦμε. Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζομε καί στήν ἀκολουθία πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως, τί λέμε, μεταξύ τῶν ἄλλων; «...Πρῶτον, καταλλάγηθι τοῖς σέ λυποῦσι...», κλπ.
Βέβαια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποχρεούμεθα νά ἔχωμε σχέσι μέ ὅλους. Ἄλλωστε, αὐτό καί πρακτικῶς δέν εἶναι δυνατόν καί δέν ἔχει καμμιά ἔννοια, καί, πολλές φορές εἶναι καί βλαβερό, πάρα πολύ βλαβερό, μάλιστα. Ἐπίσης, δέν εἶναι δυνατόν νά ταιριάζωμε ὅλοι μέ ὅλους. Εἶναι θέμα ἰδιοσυγκρασίας καί ὑπεισέρχονται καί πολλοί ἄλλοι παράγοντες. ''Δικαίωμά τους - ἄς μιλήσωμε μέ μιά σύγχρονη λέξι -, καί δικαίωμά μας''. Ὅμως, ἐκεῖνο πού δέν δικαιούμαστε, μέ τήν πνευματική ἔννοια, εἶναι νά ραδιουργοῦμε, νά κατακρίνωμε, νά περιφρονοῦμε, ὅσους δέν ταιριάζομε ἤ μέ ὅσους δέν ἀναπαυόμαστε. Καί μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή συνέχεια ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό τό θέμα, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί πάλι ὅμως, δέν πρέπει νά ὑπάρχη παρρησία, οἰκειότητα μᾶλλον, γιατί αὐτό δημιουργεῖ πολλές, μετέπειτα, ἄσχημες παρενέργειες, πνευματικές - καί ὄχι μόνον -, κοινωνικές, ψυχολογικές, καί γιατί ὄχι καί ὀργανικές. Λοιπόν, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί μέ ὅποιον δέν ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό μακρυά, ἀπό μιά δηλαδή κάποια ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε πλεῖστες ὅσες διαταραχές ποικίλλου περιεχομένου, εἴτε αὐτός εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συγγενής, εἴτε εἶναι συνάδελφος στήν δουλειά, εἴτε, εἴτε, εἴτε...
Μᾶς ἔλεγε σχετικά ὁ Γέρων Παΐσιος, «Ὅταν θέλης νά ἑνώσης δύο ξύλα μεταξύ τους, ἐάν αὐτά τά ξύλα δέν εἶναι καλά ἐναρμονισμένα, πλανισμένα, τότε, ὅσο τά ἑνώνεις μέ βίδα καί παξιμάδι καί σφίγγεις τήν βίδα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι καλά πλανισμένα, ἐναρμονισμένα μεταξύ τους, ὅσο πιό πολύ τά σφίγγεις καί δέν τά ἔχεις λάσκα, τόσο πιό πολύ πετσικάρουν, κλωτσᾶνε. Ἐνῶ, ἐάν ταιριάζουν, εἶναι ἐναρμονισμένα μέ τό πλάνισμα, λίγη κόλλα νά βάλης, ἑνώνονται θαυμάσια». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, πού πάντα εὕρισκε πολύ πετυχημένα παραδείγματα, μέ τά ὁποῖα μποροῦσε, τόν ὁποιονδήποτε προσκυνητή, νά τόν ὠφελήση καί νά τοῦ δώση νά καταλάβη, πιό ὡραῖα, πιό δυναμικά, τό πνευματικό νόημα τό ὁποῖο ἤθελε νά μεταφέρη.
Ἐπίσης, πρέπει ἡ προσευχή νά συνοδεύεται ἀπό κρυφές ἐλεημοσύνες, ὅπως ἔκανε ὁ Κορνήλιος καί εἰσακούσθηκε ἀπό τόν Θεό.  Ὁ Κύριος γενικά ἀρέσκεται πιό πολύ νά βλέπη τόν κρυφό πνευματικό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές ἐλεημοσύνες μας. Καί τί λέγει; Ὁ Κύριος πού βλέπει στό κρυφό... Πρέπει νά ἐλεοῦμε χωρίς ἐμεῖς νά κάνωμε διαφήμισι, δῆθεν γιά νά ὠφεληθοῦν οἱ ἄλλοι, δῆθεν, δῆθεν... Ὅ,τι δικαιολογίες θέλουμε βρίσκουμε καί δέν ἐφαρμόζομε τό εὐαγγελικό λόγιο, ''μή γνώτω ἡ δεξιά τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά''. Λοιπόν, ὁ Κύριος ὅταν βλέπη τόν κρυφό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές μας ἐλεημοσύνες, ὅταν κρίνη, θά τό ἀποδώση εἰς τό φανερόν, ἐάν βέβαια αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, ἄν εἶναι χρήσιμο. Καί, ἔχει ὁ Θεός... Καθόλου νά μή κουραζώμαστε. Ὅσο καί νά κρυβόμαστε ἐμεῖς, πού ἔτσι πρέπει νά κάνωμε, ὁ Θεός, ἄν κρίνη κάποια στιγμή ὅτι εἶναι αὐτό ὠφέλιμο, ἔχει τούς τρόπους νά πληροφορήση τούς ἄλλους.
Ἀλλά, καί γενικώτερα, ὄχι ἁπλῶς ὀφείλομε νά κάνωμε κρυφές ἐλεημοσύνες, ἀλλά νά ἔχωμε καρδίαν ἐλεήμονα. Καρδιά δηλαδή πού νά καίγεται, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ἀπό ἀγάπη γιά ὅλην τήν κτίσι, ἀκόμα καί γι᾽ αὐτά τά ἑρπετά, γιά τά ἄλογα δηλαδή ζῶα. Δέν ὑποφέρει λέει ἡ ἐλεήμων καρδία -ἀκοῦστε λόγο  τρομακτικό- δέν ὑποφέρει νά βλέπη βλάβη τινά στήν δημιουργία. Καί ἡ πιό παραμικρή βλάβη δημιουργεῖ πόνο καί προσευχή γιά τήν ἐλεήμονα καρδία.
Ἐπίσης, ἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν προσευχή εἶναι ἡ ταπείνωσι τοῦ σώματος μέ νηστεία, μετάνοιες, μέ τήν ποικίλλη ἄσκησι, καί σέ ποσότητα, καί σέ ποιότητα. Καί νά μη ξεχνᾶμε, ὅτι ναί μέν ὁ καιρός τῆς νηστείας εἶναι καθωρισμένος στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ καιρός τῆς ἐγκρατείας εἶναι πάντοτε ἐπιβεβλημένος, ἀνάλογα βέβαια κατά περίστασιν. Δηλαδή, καί τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα εἶναι προτιμώτερο νά κάνωμε κάποια ἐγκράτεια στά φαγητά, παρά νά πέσωμε μέ τά μοῦτρα. Ἤ, τίς παραμονές τῆς Τεσσαρακοστῆς, τρῶμε πάρα-πάρα πολύ γιά νά κάνωμε μετά ἴσως καί τριήμερο. Εἶναι προτιμώτερο νά ὑπάρχη πάντα ἕνα πρόγραμμα πιό σταθερό. Ἀλλά, αὐτό τώρα εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα. Πάντως, πρέπει νά ὑπάρχη ἄσκησις. Καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀσκητική.
Ἐπίσης, μία σωστή προσευχή πρέπει νά προβάλλη αἰτήματα πνευματικῆς κυρίως διαστάσεως, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: ''Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα - τά ὑπόλοιπα δηλαδή - προστεθήσεται ὑμῖν''. Θά προστεθοῦν σέ σᾶς. Νά μήν εἴμαστε δηλαδή φθηνοί. Ἀκοῦμε δυστυχῶς, κάποια πράγματα καί λυπόμαστε. Λέγουν κάποιοι: «Προσευχήσου πάτερ γιά τό παιδί μου, ἤ γιατί δίνει ἐξετάσεις ἤ γιά τήν ὑγεία του κλπ....». Ναί, ὅλα αὐτά, εἶναι στήν ζωή. Ὁ πόνος εἶναι μεγάλος τῶν γονιῶν καί τῶν παιδιῶν, ναί, ναί, ναί... Ἀλλά, νά μή μένωμε μόνο ἐκεῖ. Ὅταν μένωμε μόνο ἐκεῖ, εἴμαστε φθηνοί καί δείχνωμε τήν πνευματική μας ρηχότητα. Καί λυπόμαστε, καί γιά τήν ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων, καί γιά τό ὅτι δέν ἔχουν σωστή πνευματική τοποθέτησι. Γιατί, ἄν εἶχαν σωστή πνευματική τοποθέτησι, καί λιγώτερη ἀγωνία θά εἶχαν, καί πιό πολύ θά πετύχαιναν τά καθημερινά τους, καί, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, θά εἶχαν μεγαλυτέρα πνευματική προσωπική πρόοδο.
Ἐπίσης, πρέπει νά προσευχώμαστε μέ πίστι. Ὄχι ἁπλῶς νά πιστεύωμε στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, πού ἐν προκειμένῳ θεωρεῖται δεδομένη, γιατί διαφορετικά δέν ἔχει ἔννοια νά προσευχώμαστε - πῶς μποροῦμε νά προσευχηθοῦμε σέ κάποιον, ἄν δέν πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχη; Ἀλλά, χρειάζεται καί πλήρης ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι τελικά ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἀφήση νά πειρασθοῦμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μποροῦμε νά ἀντέξωμε καί ὅτι θά δώση, τήν κατάλληλη στιγμή, τήν αἰσία ἔκβασι, ἐάν αὐτή βέβαια εἶναι συμφέρουσα γιά τό αἰώνιο συμφέρον μας, καί ὄχι μόνο γιά τό προσωπικό καί προσωρινό μας συμφέρον, γιατί, πολλές φορές, αὐτά τά δύο, δυστυχῶς, μοιραίως ἀντικρούονται.
Ἀπαιτεῖται ἐπίσης Ὀρθοδοξότητα μέσα εἰς τήν προσευχή. Εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: ''Ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν''. Δέν νοεῖται νά εἶσαι αἱρετικός. Κάθε λατρεία προερχομένη ἀπό αἱρετικούς εἶναι ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ.
Ἐπίσης βέβαια, καί ἄλλοι πολλοί παράγοντες εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν κατά τό δυνατόν μεγίστη καρποφορία τῆς προσευχῆς μας. Ὅπως εἶναι τά δάκρυα, ἡ ἐπιμονή, νά εἴμαστε καρτερόψυχοι δηλαδή, καί ὄχι μόνο νά προσευχώμαστε ὅταν μόνο ἔχωμε ὄρεξι - πλάνη μεγίστη αὐτή. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί ἀνεδείχθησαν στόν καιρό τῆς ἀκηδίας. Καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, νά ἐφαρμόζωμε ὅλες τίς ἐντολές.
Ἡ προσευχή δέν εἶνα αὐτοσκοπός, ἀλλά εἶναι ἕνα μέσον νά πλησιάσωμε τόν Θεό. Πρέπει νά ἔχωμε ὡς σκοπό πρώτιστο τήν ἀποβολή, τήν μεταβολή καί τήν μεταστροφή τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι νά κάνωμε προσευχή καί νά κρατᾶμε τά χούγια μας, τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας. Αὐτό εἶναι μεγίστη πλάνη. Καί πολλές φορές, ἀπό τέτοιες προσευχές, ὅταν ἐπιμένωμε νά κρατᾶμε καί τά πάθη μας, καί μάλιστα ἐν συνειδήσει, ἀπό τήν προσευχή τελικά πολλές φορές, δέν ὁδηγούμαστε σέ σωστούς δρόμους. Καί, ἄν τό θέλετε, ὅταν ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἀδυναμίες καί τά πάθη, πού πολλές φορές δυστυχῶς ὑπάρχουν, ἄν δέν προσέξωμε, μπορεῖ νά πέσωμε ἀκόμη καί σέ πλάνη. Ὁ πρῶτος καρπός τῆς προσευχῆς εἶναι νά φωτισθοῦμε νά ἀποβάλλωμε αὐτές τίς ἀδυναμίες μας.
Μέ αὐτές λοιπόν τίς προϋποθέσεις, ἄς ἐξετάσωμε καί ἄς διερευνήσωμε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ πιό δραστική καί ταυτόχρονα ἡ πιό ἀποτελεσματική μέθοδος ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν.
Πρώτιστα, ὁ πρῶτος καί κύριος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Μέ τά χούγια του, τίς ἀδυναμίες του καί τά πάθη του, πού πολλές φορές, ὄχι μόνο ὅλα αὐτά δέν τά ἐντοπίζομε, ἀλλά τά θεωροῦμε καί γιά προτερήματα. Τί νά πρωτοαναφέρωμε... Ὅταν λέμε ''τόν στόλισα'', ''τήν στόλισα'', ''τούς ἔβαλα στήν θέσι τους'', ''τούς τἄψαλα'', ''τούς τακτοποίησα''.... Καί ἕνα σωρό ἀμέτρητα τέτοια πράγματα καί δραματικές καταστάσεις. Ἡ τραγωδία μας καί ἡ μεγίστη ἀδικία πού διαπράττομε κατά τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνομε, καί δέν κάνομε μία προσπάθεια, δυστυχῶς, νά καταλάβωμε, τήν ἐνοχή μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ.
Δεύτερος τώρα ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος, πού ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίει. Σάν λιοντάρι δηλαδή πού βρυχᾶται, μέ τήν πνευματική ἔννοια, ζητᾶ νά δῆ, μέχρι τελευταίας στιγμῆς καί πνοῆς, ποιόν θά καταφέρη νά κατασπαράξη. Ἐννοεῖται, πάντα πνευματικά. Ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ὅπως ἔχομε ξαναπῆ, μοιάζει, λίγο-πολύ, μέ τήν ψυχολογία ἑνός κακοῦ μαθητῆ. Ὁ ὁποῖος, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐπειδή ἔμεινε στήν ἴδια τάξι, ὄχι ἀπό κάποια ἀδυναμία ἤ κάποια ἄλλη δικαιολογία σωστή, ἀλλά ἀπό καθαρό πεῖσμα, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια. Ἀντί λοιπόν, νά κοιτάξη αὐτός ὁ κακός μαθητής, νά βελτιώση τήν θέσι του, δηλαδή νά κοιτάξη νά διαβάση καί νά περάση ἀξίως τήν τάξι του, ὅλως παραδόξως, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐν προκειμένῳ ὁ διάβολος, ἀγωνίζεται, ἀγωνιᾶ, εὐελπιστεῖ καί παρηγορεῖται προσπαθῶντας, εἰ δυνατόν, νά συμπαρασύρη καί τούς ὑπόλοιπους συμμαθητάς του, νά μείνουν καί ἐκεῖνοι στήν ἴδια τάξι. Ἔ, κάπως ἔτσι μοιάζει νά εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ἄν καί στό βάθος της, ἡ ψυχολογία τοῦ ἑωσφόρου καί τῆς συμμορίας του εἶναι ἀκατανόητη. Ἁπλῶς μέ ὅ,τι κάνει, ἐπιβαρύνει, ἔτι καί ἔτι, ἀκόμη περισσότερο, τήν θέσι του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Κριτοῦ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.
Καί ὁ τρίτος μεγάλος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος κατά τήν Γραφή κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, μέ ὅλες τίς ἐν γένει ἀντίθεες παραστάσεις τῆς καθημερινότητος. Καί ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ἕως τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, πάντα ὁ κόσμος θά πηγαίνη ἀπό τό κακό  στό χειρότερο. Ὅπου καί νά κοιτάξη κανείς, ὑπάρχει ἁμαρτία, ὑπάρχει τό κακό. Ἀκόμα καί στόν οὐρανό νά κοιτάξη κανείς, ὅπως μᾶς ἔλεγε κάποια ψυχή, ὑπάρχει περίπτωσις καί ἀπό ἐκεῖ νά μή δῆ καλό. Γιατί, κάποιος, λέγει, κοίταξε μιά φορά στόν οὐρανό καί ἔτυχε νά δῆ μία ἄσεμνη διαφήμισι, ἀπό ἕνα ἀεροπλάνο, τό ὁποῖο πετοῦσε χαμηλά καί κάτι διαφήμιζε. Εἶχε μία ἄσεμνη εἰκόνα, ἡ ὁποία ἐφαίνετο διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἀπό τήν γῆ. Παντοῦ δηλαδή κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία.
Καί στήν περίπτωσι αὐτή θά πῆ κάποιος, τί πρέπει νά κάνωμε; Πρέπει νά ἔχωμε φοβίες, νά κοιτᾶμε, ἤ χαμηλά, ἤ ψηλά; Ἄν καί ψηλά, ποτέ δέν εἴμαστε σίγουρα ἀσφαλεῖς. Ὄχι. Πρέπει νά ἔχωμε ἕνα σύστημα, ἐσωτερικό θά λέγαμε, ἕναν αὐτόματο πνευματικό μηχανισμό, πού ὅ,τι εἶναι σαβούρα, ὅ,τι δέν εἶναι καλό, νά μή τό δεχόμαστε μέσα μας, νά μή ἐντυπώνεται δηλαδή αὐτό εἰς τήν διάνοιά μας, γιατί ἄς μή γελοιόμαστε, δέν φταίει οὔτε τό μάτι, οὔτε ἡ ὅρασι, ἀλλά ''νοῦς ὁρᾶ καί νοῦς ἀκούει''. Δηλαδή ὅ,τι μᾶς ἐκκεντρίζει τόν νοῦ καί ἑστιάζει τήν προσοχή μας, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει κάποιο ἐσωτερικό δικό μας κίνητρο καί, ἐν προκειμένῳ, ὑπάρχει κάποιο δικό μας πάθος, τό ὁποῖο ἑστιάζεται σέ κάποιες εἰκόνες. Ἄν δέν ὑπῆρχε τό πάθος, θά βλέπαμε χωρίς νά βλέπαμε. Ὅπως μᾶς ἔλεγε καί ὁ π. Παΐσιος, ''πρέπει νά κοιτᾶμε ἀφηρημένα χωρίς νά εἴμαστε ἀφηρημένοι''. Δηλαδή νά μήν ἐντυπώνωνται αὐτές οἱ ἁμαρτωλές εἰκόνες μέσα εἰς τό εἶναι μας. Γιατί, ἄν ἀποκτήσωμε μία φοβία, ''μή ἐδῶ'', ''μή ἐκεῖ'', παθαίνομε  μεγαλύτερη ζημιά ἀπό τόν ἐχθρό.
Στό πρῶτο τμῆμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, παραδεχόμαστε τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν καί ἀντί ἠμῶν, στήν θέσι μας δηλαδή καί γιά χάρι μας, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τήν σχετική προφητεία τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Στόν Χριστό ὑπάρχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος. Γιατί, ἄν ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός, τότε, ὄχι μόνο δέν θά μποροῦσε νά μᾶς σώση, ἀλλά θά εἶχε καί ὁ ἴδιος πρῶτα ἀνάγκη προσωπικῆς του σωτηρίας. Ὁ Χριστός λοιπόν εἶναι Θεός. Εἶναι τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος θεληματικά πῆρε καί ἀνθρώπινη μορφή. Βέβαια, αὐτή ἡ Ἐνανθρώπησι ἔγινε μέ τήν ταυτόχρονη θέλησι τοῦ Πατρός. Ὁ Πατήρ ηὐδόκησε, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί μέ τήν συνεργεία ἐπίσης, τοῦ τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος.
Πρέπει νά χωνέψωμε, ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι οἱ ἐνδοτριαδολογικές ἤ ''ἐνδοοικογενειακές'' μεταξύ τους ἄχρονες, ἀΐδιες σχέσεις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἄλλο οἱ σωτηριολογικοί ρόλοι τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τί ρόλο δηλαδή ἔπαιξε γιά τήν σωτηρία μας, καί ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων καί τῆς κτίσεως, τό κάθε Πρόσωπο ξεχωριστά.
Ὅμως ὅλα αὐτά χρήζουν, ὅπως θά τό καταλαβαίνετε καί μόνοι σας,  ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν καί στήν φάσι αὐτή, νά μήν ἐπιμείνωμε γιά νά μή ξεφύγωμε ἀπό τό κύριό μας θέμα. Τό μόνο πού τώρα λέμε, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὑποτιμοῦμε, ἀγνοοῦμε τήν προσφορά τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει πλήρης ἄγνοια.
Τώρα, στό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, στό ''ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν'', παραδεχόμαστε τήν ἐνοχή μας, ἔστω καί ἄν δέν τήν καταλαβαίνωμε. Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά τό κάνωμε. Παραδεχόμενοι λοιπόν τήν ἐνοχή μας, ἐπικαλούμεθα τό θεῖο ἔλεος. Τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με, Κύριε'' καί τό ''σπλαγχνίσου με'', μέ τήν σειρά του, μεταφράζεται ποικιλλότροπα, σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔλεγε, συνέχεια, ''Κύριε, φώτισον τό σκότος μου''. Ἑρμηνεύεται λοιπόν σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ''ἐνίσχυσέ με, Κύριε'', ''θεράπευσέ με, Κύριε'', καί πρό πάντων, ''συγχώρεσέ με, Κύριε'', σέ κάθε στιγμή. περίστασι καί πειρασμό.
Ὄχι ὅμως ὅπως ἐγώ ὁ ἐμπαθής, πεπερασμένος ἄνθρωπος θέλω καί κρίνω. Ὄχι, τό ξαναλέμε, ὅπως κρίνομε ἐμεῖς, ἀλλά ὅπως θά ἔκρινε ἡ ἀλάνθαστη κρίσι τοῦ Θεοῦ,  ὅ,τι δηλαδή εἶναι γιά πνευματικό μας καί αἰώνιο συμφέρον. Γιατί; Ἄς μή κρυβόμαστε. Ἐμᾶς, μᾶς ἐνδιαφέρει νά περνᾶμε καλά, κυρίως σέ αὐτήν τήν ζωή. Τόν Θεό ὅμως, σάν καλός καί πάνσοφος Πατέρας πού εἶναι, δέν τόν ἐνδιαφέρει τόσο αὐτή ἡ πρόσκαιρη ζωή, ἀλλά τί τόν ἐνδιαφέρει; Ἡ κατά τό δυνατόν αἰωνία προσωπική μας βελτίστη πνευματική ἀποκατάστασις. Καί πολλές φορές, μᾶς συμβαίνει κάποια προσωπική, ἐπαγγελματική, ἤ οἰκογενειακή ἀποτυχία, ἤ, πολύ περισσότερο, μιά ἀρρώστεια, ἕνας θάνατος. Ὅσο φυσικά, καί ἄν τά προαναφερθέντα εἶναι ἀναμφισβήτητα πολύ ὀδυνηρά, κανείς δέν ἀντιλέγει, ὅμως, ἐάν ὅλα αὐτά τά ἀξιοποιήσωμε πνευματικά, ἀποτελοῦν σημαντικώτατο ψυχοσωτήριο, σωτηριολογικό μας προσωπικό παράγοντα. Ἄλλο θέμα βέβαια εἶναι τό ὅτι πολλές φορές, κάποιες δικές μας προσωπικές ἀτασθαλεῖες,  μέ ὀδυνηρές γιά μᾶς συνέπειες, καί ὑλικές, καί πνευματικές, ἀπό νοσηρή μας ψευτοευλάβεια καί ἀπό καμουφλαρισμένη διάθεσι αὐτοδικαιώσεως, εἴτε τό καταλαβαίνομε, εἴτε ὄχι, τίς ἀποδίδομε στόν Θεό, καί ὄχι στήν δική μας ἀστοχία. Αὐτό, παρακαλῶ, νά τό προσέξωμε πολύ. Τώρα ὅμως, ἄς μή τό ἀναλύσωμε ἄλλο. Κάνομε γκάφες καί λέμε: «Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι ἤθελε ἡ Παναγία...'', ἐνῶ ἐμεῖς δέν προσέχωμε τήν ὑγεία μας, τήν οἰκονομία μας, καί ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα.
Λέγοντας τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ζοῦμε τήν ὄντως μακαρία κατάστασι τῆς ταπεινώσεως. Πού, ἡ ταπείνωσις δέν εἶναι ὡραῖα λόγια, δέν εἶναι νά καθόμαστε εὐσεβίστηκα, σάν βρεγμένες γάτες, σάν κολῶνες ἤ ἀγάλματα, ἀφύσικα, ἀλλά εἶναι ἡ πιό ρεαλιστική κατάστασι καί, κατά τόν ἄγιο Μάξιμο, συνίσταται, ἁπαρτίζεται, ἡ ταπείνωσις, ἀπό μιά διπλῆ γνῶσι καί ἐπίγνωσι. Κατ᾽ ἀρχάς, συνίσταται στήν ἐπίγνωσι τῆς δυνάμεως καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα στήν συναίσθησι τῆς δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας. Ἀλλά, γιά νά γνωρίσωμε αὐτές τίς δύο ρεαλιστικώτατες πραγματικότητες καί καταστάσεις, πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε. Διαφορετικά, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἔξυπνοι, ἤ διαβασμένοι, τίποτε δέν μποροῦμε νά καταλάβωμε ἀπό αὐτά τά δύο.
Γιά παράδειγμα, πῶς μποροῦμε νά ἐννοήσωμε, νά γνωρίσωμε ἐμπειρικά, τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποκαλύψη, διά τῆς ἐμπειρίας, λίγο ἀπό τήν ἀμέτρητή Του δόξα; Καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πάνω στόν ἀγῶνα, ἐκ πείρας, ἐγνώρισαν τήν δύναμι, τήν λύσσα καί τήν μανία τοῦ σατανᾶ καί τῶν δαιμόνων, τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια καί ἀνεπάρκεια, ἀλλά καί τήν ταυτόχρονη λυτρωτική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, πού, τίς πιό πολλές φορές, συνωδεύετο μέ κάποια θεοπτία, θεοφάνεια, ἤ τέλος πάντων, καί μέ κάποια ἄμεση ἤ ἔμμεση θεία ἐπέμβασι. Πολλές φορές λέμε, πῶς φέρει τά πράγματα ὁ Θεός καί μᾶς σώζει ἀπό κάτι. Πού αὐτό σίγουρα, δέν εἶναι τυχαῖο.
Γι᾽ αὐτήν τήν προσευχή, ὄχι μόνο στίς δικές μας πονηρές ἡμέρες, ἀλλά καί παλαιότερα, μερικοί, ἀκόμη καί εὐσεβέστατοι ἄνθρωποι, ὑπεστήριζαν καί ὑποστηρίζουν, ὅτι δῆθεν δέν προορίζεται αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς λαϊκούς, ἀλλά μόνο γιά τούς μοναχούς, ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἦταν ἀπό τούς πιό ἔνθερμους ὑποστηρικτάς τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Βέβαια, τί θά πῆ ''ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς'', πού δυστυχῶς τόν ἀγνοοῦμε, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βέβαια νά μιλήσωμε περί αὐτοῦ.
Τοῦτο μόνο νά ἀναφέρωμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἔχει ἀφιερώσει τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γιατί τήν διδασκαλία του τήν θεωρεῖ σάν πρότυπο Ὀρθοδόξου γνησίας πνευματικότητος. Ἐνῶ δηλαδή τήν πρώτη Κυριακή ἑορτάζωμε τήν νίκη τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν συνεχείᾳ, τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλεται, διά μέσου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποιά δηλαδή εἶναι ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότης, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι βέβαια ἀπόρροια μιᾶς σωστῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἔτσι λοιπόν, στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅταν τόν ἄκουσε κάποιος ἄλλος ἐνάρετος, κατά τά ἄλλα, μοναχός, ὀνόματι Ἰώβ, ὅταν ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόσο πολύ νά προτείνη αὐτήν τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ σέ ὅλους ἀδιακρίτως, καί λαϊκούς καί μοναχούς,  ἐκεῖνος ὁ μοναχός ἀντέδρασε.  Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε ὅτι γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, καί ὅταν ἦταν στήν Σκήτη Βεροίας, ἀλλά καί  ὅταν εὑρίσκετο στό Ἅγιον ὄρος, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἄν καί εἶχε τόσα πολλά καθήκοντα, τά εἶχε ἀναθέσει, σέ ἄλλους ἱκανούς ἀνθρώπους, καί ὁ ἅγιος ἀπό τήν Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή, κατεγίνετο μέ τήν νοερά προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο τά Σαββατοκύριακα λειτουργοῦσε, κοινωνοῦσε καί τακτοποιοῦσε τίς λοιπές του ὑποθέσεις.
Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ ἐνάρετος κατά τά ἄλλα μοναχός Ἰώβ ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά προτείνη τήν εὐχή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ καί γιά τούς λαϊκούς, ἀντέδρασε καί, κατά κάποιον τρόπο, διεφώνησε. Ἔφερε ἀντίρρησι στόν ἅγιο Γρηγόριο. Ἐπειδή ὅμως, καί αὐτός ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς, τοῦ ἐνεφανίσθη, παρακαλῶ, ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε νά κάνη ὑπακοή στήν θέσι, στήν γνώμη, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό θέμα αὐτό, δηλαδή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο ἀπό αὐτό, πού εἶναι τό ἐλάχιστο βέβαια, ἀποδεικνύεται πόσο θεόσταλτη εἶναι αὐτή ἡ προσευχή.    
Ἀλλά, τί λέγω ἐγώ; Ἄλλωστε, καί αὐτός ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς λέγει τό γνωστό μας ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε''. Ἤ, ἀλλοῦ λέγει ''ἐγώ καθεύδω, ἀλλ᾽ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ''. Ἐνῶ ἐγώ κοιμᾶμαι, ἡ καρδιά μου μένει ἄγρυπνη, προσευχομένη.  Μέ αὐτά τά λόγια, τί συμπεραίνεται; Ὅτι πρέπει νά προσευχώμαστε ἀδιαλείπτως καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐφικτόν, καί ὅτι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν προσευχή δέν εἶναι ὑπερβολές, δέν εἶναι σχῆμα λόγου, ἀλλά εἶναι, ἀκατάληπτες μέν, ἀλλά μεγάλες πνευματικές πραγματικότητες, πού εἶναι ἐφικτές εἰς τόν ἄνθρωπον, κατόπιν βέβαια ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη πρῶτα τά ἀνθρώπινα, σέ ὅλους τούς τομεῖς  καί στόν τομέα αὐτόν.
Καί, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφέρει σχετικά, ὅτι εἶναι προτιμώτερη καί πιό ἀναγκαία ἡ προσευχή ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Οὔτε στιγμή δέν παύομε νά ἀναπνέωμε. Ἔτσι, οὔτε στιγμή δέν πρέπει νά παύωμε νά προσευχώμαστε. Καί, ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ κινήσεις, ὅλες μας οἱ ἐνέργειες, πρέπει νά εἶναι μία προσευχή.
Αὐτά δέν εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὡραῖα λόγια, ἀλλά εἶναι ἐντολές. Καί, στήν συνέχεια τῶν συνάξεών μας, πρῶτα θά ἀναφέρωμε ποιά εἶναι τά τρία κύρια στάδια τῆς προσευχῆς, ὅτι στήν ἀρχή δηλαδή πρέπει νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἴσα-ἴσα νά ἀκούη τό αὐτί τί λέγει τό στόμα, ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὕστερα, νά τήν λέμε νοερά, νά τήν κρατᾶμε μέ τόν νοῦ μας, καί τέλος, ἐάν ὁ Θεός εὐδοκήση, καί καρδιακά, δηλαδή μέ τήν πνευματική μας καρδιά, μέ ὅλο μας τό εἶναι. Στήν συνέχεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τῶν ὁμιλιῶν μας, θά ἐξηγήσωμε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά ἐπιτευχθοῦν αὐτές οἱ ἐντολές τῆς Ἐκκλησίας μας περί προσευχῆς, ὅπως τό ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε'', τό ''ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ'', εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''.
Νομίζω, ἀρκετά εἴπαμε γιά σήμερα. Ἄς σταματήσωμε τώρα κάπου ἐδῶ, καί ὅσον ἀφορᾶ γιά τό  θέμα τῶν ἐρωτήσεων, προτείνω γιά λόγους πρακτικούς, νά μᾶς τίς δίδετε, εἴτε προφορικῶς, εἴτε γραπτῶς.
Λοιπόν, αὐτά εἴχαμε νά ποῦμε τώρα, εἰς τήν ἀγάπη σας. Θά συνεχίσωμε, ὅπως πάντα, τό ἑπόμενο Σάββατο.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999