Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Στο νοσοκομείο ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: Διάχυτη ανασφάλεια, σαν σκόνη πυρηνική, απλώνεται στη σύγχρονη κοινωνία, προκαλώντας ανησυχητική δύσπνοια
Στο νοσοκομείο βρίσκεται από χθες ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, μετά την ξαφνική αδιαθεσία που ένιωσε λόγω ενόχλησης στην καρδιά του.
Στο νοσοκομείο βρίσκεται από χθες ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, μετά την ξαφνική αδιαθεσία που ένιωσε λόγω ενόχλησης στην καρδιά του.
Οι συνεργάτες του αρχιεπισκόπου το μετέφεραν άμεσα στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ των Τιράνων, όπου δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες και εν συνεχεία αφού οι θεράποντες ιατροί διεπίστωσαν στένωση στεφανιαίας αρτηρίας, προχώρησαν σε αγγειοπλαστική επέμβαση τοποθετώντας δύο «στέντ.
Ανακοίνωση εξέδωσε η Εκκλησία της Αλβανίας
Αναλυτικά:
Την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020 ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιος εισήλθε στο θεραπευτήριο ΥΓΕΙΑ των Τιράνων, ύστερα από καρδιακή ενόχληση.
Διεπιστώθη στένωση στεφανιαίας αρτηρίας και αυθημερόν πραγματοποιήθηκε αγγειοπλαστική επέμβαση με τοποθέτηση δύο «στέντ», με πολλή επιτυχία.
Σήμερα Σάββατο, δόξα τω Θεώ, η υγεία του είναι ιδιαιτέρως ικανοποιητική.
Οι θεράποντες ιατροί τον πληροφόρησαν ότι εντός 2 ημερών μπορεί να επανέλθει στην Αρχιεπισκοπή.
Από την Γραμματεία της Αρχιεπισκοπής
27 Ιουνίου 2020

Αόρατοι ερημίτες – Γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης


– Μάνα, ποια είναι η γυναίκα που κρατάει το παιδί στην αγκαλιά της μέσα στην εκκλησία;
– Η κυρά Παναγιά, απαντούσε εκείνη γλυκά, με τον αφέντη τον Χριστό.
Από μικρός ο Γέροντας έβλεπε χειροπιαστή στη ζωή του την προστασία της Παναγίας και την καθοδήγηση Της. Σε ηλικία 15 χρονών κατατάσσεται εθελοντής στον συμμαχικό στρατό , φλεγόμενος από ζήλο για την μεγάλη Ελλάδα. Τότε σε ένα ναυάγιο στη Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικά από την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, αφού πάλεψε τρία μερόνυχτα στο ανοιχτό πέλαγος.
Στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, είχε παρηγοριά του την Παναγία της Αγιάσου. Τα τάματα που Της είχε κάνει σαν ψαράς και ναυτικός, τα  ξεπλήρωσε αργότερα σαν μοναχός, εκδηλώνοντας έτσι την ευχαριστία και ευγνωμοσύνη του για τη βοήθειά Της.
« Το 1928, διηγείται ο ίδιος, ταξίδευα με το καΐκι μας έξω από την Τήνο. Ο καιρός ήταν καλός και το καΐκι έτρεχε με 8 μίλια.
– Βρε Αντώνη, είπα στον αδελφό μου, επιθυμώ να προσκυνήσουμε την Παναγία.
Εκείνος όμως αρνήθηκε.
– Τέτοιον καιρό δεν θα τον ξαναβρούμε. Εμείς το πρωί θα είμαστε στον Πειραιά.
Τι να έλεγα; Ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος. Έκανα λοιπόν βόλτες στο κατάστρωμα, μέχρι που πλησιάσαμε 300-400, μέτρα στο λιμάνι. Τότε ξαφνικά κόπηκε ο άνεμος. Η θάλασσα έγινε λάδι γύρω από το καΐκι. Κρέμασαν τα πανιά. Τι παράξενο όμως! Η μπουνάτσα έγινε μόνο για μας. Πιο πέρα ο αέρας βούιζε. Ήταν, φαίνεται, επέμβαση της Παναγίας, για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου.
– Άντε, να γίνει το χούι σου, είπε ο Αντώνης.
Ήταν Πάσχα. Βγήκαμε και προσκυνήσαμε. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το «Ο άγγελος εβόα ».
Αργότερα η Παναγία κάλεσε με θαυμαστό τρόπο τον π. Γελάσιο από το καΐκι του στο περιβόλι Της.
« Μια νύχτα στον ύπνο μου, διηγείται ο γέροντας, μου φάνηκε πως ήταν πολύς λαός συγκεντρωμένος για να υποδεχθεί τη βασίλισσα. Από μακριά φάνηκαν ” τα αλόγατα” που τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσή άμαξα. Πάνω της καθόταν η βασίλισσα με πλήθος δορυφόρων και αξιωματικών. Ξαφνικά κάποιος με άρπαξε και με ανέβασε στην άμαξα, στο πίσω μέρος. Σε λίγο φθάσαμε σε ένα κάστρο με πύργους και λαμπρό παλάτι. Εκεί η βασίλισσα κατέβηκε. Δεν πρόλαβα όμως να τη δω καθαρά. Πρόσεξα μόνο το ένα μέρος του προσώπου της, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του παλατιού.
Ξύπνησα! Βγήκα έξω και πήγα στο καφενείο, όπου ήταν και άλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στο Πασαλιμάνι με το καΐκι μου φορτωμένο. Ο νους μου όμως είχε γεμίσει από την ομορφιά της βασίλισσας. Αργότερα συνάντησα κάποιον αγιαννανίτη μοναχό. Του διηγήθηκα το όνειρό μου κι εκείνος μου εξήγησε πως με καλεί η Παναγία στο Άγιον Όρος να γίνω πιστός Της ακόλουθος.
Η καρδιά μου για λίγο διακόπηκε. Νίκησε όμως η αγάπη της Βασίλισσας. Την ίδια μέρα εγκατέλειψα κι εγώ, σαν τους Αποστόλους, πλοίο φορτωμένο, αδελφό, γονείς ,και ξεκίνησα για τον Άθωνα. Το τέρμα του ταξιδιού μου ήταν η μονή Γρηγορίου. Μπήκα στο Καθολικό να προσκυνήσω. Την ώρα εκείνη ψαλλόταν η θεία λειτουργία. Στη θεομητορική εικόνα του τέμπλου αναγνώρισα τη Βασίλισσα του ονείρου μου! Έσπευσα να την ασπασθώ, οπότε ο διακο- Θεόδωρος, που στεκόταν εκεί, μου είπε:
– Χάθηκαν, οι εικόνες της Παναγίας, παιδί μου, και ήρθες στο τέμπλο να προσκυνήσεις;
Αλλά, βέβαια, που να ήξερε τη δική μου καρδιά… ».

Μοναχός Ερμόλαος Λαυριώτης (1873 – 23 Νοεμβρίου 1960)


Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης του Ανδρέου και της Μεταξωτής από τη Τατσάλτη της Μικράς Ασίας ήλθε στο Άγιον Όρος το 1916 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος στη μονή της Με­γίστης Λαύρας.




Ο ακριβολόγος επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος γράφει, όπως πάντα, ωραία περί αυτού: «Όλοι τον γνώριζαν ως τον πλέον ανεξίκακο, καλόγνωμο και απλούν στους λόγους και την συμπε­ριφορά. Ο ίδιος έγινα αυτόπτης και αυτήκοος αποπειρών και φράσεων αρκετών, οι οποίοι, θέλοντες να δοκιμάσουν την αοργησία και το ανυποψίαστο της ψυχής του, τον έσκωπταν εμφανώς, ενίοτε δε και τον πεί­ραζαν απρεπώς. Εκείνος όμως ζούσε στον δικό του κόσμο, πλέων στα πελάγη της αγαθότητός του, εκτός ερεθισμών εγωισμού και πνεύματος αντιδικίας και κείμενος πολύ μακρυά από τις επήρειες των παθών της λύπης και της πονηριάς. Γι’ αυτό και, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, με νηφαλιότητα και γλυκύτητα απαντούσε με ό,τι τον φώτιζε ο Θεός και ήταν πάντοτε, με τον τρόπο του, διδακτικός και ωφέλιμος».
Ως νέος μοναχός είχε το διακόνημα να επιτηρεί το κοπάδι των τραγιών της μονής. Αυτό του άρεσε, γιατί είχε έτσι την ευκαιρία να περιδιαβαίνει τα δάση και τις βουνοπλαγιές, να προσεύχεται και να επισκέπτεται ερημίτες. Οι ασκητές τού έγιναν συνομιλητές και φί­λοι. Ιδιαίτερα συνδέθηκε πνευματικά με τον ομόφρονά του Γέροντα Ιερώνυμο (†1959). Ο Γερο-Ερμόλαος με την απλότητα και καλοκαγαθία του είχε κερδίσει τις καρδιές όλων των πατέρων. Λέγουν πως νέος στον κόσμο ήταν παλαιστής και αρσιβαρίστας. Τη δύναμη και την αντοχή του εδώ τη χρησιμοποιούσε στην άσκηση και την εξυπηρέτηση των αδελφών του.
Κατά τον Γέροντα Εφραίμ Λαυριώτη τον Ρόδιο (†1999), ο Ερμόλαος έφτιαχνε πρόχειρες καλύβες και ζούσε ησυχαστικά σε αυτές και μερικές φορές τους βαρείς χειμώνες τον πλάκωνε το πολύ χιόνι. Έκανε τον διά Χριστόν σαλό. Ήταν φίλος και με τον Γέροντα Αββακούμ (†1978). Μαζί έψαλλαν στο προσκυνητάρι της Παναγίας μέσα από την καρδιά τους και με πολλά δάκρυα το «Άξιόν Έστι». Μερικοί τους περιγελούσαν. Δεν τους πείραζε καθόλου. Ο Γερο-Εφραίμ λέγει: «Ήμουν πολύ τυχε­ρός που γηροκόμησα τον Γερο-Ερμόλαο».
Συνεχίζει ο επίσκοπος Ροδοστόλου για την παραμονή της τελευταίας δεκαπενταετίας του Ερμολάου στην αγαπητή τους Λαύρα: «Άπλυτος, αχτένιστος και με τα ίδια κουρέλια – ρούχα μέρα νύχτα, χειμώνα καλο­καίρι, κατέβαινε με μεγάλη προσοχή τα σκαλιά της κόρδας και έσερνε ύστερα τα βήματά του προς το Καθολικό, προς την Παναγία την Κουκουζέλισσα και προς τα παρεκκλήσια, που είχαν λειτουργία. Κανενός δεν δεχόταν την γηροκομική προσφορά και προθυμία, και κανείς δεν κατόρθωσε να αντικαταστήση τα κουρέλια του με ρούχα και ράσα ανεκτά και αξιοπρεπέστερα. Γι’ αυτή του την εμφάνιση όσοι δεν τον γνώριζαν, τον απόφευγαν, όσοι όμως γνώριζαν τις αρετές του, την κα­θαρότητα της καρδιάς του και την απλότητα της ψυχής του, φιλούσαν το χέρι του και ζητούσαν την ευχή του …».
Μετά την κοίμησή του ο Πνευματικός του αποκάλυψε ότι ο από πολ­λούς καταφρονεμένος Ερμόλαος είχε δει στην αυλή της Λαύρας ζωντανή την Παναγία, να τον χαιρετά με χάρη και να εισέρχεται στο παρεκκλήσι της Κουκουζέλισσας. Αυτός ήταν ο μακάριος, ο ευλογημένος, ο ευλαβέστατος μοναχός Ερμόλαος Λαυριώτης. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 23.11.1960.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Πόθος και χάρις στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2000, σσ. 251-255.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ.639-640 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιερομόναχος Ματθαίος Καρακαλλινός



Γεννήθηκε στο χωριό Καρδαρίτσι Γορτυνίας της Πελοποννήσου το 1905. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, πολύτεκνοι και φτωχοί. Νέος ήλθε στην Αθήνα, όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Το 1927 εγκα­ταλείπει την κοσμική ματαιότητα κι έρχεται στο Άγιον Όρος να μο­νάσει.



Γράφει στο εξομολογητικό, κατανυκτικό και τερπνό ημερολόγιό του: «Ενθυμού, ενθυμού, ψυχή μου, την ώραν που εχώρισες από τον κόσμον και εμβαίνοντας μέσα εις το πλοίον έτρεχες δρομαίως διά το Άγιον Όρος. Εις όλην την θάλασσαν όλο έκλαιες, όλο έκλαιες με έναν ουράνιον και θεϊκόν έρωτα, ώστε δεν υπήρχε δι’ εσέ πια ο κόσμος, παρά μόνον, με την βοήθειαν του Θεού και της Παναγίας, ήταν μόνον ο ουράνιος κόσμος».
Εισήλθε με ένθεο πόθο στο Άγιον Όρος και δεν εξήλθε ποτέ αυτού. Κατευθύνθηκε στη γειτονική μας Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτό­κου, της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου κι εκάρη μοναχός με τ’ όνομα Χρυσόστομος. Μετά διετία μετέβη στη μονή Καρακάλλου, όπου έμεινε ισόβια. Το 1933 από τον λίαν ενάρετο ηγούμενο Κοδράτο (†1940) λαμβάνει το μέγα και αγγελικό σχήμα των μοναχών και ονομάζεται Ματθαίος. Το 1940 χειροτονήθηκε από τον μητροπολί­τη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο (†1956) ιερεύς. Από τότε δεν σταμάτησε ποτέ τη θεία Λειτουργία. Λειτουργούσε καθημερινά επί 45 ολόκληρα χρόνια. «Από την Θεία Λειτουργία», έλεγε, «βοηθούνται και σώζονται ψυχές». Λειτουργούσε με τον ίδιο πόθο, την ίδια λαχτάρα και την ίδια κατάνυξη πάντοτε.
Έγραφε στο ημερολόγιό του, παρακινώντας την ψυχή του για αδιάκοπους πνευματικούς αγώνες: «Πρόσεχε, ψυχή μου, πρόσεχε, να μη σωθή από μέσα σου η ευλάβεια και χαθής. Η αδιάλειπτος ευχή του Κυρίου να βράζη μέσα σου. Να τρέχη μέσα σου η ευχή ωσάν βρύση και τότε η ημέρα σου θα περνά όλη ως δευτερόλεπτον. Τρέμε, ψυχή μου, τρέμε, να μη χάσης την ευλάβειαν». Δεν τα έγραφε απλά, αλλά τα εννοούσε και τα βίωνε ο μακάριος. Έτσι τον γνωρίσαμε κι εμείς οι αδαείς, μία δεκαπενταετία προ της εκδημίας του, ευκατάνυκτο, ευλαβέστατο, χαριτωμένο, ευλογημένο, απλούστατο παπά, να λειτουργεί εξαίσια και θαυμάσια και να μας μεταδίδει ειρήνη και κατάνυξη.
Συνεχίζει ωραιότατα στις ημερολογιακές σελίδες του, τις οποίες είχε ποτισμένες με άφθονα δάκρυα: «Ευχαριστώ τον Θεόν μου και την Παν­αγίαν μου, όπου με αξίωσαν και έγινα μοναχός εις τούτο το Άγιον Όρος, εις αυτά τα άγια χώματα, εις τούτο το Άγιον Περιβόλιον της Παναγίας μου. Ευχαριστώ την Παναγίαν μου, όπου με εγλύτωσε από τα βάσανα και τις θλίψεις του κόσμου και με ωδήγησε μέσα εις το φως της ουρανίου πολιτείας των μοναχών. Ο κόσμος δεν γνωρίζει, ψυχή μου, πόσο γλυκυτάτη και θαυμασιωτάτη είναι η ζωή των μοναχών. Η ψυχή πτερουμένη από τον θείον έρωτα, ανεβαίνει από την γην εις τον ουρανόν και είναι ένα ξένον και φρικτόν θέαμα».
Φοβόταν μη χάσει την ευλάβεια και την κατάνυξη και αγωνιζόταν προς τούτο πολύ, με τη μνήμη του θανάτου, το χαροποιό πένθος, την αποφυγή της παρρησίας, της μερικής φιλίας, της πολυλογίας, της παρηγορίας των ανθρώπων. Τη φιλία και την παρηγορία του Θεού προσδοκούσε και είχε. «Όσον αποφεύγεις την παρηγορίαν των ανθρώπων, τόσον φθά­νεις εις την παρηγορίαν του Θεού, όπου η χαρά δεν έχει όριον». Ζούσε υψηλές καταστάσεις. «Όλη η αναπνοή του αληθινού μοναχού είναι ο Θεός. Ημέρα και νύκτα τον Θεόν αναπνέει και κανένα πράγμα του κό­σμου δεν έχει μέσα του. Όλο προς τα άνω τρέχει και γίνεται όλος εκτός κόσμου και μέσα του είναι συνέχεια μία πανήγυρις …».
Δεν θέλησε για την ασθένειά του, που τον καταταλαιπωρούσε, να εξέλθει στον κόσμο, αλλά με ιώβεια υπομονή παρέμεινε στο κελλί του, αναθέσας τον εαυτό του στον Θεό. Ανεπαύθη εν Κυρίω ο άξιος αυτός λειτουργός του Υψίστου στις 5.12.1985, για να συνεχίζει τις αγαπημένες θείες Λειτουργίες του στο ουράνιο θυσιαστήριο.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιεράς Μονής Καρακάλλου, Παπα-Ματθαίος Καρακαλλινός (†1985), ένας σιωπηλός εργάτης της αρετής, Θεσσαλονίκη 2006.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000, σελ. 1145-1148, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Εμπειρίες από πνευματικά τέκνα του Γέροντα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου (1903-1991)



Νικηφόρου Μικραγιαννανίτη, Αρχιεπισκόπου Κινσάσας και Εξάρχου Κεντρώας Αφρικής (Μέρος 1ο)
Από την πρώτη στιγμή που γνώρισα τον πολυσέβαστο Γέροντά μας Γεράσιμο, με είλκυσε η απλότητά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του και η σοφία του. Αυτά σε μαγνήτιζαν, μιλούσαν στην καρδιά σου με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος ήταν ανερμήνευτος.



Είχες μπροστά σου έναν σοφό, έναν χαρισματούχο, έναν άγιο που είχε την απλότητα ενός μικρού παιδιού. Βρισκόσουν μπροστά σε έναν άνθρωπο που ένοιωθες ότι είχε κάτι άλλο, που οι άλλοι άνθρωποι δεν το είχαν. Κάτι που δεν ήταν του κόσμου τούτου. Το βλέμμα του σε διάβαζε. Διάβαζε τα κατάβαθά σου, αλλά δεν τα αποκάλυπτε. Με τρόπο όμως σε οδηγούσε, ήξερε να κρύβεται και να οδηγεί, να βοηθά χωρίς να καταλαβαίνεις.
Θυμάμαι περιπτώσεις που γύριζα στη Μικρά Αγία Άννα από την Αθωνιάδα, γεμάτος προβλήματα, στενοχώριες και άλλα και μόνο με το βλέμμα του μου τα έλυε, μ’ έναν διαφορετικό τρόπο χωρίς να τα συζητάμε, μ’ έναν μυστηριώδη τρόπο που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Το βλέμμα του αρκούσε να σε ειρηνεύσει, να σε γαληνεύσει, μάλιστα εκείνα τα μάτια του έμπαιναν βαθειά στην ψυχή σου. Έκρυβε συνέχεια την αρετή του, θα έλεγα, με πολύ πείσμα. Θυμάμαι την περίοδο 1971-1974 ήμουν φοιτητής της Θεολογικής Σχολής της Θεσσαλονίκης και ο πατήρ Πολύκαρπος Μαντζάρογλου (†), ο ιδρυτής του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή και μετά της Παναγίας της Μάκρης, μου είχε αναθέσει το Κατηχητικό των αρρένων στα Βασιλικά της Χαλκιδικής.
Τότε πήρα μια ομάδα από τα παιδιά και ήρθαμε να προσκυνήσουμε στο Άγιον Όρος, με σκοπό να συναντήσουμε και τον Γέροντα Γεράσιμο και για καλή τύχη στο πλοίο μέσα από τη Δάφνη στην Αγία Άννα συναντήσαμε τον Γέροντα. Τρέξανε τα παιδιά αμέσως κοντά του γιατί τους είχα μιλήσει γι’ αυτόν. Αυτός καθόταν σε μια γωνιά στο πλοίο μέσα σε κείνα τα ξύλινα πλοία που υπήρχαν τότε και προσηύχετο με το κομποσχοίνι του. Μόλις μας είδε σταμάτησε και με πολλή αγάπη δέχτηκε τα παιδιά και τους μίλησε. Τα παιδιά χάρηκαν, άρχισαν να τον ρωτούν διάφορα, άνοιξαν την καρδιά τους και του είπαν κάτι που τότε ένας καθηγητής του Γυμνασίου στα Βασιλικά τους είπε, κάτι πολύ περίεργο. Συζητιόταν μάλιστα εκείνες τις μέρες πολύ στα Βασιλικά. Γέροντα, του λένε, ο καθηγητής μας στο Γυμνάσιο μάς είπε, ότι επειδή ο Χριστός ήταν ψηλός και αδύνατος, κάποιος Ισπανός ερευνητής επιστήμονας είπε ότι ήταν φυματικός, τί λέτε εσείς; Ο Γέροντας ταράχτηκε, προσπάθησε να τους πει ότι αυτό που τους είπε ο καθηγητής ήταν μεγάλη ανοησία και δεν ευσταθεί. Μερικά παιδιά όμως επέμεναν και έλεγαν: Μα ο καθηγητής μας το είπε αυτό! Ο Γέροντας τότε άλλαξε τη μορφή του, έλαμψε και φώναξε: «Μα παιδιά μου, τον είδα τον Χριστό, είναι ωραίος, όμορφος, δεν είναι όπως το λέει ο καθηγητής σας, λάμπει, είναι γεμάτος φως». Μόλις κατάλαβε όμως ότι έβγαλε αυτό, αποκάλυψε δηλαδή αυτή τη θεοφάνεια που είχε, σταμάτησε και κούρνιασε σαν φοβισμένο πουλί.
Κάποια άλλη φορά, προσπαθώντας να μου εξηγήσει τι είναι η νοερά προσευχή και ποιά διαφορά έχει από αυτό που νομίζουν οι άνθρωποι ότι, όταν λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» κάνουν νοερά προσευχή, μου τόνισε για την καθαρότητα την οποία πρέπει να έχει κανείς στον νου, μου τόνιζε για την αγάπη που πρέπει να έχει, για τον αγώνα, για την εκκοπή του θελήματος, για την υπακοή και τέλος κατέληγε, αυτό είναι μόνο των τελείων αγίων ανθρώπων, των τελείων ασκητών και άρχισε μετά να μου διηγείται, πώς γίνεται αυτή η επίσκεψη του Θεού. Και έλεγε κατά την ώρα της επισκέψεως της Χάριτος του Θεού, ο άνθρωπος γεμίζει με φως, το σώμα του όλο φωτίζεται, γίνεται διαμπερές και όλη αυτή την εικόνα μου την εδιηγείτο. Και τέλος τον ρώτησα: «Γέροντα, πώς είναι δυνατόν αυτό να γίνει;». Άρχισε τότε να μου διηγείται μια τέτοια κατάσταση, που χωρίς να λέει τον εαυτό του, φαινόταν ότι ήταν αυτός ο ίδιος και προσπαθούσε να το κρύψει όταν κατάλαβε ότι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω, ότι εννοούσε τον εαυτό του, σταμάτησε απότομα και άλλαξε τη συζήτηση!
Ήταν παραμονές της πανηγύρεως των Αγίων Πατέρων Διονυσίου και Μητροφάνους. Νέο καλογέρι τότε, βρισκόμουν εκεί πέρα. Όλοι οι πατέρες ήταν απασχολημένοι με την προετοιμασία της πανηγύρεως. Έπρεπε κάποιος να πάει στα Κατουνάκια που ήταν ο ράπτης ο Χρυσόστομος ο Κύπριος για να του δώσει κάποια υφάσματα για την πανήγυρη, να τα διορθώσει και να πάρει κάποια άλλα επιδιορθωθέντα ιερατικά άμφια. Με κάλεσε ο Γέροντας και μου είπε να πάρω το «αραπάκι», δηλαδή το μουλάρι που συνέχεια αυτός χρησιμοποιούσε, και να πάω στον ράπτη τον Χρυσόστομο. «Μα», του λέω, «Γέροντα δεν έχω ξαναπάει, δεν ξέρω πού μένει. Θα χαθώ μέσα στα Κατουνάκια», μια και δεν ήξερα καθόλου τα Κατουνάκια και ιδιαίτερα την περιοχή όπου ήταν η Αγία Αικατερίνη και ασκήτευε ο πατήρ Χρυσόστομος ο ράπτης ο Κύπριος. «Μην στενοχωριέσαι -μου λέει- θα πας με τον “αράπη”, θα του πω και θα σε πάει στην πόρτα. Δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα».
Ετοιμάστηκα, δεν σας κρύβω ότι είχα μεγάλη αγωνία, που θα πάω στο άγνωστο, αφού δεν είχα πάει προς τα ’κεί. Τον πατέρα Χρυσόστομο τον είχα γνωρίσει βέβαια, γιατί ήταν τραπεζάρης σε διάφορες πανηγύρεις. Τότε ο Γέροντας πήγε στο αυτί του μουλαριού και σαν να μιλούσε σε έναν άνθρωπο, του είπε: «Αραπάκι, θα τον πας τον Νικηφόρο στον πατέρα Χρυσόστομο τον ράπτη». Το ζώο έκανε μια κίνηση συγκαταβάσεως σαν να απαντούσε σε αυτό που είπε ο Γέροντας. Γυρνάει ο Γέροντας και μου λέει: «Μη φοβάσαι, άστο μόνο του, θα σε πάει αυτό εκεί στον ράπτη». Πράγματι ξεκίνησε, δεν σας κρύβω την αγωνία μου, φύγαμε από τη Μικρή Αγία Άννα, ανεβήκαμε προς τα Κατουνάκια, περνούσαμε μέσα από πυκνούς θάμνους, μέχρι να φτάσουμε ψηλά στην Αγία Αικατερίνη, βρεθήκαμε μπροστά σε μια καγκελόπορτα και σταμάτησε το ζώο. Απόρησα. Περίμενε εκεί ώρα. Λέω, τί έκανε; Έκανε λάθος τώρα; Τί είναι αυτή η καγκελόπορτα; Λέω, μάλλον θα πρέπει να την ανοίξω. Κατέβηκα, άνοιξα την καγκελόπορτα, προχώρησε λίγο το ζώο ίσα-ίσα για να μπορέσω να την κλείσω και περίμενε, κατάλαβα ότι έπρεπε να κλείσω την καγκελόπορτα. Την έκλεισα, περίμενε να ανέβω επάνω και να συνεχίσω. Συνέχισα αφού ανέβηκα πήγε και με σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του Κελλιού του πατρός Χρυσοστόμου. Εκεί, κατέβηκα, έκανα τη δουλειά που μου είχε πει ο Γέροντας, πήρα τα άμφια που έπρεπε να πάρω και γύρισα πίσω. Γύρισα στο Κελλί, ο Γέροντας με υποδέχτηκε με ένα πηγαίο χαμόγελο και μου είπε: «Καλά σε πήγε. Γιατί αγωνιούσες;». Χάιδεψε το «αραπάκι», του έδωσε ένα παξιμάδι και του λέει· «μπράβο αραπάκι, μπράβο». Απόρησα τότε και λέω· και τα ζώα υπακούν στον Γέροντα!
Είχαμε πανηγύρι στο Κελλί, δεν ήταν η πανήγυρη των Αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους, και είχα το διακόνημα του τραπεζάρη και ετοίμασα την τράπεζα. Κάποια στιγμή βλέπω, ότι όλα τα ψωμιά τα οποία υπήρχαν ήταν μόνο τρία. Τότε δεν είχα προβλέψει ότι έπρεπε νά ’χουμε περισσότερα ψωμιά. Ήταν δικό μου φταίξιμο, δεν είχα ενημερώσει τον Γέροντα ότι είναι λίγα τα ψωμιά και πώς θα βγάλουμε την πανήγυρη; Τότε μ’ έπιασε κρύος ιδρώτας. Τώρα τί θα κάνουμε; Ο κόσμος μαζευόταν, τα ψωμιά σε καμμιά περίπτωση δεν θα έφταναν. Πήγα αρκετά τρομαγμένος στον Γέροντα και του λέω: «Ευλόγησον, Γέροντα, δεν προέβλεψα, μόνο τρία ψωμιά έχουν μείνει, τί θα κάνουμε;». Να ζυμώσουνε δεν γινόταν, από τη Δάφνη δεν ερχόταν κανένας εκείνη την ώρα να μας φέρει ψωμιά. Έτσι θα μέναμε χωρίς ψωμιά και ο κόσμος μαζευότανε. Εκείνος όμως με χτύπησε στην πλάτη και με ήρεμο ύφος μου είπε: «Πήγαινε παιδί μου και συνέχισε το διακόνημά σου. Θα φροντίσει ο Θεός και οι Άγιοί μας». Έφυγα, συνέχισα το διακόνημα, ξεχάστηκα εκεί κόβοντας ψωμί, χωρίς πλέον να υπολογίζω. Αφού τελείωσε η πανήγυρη, βλέπω εκεί που είχα τα ψωμιά, ότι είχαν περισσέψει τρία ψωμιά και είχαν φάει πολύ, γιατί ήταν αρκετός ο κόσμος σε ’κείνη την πανήγυρη.
Ο Γέροντας για μια περίοδο όταν έβγαινε στη Θεσσαλονίκη, έμενε στο πατρικό μου σπίτι και εκεί τον επεριποιείτο η αείμνηστη μητέρα μου. Πολλές φορές, μου έλεγε η μητέρα μου, αλλά και άλλοι επισκέπτες, ότι ευωδιάζει το δωμάτιο του Γέροντα. Την ευωδία αυτή την είχα νοιώσει και εγώ και άλλα μέλη της οικογενείας μας και μάλιστα ακόμη και στα ρούχα τα οποία έδινε για να πλυθούνε.
Θυμάμαι μια άλλη μέρα, ήταν μεσημέρι και είχε στρωθεί το τραπέζι. Ο Γέροντας αργούσε να κατέβει στο τραπέζι. Με έστειλε τότε ο αείμνηστος πατήρ Διονύσιος, ο Πνευματικός μας να πάω να τον φωνάξω. Ανεβαίνοντας τις σκάλες φώναζα, «Γέροντα, Γέροντα», δεν απαντούσε. «Γέροντα έλα για φαγητό». Τίποτα. Πάω στο γραφείο του, δεν τον βλέπω. Πάω στο δωμάτιό του έλειπε. Είχα δει ανοιχτή την μπαλκονόπορτα, βγαίνω έξω και τον βλέπω να είναι αφοσιωμένος στο κομποσχοίνι του. Φωνάζω πάλι, δεν με άκουγε. Τότε τον κούνησα και σαν να είχε έλθει από άλλο κόσμο -και πράγματι ήταν σε άλλο κόσμο- ταράχτηκε και τότε ένοιωσα τη μεγαλύτερη ένοχή που έχω νοιώσει στη ζωή μου.
Μια άλλη φορά πάλι, ήταν απόγευμα, και ήταν πάλι η ώρα του φαγητού και αργούσε να κατέβει. Μ’ έστειλε πάλι ο π. Διονύσιος, να πάω να τον φωνάξω. Ήταν στο γραφείο του και έγραφε. Φώναξα, ξαναφώναξα, μπήκα μέσα και ’κείνη την ώρα ταράχτηκε και μου λέει: «Αχ τί μ’ έκανες! Τώρα ήταν εδώ πέρα ο Άγιος Δημήτριος και έγραφα». Πάλι ένοιωσα αρκετά ένοχος που τον σταμάτησα από αυτή την ουράνια οπτασία. Αλλά εκείνο που μας συγκινούσε πολύ, ήταν η ταπείνωσή του. Όταν ένοιωθε ότι κάτι μπορεί να είχαμε σκεφθεί ή νόμιζε ότι μας είχε στενοχωρέσει, ερχόταν εκεί που βρισκόμασταν και έβαζε μετάνοια και μας ζητούσε συγγνώμη. Μια φορά ήμουν στο εργαστήρι του Κελλιού και εκεί που καθόμουν, βλέπω τον Γέροντα να έρχεται να μου βάζει μετάνοια. «Γέροντα, του λέω, τί έγινε; τί έπαθες;». «Αχ παιδί μου, μήπως δεν πρόσεξα και σε σκανδάλισα, συγχώρεσέ με, μήπως πέρασε κάποιος λογισμός και σε σκανδάλισα».
Λόγω της υπηρεσίας μου στην Αθωνιάδα και της διακονίας μου εκεί, με την πολλή δουλειά που είχαμε εκεί πέρα, οι Ακολουθίες ήταν, φυσικά, μικρότερες λόγω της Σχολής, δεν μπορούσα να κάνω πάντα όλο τον κανόνα μου. Δεν μπορούσα να ζω όπως όλοι οι άλλοι πατέρες, με τις αγρυπνίες τους, με τις πλήρεις Ακολουθίες τους και πάντα είχα το παράπονο και πήγαινα και του το έλεγα. Η απάντησή του ήταν: «Παιδί μου νά ’χεις πάντα τον νου σου στον Θεό, ό,τι κάνεις, όπου βρίσκεσαι νά ’χεις στον νου σου τον Θεό, κάνε κάτι, αν δεν μπορείς να το κάνεις όλο κάνε λίγο, αλλά μην αφήνεις ούτε μια μέρα χωρίς να κάνεις κάτι».
Μια φορά άκουσα που διηγούνταν σ’ ένα Μοναχό ο οποίος είχε έλθει να τον επισκεφθεί για μια περίπτωση. Του έλεγε για να μπορέσει να τον στηρίξει, ότι είδε σε όραμα έναν ασκητή που ζούσε εκεί στα Καρούλια ενάρετα, τον όποίο γνώριζε και ο οποίος έχει μεγάλο όνομα, δεν αναφέρω το όνομά του τώρα, και είχε κοιμηθεί. Τον είδα σαν σε οπτασία να είναι πολύ στενοχωρημένος και να μου λέει: «Αχ γερο-Γεράσιμε, εδώ στον θρόνο του Θεού μεγαλύτερη αξία έχουν αυτοί που κάνουν υπακοή σε Γέροντα από μας πού ασκητέψαμε μέσα σε σπηλιές. Μακάρι να ήμουν και εγώ σε υπακοή Γέροντα».
Όταν ό Γέροντας μιλούσε για την Κωνσταντινούπολη, για την Αγιά Σοφιά, τον έβλεπες να δακρύζει, να διηγείται με πάθος, και πάντα δάκρυα έβγαιναν από τα μάτια του. Ήμασταν μια φορά στη Στρατονίκη. Τότε δεν είχε κτιστεί ακόμη ο Άγιος Μητροφάνης. Ήμασταν στον Άγιο Νικόλαο και ήταν εκεί ο Ιερεύς π. Θεόδωρος, ο οποίος αγαπούσε πολύ τον Γέροντα. Δεν είχε γίνει, ακόμη, η Ακολουθία για τον Άγιο Μητροφάνη που έγινε μετέπειτα, η οποία αναφέρεται στη Στρατονίκη όπου εκεί ιεραποστολικά διακόνησε ο Άγιος Μητροφάνης. Ο π. Θεόδωρος του λέει: «Γέροντα, όλο θα λέμε το τροπάριο που λέτε στο Άγιον Όρος; Δεν μπορείτε να μας κάνετε ένα τροπάριο για εδώ, που να αναφέρεται στη Στρατονίκη και για το θαύμα το οποίο έκανε ο Άγιος Μητροφάνης εδώ;». Και ο Γέροντας του λέει, «φέρε μου ένα χαρτάκι». Του έδωσε ένα χαρτί, έκανε τον σταυρό του και αμέσως άρχισε να γράφει το Απολυτίκιο του Αγίου. Όλοι εντυπωσιαστήκανε, το πόσο η χάρις του Θεού τον επεσκίασε και έγραψε ένα θαυμάσιο Απολυτίκιο.

Ιερομόναχος Νέστωρ Καρυώτης (1872 – 4 Ιανουαρίου 1957)



Κατόπιν θείας εντολής, με υπέρλαμπρη θεία λάμψη, που του επανελήφθη, για να βεβαιώσει την αλήθειά της, και με την ευλογία του Γέροντός του, επέστρεψε στην πατρίδα του το 1935 και ανήγειρε έξω της πόλεως Ρέθυμνου σε πετρώδη λόφο του Κουμπέ, στα ερείπια της παλαιάς μονής, τη μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή και την αγιογραφία.
Σε λίγο καιρό δημιουργήθηκε γυναικεία αδελφότητα, της οποίας, Πνευματικός ήταν ο Γέροντας Νέστωρ.
Χάρη σε αυτόν η μονή απέκτησε φήμη και κατέστη πνευματικό κέντρο με πλούσια προσφορά, την οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα. Πολλοί έλαβαν άφεση αμαρτιών από το πετρα­χήλι του και ελεημοσύνες. Με την προσευχή του σώθηκε στην κατοχή ένα βαριά άρρωστο παιδί. Και άλλοτε, ετοιμοθάνατος ο ίδιος, σταύρω­σε στο νοσοκομείο ένα ετοιμοθάνατο παιδάκι κι έγινε αμέσως καλά.
Ο μακάριος Γέροντας Νέστορας ανεπαύθη εν Κυρίω στις 4.1.1957. Μετά την ανακομιδή του, τα οστά του, που φυλάγονται στη μονή Κουμπέ, ευωδίασαν. Η Γερόντισσα της μονής Πανσέμνη, διακρινόμενη για τη σοβαρότητα και διακριτικότητά της, σε πρόσφατη προσκυνηματική μας επίσκεψη μάς έλεγε πως, παρότι πέρασαν πενήντα χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού Γέροντά τους, συχνά η παρουσία του είναι αισθητή. Η φιλόθεη αδελφότητα ετοιμάζει βιβλίο προς έκδοση για τον αείμνηστο Γέροντα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αντωνίου Στιβακτάκη, Το Άγιον Όρος και η Κρήτη, Ηράκλειο 2005, σσ. 126-128. Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 41-44. Του αυτού.
(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 567-568)

Ιερομόναχος Ιερώνυμος Αγιοπαυλίτης Newsroom από Newsroom

Ι


Γεννήθηκε στο χωριό Βλάτος Κισάμου Χανίων της Κρήτης το 1866. Μόλις 15 ετών ήλθε να κοινοβιάσει στη μονή Αγίου Παύλου. Το 1893 εκάρη μοναχός. Νεόκουρος έγραφε προς τους γονείς του: «Το μόνον μου έργον, η μόνη μου φροντίς εις το εξής θα είναι η του Πλά­στου μου δοξολογία.


Η μόνη μου ηδονή θα είναι η μελέτη των θείων Γραφών και οι εν κρυπτώ ιεροί αγώνες. Η μόνη μου τροφή θα είναι η αδιάκοπος προσευχή, η κοινωνία των θείων μυστηρίων, η νηστεία και η πνευματική προς πάντας αγάπη. Το μόνον μου ευφρόσυνον ποτόν θα είναι τα δάκρυα. Η μόνη μου στολή θα είναι η σωφροσύνη, η σεμνότης, η σιωπή, η ακτημοσύνη, η απλότης, η ανεξικακία και η ξενιτεία. Η μόνη μου δόξα θα είναι οι διά Χριστόν θλίψεις και κακουχίαι. Ο πατήρ μου θα είναι ο Χριστός, μήτηρ μου η Παναγία και αδελφοί, φίλοι και συγγενείς οι άγιοι Πάντες …». Έτσι και ήταν, όπως μ’ ενθουσιασμό τα έγραφε. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδείχθηκε ένας λίαν ενάρετος μοναχός. Σε νόμιμη ηλικία χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και χειροθετήθηκε Πνευματικός.
Λειτουργούσε καθημερινώς, ήταν αρκετά λιτοδίαιτος και ησυχαστικός τύπος. Γι’ αυτό ο ηγούμενος του επέτρεψε να κατοικήσει στο ησυχαστήριο της Αγίας Τριάδος, όπου επιδόθηκε σε μεγάλη άσκηση και προσευχή. Όταν επισκέφθηκε κάποιος το ησυχαστήριό του, το μόνο που βρήκε ήταν μία χαλασμένη ντομάτα. Για μικρό διάστημα κατοίκησε στη μονή Σίμωνος Πέτρας και στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου.
Το 1925 μεταβαίνει στις Αχαρνές Αττικής, όπου ιδρύει τη γυναικεία μονή της Αγίας Παρασκευής ως μετόχι της μονής της μετανοίας του. Χά­νει το φως των οφθαλμών του και αυξάνεται το εντός του. Ο θείος φω­τισμός του δίνει το χάρισμα της προοράσεως, όπως ομολογούν πολλοί. Μη μπορώντας να λειτουργεί αφιερώθηκε στο εξομολογητικό έργο κι έγινε έμπειρος Πνευματικός οδηγός πολλών μοναχών και λαϊκών. Τα ταπεινά οικήματα και μοναστηράκια, που τυφλός επισκεπτόταν τα τελευταία του χρόνια, σπάνια τον έβλεπαν μόνο, γιατί πάντα τον περι­κύκλωναν ψυχές, που ζητούσαν οδηγίες από ένα άξιο Αγιορείτη. Παντού και πάντοτε κήρυττε τον Χριστό, νουθετούσε, συμφιλίωνε, συγχωρούσε, έδινε θάρρος, παραμυθούσε κι ενίσχυε με τον θεοφώτιστο λόγο του. Αφοσιωμένος πλήρως στο εξομολογητικό του έργο λησμονούσε πολλές φορές και να γευματίσει. Η ψυχή του τρεφόταν από την προς τον Θεό και τον πλησίον αγάπη του.
Το φίλτατο Άγιον Όρος τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Έγραφε γι’ αυτό σ’ ένα από τα πολλά του στιχοπλοκήματα:
«Χαίρε, το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, χαίρε,
χαίρε, πατρίς των επί γης πατρίδα μη εχόντων,
χαίρε, ηρώων ιερών στάδιον και παλαίστρα,
χαίρε, ο ευωδέστατος κήπος της Παναγίας,
εν ω εξακισχίλιαι άδουσιν αηδόνες …»
Στην πλούσια βιβλιοθήκη της ιεράς μονής Αγίου Παύλου φυλάγον­ται χειρόγραφα τετράδιά του με χιλιάδες στίχους του επί διαφόρων πνευματικών θεμάτων που τον συγκινούσαν.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 13.1.1943, αφού μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων, εν μέσω των πολλών πνευματικών του τέκνων. Ο μακαρι­στός Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης έγραφε σε μία επιστολή του πως οι δύο Ιερώνυμοι, ο Αγιοπαυλίτης και ο Σιμωνοπετρίτης, αποτέλεσαν την πιο λαμπρή εκπροσώπηση Αγιορειτών Πνευματικών στην ελληνική πρωτεύουσα, τη μεγαλούπολη Αθήνα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Περιοδικό Τα Πάτρια, 1/1976, σσ. 17-19. Περιοδικό Άγιος Νεκτάριος, 2/1980, σσ. 167- 174. Χρυσάνθου Αγιαννανίτου ιερομ., Παπα-Ιερώνυμος ο Πνευματικός (1866-1943), Η Αγία Σκέπη 113/1984. σσ. 116-117, 114/1984, σσ. 156-158. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 104-107.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 363-365

Ιερομόναχος Μάρκος Διονυσιάτης (1852-1938)


\

Διακρίθηκε ως φιλότιμος διακονητής, εγκρατής μοναχός, φιλακόλουθος, νηστευτής και καλός Πνευματικός. Ο φιλάρετος μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης γράφει περί αυτού: «Ήτο εις τας ημέρας του ένα στόλισμα της Μονής: άγαλμα αρετής, αγωνιστής εις το έπακρον, πνευματικός σε­βάσμιος. Όλην του την ζωήν διήλθε πυκτεύων και διακονών εις τρία και τέσσερα διακονήματα, διότι ήτο βιβλιοδέτης, βιβλιοθηκάριος, βηματάρης, ιεροψάλτης εις τον δεξιόν χορόν ως στύλος ακλόνητος, συνάμα δε και εφημέριος εις την λαγχάνουσαν αυτώ εβδομάδα.
Εχρημάτισε και καθηγούμενος εις μίαν ταραχώδη εποχήν, όπου ο σάλος διά το πατριαρχικόν μνημόσυνον επί μίαν πενταετίαν (1926-1931) ευρίσκετο εις το έπακρον.
Καθ’ όλην του την ζωήν η διατροφή του ήτο μονοφαγία. Ό,τι είχεν η κοινή τράπεζα, άπαξ της ημέρας, μόνο το γεύμα· το βράδυ δεν ήρχετο εις την τράπεζαν, διότι ενήστευε. Μόνον εάν ήτο αγρυπνία δι’ επίρρωσιν τινά των σωματικών του δυνάμεων και διά να ψάλλη εις τον χορόν, έπινε ένα τσάι με τεμάχιον ξηρού άρτου. Δεν κάμω βιογραφίαν, διότι θα έπρεπε να γίνη βιβλίον ολόκληρον, αλλά ταύτα τα ολίγα είπον διά να βεβαιωθή ό,τι είπον οι πατέρες, ότι εις την καλήν και ενάρετον ζωήν ακολουθεί και καλόν τέλος, ή το του Κυρίου: “τους δοξάζοντάς με δοξάσω”».
Προ του τέλους του οι δαίμονες ήλθαν ασθενή να τον πειράξουν. Το πρωί της 14.1.1938 μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων από τον ηγούμενο Γαβριήλ. Το εσπέρας της ίδιας ημέρας τελείωσε τον βίο του. Αφήνουμε τον μοναχό Λάζαρο να περιγράψει πιο καλά τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας: «Κατ’ εκείνην λοιπόν την στιγμήν, επληρώθη όλον το δωμάτιον του νοσοκομείου μιας θαυμασιωτάτης ευωδίας, αποπνεούσης όλα τα αρώματα. Κατελθών ο ηγούμενος, αμέσως μας έρωτά: “Τί συμβαίνει, εξαιρετικήν ευωδίαν αισθάνομαι;” Εγώ εννοών, εκστατικός, του είπον: “Ναι, Γέροντα, και ημείς την αισθανόμεθα”. Πηγαίνοντες με τον ηγούμε­νον πλησίον του ασθενούς τον εύρομεν κεκοιμημένον τον ύπνον των Δι­καίων. Ως έθος, επελήφθημεν των προς επένδυσιν του λειψάνου και του συνήθους εν μανδύα τινί ραψίματος. Η εν λόγω θαυμασία ευωδία διήρκησε περίπου εν τω του νοσοκομείου δωματίω πλέον των 20 λεπτών ή και ημισείας ώρας. Τούτο το θαυμαστόν γεγονός κατά την ενταύθα εικο­σαετή υπηρεσίαν μου εις άλλον τινά δεν εγένετο, δηλαδή αδελφόν αποθανόντα».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 58-62. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 38-41.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 317-318

Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, ο λόγιος Αγιορείτης – 13 χρόνια από την κοίμησή του



του Μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτη
Το γέννημα της περιφήμου Ναυπάκτου, αλλά και το βλάστημα και θρέμμα της Ιεράς Μονής Διονυσίου, αλλά και το καύχημα ολοκλήρου του αγιορειτικού κόσμου.



Νέος 25 περίπου ετών, απόφοιτος ανωτάτων σπουδών, αφού προηγουμένως σύμφωνα με τους νόμους ετέλεσε την στρατιωτικήν του θητεία, υπακούοντας στην φωνήν της πατρίδος επιτάσσεται ξανά κατά τον φοβερόν εκείνον πόλεμον του 40, όπου και με ανδρείο πατριωτικό φρόνημα προχωρά στην πρώτη γραμμή.
Μέχρι τότε δεν είχεν την κλήσιν προς τον Μοναχισμόν. Όμως ο Πανάγαθος, όπου τον επέλεξεν εκ κοιλίας μητρός, αφού με θαυματουργικόν τρόπον του διέσωσεν την ζωήν συγχρόνως του χάρισε τόσον την κλήσιν όσον και την πρόσκλησιν ν΄ αφιερωθή στον Θεόν. Υπόσχεται λοιπόν την τελείαν αποταγήν.
Με την κατάληψιν της ταλαιπώρου πατρίδος μας, από τα σιδερόφρακτα στρατεύματα του Χίτλερ, διαλύεται εξ ανάγκης ο τακτικός στρατός μας. Έτσι λοιπόν εν μέσω ακόμα του φοβερού πολέμου δρομαίος ο νέος ως διψώσα έλαφος τρέχει στο Περιβόλι της Θεοτόκου.
Δεν άργησε να πληροφορηθή, ότι τόπος της μετανοίας του είναι η ευαγής Ιερά Μονή Διονυσίου και Γέροντάς του ο λόγιος και φημισμένoς ηγούμενος Γαβριήλ.
Ο διακριτικός και σοφός εκείνος Γέροντας, δεν άργησεν να εννοήση ότι ο νέος δόκιμος Θεόδωρος, θ΄ αποτελέση σκεύος εκλογής, φως της Μονής, αλλά και ολοκλήρου του Αγίου Όρους και της Εκκλησίας εν γένει. Γι΄ αυτό και πολύ γρήγορα σε ηλικίαν 27 ετών (1943) τον έκειρε μεγαλόσχημον Μοναχόν.
Ως υποτακτικός διέπρεψε. Υπηρέτησε στο μαγειρείο, στην τράπεζα, το αρχονταρίκι, στο αντιπροσωπείο της Μονής ως κονακτζής, στο μετόχι Μονοξυλίτης κ.λπ. Όμως δεν άργησε να αποκαλυφθή και το συγγραφικό του τάλαντο.
Στην προκειμένην περίπτωσιν, βρήκε δίπλα του τον λόγιον διακριτικόν γέροντά του Γαβριήλ, ο οποίος τον υποβοήθησε να καλλιεργήση το δοθέν τάλαντο.
Κατ’ αρχήν ύστερα από μια σκληρή δοκιμασία στα κατώτερα διακονήματα, με απόφαση της Ι. Συνάξεως τον προχειρίζει προϊστάμενον, αργότερα δε και αντιπρόσωπον της Μονής παρά τη Ιερά Κοινότητι.
Δυστυχώς ο επώδυνος εκείνος πόλεμος του 40΄ αποφέροντας γενικήν παρακμήν της πατρίδος δεν άφησεν ανεπηρέαστον και το Άγιον Όρος. Αρκεί μόνον να αναφέρουμε ότι εννέα από τις είκοσι Μονές ακολουθούσαν ιδιόρρυθμο σύστημα , δείγμα σοβαρής παρακμής οργανωμένου μοναχισμού, παρόλο ότι και σ’ αυτά τα ιδιόρρυθμα διέπρεψε μεμονωμένα πλήθος μοναχών.
Πλαστά αλλά και πραγματικά σκάνδαλα κυκλοφορούσαν ανά το πανελλήνιον εις βαθμόν όπου ο ιερός ημών τόπος παρεξηγήθηκε από πολλούς και μάλιστα από την ανωτέραν τάξιν.
Με την παρότρυνση τότε του σοφού Γέροντος Γαβριήλ προβαίνει ο Μον. Θεόκλητος στην συγγραφήν του πρώτου αξιόλογου έργου του, δηλαδή του βιβλίου «Μεταξύ ουρανού και γής». Το βιβλίον αυτό, με τόσο γλαφυρό και λογοτεχνικό ύφος, παρουσιάζει το κάλλος του αγιορειτικού μοναχισμού, σε βαθμό ώστε δεν άργησε να φθάση και στις ανώτερες πολιτικές αρχές. Αποτέλεσμα ήταν να βραβευθή από την Ακαδημίαν Αθηνών. Έτσι λοιπόν, γίνεται ο νεαρός λόγιος αιτία προβολής αλλά και θετικών σχολίων του Αγιωνύμου Όρους και κατ’ επέκτασιν του μοναχισμού.
Το βιβλίον όμως αυτό ήταν και η καλή απαρχή . Έκτοτε ο αείμνηστος λόγιος αυτός Μοναχός προέβη σε πλήθος αξιόλογων έργων, αλλά και άρθρων σ΄ όλα σχεδόν τα χριστιανικά έντυπα, αλλά και σε πολλές προφορικές διαλέξεις, κατόπιν προσκλήσεως υπό πολλών επισήμων.
Κατά το έτος 1963 εωρτάσθη πανηγυρικά η χιλιετηρίς του Αγίου Όρους. Μετά τις εορταστικές εκδηλώσεις, ο π. Θεόκλητος προσεκλήθη επισήμως, τόσο από το παλάτι, όσο και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την εποχήν εκείνην ετύγχανε η ταπεινότης μου να φοιτά εν Αθήναις. Δεν θα ξεχάσω τις γλαφυρές διαλέξεις του στην Ακαδημίαν Αθηνών, στο Πανεπιστήμιον, στην Αποστολικήν Διακονίαν και αλλού, οι οποίες ήσαν κατάμεστες κόσμου.
Στο Πανεπιστήμιο προσεκλήθη από τον αείμνηστον καθηγητήν Τωμαδάκην να ομιλήση για τον Γρηγόριον τον Παλαμάν. Στην Αποστολικήν Διακονίαν υπό των καθηγητών της Θεολογίας Αθηνών, οι οποίοι και προς τιμήν τους εκάθοντο στα έδρανον ωσάν μαθηταί να παρακολουθήσουν ένα καλόγηρον.
Εις τα πλαίσια των δραστηριοτήτων του, η αξιολογώτερη προσφορά του αειμνήστου Γέροντος ήταν στην Ιεράν Κοινότητα όπου επί σειράν ετών διηκόνησεν ως αντιπρόσωπος και πρωτεπιστάτης.
Η περίοδος 1965-1973 ήταν για το Αγιώνυμον Όρος αλλά και ολόκληρον την ορθοδοξίαν μία περίοδος φοβερής δοκιμασίας. Αυτήν την περίοδο Πατριάρχης ετύγχανε ο αείμνηστος Αθηναγόρας. Δεν είμαι σε θέσιν να κρίνω αν εννοούσεν αυτά που έλεγεν ή αν ήταν ένας μεγάλος διπλωμάτης.
Αλλά και η διπλωματία στον χώρον της Εκκλησίας δεν έχει θέσιν και προ πάντων επί δογματικού επιπέδου. Κατ’ αρχήν προέβη κατά το 1965 εις την περιβόητον εκείνην άρσιν των αναθεμάτων του σχίσματος, πράγμα απαράδεκτον αφού πρώτα δεν ήρθησαν οι λόγοι του σχίσματος μεταξύ ορθοδόξου και δυτικής Εκκλησίας. Δεν έφτανε αυτό, κατεσκανδάλισε τους πιστούς και μάλιστα τους ευαίσθητους αγιορείτες με δηλώσεις τελείως ανορθόδοξες όπως π.χ. «ένωσις άνευ όρων και ορίων», «κάτω τα δόγματα», «τό δόγμα εναντιώνεται στην αγάπην» κ.λ.π.
Ανάστατοι οι αγιορείται προέβησαν οι πλείστοι εις την αποκοπήν του μνημοσύνου του Πατριάρχου. Αρκετοί και μάλιστα ευλαβείς μοναχοί αλλά απλοϊκοί, παρεσύρθησαν στον ζηλωτισμόν, όπου έκτοτε και μέχρι σήμερα διατηρείται στην Ι.Μ. Εσφιγμένου. Πολλές διαμαρτυρίες έγιναν και από τον ελλαδικόν χώρον και μεμονωμένα από το Άγιον Όρος. Όμως η επίσημη εκπροσώπησις του Ιερού τόπου είναι η Ιερά Κοινότης. Την εποχήν όμως εκείνην σχεδόν όλοι οι αντιπρόσωποι ήσαν ολιγογράμματοι.
Όμως η θεία πρόνοια οικονόμησε να σταλή αντιπρόσωπος από την Ιεράν Μονήν Διονυσίου ο Μοναχός Θεόκλητος. Εκείνην την εποχήν Ιερά Κοινότης και Θεόκλητος εταυτίζοντο. Ευαίσθητος όπως ήταν σε θέματα πίστεως με δική του πρωτοβουλία η Ιερά Κοινότης με δηλώσεις και επιστολές που συνέτασσεν ο ίδιος ο π. Θεόκλητος ανέλαβεν την πρωτοβουλίαν του αγώνος· ένα μέν να διαμαρτύρεται αλλά και να ελέγχει κάθε είδους παρεκτροπών, άλλο δε να διαφωτίζη τους ευλαβείς απλοϊκούς αγιορείτες, ότι η Εκκλησία δεν χάθηκε όπως ασυστόλως εξεστόμιζαν πολλοί «ζηλωταί», όπου και προέβαλλαν πρόβλημα συνειδήσεως παραμονής εις την Εκκλησίαν. Ωσάν δε διέξοδον την προσκόλλησιν σε μία από τις πολλές ζηλωτικές παρατάξεις. Αλλο πρόσωπα άλλο Εκκλησία ως θεσμός.
Στον αγώνα αυτό πρωτοστάτης υπήρξεν ο αείμνηστος π. Θεόκλητος. Και όντως ο Πατριάρχης Αθηναγόρας απήλθε. Διαδέχεται ο ταπεινός Δημήτριος τον θρόνο. Κατευνάζει τους ευσεβείς· λείψανα όμως του ζηλωτισμού παραμένουν μέχρι σήμερα. Εύχομαι οι σημερινοί να προσέξουν αλλά και διορθώσουν τα λάθη των παλαιοτέρων προς αποκατάστασιν της εσωτερικής ενότητος.
Αλλά σαν να μην έφθαναν τα δικά μας έρχεται τώρα η ρωσσική Εκκλησία με τη σειρά της και εξαγγέλλει κάτι το φοβερό· αποφασίζει την μετάδοσιν των Θείων Μυστηρίων στους παπικούς κατά το έτος 1970. Το γεγονός αυτό συνεκλόνησεν ολόκληρο το Άγιον Όρος και μάλιστα έντονο τυγχάνει στο Όρος και το ρωσσικό στοιχείο. Την Μονήν του Ρωσσικού συχνά πυκνά επισκέπτονται Ρώσσοι αρχιερείς και κληρικοί. Εν συνεχεία περιοδεύουν σ’ ολόκληρο το Άγιον Όρος.
Πώς θα έχουμε κοινωνία μαζί τους; Τόσον ο π. Θεόκλητος, όσον και ο αείμνηστος Γέροντάς του, άλλη μεγάλη προσωπικότης του Αγίου Όρους αντέδρασαν αστραπιαία γραπτώς και προφορικώς αλλά και η ίδια η Ιερά Κοινότης διεμαρτυρήθη τη προτροπή του Ι.Μ.Δ. Θεοκλήτου.
Μάλιστα σε μίαν επίσημον επίσκεψιν μετά την εν λόγω απόφασιν του τότε Πατριάρχου Ποιμένος, ο αείμνηστος Θεόκλητος, ετόλμησε στην επίσημον προσφώνησιν να ψέξει την εν λόγω αντορθόδοξον ενέργειαν. Ενθυμούμαι ακόμα παρεπιμπτόντως και τον αείμνηστον Γέροντά μου Π. Χαράλαμπον, ηγούμενον τότε της Ιεράς Μονής Διονυσίου, σε μίαν επίσκεψιν ρώσων ιεραρχών στην Μονήν μας, με όλην του την απλότητα ετόλμησε και τους υπέβαλε σε πραγματική ψυχρολουσία, ψέγοντας αυτήν την πράξιν.
Πιστεύω ότι στην μετ’ ου πολύ ανάκλησιν της εν λόγω αποφάσεως συνετέλεσε κατά κύριον λόγον το Άγιον Όρος και μάλιστα η Ιερά Κοινότης με πρωτοβουλίαν του αειμνήστου Θεοκλήτου.
Κατά την περίοδο 79-80 Πρωτεπιστάτης Άγίου Όρους διετέλεσεν ο π. Θεόκλητος. Εκείνο το διάστημα μία ομάδα «ζηλωτών μοναχών» εκμεταλλευομένη την λειψανδρίαν της Ι. Μ. Δοχειαρίου, ηθέλησε κατά το πρότυπο της Εσφιγμένου να καταλάβη την Μονήν. Εγκατεβίωσαν εντός δήθεν ως διακονητές αλλά με αρχιτεκτονικόν σχέδιον, τόσον οι Δοχειαρίτες (μερικοί γέροι), όσο και οι ιεροκοινοτικοί… αγρόν ηγόρασαν. Όμως δεν διέλαθε της προσοχής του πανέξυπνου Πρωτεπιστάτου.
Συγκαλεί αμέσως σύναξιν και αποστέλλει αντιπροσωπείαν εις την Μονήν. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι στην τρίχαν (πού λένε) γλύτωσε η Μονή να πέση στα χέρια των ζηλωτών. Καθώς ομολογούν οι τότε αντιπρόσωποι το επίτευγμα αυτό ανήκει εξ ολοκλήρου στον τότε Πρωτεπιστάτην Θεόκλητος Διονυσιάτην.
Αλλά είμαι υπόχρεος να θίξω και μίαν άλλην σοβαρήν πτυχήν της προσφοράς του αειμνήστου. Όταν ο π. Θεόκλητος ανέλαβε αντιπρόσωπος τα εννέα από τα είκοσι Μοναστήρια ήσαν ιδιόρρυθμα. Δεν γνωρίζω πόσο πόνεσε και προσευχήθηκε ώστε να αναλάβει την τόλμην της επανδρώσεως αλλά κοινοβιοποιήσεως των ιδιορρύθμων.
Αποκορύφωμα ήταν η επί πρωτεπιστασίας του (1984-5), όπου αντιπρόσωπος ετύγχανε τότε η ταπεινότης μου, εξαγγέλλει πρώτον σ’ εμέναν το λίαν παράδοξον και τολμηρόν: Θα καλέσω εξαρχία για το Βατοπαίδι. Διστακτικός εγώ του απαντώ: «Γέροντα, εκεί μέσα είναι σφηκοφωλιά, πού να μπούμε πάνω τους;» Κι εκείνος με πεποίθηση στην Παναγία μας: «’Επειδή το θέλει η Παναγία μας θα συνεργήση». Πράγματι, μόνον ένα τεράστιον θαύμα μπορεί να χαρακτηριστή πώς η ισχυρή αλλά παρηκμασμένη Μοπνή Βατοπαιδίου μετετράπη σε πρότυπον κοινοβιακήν Μονήν. Και το έργον αυτό ανθρωπίνως κατά πρώτον λόγον ανήκει στον Μοναχόν Θεόκλητον.
Αυτά και πολλά άλλα ήσαν τα επιτεύγματα του αειμνήστου Γέροντος. Θα πείτε και ποιο ήταν το όπλο του. Όπλο του ήταν η πίστις αλλά και η πραγματική αφοσίωσίς του στην Κυρία μας Θεοτόκον, την οποίαν όλα του τα χρόνια αισθανόταν Μανούλα του και κυριολεκτικά την λάτρευε.
Όπλο του Θεοκλήτου ήταν ακόμα η νοερά και αδιάλειπτος προσευχή την οποίαν καλλιεργούσε σ’ όλα του τα χρόνια. Μάλιστα, έγραψε και ειδικό βιβλίο περί νοεράς προσευχής.
Στα πλαίσια της προσφοράς του είναι και το σπουδαίο συγγραφικό έργο του. Αριθμούνται άνω των 70 περισπουδάστων συγγραμμάτων εκτός επιστολών, άρθρων, διαλέξεων κλπ. Μνημονεύω μόνο μερικά όπως το «Μεταξύ ουρανού και γής», «Γρηγόριος Παλαμάς», «Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης», «Μαρία Μητέρα του Θεού», «Η αίρεσις των νεορθοδόξων», «Αθανάσιος ο Ιβηρίτης» κ.λ.π.
Επειδή όμως ο χώρος της ιστοσελίδας διαμαρτύρεται, περαιώνω (χωρίς να κλείσει μ’ αυτό το κεφάλαιο Θεόκλητος Διονυσιάτης), αφού κάμω μνείαν και του γεροντικού αλλά οσιακού τέλους του Γέροντος.
Με τ’ ανωτέρω δεν προτίθεμαι να τον αγιοποιήσω ούτε να τον θεωρήσω αμέτοχον από ανθρώπινα σφάλματα· τουναντίον επειδή έζησα αρκετά μαζί του, σημειώνω πολλά ανθρώπινα λάθη. Όμως και πάλιν η δόξα του Θεοκλήτου ήταν ότι εύκολα ανεγνώριζεν και ανακαλούσε τα σφάλματά του.
Έζησε τα τελευταία του χρόνια εφησυχάζων εις το κάθισμα των Αγίων Αποστόλων, ακριβώς έξω και απέναντι της Μονής Διονυσίου. Ασχολείτο κυρίως με την προσευχήν, την ανάγνωσιν και την συγγραφήν. Η τροφή του πάντα και σ’ όλα τα χρόνια λιτή και πολλάκις άγευστη.
Πέρασε στα τελευταία του δοκιμασίες με την υγεία του. Βγήκε έξω για νοσηλείαν, αλλά ο νόμος της φθοράς είναι ικανός για όλους. Επιστρέφει και μένει οριστικά εντός της Μονής και ζεί υποδειγματικά οσιακόν βίον. Την δε 7ην Ιανουαρίου 2006, ημέραν του προστάτου της Μονής Ιωάννου του Βαπτιστού και κατά την χαρμόσυνον ώραν όπου εψάλλετο ο πολυέλεος του Προδρόμου, παρέδωκεν ο αείμνηστος Γέροντας εις χείρας Θεού την οσίαν ψυχήν του.
Αιωνία αυτού η μνήμη.

Ιερομόναχος Κοσμάς Γρηγοριάτης (1942 – 1989) Newsroom


Χαιρόταν να μελετά την Αγία Γραφή και να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη σπουδάζοντας συγχρόνως. Συνδέθηκε πνευματικά με τον μακαριστό Αυγουστίνο Καντιώτη (†2010) κι άρχισε αλληλογραφία με τον π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο (†1972), που ήταν στην Αφρική. Ο πόθος της Ιεραποστολής φούντωνε συνέχεια μέσα του. Είχε επαφές και με τον Γέροντα Φι­λόθεο Ζερβάκο (†1980) της μονής Λογγοβάρδας της Πάρου. Ήξερε τεχνικά, μηχανικά, ηλεκτρολογικά, ηλεκτρονικά, νοσηλευτικά, ναυαγο­σωστικά και οικοδομικά πράγματα. Παρακολούθησε το Φροντιστήριο Κατηχητών και μαθήματα εξωτερικής ιεραποστολής στην Αποστολική Διακονία, νοσηλευτική στον Ερυθρό Σταυρό.
Πήρε ακόμη και πτυχίο κολύμβησης. Αργότερα έσωσε από βέβαιο πνιγμό ένα παιδάκι σε μία λίμνη στο Κολουέζι. Ήθελε να σπουδάσει και ιατρική, μα δεν τα κατάφερε. Πήγε όμως στο Ανώτερο Φροντιστήριο της Ριζαρείου Σχολής.
Το 1975 πρωτοπήγε στην ιεραποστολή της Αφρικής πλησίον του π. Αμφιλοχίου Τσούκου στο Κολουέζι του Ζαΐρ. Άρχισε την ανοικοδόμηση ναών μ’ ενθουσιασμό, γνώση, επιμέλεια και τόλμη, δίχως να γνωρίζει την τοπική γλώσσα, τη σουαχίλι. Ξάπλωνε με τα παπούτσια, δεν προ­λάβαινε να τα βγάλει. Κόντευε να πάθει υπερκόπωση. Κάποτε έπαθε ηλίαση και επί χρόνια τον ταλαιπωρούσαν πονοκέφαλοι. Σε 15 μήνες έκτισε 9 ναούς.
Το 1977 με τον π. Νικόδημο Μπιλάλη έκτισε τον ναό του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου στις Καρυές. Τότε γνώρισε τον Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος του είπε να μονάσει στη μονή Γρηγορίου, να χειροτονηθεί εκεί και μετά να πάει στην ιεραποστολή. Το επόμενο έτος εκάρη μοναχός από τον ηγούμενο Γεώργιο και χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ροδο­στόλου Χρυσόστομο. Με τις ευχές των πατέρων και με ιερό ενθουσιασμό ξεκίνησε το μεγάλο έργο της ιεραποστολής στην Αφρική.
Στην αρχή πήγε στην Κανάγκα στον π. Χαρίτωνα Πνευματικάκη και την αδελφή Όλγα. Με τις ευλογίες του μητροπολίτη Κεντρώας Αφρικής Τιμοθέου πήγε κατόπιν στο Κολουέζι. Έλεγε στον πατέρα του: «Εμένα με έταξε ο Θεός ιεραπόστολο σ’ αυτή την περιοχή. Όπου και να πηγαίνω, θα βοηθώ όποιον συναντήσω που έχει την ανάγκη μου». Με πολλούς πειρασμούς, δυσκολίες και μεγάλα προβλήματα άρχισε ένα υπεράνθρωπο, σπουδαίο και σημαντικό Ιεραποστολικό έργο. Η ανιδιοτέλειά του και η εργατικότητά του ενέπνεε πολλούς να τον συν­δράμουν με διάφορους τρόπους. Ο π. Κοσμάς εκτός από λειτουργός, Πνευματικός και κατηχητής, έγινε πατέρας και αδελφός πολλών δυστυ­χισμένων μαύρων αδελφών μας. Έγινε φιλόστοργος ποιμένας, φιλάν­θρωπος πατέρας, δίκαιος δικαστής, χρήσιμος ιατρός, καλός οικοδόμος, τέλειος μηχανικός, ευαγγελικός ιεραπόστολος. Ζούσε για ν’ αγαπά και να προσεύχεται, να προσφέρει και να θυσιάζεται.
Σαν κάτι να προμηνυόταν τις τελευταίες του ημέρες. Είχε ένα έκτακτο ενθουσιασμό, λειτουργούσε, κήρυττε περί μετανοίας, αποχαιρετούσε. Το βράδυ της 27.1.1989 ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο δικό του κι έμεινε νεκρός. Πριν τρεις μήνες είχε πει στον Γέροντά του π. Γεώργιο: «Η ιεραποστολή δεν είναι για λίγους μήνες και όποιος θέλει να είναι ιεραπόστολος πρέπει ν’ αφήσει τα κόκαλά του στο αφρικανικό χώμα». Έτσι κι έγινε. Ο τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα. Οι ιθαγενείς αφήνουν λουλούδια ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας. Σε μία δεκαετία βάπτισε 15.000 Αφρικανούς.
Έλεγε ο μακαριστός ιεραπόστολος, τον οποίο εμείς λίγο γνωρί­σαμε και πολύ ζηλέψαμε: «Οι αδελφοί Αφρικανοί είναι άνθρωποι με εσωτερικότητα· οι Ευρωπαίοι συνήθως τους υποτιμούν, αλλά σφάλλουν πολύ. Η ψυχή των Αφρικανών κλίνει στον μυστικισμό και γι’ αυτό η Ορθοδοξία έχει τί να τους ειπεί και προτείνει, αλλά μόνο η αυθεντική Ορθοδοξία, εκείνη η μοναχική, αγιορείτικη. Διότι μεταξύ των αδελφών της Αφρικής μεγάλη δύναμη έχει η μαγεία, πραγματική δαιμονοκρατία. Οι μάγοι τους είναι πολύ ισχυροί και έχουν μεγάλη επιρροή, αλλά τελι­κά ο σατανάς και αυτούς τους εξολοθρεύει. Γι’ αυτό συχνά και εκείνοι προσφεύγουν στον Χριστό, τον νικητή όλων των μαγικών, δαιμονικών δεσμών και βασκανιών. Στην Αφρική είδα πόσο αληθινό είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ιεράς Μονής Γρηγορίου, Μνήμη Ιερομονάχου Κοσμά Γρηγοριάτου, Ο Όσιος Γρηγόριος 14/1989, σσ. 54-73. Δημητρίου Ασλανίδη, Ο ιεραπόστολος του Ζαΐρ π. Κοσμάς Γρηγοριάτης, Άγιον Όρος 1991. Κοσμά Γρηγοριάτου ιερομ., Το Ιεραποστολικό μου έργο, Θεσσαλονίκη 2009.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ.1233-1236

Μοναχός Χαράλαμπος Καψαλιώτης (1914-1998) Newsroom



Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών.
Σε μία μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος. Να πως το διηγείται ο ίδιος: «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτωθήκανε έκτος ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τά ’χω τα χέρια μου, τό ’χω το στήθος μου ή μου έφυγε;
Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.
Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου και από Βασί­λειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρύων και της Καψάλας. «Έλεγε συνεχώς την ευχή ψιθυριστά. “Όταν λέμε την ευχή”, έλεγε, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την ευχή». Τον χειμώνα, έλεγε, «ο Κύριος με θερμαίνει». Ζούσε σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: “Αν δεν πίστευα στον Χρι­στό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;”».
Συχνά τον ενοχλούσαν και πολεμούσαν οι δαίμονες, τους πολεμούσε όμως και αυτός, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους!». Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της. Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλε­γε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό, μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά πάλι δεν εμπιστεύεται στον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού». Συνήθιζε να λέει· «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν συνετιεί αυτόν ο Θεός». Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα. Συνήθιζε επίσης να λέει: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».
Η Παναγία και οι άγιοι που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από ένα μοναχό, που είχε προβλήματα στο ναό του, του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος του είπε: «Να ξέρετε όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαι­οφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι». Στους κοσμικούς που του ζητούσαν λόγο ωφελείας, αρκούνταν να λέει: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλο­κάγαθος.
Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συ­χνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά και μετά, με τη μακρόσυρτη βαρειά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στό­μα του. Με τη βαρειά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί», κατά τον θείο Παύλο, για να μην υπεραίρεται. Υπέφερε πολύ από μία μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Δια­τηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την ευχή».
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998. ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητος και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Παϊσίου ιερομ., Γερο-Χαράλαμπος (ο κομποσχοινάς), Εκ βαθέων 3/2003, σσ. 13-17. Βασιλείου Ιωσαφαίου μοναχού, Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας, Ο Όσιος Γρηγόριος 32/2007, σσ. 97-101.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1461-1467
Ο κομποσχοινάς
Εδώ αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και έναν άλλο σεβαστό γέροντα, που και αυτός είχε δείξει σημεία αγιότητος, τον π. Χαράλαμπο τον κομποσχοινά. Αυτός, απ’ ότι μας έλεγε, αξιώθηκε να δη πολλά σημεία, την Παναγία μας, αγίους Αγγέλους, και ότι πολλά θαύματα του συνέβησαν.
Μια μέρα κατεβαίναμε με τον πρωτοσύγγελο Θεσσαλονίκης ( τον π. Ιωάννη Τασιά) στην Ιβήρων και τον βλέπουμε να είναι ξαπλωμένος σ’ ένα χαντάκι που περνάν τα νερά δίπλα στον δρόμο.
Ενώ περνούσαμε τα αυτοκίνητα συνέχεια και κάνανε πολλή σκόνη, αυτός εκεί έπλεκε κομποσχοίνι, και τα ρούχα του – παλιόρασα – νόμιζες ότι άστραφταν, ότι ήτανε από μετάξι, δεν τον άγγιζε η σκόνη.
Είχε ένα χωράφι με κουκιά.
Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε εκεί, είχε μπει σε μια τρύπα που υπήρχε στο χωράφι, είχε βάλει χόρτα μέσα και, επειδή του πονούσαν τα πόδια του καημένου, τα είχε βάλει λίγο ψηλά. Έπλεκε συνέχεια κομποσχοίνι κι έλεγε συνέχεια την ευχή.
Αυτό μας έκανε εντύπωση. Συνέχεια έλεγε την ευχή, δεν σταματούσε καθόλου. Τον φωνάζουμε: «Γέροντα Χαραλάμπη, που είσαι;» «Εδώωω είμαι!». Ψάχνουμε, ψάχνουμε μεσ’ στα κουκιά και τον βρήκαμε μέσα σε μια γούβα.
Αυτός ένα διάστημα είχε κάνει σ’ ένα κελλί εδώ στις Καρυές, του αγίου Χαραλάμπους, που είναι πίσω από τον ναό του Πρωτάτου. Μια μέρα καθότανε στην απλωταριά του κι έπλεκε κομποσχοίνι. Όπως ακουμπούσε επάνω στην κουπαστή – ήταν ετοιμόρροπη η κουπαστή – από το βάρος του, επειδή ήταν και γιγαντόσωμος, υποχωρεί η κουπαστή και πέφτει κάτω.
Φωνάζει: «Παναγία μου, μ’ αυτό τον θάνατο θα φύγω απ’ αυτή τη ζωή;» Από κάτω ήταν όλο πέτρες, θα σκοτωνότανε. Εκείνη τη στιγμή μία αόρατη δύναμη ήρθε και τον έβαλε επάνω στο μπαλκόνι, και βρέθηκε καθήμενος στο μπαλκόνι.
Πολλά σημεία μας έλεγε αυτός, πάρα πολλά είδε. Στο τέλος γηροκομήθηκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Τον πήρανε εκεί οι πατέρες, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υπηρετήση τον εαυτό του. Έμενε στην Καψάλα. Αυτός ήτανε από την Μικρά Ασία. Στο Άγιο Όρος ήρθε μεγάλος, αν και καλογέρευε από λαϊκός και ήτανε γενιοφόρος.
Έλαβε μέρος και στον ανταρτικό πόλεμο, στα αντάρτικα του ’40, με τους Γερμανούς. Ήταν στον πόλεμο με τους Γερμανούς και μετά στα αντάρτικα. Μάλιστα μας είπε ότι κουβαλούσε πολεμοφόδια με τα μουλάρια επάνω στα βουνά.
«Κάποτε», μας είπε, «βρεθήκαμε σ’ένα λόφο που έβαλλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί.
Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο όλοι σκοτώθηκαν εκτός ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες κι εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τα ’χω τα χέρια μου, το’χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Mε σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου, και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν, πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν πάνω στον λόφο». Ήταν νεαρός τότε.
Μια μέρα μου λέει ο πρωτοσύγγελος της Θεσσαλονίκης: «Πάμε, πάτερ Βασίλειε, να δούμε τον γερο-Χαραλάμπη απ’ την Σταυρονικήτα, γιατί έχω μια μεγάλη στεναχώρια. Έχω την Ροτόντα και αυτοί οι Αρχαιολόγοι δεν μας αφήνουν να λειτουργήσουμε μέσα.
Πάμε να δούμε, τι θα μας πη .
Να του πούμε γι’ αυτό το θέμα που με προβληματίζει, γιατί με έχουν βάλει στο στόχαστρο οι Αρχαιολόγοι». Του λέω: «Γέροντα είναι λίγο αργά – σούρουπο ήτανε -, στο μοναστήρι είναι λίγο δύσκολα να πάμε τέτοια ώρα».
«Δεν πειράζει, μια και βρίσκομαι εδώ πέρα, γιατί αύριο το πρωί θα φύγω και δεν έχω χρόνο». Τρέχουμε. Πηγαίνουμε στου Σταυρονικήτα. Ίσα – ίσα που προλάβαμε την πόρτα.
Προσκυνήσαμε τον άγιο Νικόλαο και πήγαμε στον γέροντα Χαραλάμπη. Μας λέει: «Τέτοια ώρα δεν κάνουν επισκέψεις στα μοναστήρια, αλλά κάνουν προσευχή». Πριν προλάβη ο Πρωτοσύγγελος να τον ρωτήση για τον Άγιο Γεώργιο, την Ρορόντα, τι θα γίνη, του λέει ο π. Χαραλάμπης: «Να ξέρετε όμως πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα! Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίση με αυτό το κοντάρι».
Τα’ χασε ο πρωτοσύγγελος. Και άλλα τέτοια μας είπε, που θαύμασε ο πρωτοσύγγελος: «Για δές! Που ήξερε αυτός ο άνθρωπος ότι εμείς ήρθαμε γι’ αυτόν το λόγο εδώ, για να τον ρωτήσουμε για τον ναό του αγίου Γεωργίου, για το τι θα γίνη, και μας είπε ότι θα τους κυνηγήση με το κοντάρι του ο άγιος Γεώργιος!».
Από αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ερχότανε πολύ τακτικά στο κελλί μας, ωφεληθήκαμε πάρα πολύ, γιατί μόνο που καθόμασταν δίπλα του, γαληνεύαμε. Καθόταν εδώ πέρα και έπλεκε, ή καθόταν κάτω στο εργαστήρι και συνέχεια έπλεκε και έλεγε την ευχή και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του, από τα νεανικά του χρόνια, από το Άγιον Όρος. Όλα πνευματικά, δεν έλεγε τίποτα κοσμικό. Όλα όσα είχαν σχέση με την ωφέλεια της ψυχής. Τίποτα περιττό. Και μάλιστα μεμφόμενος τον εαυτό του έλεγε: «Όυαί ο λαλών και μη ποιών».
Έρχονταν καμμιά φορά κοσμικοί. Τον ρωτούσαν: «Τι να κάνουμε γερο- Χαραλάμπη; Πες μας μονολεκτικά κάτι, κάποια διδαχή». Και τους έλεγε: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Και πολλές παρόμοιες σοφές κουβέντες.
Αυτά με τον γέροντα Χαραλάμπη. Υπάρχουν πολλές βέβαια ιστορίες του, αλλά δεν τις θυμάμαι. Και ο π. Ιγνάτιος έχει ακούσει πάρα πολλές. Πάντως αυτό που έμεινε στην μνήμη μας είναι, ότι είχαμε μία χαρά όταν πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, διότι είχανε πολλή αγάπη και ανεξικακία.
Δεν είχανε κακία για κανέναν, και αν τους έκανε κάτι κάποιος τον συγχωρούσανε. Δεν κρατούσανε. Ήτανε σαν προβατάκια αθώα. Και χαιρόσουν αυτούς τους ανθρώπους να τους συναναστρέφεσαι. Δεν έβλεπες κακία και μίσος, αν και τους πολεμούσε και αυτούς ο πειρασμός με διαφόρους τρόπους μέσω των αδελφών.
Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Περίοδος Β’ έτος 2007 αριθ. 32
σελ 97-101

Μοναχός Νήφων Κωνσταμονίτης Newsroom



Εισήλθε στην ήσυχη και απόμερη μονή του άγιου πρωτομάρτυρος Στεφάνου-Κωνσταμονίτου το 1926 κι εκάρη μοναχός το 1928. Από το 1945 ήταν προϊστάμενος της μονής του. Διετέλεσε και τοποτηρητής της. Στα 60 έτη της κοινοβιακής βιοτής του υπήρξε ασυμβίβαστος πλήρως με ότι το αντιμοναχικό. Είχε υψηλούς πνευματικούς στόχους και τους έφθασε. Η ασκητική του ζωή ήταν γεμάτη θυσίες. Υπήρξε μακάριος άνδρας, ο καλοκάγαθος αυτός Κρητικός, ο ήπιος, γλυκός και πάντοτε φιλήσυχος Κωνσταμονίτης. Τα παθήματα του
έγιναν μαθήματα. Οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί τον καλλιέργησαν και τον ωρίμασαν. Απαράβατα τηρούσε σε όλη του τη ζωή τον υποχρεωτικό για όλους ευαγγελικό νόμο. Είχε σταθερό κανόνα την απαράβατη τήρηση των θείων εντολών. Υποδειγματικός μοναχός, άριστος κοινοβιάτης, μυστικός αγωνιστής, εγκρατέστατος, ακριβέστατος, τιμιότατος, καθαρότατος. Αγάπησε την ξενιτεία, την αδοξία, την άσκηση. Ποτέ δεν βρέθηκε παράπονο στα χείλη του. Ήταν από τους λίγους, τους σπάνιους, τους αγαθούς και ωραίους μοναχούς.
Έφθασε να έχει πέντε διακονήματα στο μοναστήρι του. Παρ’ όλ’ αυτά ποτέ δεν γόγγυσε, δεν εκνευρίστηκε, δεν ταράχθηκε και δεν αγχώθηκε. Σαν να μην είχε νεύρα. Δεν ήξερε τι θα πει θυμός και οργή. Πάντοτε ήταν πρόθυμος, φιλότιμος, αγαπητός κι ευχάριστος. Δεν χάλασε την καρδιά κανενός ποτέ. Όλους τους αγαπούσε κι εκτιμούσε. Όλοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν. Δίχως ν’ αφήνει ποτέ την αγία κατάνυξη. Κι όλο να προσπαθεί να κρύψει τ’ άκοπα και αβίαστα δάκρυά του.
Αγρυπνία και προσευχή ήταν όλη του η ζωή. Σε κάποιον εμπιστεύθηκε πως συνήθιζε να κοιμάται μόνο μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Είχε μόνιμη χαμαικοιτία. Στα γεράματά του που ξάπλωνε σε κρεβάτι, ελεεινολογούσε τον εαυτό του συνεχώς γι’ αυτό του το κατάντημα. Μελετούσε με δάκρυα όλο το Ευαγγέλιο καθημερινά όρθιος. Όταν γέρος καθόταν και το διάβαζε, ζητούσε να τον συγχωρέσει ο Θεός γι’ αυτό. Είχε καθημερινή ανάγνωση στο κελλί του, εκτός των άλλων, και όλο το Ψαλτήρι. Έλεγε και την ευχή. Τον έλουζε το άκτιστο φως.
Πάσχα ήταν κι έκλαιγε. Θα πάμε στον παράδεισο, έλεγε. Νύχτες ολόκληρες έκλαιγε και προσευχόταν. Ο συγκοινοβιάτης και συμπατριώτης του Γέροντας Μόδεστος έλεγε: «Τον έχουμε τον Νήφωνα σε αυτό το απόμερο κελλί, για να κλαίει άνετα να μην τον ενοχλούμε». Τον γνωρίσαμε και μείς οι ανόητοι, που σύραμε τις άτεχνες αυτές γραμμές. Είχε καταλάβει καλά τι σημαίνει μοναχισμός, σωτηρία της ψυχής, αιώνια ζωή.
Στις 19.3.1985 αυτός ο αφανής ήρωας, μετατέθηκε από τον θάνατο στη ζωή, στην όντως ζωή, τη μακαρία και ατελεύτητη, την όντως πανευφρόσυνη χώρα των ζώντων.
Πηγή – Βιβλιογραφία
Μανόλη Μελινού, Αγιορείτες ευλογείτε, Αθήνα 2004, σσ. 287-292. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 48-49.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984 – 2000, σελ.1125-1128, εκδόσεις «Μυγδονία»

Φωτογραφίες: http://athosprosopography.blogspot.com

Ιερομόναχος Γεράσιμος Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (1892 – 8 Απριλίου 1991) Newsroom


Το 1908 προσήλθε στην Καλύβη του Αγίου Γερασίμου του Νέου της ιεράς σκήτης Αγίου Παντελεήμονος – Κουτλουμουσίου προς εκμάθηση της αγιογραφίας. Γέροντας ήταν ο πρώτος υποτακτικός του Γέροντος Χατζη-Γιώργη († 1886) ενάρετος Αβράμιος († 1915) μετά της ευλαβούς συνοδείας του, που ήταν όλοι Βορειοηπειρώτες. Εκεί εκάρη μοναχός στις 9.2.1912, Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Όπως αναφέρει σε επιστολή του της 9.6.1985 προς τον Δίκαιο Γέροντα Άνθιμο, τότε η σκήτη είχε ογδόντα πατέρες. Εδώ μαθήτευσε στην αυστηρή πνευματική ζωή, με τη γνωστή Χατζηγιωργιάτικη παράδοση, την ιεροψαλτική και την αγιογραφία. Την αγιογραφία έμαθε από τον παράδελφό του και κατόπιν δεύτερο Γέροντά του τον μοναχό Γεώργιο († 1938). Επί μία διετία έκανε κανονάρχης στο Κυριακό της σκήτης επί Δικαίου Στεφάνου.
Το 1925, με την ευλογία του Γέροντός του, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Την 1.8.1925 χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη πρεσβύτερος. Κάθε Σάββατο πήγαινε κι έκανε Παρακλήσεις στα σπίτια του χωριού. Έφθανε να κάνει είκοσι Παρακλήσεις την ημέρα. Τους κατοίκους συνέδεε με την εκκλησία και τις ιερές ακολουθίες. Οι ευσεβείς κάτοικοι είχαν αποστηθίσει τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, την Παράκληση και το Απόδειπνο και τα έλεγαν καθημερινά. Όλοι του έτρεφαν σεβασμό και εκτίμηση, ακόμη και οι λίγοι μουσουλμάνοι του χωριού, που είχαν απομείνει. Οι μουσουλμάνοι παρακολουθούσαν τις λιτανείες, θύμιαζαν, του πήγαιναν λάδι για τα καντήλια της Παναγίας, τον προσκαλούσαν στα σπίτια τους και τον τιμούσαν ιδιαίτερα. Είχε μεγάλη ευλάβεια στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πληκατιώτισσας, την οποία διακόνησε φιλότιμα, πρόθυμα και πρόσχαρα επί μία ολόκληρη πεντηκονταετία. Με συγκίνηση διηγείτο τα πολλά θαύματα της Παναγίας, σε όσους με πίστη την προσκυνούσαν. Το 1972 παρήγγειλε νέα ακολουθία για την Παναγία στον υμνογράφο μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη († 1991).
Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος († 1994), τον γνώριζε καλά και τον ευλαβείτο. Όταν ήταν στη μονή Στομίου, τον είχε τακτικό λειτουργό του. Τον ανέφερε ως υποδειγματικό λειτουργό του Υψίστου, με τα καθαρά και απλά άμφιά του, την ανυπόκριτη ευλάβεια, την πηγαία και ολόθερμη πίστη, την αγάπη για το μικρό του ποίμνιο, το ανύστακτο ενδιαφέρον του για την πνευματική καλλιέργεια και την ανύψωση των πιστών. Με δάκρυα ευγνωμοσύνης μιλούν οι κάτοικοι των εκεί χωριών για την προσφορά του με το άγιο πετραχήλι του.
Τα τελευταία του έτη έμενε στη μονή Δουραχάνης Ιωαννίνων και για ένα διάστημα στην Καλύβη του Τιμίου Προδρόμου της ιεράς σκήτης Αγίας Άννης. Πάντοτε διατηρούσε αγαθές μνήμες από την πρώτη του διαμονή στο Άγιον Όρος. Εκοιμήθη στη μονή Δουραχάνης στις 8.4.1991. Ετάφη παρά το ναΰδριο του Αγίου Δημητρίου, που είχε κτίσει στο ωραίο χωριό του Πληκάτι ο σεμνός αυτός ιερομόναχος.
Πηγές – βιβλιογραφία
Παύλου Τάττη, Η θαυματουργή εικόνα Παναγίας της Πληκατιώτισσας, Ιωάννινα 1981, σ. 7. Μωυσέως Αγιορείτου μονάχου, Ηπειρώτες Κουτλουμουσιανοί, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, 1987, σσ. 74 και 78. Διονυσίου Τάτση πρεσβ., Πληκάτι Κονίτσης, Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας προστάτιδος των Γραμμοχωρίων, Κόνιτσα 2009.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1297-1301

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Ιερομόναχος Ακάκιος Καψαλιώτης (1891 – 24 Ιανουαρίου 1971) Newsroom



Ιερομόναχος Ακάκιος Καψαλιώτης: Ο κατά κόσμον Ανδρέας Χατζηθεοδουλίδης του Χρήστου γεννήθηκε στην Ακαπνού της Κύπρου το 1891. Είχε τρία αδέλφια κληρικούς. Νέος ήλθε, το 1909, με άλλους Κύπριους αδελφούς στην Καλύβη των Αγίων Αναργύρων της σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος-Κουτλουμουσίου, όπου εκάρη μοναχός το 1910.

Λόγω προβλημάτων που είχαν από την έλλειψη νερού και για μεγαλύτερη ησυχία πήγε στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου (Θασίτου) της ησυχαστικής Καψάλας.

Απέκτησε τετραμελή ευλαβή συνοδεία. Ο υποτακτικός του παπα-Ιωάσαφ ένα αυγουστιάτικο δειλινό του 2009 μας διηγήθηκε τα του βίου του.

Όταν κάποτε τον επισκέφθηκαν συγγενείς του κι επίμονα επί μία εβδομάδα τον παρακαλούσαν να δεχθεί να τον φωτογραφίσουν, για να πάνε τη φωτογραφία του στ’ αδέλφιά του, δεν δέχθηκε και τους είπε: «Εμείς οι μοναχοί είμεθα νεκροί άταφοι. Οι νεκροί δεν φωτογραφίζον­ται. Φωτογραφίες βγάζουν οι ζωντανοί».
Έλεγε στους μοναχούς του:

«Μη πιστέψεις ότι έκανες τίποτε, γιατί θα το χάσεις». Συνήθιζε να λέει: «Δεν με ωφέλησαν τόσο τα βιβλία και τα άλλα, όσο η ενθύμηση του λογίου “ενθυμού το δι’ ου εξήλθες”. Να μη λησμονάμε γιατί αφήσαμε τον κόσμο, τους δικούς μας, τα πράγματα».

Η Ιερά Κοινότητα τον έστειλε ως Πνευματικό στη μητρόπολη Φιλίππων για εξομολόγηση. Μία ημέρα, τότε που ήταν εκεί, τα παιδιά ενός σχολείου άρχισαν να τον πετροβολούν. Παρότι οι δάσκαλοί τους τα έβλεπαν δεν τα παρεμπόδισαν. Μία πέτρα μάλιστα τον κτύπησε στο κεφάλι και καταματώθηκε. Όταν επέστρεψε και το διηγείτο στη συνο­δεία του, του είπαν: «Μα, Γέροντα, δεν διαμαρτυρήθηκες σε κανένα; δεν είπες τίποτε;». Εκείνος απάντησε: «Γιατί; Για να χάσω τον μισθό μου που κτύπησα …;».

Επί εξήντα χρόνια υπήρξε άξιος λειτουργός του Υψίστου. Όταν μόνο, λόγω των γηρατειών του, βάρυνε, διέκοψε, τις αναίμακτες θείες ιερουργίες. Προείδε το τέλος του. Είπε στον παπά του να λειτουργήσει την Πέμπτη και όχι το Σάββατο, γιατί θα φύγει για ταξίδι … Ζήτησε να του διαβάσει ο παπάς του τη συγχωρητική ευχή. Εκείνος του είπε πως πρέπει πρώτα αυτός να διαβάσει σε όλους συγχωρητική ευχή. Έτσι κι έγινε.

Η σκηνή ήταν λίαν συγκινητική. Δεν θέλησε μετά τη θεία Κοινωνία να γευθεί τίποτε. «Έχω μεγάλο ταξίδι μπροστά μου» λέγει. Όλοι κατάλαβαν ότι σύντομα θ’ αναχωρήσει της παρούσης ζωής. Το βράδυ εκείνο ένας νέος μοναχός τον συντρόφευε πλάι του. Μόλις λίγο αποκοιμήθηκε, η ψυχή του Γέροντος Ακακίου φτερούγισε για τον ουρανό. Ήταν της αγίας Ξένης και ξημέρωνε του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στις 24.1.1971. Η ευχή του Γέροντα βοήθησε τη συνοδεία του μέχρι σήμερα, όπως μας είπε ένα ωραίο απόγευμα ο παπα-Ιωάσαφ στην ήσυχη αυλή της λιτής Καλύβης του.

Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Παντοκράτορος.
Πῃγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ.837-838

Ιερομόναχος Ησύχιος Αγιαννανίτης


Από μικρός διακρινόταν για την επιμέλεια, σοβαρότητα και σεμνότητα του. Στη γειτονική κωμόπολη Μεσσήνη γίνεται ράφτης. Τα χρήματα που κερδίζει τα δίνει στη χήρα μητέρα του κι ελεημοσύνη στους φτωχούς.
Με θεία βοήθεια και υπόδειξη, με την προστασία του τιμίου σταυρού και της Παναγίας, αλλά και με πειρασμούς και πόλεμο δαιμόνων φο­βερό, έφθασε στη σκήτη της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης το 1927, στην Καλύβη του Αγίου Μοδέστου και του Αγίου Χαραλάμπους, στην υπακοή του εναρέτου και προορατικού παπα-Λεόντιου. Ο Ησύχιος μετά δοκιμή και κουρά, το 1928, χειροτονήθηκε διάκονος το 1933 και πρεσβύτερος το 1936, έκτος παπάς της ευλογημένης αυτής συνοδείας. Από το 1954 ήταν Πνευματικός.
Με την υψοποιό ταπείνωση, την ευαγγελική πραότητα, την απαραίτητη διάκριση, γίνεται ασφαλής οδηγός πολλών ψυχών. Παντού και πάντοτε ησύχιος ο Ησύχιος, στοργικός και χριστοφόρος. Με το λεί­ψανο της Αγίας Άννης περιόδευε τη Μακεδονία κάνοντας αγιασμούς. Θεραπεύονταν ασθενείς και λυνόταν η στείρωση λυπημένων άτεκνων γυναικών. Η Αγία Άννα τον προστάτευε συνέχεια στη ζωή του. Πολλά είναι τα θαύματά της και στην προσωπική του ζωή. Την Παναγία και την Αγία Άννα δεν τις αγαπούσε απλά, αλλά τις λάτρευε. Για την Αγία Άννα έλεγε: «Να την έχετε ευλάβεια, διότι αυτή είναι η προστάτις και ιατρός μας. Είναι ό,τι πολυτιμότερο είχα στη ζωή μου. Αυτόν τον θη­σαυρό αγάπησα και πιστά υπηρέτησα. Αύτη θα σε προστατεύει και θα πρεσβεύει για τη σωτηρία σου».
Το τελευταίο έτος της ζωής του έμεινε κατάκοιτος. Η ασθένεια τον έκανε να τρέμει όλος. Από την ακινησία άνοιξαν πληγές στο σώμα του. Πονούσε, αλλά δεν γόγγυζε, υπόμενε καρτερικά κι ελπιδοφόρα. Τη δοκιμασία δεχόταν ως θεία επίσκεψη. Στους μοναχούς του έλεγε με βεβαιότητα ότι θα λάβουν μεγάλο μισθό από τον Θεό, για την προς αυτόν πρόθυμη διακονία τους. Προείδε το τέλος του. Δέκα μέρες πριν είπε: «Εγώ του Αγίου Χαραλάμπους θα φύγω». Στον εσπερινό της εορτής του αγίου είπε: «Εγώ ετοιμάζομαι για την άλλη ζωή». Ήταν τα στερνά του λόγια αυτά. Έχασε τη φωνή του. Μετά τη δύση του ήλιου εξέπνευσε. 10.2.1982. Μία υπέροχη γαλήνη ήταν ζωγραφισμένη στο ησύχιο πρόσωπό του, λέγουν. Η μετά διήμερο ταφή του δεν έδωσε καμία δυ­σοσμία στο νεκρό σώμα του. Οι ιερείς στην εξόδιο ακολουθία του είπαν την ευχή: «Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ και συλλειτουργέ ημών» τρεις φορές. Ένας που τον γνώρισε από κο­ντά έγραψε: «Ο αείμνηστος παπα-Ησύχιος δεν είναι ένα δώρο δικό μας προς τον Θεό, αλλά ένα δώρο του Θεού προς εμάς. Και με τέτοια ακριβά δώρα εκφράζεται η αγάπη του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου προς όλη την ανθρωπότητα. Ευχαριστούμε την Κυρία του Ιερού ημών Τόπου, την Θεοτόκο, για τα μυρίπνοα άνθη που η ίδια καλλιεργεί και προετοιμάζει για την αιωνιότητα. Ευχαριστούμε τον σεβαστό Γέροντα παπα-Ησύχιο, διότι με την παρουσία του στην γη μάς έφερε πιο κοντά στον ουρανό. Και με την οσιακή αποδημία του μας άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά την αγία ζωή του».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Δ.Μ.Γ., Ο ιερομόναχος και Πνευματικός π. Ησύχιος Αγιαννανίτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 7/1982, σσ. 80-94.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1021-1023

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ, Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή!


«Είμαι άξιος εγώ, ο τελευταίος και αμαρτωλός, να ενδυθώ ιερά ενός Αγίου ανθρώπου;»

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra
Αναδημοσιεύουμε από το τεράστιο υλικό του παλαιού και ανενεργού πλέον, Ιστολογίου μας Κατάνυξις (https://www.katanixis.gr/), που αποτελεί ανυπολόγιστο πλούτο παρακαταθήκης και ενημέρωσης.

ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ, Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή! Επιστολή 17-11-1970

Δημ. Γκαγκαστάθης Ιερεύς, 1902-1975
… Το κατά την επιθυμία μου ζητούμενον, παρά του Αγίου Γέροντος, ελήφθη το δέμα με τα ιερά, και σας ευχαριστώ πολύ… Ένα σκέπτομαι και με κουράζει: «Είμαι άξιος εγώ, ο τελευταίος και αμαρτωλός, να ενδυθώ ιερά ενός Αγίου ανθρώπου;» Πολύ το σκέπτομαι, μήπως με γίνει η ευχή κατάρα. Προσευχηθήτε, παρακαλώ, εις τον Άγιον Γέροντα, ίνα επιβλέψη και εις εμένα τον ανάξιον Λειτουργόν, και να μεσιτεύση εις τον Κύριον για να με συγχωρήση τας αμαρτίας μου, είτε εν λόγω και εν γνώσει, είτε εν αγνοία αμάρτησα, ως άνθρωπος…
        Προ ολίγων ημερών είχα γράμμα από την Ιεράν Μονήν Θαψανών Πάρου. Μου γράφουν ότι κάνανε τα εγκαίνια του νέου Ναού του αγίου Νεκταρίου εις τας 11 Οκτωβρίου και από την χαράν του ο σεβαστός και άγιος Γέροντας, Φιλόθεος Ζερβάκος, λειτουργεί επί 8 ημέρας συνεχώς και με μεγάλη κατάνυξι…
        Η εγχείρησις ήταν μεγάλη και σοβαρή. Πάντες οι γιατροί μου είχαν ξεγράψει από τον κατάλογον των ζώντων, αλλά δεν είχε υπογράψει ο Θεός. Μου παρέτεινε την ζωήν, για να μετανοήσω και γίνω καλός άνθρωπος και ετοιμασθώ πιο καλύτερα…
        Ένα με στεναχωρεί μόνον, που δεν ημπορώ να σηκώνωμαι η ώρα δύο την νύκτα, για Σαρανταλείτουργον. Προσεύχομαι νοερώς εις το κρεββάτι, αλλά αισθάνομαι ότι δεν είμαι ο ίδιος, διότι έχω χάσει το μεγαλύτερον δώρον του Θεού, την κατάνυξιν.  Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή!… Πιστεύω δε, ότι εις αυτό το ζήτημα θα με αναπληρώνετε και σας ευχαριστώ.
Μετά απείρων ευχών, ο αμαρτωλός και τελευταίος
κληρικός της εποχής, μάλλον το σκύβαλον της γης
Δ. Γκαγκαστάθης Ιερεύς
ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ 1902-1975 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΕΚΔΟΣΙΣ Γ΄ Κεφ. Γ΄ «Αλληλογραφία π. Δημητρίου με ιεράς Μονάς»
Πρόλογος:  Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος
Επίλογος:  Αρχιμ. Αιμιλιανός Βαφείδης
Επιμέλεια:  Στυλιανός Ν. Κεμεντζετζίδης

Μοναχός Χριστόδουλος Κατουνακιώτης (1894 – 23 Απριλίου 1982)


Το 1923 εισέρχεται με ένθεο πόθο στον αγιορείτικο στίβο. Η φιλέρημη ψυχή του αγκιστρώνεται στα πάντερπνα, πανέρημα και ησυχία . Εδώ δεν έχει πράσινο, δέντρα, πουλιά, μόνο βράχους απαράκλητους. Η αγριότητα του τόπου δίνει αγιότητα στις ψυχές των τετρωμένων στρουθιών τ’ ουρανού.
Παρά τους πόδες του νηπτικού- ήσυχαστή Γέροντος Καλλινίκου († 1930) βρίσκει διδάσκαλο έμπειρο στην υπακοή και τη νοερά προσευχή. Οι ανθρώπινες παρηγοριές απουσιάζουν από εδώ. Δεν υπάρχει πηγαίο νερό, στην καθημερινή τράπεζα κατάξερο παξιμάδι, το πρόγραμμα εξαντλητικό, η κόπωση μεγάλη, ο τόπος ερημικός, η συνεχής εκκοπή του ιδίου θελήματος μαρτύριο αναίμακτο. Εκάρη μοναχός το 1924.
Υπάρχουν όμως κάποιες μικρές ή μεγάλες μυστικές χαρές από την προσευχή, την υπακοή, την ασκηση. Η ευχή του Ιησού, η ευλογία του Γέροντα, η θεία λατρεία χαριτώνουν την ψυχή του. Τηρεί τα λόγια που άκουσε στην κουρά του. Υπομένει «πάσαν θλίψιν και στενοχώριαν του μονήρους βίου διά την βασιλείαν των ουρανών» με τη βοήθεια και τη χάρη του Παναγάθου Θεού.
Η αυστηρότατη αυτή μοναχική ζωή ήταν για πολύ λίγους. Ο π. Χριστόδουλος ήταν ένας από αυτούς τους πολύ λίγους. Σου θύμιζε αρχαίους αββάδες της Νιτρίας.
Ο Γέροντας Χριστόδουλος (στο μέσο) με τους υποτακτικούς του Καλλίνικο και Γεράσιμο
Ο Γέροντάς τους ήταν πολύ αυστηρός. Τον έστελνε να πάει στις Καρυές ακόμη και ένα γράμμα, βαδίζοντας δέκα ώρες. Επέστρεφε βαρυφορτωμένος ψώνια. Δεν τον άφηνε και να πολυδιαβάζει. «Τί σε ωφελεί να τα διαβάζεις, χωρίς να τα εκτελείς;», του έλεγε. Λίγο μετά την κοίμηση του Γέροντός του, ο Θεός του έστειλε εκλεκτό υποτακτικό, στον οποίο έδωσε τ’ όνομα του Γέροντός του, ο οποίος τον διακόνησε πρόθυμα και πρόσχαρα έως το τέλος της ζωής του. Γνωρίσαμε τα δύο μακάρια αυτά γεροντάκια και δεν γνωρίζαμε ποιό να πρωτοθαυμάσουμε. Τα λίγα λόγια τους λίαν ψυχωφελή. Δίδασκαν και σιωπηλά.
Το τέλος του Γέροντος Χριστοδούλου ήταν οδυνηρό. Πλήγιασε όλο του το σώμα από την ασθένεια. Είχε συνεχείς και δυνατούς πόνους. Υπόμεινε αγόγγυστα. Έλεγε: «Οι αρρώστιες είναι καθαρτήριο για την ψυχή μας». Ζητούσε συγχώρεση από τους υποτακτικούς του, που τους κούραζε. Τους ονόμαζε αγγέλους. Επικαλούνταν το έλεος του Πανοικτίρμονος Θεού. Ζητούσε ν’ αναχωρήσει της ζωής, να μην ταλαιπωρεί με την αρρώστια του τους ανθρώπους. Πίστευε τι έλεγε, δεν ταπεινολογούσε καθόλου.
Οι μακαριστοί Κατουνακιώτες Γέροντες Χριστόδουλος και Καλλίνικος
Ζούσε τη μετάνοια, την ταπείνωση, τη συντριβή, την κατάνυξη. Είχε μνήμη θανάτου, συναίσθηση της αμαρτωλότητος, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος. Δίδασκε χαμηλόφωνα: «Η ευχή είναι μία καλή συνήθεια. Έρχεται μέσα μας ο Χριστός, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Μη στενοχωρείσθε αν καμιά φορά φεύγει ο νους από την ευχή.
Εσείς να τη λέτε, διότι την ακούει ο Θεός και φυγαδεύονται οι δαίμονες… Μοναχός σημαίνει “νούς ορών τον Θεόν”. Πως θα φθάσουμε εκεί; Με την απλότητα της ζωής και την εργασία της ευχής, που είναι μάχαιρα κατά του διαβόλου… Εάν νηστεύετε, κοινωνείτε, διαβάζετε και αγάπη δεν έχετε, όλα είναι μηδέν, διότι ο Θεός είναι αγάπη. Να μιμείσθε ο ένας τα καλά του άλλου και για τις αδυναμίες των άλλων να προσεύχεσθε να τους ελεήσει ο Θεός…».
Ανεπαύθη, αν μπορούμε να πούμε, ο μεγάλος αυτός ασκητής του εικοστού αιώνος, ο τηρητής της ανόθευτης μοναχικής παραδόσεως, ο φιλοπάτορας, φιλάδελφος, φιλότεκνος και φιλάνθρωπος στις 23.4.1982. Αγωνιζόταν να ωφελήσει με πατερικούς λόγους και οσιακά παραδείγματα και όχι με αυστηρά επιτίμια και σκληρούς λόγους. Ήταν αυστηρός αρκετά στον εαυτό του και επιεικής στους άλλους. Ήταν μία εικόνα ωραία πραότητος και οσιότητος.
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Δ.Μ.Γ., Ο Γέροντας Χριστόδουλος Κατουνακιώτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 7/1982, σσ. 71-79.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ.1027 – 1029.