Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Παθολογικά συμπτώματα της σύγχρονης ιστοριογραφίαςΠρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού

 



Παθολογικά συμπτώματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας
Παθολογικά συμπτώματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας.
Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού

Το θέμα είναι τεράστιο και αναγκαστικά θα περιοριστώ σε κάποιες δειγματοληπτικές επισημάνσεις για την κατανόηση της πολυπλοκότητάς του.
Με την παθολογία όμως της ιστοριογραφίας συνδέονται προβλήματα, που έχουν άμεση σχέση με την σύγχρονη πραγματικότητα και την περαιτέρω πορεία του Έθνους.
Διότι οι συχνοί πειραματισμοί στο χώρο της ιστοριογραφίας, διοχετεύονται στην εκπαίδευση με όλες τις αυτονόητες συνέπειες.

Βέβαια, από τον Λουκιανό τον Σαμοσατέα (±117–180 μ.Χ.) και το έργο του «Πως δεί ιστορίαν συγγράφειν» μέχρι σήμερα, το θέμα έχει μελετηθεί επανειλημμένα σε μελέτες και συνέδρια και η αποκτηθείσα γνώση και πείρα είναι σημαντική.

Υπάρχουν όμως συγκεκριμένα αίτια, ώστε η υπάρχουσα δυσλειτουργία να παρατείνεται.
Πρέπει να λεχθεί προοιμιακά ότι η ιστοριογραφία είναι αυτόνομο πεδίο της γνώσης, που αποσκοπεί βασικά στην ερμηνεία της πραγματικότητας και την κατανόησή της μέσα από την έρευνα των πηγών.
Επιτυγχάνεται, έτσι, ένας απολογισμός της εξελικτικής πορείας της ανθρώπινης κοινωνίας, που συμβάλλει στην κατανόηση του πως προέκυψε το σήμερα.

Κύριο, συνεπώς, στοιχείο της ιστοριογραφίας δεν είναι η δικανική κρίση του παρελθόντος και ο επιμερισμός των ευθυνών, ώστε η ιστοριογραφία να μεταβάλλεται σε δικαστήριο, αλλά η ερμηνεία συμβάντων και γεγονότων, θεωρουμένων μέσα από τις γενετικές τους σχέσεις.


Ήδη στην Καινή Διαθήκη έχουν καταγραφεί, σ αυτή την κατεύθυνση, δύο καθαρά επιστημονικές ερμηνευτικές αρχές: Λουκ. 10,26: «Εν τω νόμω ΤΙ γέγραπται, ΠΩΣ αναγινώσκεις;» (ερώτηση του Χριστού προς έναν νομικό).

Κοντά στο ΤΙ, συνεπώς το γεγονός καθʼ αυτό (das Ereignis an sich) υπάρχει και το ΠΩΣ της ανάγνωσης, της έρευνάς του, δηλαδή η ερμηνεία και κατανόησή του. Πράξ. 8,30: «Άρα γινώσκεις, α αναγινώσκεις; (Ο Απ. Φίλιππος προς τον Ευνούχο της Κανδάκης).

Πρόκειται και εδώ για την ανάγκη κατανόησης, που προϋποθέτει την ερμηνεία.
Η αυθεντική επιστήμη συνεχίζει τον ατέρμονα αυτόν αγώνα της ερμηνείας και σε κάποιες περιπτώσεις και επανερμηνείας με βάση τον εμπλουτισμό των πηγών με νέες ανακαλύψεις η την εκ νέου αναψηλάφηση των γνωστών με βάση την αυξημένη γνώση.


Σ αυτό το πλαίσιο όμως εντοπίζονται συμπτώματα παθολογικά, όπως τα ακόλουθα:

1. Ο ανεξέλεγκτος υποκειμενισμός:
Ο Ιστοριογράφος από τη θέση του γίνεται όχι μόνο κριτής άλλα και κριτήριο του ιστορικού γεγονότος.

Στην θεολογική (κυρίως) ερμηνευτική έχει καθιερωθεί ένας σπουδαίος όρος με καθολική ισχύ: Είναι ο όρος Vorverständnis (προκατανόηση, προκατάληψη), το σύνολο δηλαδή των εσωτερικών προϋποθέσεων, σύνολος ο ψυχικός κόσμος του ερευνητή, που συνθέτει το ερμηνευτικό πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων.

Είναι, έτσι, κατανοητό ότι στην ερμηνευτική προσέγγιση των πνευματικών φαινομένων απόλυτη αντικειμενικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, αφού δεδομένη πάντα σταθερά είναι η προσωπικότητα του ιστοριογράφου, που ενεργεί οριστικά —και εν πολλοίς αυτόνομα— σε κάθε πτυχή της ερευνητικής του εργασίας με καθοριστικό μάλιστα ρόλο.

Από το γνωσιακό και ιδεολογικό του πρίσμα εξαρτάται η ερμηνεία των δεδομένων της έρευνάς του και η κατάστρωση των πορισμάτων της.

Έτσι εξηγούνται και οι αποκλίσεις των ιστορικών στην προσέγγιση των ιδίων γεγονότων. Θα υπενθυμίζαμε εδώ ανεκδοτολογικά την γνωστή περιγραφή του ελέφαντα από τους τέσσερις τυφλούς.

Ο ως ένα δε σημείο αναπόφευκτος υποκειμενισμός του ιστορικού ερευνητή παίρνει διαστάσεις, όταν συνδέεται, όπως θα δούμε, με εξωτερικές δεσμεύσεις.


2. Εκσυγχρονιστικός αναχρονισμός.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύσσεται αυτή η τάση. Πρόκειται για χρησιμοποίηση εννοιών και όρων της τρέχουσας εποχής για τη θεώρηση, την περιγραφή και ερμηνεία δεδομένων και καταστάσεων παλαιοτέρων εποχών και ιδίως της αρχαιότητας.
Διαπράττεται δηλαδή η ερμηνεία του παρελθόντος με κριτήρια του παρόντος και εισαγωγή αρχών και κριτηρίων αγνώστων στον επιστημονικά ερευνώμενο, υποτίθεται, χώρο η στο προσεγγιζόμενο πνευματικό φαινόμενο.
Στις περιπτώσεις αυτές λειτουργεί η ιδέα της αέναης επανάληψης και ανακύκλησης, που αντιτίθεται στην έννοια της εξέλιξης (ιστορία!)

«Κάθε ιστορικό γεγονός όμως έχει πραγματικά την ανεπανάληπτη ιστορική του φυσιογνωμία». (Πρβλ. Mircea Eliade (Με- τάφρ. Θεμ. Λαζάκη, Κόσμος και Ιστορία, ο μύθος της αενάου επαναλήψεως, Αθήνα 1966, σ. 43).
3. Εξαρτώμενος εκλεκτισμός στον χώρο των πηγών και της ύλης: Η ιστορία δεν γράφεται χωρίς γνώση των πηγών, μέχρι μάλιστα τη μικρότερη λεπτομέρεια. Διαφορετικά συντίθεται μυθιστορία.

Η κριτική και συνδυαστική χρήση των πηγών υπόκειται σε κάθε άξιο λόγου ιστορικό έργο.

Συχνά όμως παρατηρείται αδιαφορία για κάποιες περιόδους η χώρους.
Λ.χ. από μοντερνίζοντες και ιδεολογικά εξαρτώμενους ιστορικούς περιθωριοποιείται το Βυζάντιο, λόγω της σχέσης του με την Ορθοδοξία, η ο εκκλησιαστικός χώρος διαχρονικά, στον οποίο όμως μέχρι τον 19° αιώνα γράφεται η ιστορία μας.

Τρομερές συνέπειες έχει το πράγμα στους βυζαντινολόγους, που βλέπουν το Βυζάντιο και την συνέχειά του με αθεϊστικές προϋποθέσεις και αποσιωπούν η παραμορφώνουν ερμηνευτικά τα πατερικά κείμενα, στερούμενοι των προϋποθέσεων κατανόησής τους λόγω της a priori απορρίψεως του χώρου.

Χάνεται όμως έτσι η δυνατότητα καθολικής–σφαιρικής θεώρησης των πραγμάτων. Έτσι προκύπτουν οι μονομερείς ερμηνείες και στην ουσία παρερμηνείες.

Χαρακτηριστική εξαίρεση, και επιβεβαίωση του προβλήματος, ο αληθινά βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν, που μπόρεσε να καταλάβει σε μεγαλύτερο βαθμό το Βυζάντιο, λόγω επαρκούς γνώσης και της πατερικής παραδόσεως και της θεολογίας του.

4. Με τον εκλεκτισμό συνδέεται η σκόπιμη αναπαραγωγή θέσεων παγιωμένων, χωρίς την διάθεση κριτικού ελέγχου τους, για την κατίσχυση της παράταξης, στην οποία και ο ιστορικός ανήκει.
Συναφής είναι η αδιαφορία για έρευνα και μάλιστα Αρχείων για τους τελευταίους κυρίως αιώνες.

Από τον δάσκαλό μου, αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, έμαθα ότι για τους τελευταίους αιώνες ιστορία χωρίς γνώση των Αρχείων δεν μπορεί να γραφεί. Η εύκολη λύση είναι η καταφυγή στον ανέρειστο στοχασμό και την επένδυση με ψήγματα ιστορίας της υποστηριζόμενης ιδεολογίας.

Η επιστράτευση του μετέωρου στοχασμού οδηγεί στην είσοδο της μεταφυσικής στην ιστοριογραφία, κάτι ανάλογο με την μεταφυσική θεολόγηση χωρίς δηλαδή την θεοπτία.

Το κενό της άγνοιας μάλιστα καλύπτεται με εντυπωσιακή γλώσσα, κατά κανόνα ακατάληπτη, που δικαιώνει τον Σοφοκλή στην Αντιγόνη: «Ούτοι διαπτυχθέντες ώφθησαν κενοί» (στ. 709).

Ιστορικοί αυτής της ομάδας δεν παραλείπουν να επικρίνουν ευσυνείδητους ερευνητές, όπως ο αείμνηστος Πατριάρχης του χώρου μας, Καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, που αναγκάστηκε να απαντήσει στις αιτιάσεις κάποιων κατηγόρων του: «Τότε ακόμη θ' αποφύγουμε τις πολύ συνηθισμένες στον τόπο μας πρόχειρες ερμηνείες, τις στηριγμένες σε φτωχά και ελλιπή στοιχεία, η τις αόριστες γενικότητες, που συχνά προβάλλονται με την πεποίθηση ότι εκφράζουν την φιλοσοφική θεώρηση των γεγονότων και ότι μας φέρνουν δήθεν κοντά στο είναι, στην ουσία του νέου Ελληνισμού, ενώ στην πραγματικότητα μας ξεμακραίνουν πολύ απ' αυτήν.

Γιατί στʼ αλήθεια πως είναι δυνατόν οι φιλόσοφοι, οι κοινωνιολόγοι η οι κοινωνιολογούντες, οι οικονομολόγοι κ.λπ. να μελετήσουν, νʼ ανατάμουν την σύγχρονη ελληνική κοινωνία και οικονομία, χωρίς να έχουν γνωρίσει τις βάσεις της;

Η πορεία που οφείλουμε ν ακολουθήσουμε διαγράφεται καθαρά: μόνον όταν αποκτήσουμε επακριβωμένες θετικές γνώσεις, τότε η ενατένιση των γεγονότων θα βασίζεται στο στερεό βάθρο και θα κινήται μέσα σ ένα γενικό πλαίσιο με ρευστά βέβαια όρια, αλλά δεν θα κινδυνεύει να εκτραπεί σε προχειρολογία με κυρίαρχο στοιχείο την φαντασία…

Είναι θλιβερό νʼ αναλογίζεται κανείς πόσο μας στοίχισε κατά την ροή των αιώνων η ένδεια των ιστορικών γνώσεων». (Αποστόλου Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Β´, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 7).

5. Καθαρή όμως αναίρεση της ιστορίας είναι η ιδεολογική χρήση της συναρτώμενη με την Ιδεολογική ερμηνεία των ιστορικών δεδομένων. Τότε όμως κάνουμε πολιτική, όχι ιστορία.
Σ αυτές τις περιπτώσεις δεινοπαθεί συνήθως η Εκκλησία και η σχέση της με το Έθνος και την ελευθερία του και υποστυλώνεται η προπαγάνδα.
Δεινοπαθεί όμως και η ίδια η ιστορία με τις νέες περί έθνους ιδέες, που προωθούνται από ξένους οικονομικούς παράγοντες ανήκοντες στους κύκλους της Νέας Εποχής και της παγκοσμιοποίησης, ως κίνησης προς την πλανητική κοινωνία.

6. Αυτή την τάση εξυπηρετεί η κίνηση των τελευταίων δεκαετιών να ξαναγραφεί η Ιστορία.
Βεβαίως κάθε γενεά είναι υποχρεωμένη να ξαναγράψει την Ιστορία του Έθνους της, για την επανεκτίμησή της με βάση τα νεώτερα πορίσματα της έρευνας και την ανανέωση των συμπερασμάτων.

Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει με βιασμό των πηγών και χειραγώγηση της έρευνας, αλλά με την διεύρυνσή της. Η πληρέστερη γνώση των αρνητικών δεδομένων του παρελθόντος μπορεί να συμβάλει στην βελτίωση των σχέσεων και όχι η συγκάλυψή τους με την λήθη.

Η δημιουργία σχέσεων φιλίας προάγεται μόνο με την έρευνα και την αποδοχή των αντικειμενικών πορισμάτων της απροκατάληπτης ιστορικής επιστήμης, θα επιμείνουμε σ αυτό, διότι το αίτημα να ξαναγραφεί η Ιστορία κυριαρχεί σήμερα στον χώρο της εκπαίδευσης.
Το πρόβλημα βιώθηκε από τον φοιτητικό κόσμο πριν από μερικές δεκαετίες στο πλαίσιο της προϊούσας επίθεσης κατά του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Το 1962 ξέσπασε ο μεγάλος πράγματι αγώνας των φοιτητών της Θεολογίας Αθηνών–Θεσσαλονίκης, που εκράτησε επί ένα επτάμηνο (27.2 – 27.9) κλειστές τις δύο Θεολογικές Σχολές, όταν διαπιστώθηκε η προσπάθεια συρρικνώσεως και μειώσεως του μαθήματος των Θρησκευτικών με τον –κατ αρχάς επιλεκτικό περιορισμό των ωρών διδασκαλίας από δίωρο σε μονόωρο σε κάποιους τύπους σχολείων με πρόσχημα την ένταξή μας στην Ευρώπη (ΕΟΚ, τότε).

Σημαντικό όμως είναι ότι η φοιτητική ηγεσία αυτού του αγώνα διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν μόνο το μάθημα των Θρησκευτικών, που έπρεπε να πέσει θύμα της μανίας του εξευρωπαϊσμού και της παγκοσμιοποίησης, αλλά γρήγορα θα επεκτεινόταν η πολεμική αυτή και στο μάθημα της Ιστορίας και της Γλώσσας μας.

Διότι τα τρία αυτά μαθήματα, το καθένα με τον τρόπο του, συνιστούν τα ερμηνευτικά κλειδιά κατανοήσεως και ερμηνείας του πολιτισμού μας, συμβάλλοντας συνάμα στην διατήρηση της ιστορικής μας συνέχειας και κοινωνικής συνοχής.

Αλλ' αυτά τα δύο μεγέθη είναι σήμερα το «κόκκινο πανί» για τους «εκσυγχρονιστές» όλων των παρατάξεων, που προσπαθούν με την παρουσία τους στον χώρο της εκπαίδευσης να τα διαστρέψουν μέχρι να τα καταστρέψουν.

Την σκοπιμότητα των νεοεποχιτών συγγραφέων Ιστορίας υποστυλώνει ένας «παγκόσμιος ειρηνισμός», που υποστασιώνει την άποψη, ότι αρκεί η απάλειψη των διαιρούντων και ο τονισμός των ενούντων, για να αρθεί το «μεσότειχον» (Εφ. 2,14) μεταξύ εθνών και ανθρώπων, υπό την «προστασίαν» και τον «έλεγχο» του Πλανητάρχη της Νέας Εποχής, η εκείνων που κυβερνούν τον κόσμο πίσω από αυτόν.

Η μέθοδος αυτή της προβολής των ενούντων και όχι των διαιρούντων, εφαρμόζεται και στην άλλη όψη του Οικουμενισμού», στον θρησκευτικό–θεολογικό, τον διαχριστιανικό διάλογο.

Είναι γεγονός, ότι όχι μόνον οι ίδιες εξουσιαστικές δυνάμεις, άλλα και το ίδιο πνεύμα διέπει και τις δυο πλευρές του Οικουμενισμού, αλλά και ο ίδιος στόχος, η εξυπηρέτηση των σχεδίων της Υπερδύναμης και της Νέας Τάξης.

Σ' αυτό το κλίμα «συνωστίζονται» τα σχολικά μαθήματα, που σχετίζονται άμεσα με την ταυτότητά μας. Το περιεχόμενο, άλλωστε, αυτών των μαθημάτων είναι το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο του πολιτισμού μας από τον πολιτισμό της Φραγκοτευτονικής Δύσης.

Δεν θέλουν κάποιοι ιστορικοί μας —και ίσως και δεν μπορούν— να κατανοήσουν, ότι για τις διχο- στασίες και διαιρέσεις δεν πταίουν τα Θρησκευτικά και η Ιστορία (το παρελθόν δηλαδή), άλλα η πολιτική, οι προκλήσεις και τα ανοσιουργήματα της Υπερδύναμης και των συνεργών της.

Οι αλώσεις του 1204 και του 1453, οι εθνικοί διχασμοί μας ως τον 20ό αιώνα, το δράμα της Κύπρου και το Σκοπιανό, δεν λύνονται με το ξαναγράψιμο της ιστορίας, αλλά με την ορθή κατανόηση των μηνυμάτων της.

Εδώ όμως γίνεται αληθινή «γενοκτονία», με την προσπάθεια για τη διάλυση των εθνικών ταυτοτήτων, μέσα από την λοβοτόμηση της εθνικής μνήμης και τη διάσπαση της εθνικής μας συνέχειας.

Έτσι όμως δεν ξαναγράφεται η Ιστορία, αλλά φιμώνονται, όπως είδαμε, οι πηγές, χωρίς τις οποίες δεν γράφεται αληθινή Ιστορία, αλλά μία ανύπαρκτη– κατασκευασμένη παρα–ιστορία.
Η επιστήμη τότε δίνει τη θέση της στην πολιτική. Το προϊόν αυτής της κίνησης είναι μία πραγματικά «ιστορία του σωλήνα» ως «Κοινή ιστορία των Βαλκανίων».

Ενδιαφέρον όμως είναι, ότι ανάλογες προσπάθειες στην άλλη Ευρώπη δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Η Γαλλία, άλλωστε, δεν μπορεί να απορρίψει τον Ναπολέοντα και η Γερμανία αδυνατεί να απαγγιστρωθεί από το φάντασμα του Βίσμαρκ.

Είναι δε γεγονός ότι η απώθηση του κακού στη λήθη μας καταδικάζει να ξαναζήσουμε συμφορές. Αντίθετα, η πλήρης γνώ ση του οδηγεί στην εμπέδωση της γνώσης και τη δημιουργία ενιαίας συνείδησης.

Τελικά, πιστεύω ότι με οδηγό τον μεγάλο μας ιστορικό Θουκυδίδη, που έχει, ως προς την κατανόηση της ιστορίας, διαχρονική σημασία, οφείλει η ιστοριογραφία του παρόντος να πορεύεται, εμπλουτίζοντας το μέσα της και ανανεώνοντας τους στόχους της, χωρίς να αντιπαρέρχεται την αιώνια αρχή, ότι διαιώνια, η φύση των ανθρώπων μένει πάντα η αυτή!

*Ανακοίνωση σε Ημερίδα (20.1. 2011) με θέμα: «Είναι αναγκαίο το ξαναγράψιμο της ιστορίας σήμερα;».

http://anavaseis.blogspot.com/2011/03/blog-post_9862.html

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ελληνορθοδοξία, το μόνιμον πρόβλημα των Δυτικών

 



Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ελληνορθοδοξία, το μόνιμον πρόβλημα των Δυτικών
 Ὁ Ἑλληνισμός ἡττᾶται μόνον μέ Ἐφιάλτας
Τοῦ πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
 
ΜΕΓΑΛΟ σάλο προκάλεσε πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἡ γνωστή δήλωση τοῦ κ. Χένρυ Κίσιγκερ, πρώηνὙπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ, γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά τιθασευθῆ ὁ Ἑλληνισμός.
Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι μέ τήν δήλωσή του ὁ κ. Κ. διετύπωσε μέ ἄλλο τρόπο κάτι, πού εἶχε συλλάβει ὁ συμπατριώτης του Γιάκομπ Φιλίπ Φαλλμεράγερ (1790-1861) στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος...
Ὁ τελευταῖος ἀπό τον Ἰούλιο τοῦ 1840 ὥς τον Μάϊο τοῦ 1842 ταξίδευσε σέ πολλά μέρη τῆς “καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς”, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριέλαβε καί το Ἅγιον Ὄρος.
Στη σειρά “FRAGMENTE AUS DEM ORIENT” (1845) ἐκθέτει τίς ἐντυπώσεις του καί πολλές σημαντικές θέσεις, πού ἄμεσα μᾶς ἐνδιαφέρουν. Μιλώντας γιά τό ἍγιονὌρος, ἀναφέρεται στή νοερά προσευχή, τον “λατινέλληνα” Βαρλαάμ τόν Καλαβρό, τήν ἡσυχαστική κίνηση τοῦ 14ου αἰῶνος, τήν Ἀθωνιάδα Σχολή καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη, γιά τόν ὁποῖο ἐκφράζεται μέ θαυμασμό (βλ.Ἀθανασίου Ε. Καραθανάση,ὉJ.PH. FALLMERAYER (1790-1861) καί οἱ ἀναμνήσεις του ἀπό το Ἅγιον Ὄρος καί την Θεσσαλονίκη, στήν: Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπ. Θεσσαλονίκης, τόμ. 11, 2006, σελ. 7-28. Σπουδαία μελέτη).
Ὁ γερμανός καθηγητής ἀναφέρεται καί στή σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ με τήν Ὀρθοδοξία καί γράφει τά ἑξῆς, ὅπως παραθέτει τά λόγια του ὁ ἐκλεκτός συνάδελφος κ. Καραθανάσης: «Ἀπ᾽ ἔξω -ἄς τό θυμοῦνται αὐτό στην Εὐρώπη, ὅλες οἱ ἐπιθέσεις κατά τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, πού εἶναι ταυτόσημο μέ τό ἀνατολικό ὀρθόδοξο δόγμα, εἶναι μάταιη προσπάθεια. Ὁ κίνδυνος μπορεῖ νά εἶναι μ ό ν ο  ἐ σ ω τ ε ρ ι κ ό ς…. (ἡ ἀραίωση δική μου).
Ὅλοι οἱ καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλευόμενοι τήν ἀκεραιότητα, ὕπαρξη καί ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γνωρίζουν καλά τήν ἀδιαίρετη, ἀλλά καί ἀσύγχυτη ἕνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τήν Ὀρθοδοξία, καί τό ἀδιάλυπο αὐτῆς τῆς ἑνώσεως. Καί τοῦτο, διότι ὁ Ἑλληνισμός, ὡς ἡ ὑπεροχότερη στήν ἱστορία συλλογική λυτρωτική ἀναζήτηση, καταξιώθηκε -κατά κάποιο τρόπο- ὡς ἀνθρώπινη φύση σέ μία θεανθρώπινη ἕνωση, τό θεῖο στοιχεῖο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὁ Χριστός, δηλαδή, ὡς ἔνσαρκη Παναλήθεια. Γνωρίζουν ἀκόμη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ζωτική δύναμη τοῦ Ἑλληνισμοῦ στούς αἰῶνες, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ Ἱστορία, καί ὅτι εἶναι ἀδύνατο «ἀπ᾽ ἔξω» νά πληγεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτό μπορεῖ νά γίνη ΜΟΝΟ «ἀπό μέσα». Ἀλλ᾽ αὐτό σημαίνει προδοσία, γιά την ὁποία χρειάζεται ἡ «πέμπτη φάλαγξ», ὅπως μᾶς διδάσκει -πάλι- ἡ Ἱστορία. Χωρίς Ἐφιάλτες δέν ἡττᾶται ὁ Ἑλληνισμός…
Αὐτό λοιπόν γνωρίζουν πολύ καλά οἱ ἐχθροί τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί γι᾽ αὐτό, ὅταν θελήσουν νά τόν πλήξουν, ὑπολογίζουν στούς πολυώνυμος Ἐφιάλτες μας. Κυρίως σέ ἐκείνους, πού διαθέτουν ἀξίωμα, οἰκονομική εὐρωστία καί δύναμη (πολιτική λ.χ.). Διότι ὅλοι αὐτοί, ὅπως τό ξαναζοῦμε στίς ἡμέρες μας, ταυτιζόμενοι δουλοπρεπῶς μέ τούς ὁποιουσδήποτε «Μήδους», τούς «ἀφήνουν νά διαβοῦνε». Καί αὐτό, διότι ἐνεργοῦν ὡς θύματα τῶν ἀνόμων φιλοδοξιῶν τους.
Οἱ «Ἐφιάλτες» εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπειλή γιά τό Ἔθνος μας, στή σχέση του μάλιστα μέ τή ζωτική του δύναμη, πού εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων μας. Καί αὐτό συμβαίνει, ὅταν με τούς τρόπους καί τά μέσα, πού διαθέτουν διαφθείρουν τούς Ἕλληνες, καθιστώντας μας ὄχι φορεῖς, ἀλλά ἀχθοφόρους τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ὀνόματος. Ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (1830), ὡς «προτεκτοράτου» τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων, ὑπό μόνιμη κατοχή, οἱ Ξένοι ἐξουσίαζουν καί κατευθύνουν τήν Χώρα μας μέ ὄργανα τούς «Ἐφιάλτες» αὐτοῦ τοῦ τόπου.
Αὐτό ὑπό μία μόνο προϋπόθεση μπορεῖ νά ἀποφευχθεῖ: Ὅταν ΟΛΟΙ ἐνεργοῦμε -καί ἰδιαίτερα οἱ (πολιτικοί) Ἡγέτες μας- ὡς Ἕλληνες πρός τά ἔξω καί ὄχι ὡς Ξένοι στήν Ἑλλάδα. Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας μας.
πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 16/3/2012

Η "Νέα Εποχή" και ο διπλός Οικουμενισμός (Πολιτικός και Θρησκευτικός)π. Γεώργιος Μεταλληνός

 

Η
Η «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» ΚΑΙ Ο ΔΙΠΛΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
(ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ)

Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού 
Η εποχή μας σφραγίζεται καθοριστικά από μια νέα ιστορική συγκυρία, τη Νέα Παγκόσμια Τάξη πραγμάτων και την ανάδυση στο παγκόσμιο προσκήνιο μίας νέας παγκόσμιας Μονοκρατορίας της Pax Americana, που μεταφέρει τον κόσμο, αναδρομικά, στην ενότητα της Pax Romana και σ’ ό,τι αυτή μπορεί να σημαίνει για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η ανθρωπότητα εντάχθηκε σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα πολιτικής και αξιών, που ελέγχει και διαμορφώνει καθολικά, μέσω της ενιαιοποιημένης παιδείας και των κατευθυνόμενων Μ.Μ.Ε., τον άνθρωπο και την κοινωνία, ως πλανητικό άνθρωπο και πλανητική-ολιστική κοινωνία. Το Internet-Διαδίκτυο ιδιαίτερα, ενοποιεί τον κόσμο μας, τεκμηριώνοντας αυτό, που εμπεριέχει ο όρος παγκοσμιοποίηση (Globalization). Και είναι θεμιτό να επικαλούμεθα τον ελπιδοφόρο λόγο του Χριστού μας «γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ιω. 10, 18), το ερώτημα όμως είναι: υπό ποίον ποιμένα; 
Η Νέα Τάξη συνδέεται αποκρυφιστικά, με τη Νέα Εποχή (New Age), την υδροχοϊκή περίοδο της ιστορίας, που διαδέχθηκε, όπως λέγουν, την εποχή του «Ιχθύος», δηλαδή του Ιησού Χριστού και της ιστορικής περιόδου, που σφραγίζεται από την μορφή Του. Και οφείλω να ζητήσω συγγνώμη, που επικαλούμαι και την οπτική του αποκρυφισμού, δικαιώνονται πάντως, αφού οι περισσότεροι των πολιτικών Ηγετών καθοδηγούνται από αστρολόγους. 
Στο σημείο αυτό επιτρέπεται ένας ιστορικός παραλληλισμός: Στις 11.5.330 μ.Χ. αναδύθηκε ένα νέο ιστορικό μέγεθος, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, που υποστασιωνόταν με το τρίπτυχο: εκχριστιανισμένος ρωμαϊκός κρατικός φορέας-ελληνικός πολιτισμός/παιδεία και χριστιανική ορθοδοξία, η ψυχή και ζωοποιός δύναμη του νέου αυτού παγκόσμιου μορφώματος. Η σημερινή Νέα Εποχή, ως παγκόσμια αυτοκρατορία, ανατρέπει και υποκαθιστά το παλαιό με το δικό της τρίπτυχο: παγκόσμια πολιτική εξουσία των Η.Π.Α., παγκόσμιος πολιτισμός, με την επιβολή και επικράτηση του δυτικού-φράγκικου πολιτισμού, και παγκόσμια θρησκεία, ως Πανθρησκεία, για την διαμόρφωση ολιστικής συνειδήσεως πάνω στην πανθεϊστική βάση: Όλοι ένα-όλοι Θεός! Μέσα στην πολυωνυμία του (αναμενόμενου;) Υδροχοϊκού Μεσσία αθετείται η μοναδικότητα και αποκλειστικότητα του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου στη δυνατότητα σωτηρίας ως θεώσεως (πρβλ. Πραξ. «4, 12: ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία»), διότι ο ΜΟΝΟΣ σωτήρας είναι ο Χριστός. Η ιδεολογία της Νέας Εποχής συνιστά έτσι, πρόκληση ουσιαστική για την Ορθοδοξία. 
Όχι θεολόγος, αλλά διεθνολόγος, ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, περιέγραψε τη νέα αυτή πραγματικότητα ως «κυριαρχία ενός ανάρχου διεθνούς συστήματος, με κύρια χαρακτηριστικά την αστάθεια, ρευστότητα, την ανασφάλεια, τον πόλεμο όλων εναντίον όλων, αλλά και την ανικανότητα του διεθνούς Οργανισμού να αποτρέψει συγκρούσεις και πολέμους, πολύ δεν περισσότερο να επιβάλει την τάξη» (στον τόμο ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Άγιον Όρος 1996, σ. 248). Κατά τον ίδιο, «η ανθρωπότητα ήδη βιώνει την τραγωδία της μετάβασης σ’ ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον». Η τραγωδία αυτή αποκαλύφθηκε σήμερα με την επιβαλλόμενη από τους ισχυρούς της γης παγκόσμια οικονομική κατάρρευση. 
 
Η μετακαρλομάγνεια Ευρώπη απώλεσε πάσαν σχέσιν με τον Χριστιανισμόν 
2. Στο πλαίσιο διαμορφώσεως της Νέας Εποχής εντάσσεται και η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση ή Ολοκλήρωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επιφανειακές -και κυρίως φαινομενικές- συγκρούσεις (π.χ. Η.Π.Α.  και Ε.Ε.) δεν σημαίνουν και ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, αλλά εκφράζουν αντιθέσεις συμφερόντων και ιστορικού ρόλου. Πρέπει δε να δηλωθεί, ότι ως Ορθόδοξος Έλληνας, ζυμωμένος με την οικουμενική ορθόδοξη οικουμενικότητα, έβλεπα ως υπέροχο επίτευγμα και αδήριτη ανάγκη την ευρωπαϊκή ενότητα, ως Ευρώπη όμως των Λαών και των πολιτισμών τους. Κείμενα όμως και πράξεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως απεκάλυψαν ότι απώτερος στόχος είναι η ενιαία πολιτισμική, ιστορική και κρατική συνείδηση για τη δημιουργία τελικά, του ενιαίου ευρωπαίου ανθρώπου, μέσω της παιδείας. Είναι δε ήδη εμφανής, και λόγω της αδρανοποίησης των δικών μας εσωτερικών αντιστάσεων, η μονοδρομική «μετακένωση» από τις χώρες, που συνιστούν το Ευρωπαϊκό «Διευθυντήριο», με εξ ίσου εμφανή την προϊούσα απορρόφηση (=υποδούλωση) των μικρότερων λαών από τη μετακαρλομάγνεια Ευρώπη, που έχασε τελικά κάθε σχέση όχι μόνο με την Ορθοδοξία, αλλά και με τον Χριστιανισμό. Η πολιτική δε σύγκλιση της Γαλλίας με τη Γερμανία και οι επιπτώσεις της στις πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις των ευρωπαϊκών εθνοτήτων, δείχνουν την επιστροφή στην Καρλομάγνεια ενότητα του φραγκικού μετώπου έναντι (και ενάντιον…) της Ορθόδοξης Ανατολής, που, κατά την ομολογία πολιτισμολόγων, όπως ο Toynbee ή ο Huntington, ενσαρκώνει πολιτισμική παράδοση εντελώς ασύμπτωτη με εκείνη της μετακαρλομάγνειας Ευρώπης. Ο Huntington, ως γνωστόν, υποστήριξε στο πολύκροτο βιβλίο του «The clash of civilizations», ως αδήριτη τη σύγκρουση των πολιτισμών, αντιπαρατάσσοντας τον φραγκοτευτονικό πολιτισμό (Τεύτονες=Deutsche) στο Ισλάμ και την Ορθοδοξία! Ο δικός μας ορθόδοξος πολιτισμός βρίσκεται στους αντίποδες της ευρωπαϊκής πολιτισμικής παράδοσης. Η ένταξή μας στην Ε.Ε. είναι κυρίως πρόβλημα πολιτισμικό και πνευματικό και μετά πολιτικό-οικονομικό. 
Στην ευρωπαϊκή μετανεωτερικότητα κρίνεται η εθνική συνέχειά μας, με την αναφόρτιση της συλλογικής μας συνειδήσεως και την αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας, που έχει διαμορφωθεί στο φως της ορθόδοξης Πίστεώς μας. Ο δυτικός πολιτισμός παράγει, αιώνες τώρα, άλλο τύπο ανθρώπου και κοινωνίας, εξορίζοντας το υπερβατικό απ΄πο την ενδοκοσμική πραγματικότητα και δίνοντας προτεραιότητα στο άτομο-εξάρτημα της πολιτειακής μηχανής. Ο σέρβος όσιος π. Ιουστίνος (Πόποβιτς) είπε χαρακτηριστικά ότι το επίτευγμα της Ευρώπης είναι ο άνθρωπος «ρομπότ», διότι η Ευρώπη, χάνοντας τον Θεό, έχασε και τον άνθρωπο! Ο ορθόδοξος πολιτισμός συνεχίζει -ακόμη και σήμερα- την αγιοπατερική θεοκεντρικότητα, επιμένοντας στο πρόσωπο-φορέα της ελευθερίας και αυτοθυσίας. 
 
Η παγκόσμιος Μονοκρατία 
3. Με την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη και συνακόλουθα με την συμπόρευσή μας με τη Νέα Τάξη πραγμάτων -το ευρύτερο πλαίσιο της συλλογικής μας υπάρξεως, ζούμε τον μεγαλύτερο και σημαντικότερο απ’ όλους τους ιστορικούς αναπροσανατολισμούς μας, αφού δεν πρόκειται για μία συμμαχία παλαιού τύπου (ο Ορθόδοξος πάντα επιλέγει αυτός τις συμμαχίες του και μένει πιστός σ’ αυτές). Δεν είναι, λοιπόν, κάτι εξωτερικό και προσωρινό, αλλά κάτι εσωτερικό και ουσιαστικότατο, μετουσιώνεται ολόκληρη η ζωή μας μεθιστάμεθα -ζούμε μιαν έκσταση, αν θέλετε- σε μιαν άλλη ιστορική σάρκα-πραγματικότητα, με προεκτάσεις τεράστιας σημασίας για την ταυτότητά μας και την περαιτέρω θέση μας στην Ιστορία. Κατά τον μακαρίτη Μάνο Χατζηδάκη «εισήλθαμε εκούσια σε μία νέα τουρκοκρατία». 
Τα «έθνη» της εποχής μας εισέρχονται σε μία παγκόσμια Μονοκρατορία, εντασσόμενα -αναγκαστικά- σ’ ένα κατασκευασμένο παγκόσμιο πολιτικό σχήμα, με την επιβολή σ’ όλα τα επίπεδα και όλους τους χώρους της Υπερδύναμης. Η κατασκευασμένη αυτή «αλλαγή» εκφράζεται, πράγματι, αριστουργηματικά, και προφητικά συγχρόνως, στο γνωστό βιβλίο του George Orwell, «1984» ή στο συγκλονιστικό άρθρο του  Ben Gourion, στο περιοδικό Look των Η.Π.Α. (16.1.1962), όπου αναπτύσσονται οι «προφητικές» προβλέψεις του για τον κόσμο του τέλους του 20ου αιώνα: «Η εικόνα του κόσμου το 1987, όπως τη φαντάζομαι. Ο ψυχρός πόλεμος θα ανήκει στο παρελθόν. Η εσωτερική πίεση (…) θα οδηγήσει σε μια σταδιακή δημοκρατικοποίηση στη Σοβιετική Ένωση (…). Δυτική και Ανατολική Ευρώπη θα γίνουν Ομοσπονδία από αυτόνομα κράτη με σοσιαλιστικό σύστημα (…). Με εξαίρεση τη Σ.Ε., μια ομοσπονδιακή χώρα, όλες οι άλλες ήπειροι θα ενωθούν σε μια παγκόσμια συμμαχία, στη διάθεση της οποίας θα βρίσκεται μια διεθνής αστυνομική δύναμη». Όταν είδα τους κυανόκρανους του Ο.Η.Ε., τότε κατάλαβα ποια είναι αυτή η αστυνομία! Δεν υπάρχει στρατός πια. Υπάρχει μια διεθνής αστυνομία, για να επιβάλλει την τάξη, εκεί που απειλείται ή γίνεται προσπάθεια να απειληθεί η επιβαλλόμενη νέα παγκόσμια Τάξη. Η «προφητεία» όμως έχει και συνέχεια: «Όλοι οι στρατοί θα καταργηθούν και δεν θα ξαναγίνουν πόλεμοι. Στην Ιερουσαλήμ τα ενωμένα Έθνη θα οικοδομήσουν το βωμό των Προφητών στην υπηρεσία όλων των ομοσπονδοποιημένων ενωμένων ηπείρων. Εκεί στην Ιερουσαλήμ θα είναι η έδρα της ανώτατης αρχής της ανθρωπότητας και θα λύει όλες τις διαφορές ανάμεσα στις ενωμένες ομοσπονδίες-ηπείρους, όπως έχει προφητέψει ο Ησαΐας»…
 
 
Οι κινήσεις της «Νέας Εποχής» εις τρία… επίπεδα 
4. Η Νέα Εποχή κινείται σε τρία επίπεδα: το πολιτικό, που σημαίνει κατίσχυση μιας Υπερδύναμης με μονοκρατορικό παγκόσμιο ρόλο· το πολιτιστικό, με την επικράτηση ενός ραφιναρισμένου και ανανεωμένου δυτικού (φραγκογερμανικού) πολιτισμού. Το τρίτο επίπεδο είναι το θρησκευτικό. Οι διαθρησκειακές συμπροσευχές, δηλαδή υπό την ηγεσία του Πάπα -στον δυτικό Τύπο έχει χαρακτηρισθεί «πλανητάρχης Νο 2»- και με τη συμμετοχή των Ορθοδόξων Ηγετών) δείχνουν, ότι τέθηκε ήδη σε λειτουργία ο σχετικός μηχανισμός για την επικράτηση της παγκόσμιας θρησκείας με νόημα σαφώς πανθεϊστικό. Αυτό δείχνει η προβολή της φύσεως ως «Οικολογία» στις διαχριστιανικές σχέσεις. Αυτά απαιτούν, φυσικά, αναίρεση του Χριστιανισμού και μάλιστα στην πατερική αυθεντικότητά του (Ορθοδοξία). 
Στο πλαίσιο και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποίησης έχουν ενταχθεί και οι Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί Διάλογοι. Διακονούν και αυτοί πολιτικές σκοπιμότητες, κατά τα συμφέροντα της Νέας Εποχής, και όχι την εν Χριστώ Αλήθεια, την «εν αληθεία» ενότητα. Η πολυπροβαλλόμενη ένωση γίνεται μέσο, δεν είναι ο σκοπός. Διότι, αν ήταν εν Χριστώ αυτός ο στόχος μας, θα έπρεπε να κινείται στο πλαίσιο της αποστολικής και αγιοπατερικής παραδόσεως. Όμως με τη λεγομένη «μεταπατερική θεολογία», τη «βαπτισματική θεολογία, τη θεολογία των Κλάδων», όλα εφευρήματα του αποχριστιανοποιημένου Δυτικού Χριστιανισμού για τη διευκόλυνση των στόχων της Παγκόσμιας Δύναμης, που έχει αιχμαλωτίσει τα πάντα, οι Διάλογοι σύρουν την αποδυναμωμένη Ορθόδοξη Ηγεσία σε μειοδοσίες έναντι της αποστολικής και αγιοπατερικής Ορθοδοξίας. Στη θέση της έχει τεθεί η δική μας ελλειμματική ψευδο-ορθοδοξία, που θεραπεύει εφήμερες και συμφεροντολογικές σκοπιμότητες, που προδίδουν συν τοις άλλοις και την αφέλεια και θεολογική ανεπάρκειά μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προσδοκία πολιτικού και εθνικού οφέλους από την στήριξη των ελπίδων μας στον Πάπα. Λησμονούμε όμως, ότι ο Πάπας είναι βασιλεύς και αρχηγός κράτους, ταυτισμένος με τις κρατικές εξουσίες της Νέας Εποχής, σε μόνιμη συμμαχία και συνεργασία μαζί τους, και ότι πέρα από παραπλανητικά ευχολόγια, για να ρίχνει «στάχτη στα μάτια» και να μας εξαπατά και να ήθελε ακόμη, δεν μπορεί να μας προσφέρει τίποτε από όσα ζητούμε. Άρα η επιμονή να προσφεύγουμε στο Βατικανό και στον Πάπα, ζητώντας συμπαράσταση και βοήθεια, είναι μάταιη και προδίδει τουλάχιστον την αφελότητά μας, αν όχι ίσως και τη συστράτευση στην εξυπηρέτηση αλλοτρίων και αντορθοδόξων συμφερόντων.
 
Η Πανθρησκεία άλλη μορφή Πανθεϊσμού 
Η «Πανθρησκεία» με ενδιαφέρει εδώ περισσότερο, ως Θεολόγο. Διότι πρόκειται για μία άλλη μορφή πανθεϊσμού, που στοχεύει στην ισοπέδωση όλων των θρησκευμάτων, μαζί και του Χριστιανισμού. Αυτό συντελείται, βέβαια, με την «τεκτονική» μέθοδο της συγκράτησης των πάντων και συγκρητιστικής αναχώνευσής τους και ουσιαστικά διάλυσης όλων.  Η ένταξη της Χώρας μας στην Ε.Ε. συνδέθηκε απ’ αρχής με χιλιαστικά οράματα καθολικής ευημερίας, που ακόμη προπαγανδίζονται για την απρόσκοπτη διακίνηση των συνθημάτων και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης κατά τις διαθέσεις της (πραγματικής) Ηγεσίας. 
Στο σημείο αυτό πρέπει να δηλωθεί, ότι η ένταξη των Ορθοδόξων Κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδυάζεται απ’ αρχής με την αποδοχή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που επιβάλλει ένα νέο ήθος, επιφέροντας την διάλυση του παραδοσιακού ιστού της κοινωνίας. Διότι η αμοραλιστική παράλυση της κοινωνίας δημιουργεί «ρομπότ», υπηκόους δουλοπρεπείς και εύχρηστους από την παγκόσμια εξουσία. Έτσι μας επέβαλαν το αυτόματο διαζύγιο, την ελευθερία και νομιμοποίηση των αμβλώσεων, την νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας, της «παιδοφιλίας» κ.λπ., για να ανήκουμε στην Ενωμένη Ευρώπη. 
 
Γίναμε νομαρχία ενός εκτενούς κράτους 
Επιτρέψτε μου δε να καταθέσω μια εμπειρία μου στην Γερμανία, όπου σπούδαζα (1969-1975). Λίγο πριν από την επιστροφή μου στην Ελλάδα, επισκέφθηκα τον αείμνηστο καθηγητή μου Wilhelm Schneemelcher, διακεκριμένο επιστήμονα, με σημαντική ανάμειξη και στον πολιτικό βίο της χώρας του, στην παράταξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD). Τότε μου είπε: Για να μπείτε στην Ευρώπη, πρέπει να μεταρρυθμίσετε το Δίκαιό σας, προσαρμόζοντάς το προς το κοινοτικό (ευρωπαϊκό). Δεν μπορούσα να το πιστεύσω, σήμερα όμως εκτιμώ την ειλικρίνειά του, που άφρονες και δουλοπρεπείς πολιτικοί μας επέβαλαν και την οικονομική δουλεία. 
Η ενοποίηση και ενιαιοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου είναι ο στόχος του ευρωπαϊκού ονείρου, κάτι που μένει σταθερό και αμετάθετο από τη δεκαετία του 1950 ως σήμερα. Οι οραματισμοί των πρωτοπόρων Ευρωπαίων της εποχής μας απέβλεπαν από την αρχή στην «Ευρώπη χωρίς σύνορα», αλλά και στην Ευρώπη «των νέων οριζόντων», ως ένωση υπερεθνική (υπερκράτος), που απαιτεί πολίτες με κοινή συνείδηση και ενιαίο τύπο ανθρώπου, του Ευρωπαίου ανθρώπου. Και αυτό είναι δυνατό να επιτευχθεί με τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών μέσω της παιδείας, των μέσων ενημέρωσης και της ειδικής οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτό όμως είναι αδύνατο χωρίς την ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων των επί μέρους Εθνών, όταν μάλιστα διαφοροποιούνται ριζικά από αυτό, που εκφράζει από αιώνες για μας τους Ορθοδόξους ο όρος «Ευρώπη» ή «Δύση». 
Συνεχώς διακηρύσσεται, εξ άλλου, ότι η ένωση και ενιαιοποίηση της Ευρώπης πραγματοποιείται με την ενιαία νομοθεσία (Κοινοτικό Δίκαιο), που υπέρκειται των εθνικών νομοθεσιών. Η ιδιότητα του «Μέλους της Ε.Ε.» σημαίνει αυτόματα απώλεια κάθε νοήματος για εθνική κυριαρχία ή αυτονομία. Στο Υπερκράτος Ε.Ε., ήδη με τη συνθήκη της Ρώμης (1957), παραχωρείται κάθε εθνικό δικαίωμα. Ολόκληρος ο εθνικός μας βίος προσδιορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο λήψεων αποφάσεων. Γίναμε επαρχία (σήμερα Νομαρχία) ενός εκτενούς Κράτους. Η προσαρμογή συνόλης της ζωής μας στις κεντρικές αποφάσεις είναι αυτονόητη (πρβλ. παιδεία, εξωτερική πολιτική, οικονομία, διεθνείς σχέσεις, κ.λπ.). Πολλές από τις αλλαγές στον εθνικό μας βίο πείθουν αναντίρρητα ότι ως (Κράτος) Μέλος της Ε.Ε. είμεθα «υποχρεωμένοι» να δεχθούμε τις αποφάσεις τού, όπως εύστοχα ελέχθη, «Διευθυντηρίου», πόσο δε μάλλον, όταν η Ηγεσία μας (Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση στο μεγαλύτερό τους μέρος) είναι απόλυτα ταυτισμένη με τη «Δύση» («φιλενωτική» παράταξη). Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα σήμερα με την οικονομική κρίση, καρπό της πλήρους υποδούλωσής μας στην παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία! 
 
Πρόκλησις εις την αφυπνιζομένην Ορθόδοξον συνείδησιν 
5. Ποια, λοιπόν, μπορεί να είναι η σχέση των Ορθοδόξων με τον σύγχρονο κόσμο; Κατ’ αρχάς είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό, ότι το πρόβλημα δεν είναι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ή η προσχώρηση στη Νέα Τάξη και τη Νέα Εποχή, αλλά η δική μας παρουσία σ’ αυτά τα νέα μεγέθη, που συνδέεται με το πώς νοηματοδοτούμε την παράδοσή μας και την σχέση μας μαζί της, αλλά και με τη θέση της αγιοπατερικής πολιτισμικής παράδοσης στις προτεραιότητες του εθνικού μας βίου. Γι’ αυτό, ακριβώς, η Ευρώπη λειτουργεί ως πρόκληση στην αφυπνιζόμενη ορθόδοξη συνείδηση. Πρόκληση όμως όχι μόνο αρνητική, αλλά και θετική, βοηθώντας δηλαδή, όλους τους Ορθόδοξους να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους εν αναφορά προς τον υπόλοιπο κόσμο. 
Επαναπροσδιορισμός της ορθόδοξης ταυτότητάς μας, σημαίνει επανεύρεση της ταυτότητάς μας ως «καινής κτίσεως» μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία, στην οποία κινείται η ύπαρξή μας. Το μέτρο στην περίπτωση αυτή το δίνει η «Προς Διόγνητον Επιστολή» (β’ αι.), «ο αδάμας της Απολογητικής γραμματείας». Όπως λέγει το κείμενο: «Οι Χριστιανοί παρουσιάζουν μια παραδοξότητα στον τρόπο ζωής τους. Πατρίδας οικούσιν ιδίας (ο καθένας ζει στην πατρίδα του), «αλλ’ ως πάροικοι» (σαν να ‘ναι προσωρινοί, μετανάστες)! «Μετέχουσι πάντες ως πολίται και πανθ’ υπομένουσιν ως ξένοι» (είναι πολίτες μιας χώρας, αλλ’ έχουν συνείδηση ότι είναι ξένοι, περαστικοί). «Πάσα ξένη πατρίς εστιν αυτών και πάσα πατρίς ξένη (…). Εν σαρκί τυγχάνουσιν, αλλ’ ου κατά σάρκα ζώσιν». Αυτή είναι, λοιπόν, η νέα πραγματικότητα, που εισήγαγε ο Χριστιανισμός. Αν δεν υπάρχει και λειτουργεί έτσι η Εκκλησία, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του κόσμου και τις μεθοδεύσεις τους. Αλλ’  αυτό απαιτεί την αναβάπτισή μας στην ορθόδοξη παράδοσή μας, αλλά και την ενότητα όλων των Ορθοδόξων, όχι υπό την μορφή ενός «διορθοδόξου τόξου», που σημαίνει «συσχηματισμό με τον κόσμο» (Ρωμ. 12, 1),  αλλά με την μετοχή στην άκτιστη θεία Χάρη με τα μυστήρια της Εκκλησίας. 
6. Ο συνειδητά Ορθόδοξος ζει και κινείται στην «Νέα Εποχή» και την Ε.Ε. με συγκεκριμένες βεβαιότητες, που αποβαίνουν καθοριστικές για την περαιτέρω παρουσία και στάση του μέσα σ’ αυτήν και γενικά στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Έχει σαφή συνείδηση της διαμετρικής διαφοράς ορθοδόξου και δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Όλες οι εκφάνσεις του ορθοδόξου πολιτισμού αποτυπώνουν τον αγώνα για την ανάδειξη του ανθρώπου σε θεό «κατά χάριν». Ανθρωπολογικό πρότυπο της Ορθοδοξίας δεν είναι ο «καλός καγαθός» άνθρωπος, αλλ’ ο Θεάνθρωπος. 
Οι ορθόδοξοι Λαοί στην πλατιά διαστρωμάτωσή μας είμαστε ζυμωμένοι μέσα σ’ αυτή την πολιτισμική παράδοση, και παρά τις αναμφισβήτητες αλλοιωτικές επιρροές, που έχουμε δεχθεί στην ιστορική μας πορεία, διακρατούμε στην συνείδησή μας τα ζώπυρα αυτής της παραδόσεως. Η μετακαρλομάγνεια Δύση αποκομμένη από την πατερικότητα, ανέπτυξε ένα πολιτισμό, που έχασε κυριολεκτικά την αυθεντική έννοια του Θεού, του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ενώ δε παρήγαγε μια εκθαμβωτική επιστημονική πρόοδο, αποδεικνύεται εντελώς ανίσχυρη να διαπλάσει ανθρώπους, που να μπορούν να χρησιμοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης για τη σωτηρία του ανθρώπου και όχι την καταστροφική εκμετάλλευσή του. Και μόνο οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ως δημιουργήματα της Ευρώπης και του «πολιτισμού» της, δείχνουν πού μπορεί να οδηγήσει ο «χωρίς Θεό», ρομποτοποιημένος, ευρωπαίος (δυτικός) άνθρωπος. 
7. Υπάρχει όμως και μια άλλη προοπτική. Η Ε.Ε. και η δυτική κοινωνία παρουσιάζονται για την Ορθοδοξία ως αγρός ιεραποστολικός, χώρος μαρτυρίας του λόγου και του τρόπου (στάση ζωής), που συνιστά την ουσία της ορθόδοξης παράδοσης. Αυτή μπορεί να είναι η δική μας προσφορά στον παραπαίοντα σημερινό κόσμο, αλλά αυτό προϋποθέτει Ορθοδόξους… 
Η παρουσία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο οφείλει να είναι πρωταρχικά πνευματική και λειτουργική. Η Θεία Λειτουργία, με όλη τη λατρεία μας, είναι ο σημαντικότερος θησαυρός μας, διότι περικλείει και διασώζει δυναμικά το φρόνημα και τη ζωή των Αγίων μας, την πίστη και τον θεονόμο τρόπο ύπαρξής μας.  
Μιλώντας, βέβαια, για λειτουργική θεολογία, αγγίζουμε την πραγματικότητα της Ενορίας, υπό τη διπλή μορφή της, τη μοναστική και την κοσμική. Η διακράτηση της ζωτικότητας του ορθοδόξου πληρώματος εξασφαλίζεται διαχρονικά στο Μοναστήρι και την τοφοδοτούμενη από αυτό πνευματικά Ενορία. Χωρίς την υπαρκτική σχέση πιστού και Ενορίας δεν μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για ορθόδοξη μαρτυρία. Η ζωή της Ενορίας, ως ενεργοποίηση των αγιοπνευματικών χαρισμάτων των μελών της, ασκεί την ισχυρότερη δυναμική και ενεργεί την αποτελεσματικότερη ιεραποστολή. Μέσω της ενοριακής-κοινοτικής ζωής παρουσιάζεται η Ορθοδοξία, όπως είναι: ως ζωή και πνευματική οδός, που δίνει θεοκεντρικό νόημα στη ζωή και αποκαλύπτει τον αληθινό προορισμό της. Η ανασυσπείρωση των Ορθοδόξων στη ζωή της κοινότητας-ενορίας είναι η μόνη ελπίδα για την συνεχή και ιστορική επιβίωσή μας. 
Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η ορθόδοξη (εκκλησιαστική) Ηγεσία δεν μπορεί ποτέ να λάβει πολιτικό χαρακτήρα, ως ένα Βατικανό της Ανατολής. Κέντρο της ενότητας των Ορθοδόξων μένει αμετακίνητα ο Χριστός και όχι κάποιος -εκκλησιαστικός έστω- αξιωματούχος. Η προσφυγή στους πολιτικούς μηχανισμούς του κόσμου τούτου, κάτι που γίνεται με τον εγκλωβισμό στον Οικουμενισμό, είναι για την Ορθοδοξία όχι ενδυνάμωση, αλλά αποδυνάμωση. Η Ορθοδοξία λειτουργεί ενωτικά και καταλλακτικά ως πνευματική δύναμη, προσευχομένη και αγωνιζομένη «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».

Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος
8 Νοεμβρίου 2013

Έξω οι Ιούδες από την ζωή μας! Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

 



Έξω οι Ιούδες από την ζωή μας!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (ΙΩΑΝ. ιβ´ 1-18)
 Ἔξω οἱ Ἰοῦδες ἀπὸ τὴν ζωήν μας!
«ΕΙΠΕ ΔΕ ΤΟΥΤΟ... ΟΤΙ ΚΛΕΠΤΗΣ ΗΝ»
(ΙΩΑΝ. ιβ´ 6)
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
1. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν θριαμβευτικὴ εἴσοδό του στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὴ Βηθανία. Ἐπισκέπτεται τὸν φίλο του Λάζαρο καὶ τοὺς ἄλλους φίλους του ἐκεῖ σὲ μιὰ ἀποχαιρετιστήρια ἐπίσκεψη πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος του. Κάποιος μάλιστα κάλεσε τὸν Χριστὸ σὲ δεῖπνο.

Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ δείπνου ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου Μαρία, κυριευμένη ἀπὸ τὴν μυστικὴ ἀγαλλίαση τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, ἀφήνει νὰ ξεχειλίσει ἡ εὐγνωμοσύνη της γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της. Παίρνει, λοιπόν, ἕνα πολύτιμο μύρο καὶ ἀλείφει μ᾽ αὐτὸ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἡ ποσότητα καὶ ἡ ποιότητα τοῦ μύρου δείχνουν τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση τῆς γυναίκας πρὸς τὸν Διδάσκαλο. Γι᾽ αὐτὸ ἡ πρωτοβουλία της, ποὺ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς λατρείας καὶ τιμῆς πρὸς τὸν Μεγάλο Εὐεργέτη τοῦ ἀνθρώπου Χριστό, ἀσφαλῶς θὰ συγκίνησε, ὅπως συγκινεῖ καὶ σήμερα, σὰν ἐκδήλωση πίστεως καὶ εὐλαβείας.
2. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάποιος, ποὺ σκέπτεται διαφορετικά. Εἶναι ὁ σκοτεινὸς Ἰούδας, ποὺ σπεύδει νὰ κατακρίνει τὴν ἐνέργεια τῆς γυναίκας. Ἀσυγκίνητος μπροστὰ στὸ μεγαλειῶδες θέαμα τῆς εὐγνωμονούσας ἀγάπης, ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος γιὰ τὴν συγκινητικὴ ἐκδήλωση, ἀφήνει νὰ φανοῦν οἱ ὑλιστικές του διαθέσεις. Δὲν τολμᾶ ὅμως νὰ ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ ἑαυτό του. Καλύπτει τὴν στειρότητα τῆς καρδιᾶς του μὲ τὸ πέπλο τῆς ὑποκρισίας. Φορεῖ προσωπεῖο, φαντασμαγορικὸ προσωπεῖο. Τὸ προσωπεῖο τοῦ φιλάνθρωπου καὶ τοῦ φιλόπτωχου καὶ παρουσιάζεται διαμαρτυρόμενος (δῆθεν) χάρη τῶν πτωχῶν. «Διατὶ τοῦτο τὸ μῦρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;» Τὸ ἐπιχείρημά του φαινομενικὰ εἶναι ὀρθὸ καὶ δίκαιο. Καὶ ἐντυπωσιάζει. Καταδικάζει μίαν ἄδικη σπατάλη -ἂν ὅμως εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ θεωρηθεῖ σπατάλη ὅ,τι καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο προσφέρεται στὸν Θεό! Τὰ λόγια τοῦ Ἰούδα, ἀκουόμενα σὲ κάθε ἐποχή, ἔχουν τὴν δύναμη νὰ κλονίσουν τὸν θαυμασμὸ γιὰ τὴν πράξη τῆς Μαρίας. Διατὶ κατορθώνει πρὸς στιγμὴ ὁ Ἰούδας, νὰ παρουσιάζει τὴν ἀγάπη τῆς Μαρίας σὰν ἀδικία, καὶ τὴν ἀρετή της σὰν κακία. Τὸν ξεσκεπάζει ὅμως ὁ ἱ. Εὐαγγελιστής: «Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾽ ὅτι κλέπτης ἦν καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζε». Εἶναι σαφὴς ἡ ἀπουσία κάθε δυνατότητας σχέσεως ψυχικῆς μεταξὺ Μαρίας καὶ Ἰούδα. Αὐτὸς προφασίζεται τὸν φιλόπτωχο («προσχήματι δῆθεν εὐλαβείας» λέγει ὁ Χρυσόστομος), ἐνῷ κατ᾽ οὐσίαν δὲν σκέπτεται καὶ δὲν ἀγαπᾶ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν ἑαυτό του. Ἡ Μαρία ὅμως ἀποκάλυψε τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς της, ποὺ εἶναι πρόθυμη, χάρη τοῦ Χριστοῦ, νὰ κάμει κάθε θυσία. Ἡ ἰδιοτέλεια δὲ καὶ ἡ ἀγάπη ἀπέχουν ὅσο ἡ ἡμέρα ἀπὸ τὴν νύκτα.
3. Μέσα στὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὁ τύπος τῆς Μαρίας ἐκφράζει τὴν τάξη ὅσων εἰλικρινὰ πιστεύουν στὸν Χριστό, ὅσων εἶναι ἀφοσιωμένοι σ' αὐτὸν μὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους, δοσμένοι σ᾽ Ἐκεῖνον καὶ ζοῦν μονάχα γιὰ χάρη Ἐκείνου. Εἶναι τὰ «γνήσια μέλη» τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι δέχθηκαν μὲ ὅλη τους τὴν ὕπαρξη τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ προσπαθοῦν νὰ ρυθμίσουν σύμφωνα μ᾽ αὐτὸ τὴ ζωή τους. Ὅσοι δέχονται τὸν Χριστὸ ὡς τὸν μοναδικὸ βασιλέα καὶ Κύριο τῆς ζωῆς τους.
Παράλληλα ὅμως μὲ αὐτοὺς τοὺς χριστιανοὺς ὑπάρχουν πάντα καὶ οἱ Ἰοῦδες. Χριστιανοὶ κατ' ὄνομα, ποὺ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀναζητῶνται μόνο στὴν τάξη τῶν λαϊκῶν! Μὲ στενότερο δεσμὸ μὲ τὸν κόσμο καὶ ὄχι μὲ τὸν Χριστό. Καλυπτόμενοι μὲ διάφορα προσωπεῖα καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ μαθητῆ καὶ συνεργάτη τοῦ Χριστοῦ, σὰν τὸν Ἰούδα. Κόπτονται δῆθεν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του, ἐνῷ στὴν οὐσία εἶναι τελείως ξένοι πρὸς αὐτὸ καὶ τὸ μισοῦν. Περιφρονητὲς τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, δὲν γνωρίζουν τὴν ἀναγεννητικὴ δύναμή τους, διότι, πωρωμένοι καὶ ἀνάλγητοι, δὲν ἔνοιωσαν ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ μετανοήσουν. Δὲν διστάζουν, μάλιστα, νὰ εἶναι ὑλιστές, φροϋδιστὲς καὶ μέλη σκοτεινῶν Ἑταιρειῶν καὶ νὰ παρουσιάζονται σὰν θερμοὶ χριστιανοὶ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὅλων αὐτῶν ὁ πτωχὸς καὶ ἀγωνιστὴς Χριστὸς δὲν ἀγγίζει καμμιὰ χορδὴ τῆς καρδιᾶς των. Γιατί τὸ μόνο, ποὺ δὲν ἔχει δοθεῖ ἀπ᾽ αὐτοὺς ποτὲ στὸν Χριστό, εἶναι ἀκριβῶς ἡ καρδιά τους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν θὰ διστάσουν μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία νὰ προδώσουν τὸν Χριστό. Γιατί δὲν πίστευσαν ποτὲ σ´ Ἐκεῖνον, παρὰ στὸν ἑαυτό τους καὶ θεοποιοῦν τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τους. Πιστεύουν στὸν Χριστό, τόσο μόνο, ὅσο «χρειάζεται», γιὰ νὰ κατορθώνουν μὲ τὴν καπηλεία τοῦ ὀνόματός Του νὰ ἔχουν ὠφέλη καὶ κατὰ κόσμον ἐπιτυχίες, σταδιοδρομίες ζηλευτὲς καὶ πλούτη.
4. Νὰ ὅμως ποὺ ἐπιμένουν αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ «κατ᾽ ὄνομα χριστιανοὶ» νὰ θέλουν, ὅπως ὁ Ἰούδας, νὰ ρυθμίσουν τὴν ζωή καὶ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ὅσων δηλαδὴ γνήσια πιστεύουν στὸν Χριστό. Εἶναι οἱ ἐκσυγχρονιστὲς καὶ οἰκουμενιστές, ποὺ τίποτε δὲν βρίσκουν στὴ ζωή τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὀρθό. Θέλουν τὴν Ἐκκλησία κομμένη καὶ ραμμένη στὰ μέτρα τους. Νὰ πορεύεται ὄχι κατὰ τὸ αἰώνιο θέλημα τοῦ θείου της Ἱδρυτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὶς δικὲς των ἐπιθυμίες καὶ ὀρέξεις. Καταγγέλλουν τὴν εὐσέβεια σὰν ὑπερβολή, τὴν ἐμμονὴ στὴν πίστη καὶ παράδοση τῶν Πατέρων ὡς «εὐσεβισμό», κατηγοροῦν τὴν ἐγκράτεια καὶ εὐλάβεια σὰν καλογηρισμὸ καὶ πολεμοῦν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸ γενναῖο φρόνημα σὰν «ταλιμπανισμὸ» καὶ ἀκρότητα. Ἰοῦδες καὶ αὐτοί, λαθρεπιβάτες τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας, θέλουν νὰ ὑποκλέψουν τὴν γνησιότητα τῶν κανονικῶν ἐπιβατῶν της. Ὁπότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Θὰ ἀνεχθεῖ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ρυθμίζουν Ἰοῦδες τὴν ζωή του;
Τὴν ἀπάντηση δίνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας μὲ ὅσα λέγει στὸν Ἰούδα. «"Ἄφες αὐτὴν» τοῦ ἀπαντᾶ. "Ἄφησέ την ἥσυχη καὶ νὰ μὴ τὴν ἐλέγχεις. Μὴ τὴν ἐμποδίζεις νὰ ἐκδηλώσει τὴν εὐλάβειά της. Τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεό της. Μὴ τὴν πειράζεις. «Ἄφες αὐτήν»...
5. Ἰοῦδες ὅλων τῶν αἰώνων, σᾶς μιλεῖ ὁ Χριστός. Καὶ σᾶς λέγει: Ἀφῆστε ἥσυχους τοὺς πιστούς μου, τὸ ποίμνιό μου. Ζῆστε μέσα στὴν ὑποκρισία, στὰ συμφέροντα καὶ στοὺς ἐγωισμούς σας. Συνεχίστε, ἐφ᾽ ὅσον θέλετε, τὴν ζωή σας, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» μέσα στὴν ματαιότητα. Κάτω τὰ χέρια σας ὅμως ἀπὸ τοὺς πιστούς μου. Ἀπὸ ὅσους λίγους μοῦ ἀπέμειναν στοὺς ἀποκαλυπτικοὺς αὐτοὺς καιρούς, ὅλοι ἐσεῖς ποὺ τοὺς ἐκμεταλλεύεσθε. Ποὺ ἐκμεταλλεύεσθε τὸ ὄνομά μου, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖτε καὶ νὰ πλουτήσετε. Ποὺ διαστρέφετε τὸ εὐαγγέλιό μου, γιὰ νὰ ὑποδουλώνετε καὶ νὰ ἀδικεῖτε. Μακριὰ οἱ Ἰοῦδες ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μου, ἔστω καὶ ἂν προφασίζεσθε ὅτι διδάσκετε τὸν θεῖο λόγο. Ἔστω καὶ ἂν φέρετε τὸ σχῆμα τοῦ κληρικοῦ, ἐνῷ δὲν παύετε νὰ πορεύεσθε κατὰ τὶς ἐπιθυμίες τῶν καρδιῶν σας, διδάσκοντας ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφῆστε ἥσυχη τὴν Μαρία. Κάθε ψυχὴ ποὺ μὲ δέχεται, ὅπως πράγματι εἶμαι, ὡς Θεὸ δηλαδὴ ἀληθινό, Σωτήρα καὶ Κύριο. Γιατί μόνο σ᾽ αὐτὲς τὶς ψυχὲς ἀνήκω καὶ μόνο αὐτὲς οἱ ψυχὲς ἀποτελοῦν καὶ ἐκφράζουν γνήσια καὶ αὐθεντικὰ τὴν Ἐκκλησία μου... Εἶναι γεγονὸς ὅτι πάνω ἀπὸ τὴν ἀθεΐα, τὸν ὑλισμό, τὶς αἱρέσεις καὶ κάθε κεκηρυγμένο ἐχθρό τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἀντίπαλος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προδίδουν τὸν Χριστὸ στοὺς ἐχθρούς Του. Ἀπὸ τοὺς Ἰοῦδες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι πολὺ βαρὺς ὁ λόγος ἐκεῖνος τοῦ Χριστοῦ μας στὴν πολιτικὴ ἐξουσία: «Ὁ παραδιδοὺς μὲ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει» (Ἰωάν. ιθ´11).
ΕΞΩ ΟΙ ΙΟΥΔΕΣ... Ναί, ἀλλὰ μὴ ξεχνᾶμε, ἀδελφοί μου! Τίποτε δὲν κάνει ὁ Θεὸς χωρὶς τὴν θέληση τὴ δική μας καὶ -τὸ σπουδαιότερο- χωρὶς τὰ χέρια τὰ δικά μας...
6. Κάπου εἶναι στημένος ἕνας παράξενος Σταυρός. Γιὰ ἐσταυρωμένο ἔχει ἕνα σῶμα χωρὶς χέρια. Καὶ στὴν βάση του εἶναι κρεμασμένη μιὰ ἐπιγραφὴ μὲ τὰ λόγια: Δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀπὸ τὰ δικά σας... Πράγματι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει χέρια ἄλλα ἀπὸ τὰ δικά μας. Ἐνεργεῖ μέσα στὴν ἱστορία -θέλει καὶ ἐνεργεῖ- μὲ τὰ δικά μας χέρια. Μὲ τὰ χέρια ἐκεῖνα, ποὺ εὐλογοῦν τὸν εὐχαριστιακὸ ἄρτο καὶ οἶνο, γιὰ νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἄχραντο δεσποτικὸ Σῶμα καὶ Αἷμα. Δρᾶ ὁ Θεὸς μὲ τὰ δικά μας χέρια. Ὅπως καὶ βλέπει μὲ τὰ δικά μας μάτια, καὶ ἀκούει μὲ τὰ δικά μας αὐτιά. Τρέχει μὲ τὰ δικά μας πόδια. Μιλεῖ μὲ τὸ στόμα μας, ἀγαπᾶ μὲ τὴν καρδιά μας, ἀγωνίζεται μὲ τὴν ψυχή μας! Ἂν διαιωνίζεται τὸ δρᾶμα τῆς κοινωνίας, δὲν ὀφείλεται σὲ ἀδια- φορία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γιατί τὰ μέλη μας καὶ ὅλη ἡ ὕπαρξή μας δὲν ἔγιναν ἀκόμη «μέλη Χριστοῦ» καὶ «καινὴ κτίσις». Εἶναι γιατί δὲν γίναμε ἀκόμη τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, τὸ στόμα, ἡ καρδιά, ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γιατί δὲν χριστοποιηθήκαμε ἀκόμη. Καὶ χωρὶς χριστοποιημένους χριστιανοὺς οἱ Ἰοῦδες δὲν ἀπομακρύνονται, ἡ Ἐκκλησία δὲν νικᾶ, οὔτε μεταμορφώνεται ἡ κοινωνία!
Ορθόδοξος Τύπος
ΑΦ2064
3 Απριλίου 2015

Π. Γεώργιος Μεταλληνός: Η τραγικότητα των αιρετικώνπ. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ

 



Π. Γεώργιος Μεταλληνός: Η τραγικότητα των αιρετικών
ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ
Ἡ τραγικότητα τῶν αἱρετικῶν
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ
Στὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρετικοὺς στρέφει τὴν προσοχή µας τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς (Τίτ. 3, 8-15). Πολλὲς ἑρµηνεῖες ἔχει λάβει ὁ Ὅρος «αἱρετικὸς» ἀπὸ τοὺς ἑρµηνευτές, καὶ µάλιστα τοὺς νεωτέρους, στὸ χῶρο τῆς Κ. ∆ιαθήκης.
Ὑπάρχει ὅµως καὶ ἡ συγκεκριµένη σηµασία, ποὺ ἔλαβε ὁ Ὅρος στὴ γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων, στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας µας «αἱρετικὸς» σηµαίνει: διαστρεβλωτὴς τῆς πίστεως, τῆς ἀποκεκαλυµµένης Ἀληθείας, τοῦ θεόθεν δεδοµένου τρόπου σωτηρίας. Αἵρεση δέ, εἶναι ἀλλοτριωµένη ἐκδοχὴ τοῦ Προσώπου τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ δὲν µπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία, στὴ θέωση, τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ λυτρώσει ἀπὸ τὸ κακὸ τὸν κόσµο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Χαλκηδόνι ∆´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου (451), ποὺ τιµᾶ τὴν προσεχῆ Κυριακὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία σ᾽ ὅλο τὸν κόσµο, αὐτὴ τὴ σηµασία τοῦ ὅρου ἐπιβάλλουν νὰ κρατήσουµε καὶ µεῖς στὶς παρακάτω σκέψεις.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, γνήσιοι θεολόγοι
Γιὰ νὰ κατανοήσουµε τὴν τραγικότητα, µέσα στὴν ὁποία ζοῦν καὶ κινοῦνται οἱ αἱρετικοί, πρέπει νὰ δοῦµε τὸ διαµετρικὰ ἀντίθετό τους µέγεθος, δηλαδὴ τοὺς ἁγίους Πατέρες, στὸ κύριο ἔργο τους, τὴν θεολογία. Βέβαια ὁ ἐγκλωβισµένος στὰ κοινωνιολογικὰ σχήµατα τῶν καιρῶν µας θὰ σπεύσει ἐδῶ νὰ διαµαρτυρηθεῖ, µὴ µπορώντας νὰ ἐννοήσει, ὅτι ὅλο τὸ ἔργο τῶν Πατέρων, σὲ κάθε ἐποχή, εἶναι θεολογία. Γιατί ἑνωµένοι µὲ τὸ Θεὸ ἀντιµετωπίζουν οἱ Πατέρες ὄχι µόνο τὰ προβλήµατα τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ζωῆς. Θεὸ - Ἀλήθεια προσφέρουν, ἀντιµετωπίζοντας κρίσεις δογµατικές, ἀλλὰ Θεὸ - Ἀλήθεια προσφέρουν ποιµαίνοντας τὰ πνευµατικά τους τέκνα καὶ ὁδηγώντας τα στὸ πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἁγιοπνευµατικὴ κοινωνία.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦν πάντα µὲ τὸν φωτισµὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Γίνονται πρῶτα δοχεῖα καὶ Ναοὶ τοῦ Πνεύµατος, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πνευµατικό τους ἀγώνα, καὶ καταξιώνονται νὰ γίνουν Πνευµατοκίνητοι, Θεοκίνητα στόµατα τοῦ Λόγου καὶ χεῖρες τοῦ Πνεύµατος. Ἡ θεολογία τους εἶναι, ἔτσι, ἔκφραση τῶν µυστικῶν ἐµπειριῶν τους. Ἐκφράζουν αὐτό, ποὺ τὸ Πνεῦµα ἀποκαλύπτει µέσα τους, σκορπίζουν γύρω τὸ φῶς Του.Λέγουν αὐτό, ποὺ βλέπουν, στὴ φωτισµένη καὶ θεοφόρο καρδιά τους. ∆ὲν εἶναι, λοιπόν, οἱ στοχαστὲς καὶ φιλόσοφοι τοῦ κόσµου, οἱ διανοητὲς - ὅπως λέµε. Ὁ στοχασµός µας δὲν µπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει Θεολογία. Μένει φιλοσοφία, µεταφυσική, ἀναζήτηση ἀνθρώπινη.
Ἡ Θεολογία τῶν Πατέρων εἶναι τὸ ἀποτέλεσµα τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος µέσα τους. Αὐτὸ ὁµολογεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους, ποὺ δίκαια πῆραν τὸ ὄνοµα τοῦ Θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός, νὰ φιλοσοφεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Θεό. ∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός. Αὐτὸ τὸ πρᾶγµα δὲν εἶναι τόσο φθηνὸ καὶ ταπεινό... ∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός, παρὰ µόνο τῶν δοκιµασµένων καὶ ὅσων ἔχουν προχωρήσει στὴ θεωρία (δηλαδὴ στὴ θέα τοῦ Θεοῦ) καὶ ποὺ προηγουµένως ἔχουν καθαρισθεῖ καὶ στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶµα, ἢ τουλάχιστον καθαρίζονται τώρα». Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν κάθε δικαίωµα νὰ λέγουν: «ἔδοξε τῷ Πνεύµατι τῷ Ἁγίῳ καὶ ἡµῖν» χωρὶς τὸν παραµικρὸ κίνδυνο νὰ κατηγορηθοῦν γιὰ ἔπαρση.
Ὅπως ἐντελῶς φυσικὰ καὶ ἀπροσποίητα διεκήρυξαν οἱ Ἁγιορεῖτες Ἡσυχαστὲς στὸν Τόµο τοῦ 1341: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθηµεν, ταῦτα παρὰ τῶν ἡµετέρων Πατέρων παρελάβοµεν, ταῦτα διὰ τῆς µικρᾶς ἐγνώκαµεν πείρας...». Ἡ ταπεινοφροσύνη τους φαίνεται στὸ «µικρᾶς»· εἶναι ὅµως ἀναγκασµένοι νὰ µιλήσουν καὶ γιὰ τὴν δική τους θεοπτικὴ ἐµπειρία.

Οἱ Αἱρετικοί, οἱ ἀθεράπευτοι «θεραπευτές»
Ἡ αἵρεση δὲν εἶναι ἁπλὰ λογικὸ λάθος, οὔτε οἱ αἱρετικοὶ ἁπλῶς ἀστοχοῦν στὴν εὕρεση τῆς ἀλήθειας. Στὴν περίπτωσή τους συµβαίνει κάτι βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Κατὰ τὸ γράµµα γνωρίζουν τὴν Γραφή, κατὰ τρόπο -πολλὲς φορὲς- ἐκπληκτικό. Τοὺς λείπει ὅµως κάτι οὐσιαστικὸ, καὶ ἡ ἔλλειψή του τοὺς διαφοροποιεῖ ριζικὰ ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Τοὺς λείπει ἡ ἁγιοπνευµατικὴ ἐµπειρία τῶν Πατέρων. Ὁ ἐσωτερικὸς φωτισµὸς τοῦ Πνεύµατος. Γιατί δὲν ἔχουν περάσει τὴν θεραπεία τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ ἠθικὰ νὰ εἶναι (ἐξωτερικὰ) ἀνεπίληπτοι. ∆ὲν ἔχουν ὅµως µέσα τους τὸ Πνεῦµα. ∆ὲν βλέπουν, λοιπόν, ὅσα βλέπουν ἐν Πνεύµατι οἱ Πατέρες. Μπορεῖ διανοητικὰ νὰ εἶναι ἐκπληκτικὰ ἀνεπτυγµένοι. Εἶναι πράγµατι γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ µεγάλοι αἱρετικοὶ ἐντυπωσιάζουν µὲ τὴν πολυγνωσία καὶ «σοφία» τους! Ἀκόµη καὶ σήµερα... ∆ὲν ἔχουν ὅµως καθαρὴ τὴν καρδιά, οὔτε ἔχουν µεταβληθεῖ σὲ ναοὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ αἵρεση προϋποθέτει κακὴ ἢ ἀνύπαρκτη θεραπεία. Γι’ αὐτὸ γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς ἡ Θεολογία εἶναι διανοητικὴ - ἐπιστηµονικὴ ὑπόθεση, λογικὸ καὶ συλλογιστικὸ παιχνίδι. Ἡ ἐµπειρία τῆς θεώσεως, ποὺ καταξιώνει τοὺς Πατέρες, εἶναι αὐτό, ποὺ τοὺς λείπει. Γι’ αὐτὸ ὁ αἱρετικὸς δὲν µπορεῖ νὰ διακρίνει στὸ κρίσιµο σηµεῖο τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Γιατί δὲν βλέπει µέσα του τὴν ἀλήθεια, δὲν τὴν γνωρίζει στὴν καρδιά του. ∆ὲν ἔχει τὸ ὄχηµα τῆς «νοερᾶς προσευχῆς» καὶ γι’ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν «δοξασµό», ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς «πάσης ἀληθείας» ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦµα.
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀποκαλύπτεται καὶ ἡ τραγικότητα ὅλων τῶν αἱρετικῶν, καὶ πρὸ πάντων τῶν αἱρεσιαρχῶν. Ἀφώτιστοι οἱ ἴδιοι, ζητοῦν νὰ φωτίσουν. Ἀθεράπευτοι οἱ ἴδιοι, ζητοῦν νὰ θεραπεύσουν. Ἄθεοι οἱ ἴδιοι (δηλαδὴ χωρὶς τὸν ἀληθινὸ Θεό), ζητοῦν νὰ θεολογήσουν. Θὰ µπορούσαµε νὰ παροµοιάσουµε τοὺς αἱρετικοὺς µὲ ψευτογιατροὺς καὶ τσαρλατάνους, ποὺ ἀπατοῦν. Ἀλλ’ εἶναι κάτι χειρότερο: εἶναι γιατροί, ποὺ προσφέρουν δολοφονικὴ θεραπεία, ποὺ σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο αἰώνια. Εἶναι φαρµακοποιοί, ποὺ κυκλοφοροῦν φάρµακα δηλητηριασµένα - ἀλλοιωµένα, ποὺ εἶναι ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν δηµόσια ὑγεία, καὶ ὄχι τὴν σωµατική, ἀλλὰ τὴν πνευµατικὴ καὶ αἰώνια.

Ἡ διαφορὰ στὰ πράγµατα
Ἀκολουθώντας τὴν πατερικὴ θεώρηση τῆς αἱρέσεως, µποροῦµε νὰ συνειδητοποιήσουµε τὴν φθοροποιὸ δύναµή της στὴν ἱερὴ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας µας. Μέσα στὴν ἄµβλυνση τῶν πνευµατικῶν µας αἰσθητηρίων, πολὺ συχνὰ τοποθετοῦµε τὴ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεων σὲ ἐπίπεδο λεκτικῶν ἢ τυπικῶν παραλλαγῶν. Αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἐλαχιστοποίηση τῆς διαφορᾶς καὶ στὴν ἐντύπωση, ὅτι ἡ διαφωνία εἶναι γιὰ ἀσήµαντα πράγµατα, ποὺ µποροῦν εὔκολα µὲ κάποια καλὴ διάθεση καὶ φραστικὴ βελτίωση νὰ θεραπευθοῦν. Αὐτὸ γίνεται στὸν οἰκουµενι(στι)κὸ διάλογο. Καὶ τοῦτο συµβαίνει, γιατί συνήθως νοοῦµε τοὺς ἑαυτούς µας ὡς Ὀρθοδόξους καὶ παραβάλλουµε τοὺς ἑτεροδόξους πρὸς τοὺς ἑαυτούς µας. ∆ὲν εἶναι περίεργο, λοιπόν, ὅτι διακρίνουµε περισσότερες ὁµοιότητες ἀπὸ διαφορές! Ἂν δοῦµε ὅµως τὶς αἱρέσεις ἀπὸ πλευρᾶς πραγµατικότητος πατερικῆς καὶ ἀντιπαραθέσουµε στὴν ἑτεροδοξία τῆς ἐποχῆς µας τοὺς Ἁγίους µας Πατέρες, τότε θὰ διαπιστώσουµε, ὅτι πρόκειται γιὰ διαφορὰ πραγµάτων καὶ ὄχι λέξεων. Πρόκειται γιὰ διαφορὰ πρωταρχικὰ θεραπευτικῆς µεθόδου. Ἡ πνευµατικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας γεννᾶ Ἁγίους Πατέρες, ἐνῷ ἡ «πνευµατικότητα» τῶν αἱρέσεων σπείρει τὸν ὄλεθρο. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες θὰ µένουν πάντα τὰ «πάγχρυσα στόµατα τοῦ Λόγου», ποὺ θὰ καλοῦν ὄχι µόνο τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἑτεροδόξους, ἀλλὰ καὶ µᾶς τοὺς κατ’ ὄνοµα µόνο ὀρθοδόξους, στὴν γνήσια ἐν Χριστῷ θεραπεία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασµὸ καὶ τὴν ἀληθινὴ Θεολογία.

Ορθόδοξος Τύπος, 17/7/2015

Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγουΤοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

 



Κριτική Θεώρησις της πορείας του Οικουμενικού διαλόγου
Σύνοδος 1895: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ∆ΙΑΛΟΓΟΥ
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς) διεῖδε τὴν κατάληξιν τῶν οἰκουμενιστικῶν σχέσεων. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε. τὸ 1961. Ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης ἐδήλωσε τὸ 1953: ἡ ἄνευ ὅρων συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς δογματικὰ συνέδρια δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν μεγάλων Πατέρων αὐτῆς.
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Εἰς τὴν Σχολὴν Γονέων Κατερίνης, τὴν 22αν Φεβρουαρίου 2016, ὡμίλησαν ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ ὁ Μοναχὸς π. Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης. Ὁ μὲν πρῶτος προέβη εἰς μίαν κριτικὴν θεώρησιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ ὁ π. Ἀρσένιος παρουσίασε προβλήματα τῆς ἑτοιμαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ βάσιν τὶς ἐπιστολὲς πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, τοῦ Ἁγίου Λεμεσοῦ καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Δ. Τσελεγγίδη. Εἰς τὴν συνέχειαν δημοσιεύεται τὸ κείμενον τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
1. Ἡ τραγῳδία τοῦ σχίσµατος (1054) καὶ ἡ ὀδυνηρὴ παράτασή της, ὡς καὶ οἱ καταθλιπτικὲς πολιτικὲς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, λειτούργησαν ὡς προϋπόθεση µιᾶς σειρᾶς διαλογικῶν προσπαθειῶν γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας, µὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν - σχισµατικῶν στὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα γιὰ τὴν σωτηρία τους: Μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα τὸ ἕνα καὶ ἀδιάτµητο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα, ὡς σῶµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν διαιρεῖται, ἀλλὰ -κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστοµο- «τὸ σεσηπὸς ἐκκόπτεται». Ὁ διάλογος ἀνήκει στὴν οὐσία τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισµοῦ, ἔχει δὲ εἰσαχθεῖ καὶ ἐξαγιασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ∆ηµιουργὸ στὸν ἀνθρώπινο βίο. «∆εῦτε διαλεχθῶµεν» λέγει ὁ Θεὸς (Ἡσ. 1, 18) στὸ πλάσµα Του. Ἡ λατρεία µας, ἄλλωστε, εἶναι ἕνας συνεχὴς διάλογος Πλάστου καὶ πλάσµατος γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ἡ «ἀτοµική» προσευχή. Τὴν ὁδὸ τοῦ διαλόγου µὲ τὰ ἀποσχιζόµενα ἀπὸ τὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ τέκνα της ἀκολουθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία.
Μετὰ τὸ µεγάλο σχίσµα (1054)καὶ ὥς τὸν 15ο αἰώνα ἔγιναν, µεταξὺ ∆υτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Χριστιανοσύνης - Ὀρθοδοξίας δηλαδὴ καὶ Παπισµοῦ - περισσότεροι ἀπὸ 11 διάλογοι, µὲ κορύφωση τὴν Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-39), ποὺ ἀπεδείχθη ψευδοσύνοδος - οὐνιτικὴ καὶ αἱρετικὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ τὴν ἀπέρριψε ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὁ Παπισµὸς προσπαθεῖ αἰῶνες τώρα νὰ τὴν ἐπιβάλει στὴν Ὀρθόδοξο Ἀνατολή.
Οἱ πρὸ τῆς ἁλώσεως (1453) ἑνωτικοὶ διάλογοι ἦσαν καταδικασµένοι σὲ ἀποτυχία ἀπὸ τὴν γένεσή τους, διότι κινητήρια δύναµή τους ἦταν ἡ πολιτικὴ στοχοθεσία τῆς διασώσεως τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους καὶ τῶν συνδεοµένων µὲ αὐτὸ ὑλικῶν συµφερόντων. Αὐτὸ - τηρουµένων τῶν ἀναλογιῶν - εἶναι εὐδιάκριτο καὶ στὶς σηµερινὲς οἰκουµενι(στι)κὲς σχέσεις, µὲ τὴ σχετικοποίηση τῆς Πίστεως καὶ τὴν «Χρήση» της ἀπὸ τοὺς διαλεγοµένους, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση «σκοπιµοτήτων κοσµικοῦ χαρακτῆρος, ἐπιβαλλοµένων ἀπὸ τὴν Νέα Παγκόσµια Τάξη (Νέα Ἐποχή - New Age), ποὺ τελικὰ κατευθύνει καὶ τοὺς διαχριστιανικοὺς καὶ τοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους πρὸς πραγµάτωση τῆς «Πανθρησκείας» καὶ τὴν ἐπίτευξη τῆς «Παγκοσµιοποίησης». 
2. Προσπάθειες διαχριστιανικοῦ διαλόγου ἔγιναν καὶ µετὰ τὴν ἅλωση (1453), στὴν διάρκεια τῆς δουλείας. Ἡ στάση τῆς Ὀρθοδοξίας, σ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς δουλείας (ὀθωµανοκρατίας καὶ λατινοκρατίας), ὑπαγορευόταν ἀπὸ τὴν Πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν (σώζουσα) Ἀλήθεια, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κατάσταση, ὅπως θέλουν οἱ «ἐπιφανεῖς» οἰκουµενιστές µας. Ἡ ὑπόδουλη Ρωµηοσύνη ἐγνώριζε τὴν ἀποχριστιανοποιηµένη «∆ύση» περισσότερο καὶ αὐθεντικότερα ἀπὸ ὅσο οἱ οὐνιτίζοντες ἡµέτεροι σήµερα, ποὺ οἱ ἀγαπολογικὲς σχέσεις ὁδηγοῦν σὲ συσκότιση τῆς συνειδήσεως καὶ συνεχεῖς ὑποχωρήσεις. Τὰ βασικὰ πορίσµατα τῆς ἔρευνας γιὰ τὴν στάση τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ µάλιστα τοῦ Οἰκουµενικοῦ µας Πατριαρχείου, κατὰ τὴν δουλεία, µποροῦν νὰ συνοψισθοῦν στὰ ἑξῆς:
α) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν 15ο ὥς τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα παρέµεινε ἀµετακίνητη στὴ στάση της ἀπέναντι στὸν δυτικὸ χριστιανισµό, τὸν Παπισµὸ καὶ τὸν Προτεσταντισµὸ (Λουθηριανισµό, Καλβινισµό, κ.λπ.) καὶ τὸν Ἀγγλικανισµό, ποὺ χαρακτηρίζονται σαφῶς ὡς αἱρέσεις καὶ ἀποσχίσεις ἀπὸ τὴ Μία Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία.
β) Ἐκφράζεται θετικὰ ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πίστη καὶ ἀποκρούονται οἱ πλάνες τῶν δυτικοχριστιανικῶν Ὁµάδων, διότι ἔχουν στερηθεῖ τὸν χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας.
γ) Παραµένει, ἔτσι, ἀκµαία ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, κατὰ τὴν ὁποία «ὁ µικρόν τι τούτων παραβαίνων ὡς σχισµατικὸς καὶ αἱρετικὸς κατακρίνεται καὶ ἀναθεµατίζεται καὶ ἀκοινώνητος παρὰ πᾶσι λογίζεται». ∆ὲν πρόκειται γιὰ ἀθεµελίωτη ἐχθρότητα, ἀλλὰ γιὰ ὁµολογία τῆς ἀληθείας. 
δ) Ὁµολογεῖται, ἐπίσης, χωρὶς περιστροφές, ὅτι «αὐτὴ µόνη ἡ τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων (πάλαι µὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωµαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώµην καλουµένων) Χριστιανῶν πίστις ἐστὶν ἀληθὴς µόνη ἀκραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπῶς, παραδεκτὴ βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως εἶναι ἡ ἀπόλυτος «ἑνότης τῆς πίστεως καὶ ἡ ὁµοφροσύνη στὴν πίστη τῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν Πατέρων, στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὶς Οἰκουµενικὲς Συνόδους, κατὰ τὴν σχετικὴ δήλωση τοῦ Ἁγίου Μάρκου: «Ἐν τοῖς θείοις δόγµασιν οὐδαµοῦ χώραν ἔχει ποτὲ ἡ οἰκονοµία ἢ συγκατάβασις».
στ) Ἡ στάση αὐτὴ κορυφώνεται µὲ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο τοῦ 1895, ἡ ὁποία ἀπήντησε στὸν Πάπα Λέοντα ΙΓ´ ποὺ ἐκάλεσε τοὺς Ὀρθοδόξους σὲ ἕνωση, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι «ἡ Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισµοῦ, ἑποµένως ἡ µία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, στύλος καὶ ἑδραίωµα τῆς ἀληθείας». Συνεπῶς, ἡ ἕνωση πρέπει νὰ γίνῃ «ἐν τῷ ἑνὶ κανόνι τῆς πίστεως καὶ ἐπὶ τοῦ θεµελίου τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατροπαραδότου διδασκαλίας». Εἰδικὰ ὁ Παπισµὸς χαρακτηρίζεται «Ἐκκλησία τῶν καινοτοµιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραµµάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς τε ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων», «Οὐδέποτε ἐθεωρήθη ὁ Ἐπίσκοπος Ρώµης ὡς ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ καὶ ἀλάνθαστος κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας». 
Σήµερα οἱ ὑψηλόβαθµοι Οἰκουµενιστὲς θεωροῦν τὸν Πάπα (καὶ ὡς αἱρετικὸν) κανονικὸ Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώµης, ποὺ χαρακτηρίζεται «ἀδελφὴ Ἐκκλησία», ὅπως δηλαδὴ τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα! 
3. Ἡ ἀταλάντευτη αὐτὴ στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιαστικῆς Ἡγεσίας ἀπέναντι στὴν ἑτερόδοξη ∆ύση ἄλλαξε ἐπίσηµα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἐπὶ πατριαρχίας Ἰωακεὶµ τοῦ Γ΄(†1912). Ἡ ἀσυνέχεια αὐτὴ γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ µόνο µὲ τὴν σύγκριση τῶν δογµατικοσυµβολικῶν κειµένων, ἀπὸ τὸ 1902 καὶ ἑξῆς, µὲ ἐκεῖνα τοῦ 19ου αἰώνα. 
Αὐτὸ ὅµως σηµαίνει, ὅτι ἐγκαινιάζεται στὸ ἐθναρχικὸ Κέντρο µία νέα στάση ἀπέναντι στὴν ἀποκρουόµενη ὣς τότε ∆ύση, κατὰ τὸ πνεῦµα τοῦ φιλοδυτικισµοῦ καὶ τῶν «οἰκουµενικῶν σχέσεων». Τὸ κύριο σηµεῖο ἀναφορᾶς δὲν θὰ εἶναι πλέον ἡ Ἀνατολή, ἀλλὰ ἡ ∆ύση, µὲ ὅ,τι αὐτὴ ἐκφράζει. Ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ ὁριοθετεῖται ἀπὸ τρία σπουδαῖα Κείµενα τοῦ Οἰκουµενικοῦ Θρόνου, τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶµ Γ΄ τὸ 1902, τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 καὶ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952. Ἡ πρώτη πραγµατοποιεῖ τὸ οἰκουµενιστικὸ ἄνοιγµα στὴν ∆υτικὴ Χριστιανοσύνη, ἐνῶ τὰ ἄλλα ἔχουν καθαρὰ προγραµµατικὸ χαρακτήρα, ἐγκαινιάζοντας καὶ προωθώντας τὴν πορεία πρὸς τὸν Οἰκουµενισµὸ µὲ τὴν «Οἰκουµενικὴ Κίνηση». Ἡ συµµετοχή µας σ’ αὐτὴν ὁδήγησε στὶς σηµερινὲς ἐλεγχόµενες ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Τὴν ἐπελθοῦσα ἀλλαγὴ µαρτυρεῖ ἡ χρησιµοποιούµενη γλώσσα. Οἱ «ἀναδενδράδες», ὅπως χαρακτηρίσθηκαν οἱ δυτικὲς χριστιανικὲς ὁµάδες τὸ 1902, γίνονται τὸ 1920 «Ἐκκλησίες», κάτι, βέβαια, ποὺ ἐπαινεῖται ἀπὸ τοὺς Οἰκουµενιστές, δικούς µας καὶ ξένους. Αὐτὸ ὅµως σηµαίνει προοδευτικὴ ἐξίσωση τῶν δυτικῶν Ὁµολογιῶν µὲ τὴν Μία Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία. Στὸ σηµεῖο αὐτὸ εἶναι περισσότερο εἰλικρινὴς ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, ὅταν τὸ 2008 ἀρνήθηκε στὸν Προτεσταντισµὸ τὸν χαρακτήρα τῆς «Ἐκκλησίας», τὴν Ὀρθοδοξία δὲ ἐχαρακτήρισε «ἐλλειµµατική», διότι δὲν ἀποδέχεται τὸ πρωτεῖο του. 
Μὲ τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο προσέφερε τὸν καταστατικὸ χάρτη γιὰ τὴν στάση, ποὺ ὄφειλε νὰ τηρήσει στὸ µέλλον ἡ ὀρθόδοξη παράταξη µέσα στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση. Ἂν ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1902 ἄνοιξε τὸν δρόµο γιὰ τὴν συµµετοχή µας στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση, τὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920 προετοίµασε τὴν εἴσοδό µας στὸ ΠΣΕ.
Κατὰ τὸν καθηγητὴ Χρῆστο Γιανναρᾶ, ἡ Ἐγκύκλιος «ὑποκαθιστᾶ ἢ ἀποσιωπᾶ τὴν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ὑπαρκτικοῦ µυστηρίου τῆς σωτηρίας, γιὰ χάρη τῆς κοινωνιστικῆς καὶ πιετιστικῆς ἀντίληψης ἑνὸς ἰδεολογικοῦ χριστιανισµοῦ, µιὰ καὶ σ’ αὐτὴ «δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπαινιγµὸς τῆς ἀλήθειας» (Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1997, σ. 196 ἑπ.).
Ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα Ἐγκύκλιος τοῦ 1952 λειτούργησε ὡς ὁλοκλήρωση καὶ ἐπισφράγιση τῆς προγραµµατισµένης αὐτῆς πορείας. Γι’ αὐτὸ µεγάλοι ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, ὅπως ὁ Ἰωάννης Καρµίρης καὶ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρὰ τὴν ἀφοσίωσή τους στὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο, δὲν παρέλειψαν νὰ ἐκφράσουν τὸν δισταγµό τους στὰ ἀνοίγµατα αὐτὰ καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις τους γιὰ τὶς µέσῳ αὐτῶν δροµολογηθεῖσες ἐξελίξεις.
Ὁ µὲν π. Φλωρόφσκυ τὸ 1961 ἀποµακρύνθηκε ἀπὸ τὸ ΠΣΕ, ὁ δὲ Ἰωάννης Καρµίρης (τὸ 1953) δηλώνει περίφροντις ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις: «Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀνεπιφύλακτος καὶ ἄνευ ὅρων συµµετοχὴ (τῆς Ὀρθοδοξίας) εἰς δογµατικὰ συνέδρια καὶ ἡ ὀργανικὴ σύνδεσις αὐτῆς µετὰ πολυαρίθµων ποικιλωνύµων Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν καὶ αἱρέσεων ἐπὶ βάσεως δογµατικῆς καὶ ἐκκλησιολογικῆς ἐν τῷ Παγκοσµίῳ Συµβουλίῳ τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐσήµαινε παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ ∆ιαγγέλµατος τοῦ 1920 χαραχθείσης γραµµῆς περὶ συνεργασίας αὐτῆς µόνον ἐν τοῖς ζητήµασιν τοῦ Πρακτικοῦ Χριστιανισµοῦ καὶ γενικῶς δὲν θὰ ἦτο σύµφωνος πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν µακραίωνα παράδοσιν αὐτῆς, ὡς καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ πρᾶξιν τῶν ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων καὶ τῶν µεγάλων Πατέρων αὐτῆς».
Στὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952 τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο λέγει, ὅτι «διὰ τῆς ἄχρι τοῦδε συµµετοχῆς της εἰς τὴν παγχριστιανικὴν Κίνησιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐζήτησε κυρίως, ἵνα γνωρίσῃ καὶ µεταδῷ τοῖς ἑτεροδόξοις τὸν πλοῦτον τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, καὶ τὴν θρησκευτικὴν ἅµα καὶ ἀσκητικὴν αὐτῆς πεῖραν, πληροφορηθῇ δὲ καὶ αὐτὴ τὰς νέας µεθόδους καὶ ἀντιλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ δράσεως αὐτῶν». Φοβούµενος ὅµως τὴν σχετικοποίηση τῆς πίστεως, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη ὁ Ἰωάννης Καρµίρης νὰ ὑπογραµµίσει: «Ἡ συµµετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων… καὶ ἡ συνεργασία…ἔχει τὴν ἔννοιαν κοινωνίας ἀγάπης καὶ οὐχὶ κοινωνίας ἐν τῇ δογµατικῇ διδασκαλίᾳ καὶ τοῖς µυστηρίοις».
4. Τοὺς ἀληθινοὺς στόχους ὅµως τοῦ διαχριστιανικοῦ Οἰκουµενισµοῦ δὲν διστάζουν νὰ ὁµολογοῦν διακεκριµένοι Ἱεράρχες τοῦ Οἰκουµενικοῦ Θρόνου, ὅπως ὁ Θυατείρων Γερµανὸς (Στρηνόπουλος), ἀναφερόµενος διὰ µακρῶν στὸ ∆ιάγγελµα τοῦ 1920, τὸ ὁποῖο καὶ συνέταξε µαζὶ µὲ ἄλλους καθηγητὲς τῆς Θεολ. Σχολῆς τῆς Χάλκης. «Εἶναι ἀνάγκη, εἶπε, νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ Ἐκκλησίες ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑνότητα, ὑπὸ τὴν στενή τῆς λέξεως ἔννοια…, ὑπάρχει καὶ µία ἄλλη, πιὸ περιεκτικὴ ἔννοια τῆς ἑνότητος, κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι ὅσοι παραδέχονται τὴν θεµελιώδη διδασκαλία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ, καὶ ἀποδέχονται Αὐτὸν ὡς Σωτῆρα καὶ Κύριο, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωροῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ὡς µέλη τοῦ ἰδίου σώµατος καὶ ὄχι ὡς ξένους». «Χωρὶς νὰ εἰσχωρήσουµε στὴν ἐξέταση τῶν δογµατικῶν διαφορῶν, ποὺ χωρίζουν τὶς Ἐκκλησίες», πρόσθεσε ὁ Θυατείρων, «πρέπει νὰ καλλιεργήσουµε αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἰδέα τῆς εὐρυτέρας ἑνότητος…». Εἶναι φανερὴ ἐδῶ ἡ θεωρία περὶ «διευρυµένης Ἐκκλησίας», ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν περιθωριοποίηση τῆς πίστεως καὶ τοῦ σωτηριολογικοῦ χαρακτήρα τοῦ δόγµατος, σ’ ἀντίθεση µὲ τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ὅλων τῶν αἰώνων. 
Καθαρότερα ὅµως τὸν σκοπὸ τῆς Οἰκουµενικῆς Κινήσεως ἔδωσε ὁ ἐπίσης διακεκριµένος Ἱεράρχης τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐκ τῶν πρωτεργατῶν της, πρώην Ἀµερικῆς Ἰάκωβος σὲ συνέντευξή του τὸ 1999 στὸ περιοδικὸ ΝΕΜΕΣΙΣ: «Πρῶτον µὲ ἐπίκραναν οἱ πόλεµοι καὶ δεύτερον ἡ σχετικὴ ἀποτυχία τοῦ Οἰκουµενικοῦ ∆ιαλόγου, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπε στὴν ἕνωση ἢ τὴν προσέγγιση τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ κατόπιν γενικότερα ὅλων τῶν θρησκειῶν». Εἶναι µιὰ ἔντιµη ὁµολογία γιὰ τὶς ἐπιδιώξεις τῆς Οἰκουµενικῆς Κινήσεως καὶ τὴν διασύνδεσή της µὲ τὸν πανθρησκειακὸ ∆ιάλογο, ἀλλὰ καὶ τὶς στοχοθεσίες τῆς Νέας Ἐποχῆς, γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς Πανθρησκείας.
Ὑπεύθυνη ὅµως καὶ ἀντικειµενικὴ κριτικὴ στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση ἔχει ἀσκήσει ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τὸν Οἰκουµενισµὸ µὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «Ὁ Οἰκουµενισµὸς εἶναι κοινὸν ὄνοµα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς ∆υτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν Οὑµανισµῶν µὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Παπισµόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστιανισµοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ µία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸν ὄνοµά των εἶναι ἡ παναίρεσις». Καὶ διερωτᾶται: «Ἦτο ἆραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶµα καὶ ὀργανισµὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθῆ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ἀκόµη καὶ Ἱεράρχαι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν ὀργανικὴν µετοχὴν καὶ συµπερίληψιν εἰς τὸ ΠΣΕ; Ἀλοίµονον, ἀνήκουστος προδοσία».
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος µπόρεσε νὰ διίδει τὴν κατάληξη τῶν οἰκουµενιστικῶν σχέσεων, ποὺ κορυφώθηκαν στὶς ἀποφάσεις τοῦ Balamand (1993) (=κατάφαση τῆς παπικῆς αἱρέσεως ὡς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Οὐνίας, ποὺ συµµετέχει ἐπίσηµα στὸν ∆ιάλογο) καὶ τοῦ Porto Allegre (2005) (= ἀποδοχὴ τῆς προτεσταντικῆς Ἐκκλησιολογίας), ἀλλὰ καὶ στὴν καταξίωση de facto τῆς «βαπτισµατικῆς Θεολογίας», «τῆς κοινῆς διακονίας» χωρὶς ἑνότητα πίστεως, τῆς «διευρυµένης Ἐκκλησίας» καὶ τοῦ «πολιτιστικοῦ πλουραλισµοῦ».
Ὁ Οἰκουµενισµὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχές του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχµαλωσία τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων σχεδὸν τῶν τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυµασµὸς τῶν Οἰκουµενιστῶν µας «γιὰ µιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο µὲ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται», διότι «αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νοµιµοποιήσουµε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα τοῦ Παπισµοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισµοῦ». Αὐτὸ εἶναι τὸ κατασταλαγµένο συµπέρασµα τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τὸ ὁποῖο ἀδίστακτα προσυπογράφω.
5. Εἶναι, λοιπόν, φανερό, ὅτι ὁ Οἰκουµενισµὸς ἀποδείχθηκε πλέον ὡς ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση, ὡς ἕνας «δαιµονικὸς συγκρητισµός», ποὺ ἐπιδιώκει µία ὁµοσπονδιακὴ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας µὲ τὴν δυτικὴ αἱρετικὴ πανσπερµία. Ἔτσι ὅµως, ἡ ὀρθοδοξία δὲν ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν µὴ ὀρθόδοξο κόσµο, διότι ἔχει ἐγκλωβισθεῖ αὐτή, στὰ πρόσωπα τῶν κατὰ τόπους Ἡγεσιῶν της, στὶς παγίδες τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, ποὺ κατεργάζονται τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀλλοτρίωσή της.
Ἀντὶ λοιπόν, ἡ ἐκκλησιαστικὴ Ἡγεσία µας, νὰ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγµα τῶν Ἁγίων µας Πατέρων στὴ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τῆς µόνης δυνατότητος σωτηρίας ἀνθρώπου καὶ κοινωνίας, πράττει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: συµφύροντας τὴν Ὀρθοδοξία µὲ τὴν αἵρεση, στὰ ὅρια τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, καὶ οὐσιαστικὰ καταξιώνοντας τὴν αἱρετικὴ πλάνη, ἐπιφέρει τὴν ἄµβλυνση τῶν κριτηρίων τοῦ ὀρθοδόξου πληρώµατος καὶ στερεῖ καὶ αὐτὸ καὶ τὸν κόσµο ἀπὸ τὴν δυνατότητα σωτηρίας.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπορρίπτονται οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ἡ διδασκαλία τους, µὲ τὴν ἀνατροπὴ τῆς πίστεως καὶ πράξεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἡ «µεταπατερικότητα», δηλαδή, εἶναι στὴν οὐσία της ἀντιπατερικότητα, διότι ἡ προτεσταντίζουσα αὐτὴ κίνηση ἀποδυναµώνει τὴν πατερικὴ παράδοση, χωρὶς τὴν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία παραµένει ἀθωράκιστη στὴν δίνη τοῦ Οἰκουµενισµοῦ καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν σχεδίων τῆς Νέας Ἐποχῆς. Καὶ γιὰ νὰ παραφράσουµε τὸν Ντοστογιέφσκυ: «Χωρὶς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται»! Κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὅµως τὸν Παλαµᾶ, «τοῦτό ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ µὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀµφισβητεῖν».
 
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ
4 Μαρτίου 2016
Αρ. φύλλου 2107