Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός (1900 – 13 Μαΐου 1984)


Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός

Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός

Γεννήθηκε ο μακάριος αυτός μοναχός, ο κατά κόσμον Χριστόδουλος Νικολάου Κωστάκης, στον Σοχό Θεσσαλονίκης το 1900. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1930 και ζούσε στο εργατόσπιτο του Κουτλουμουσιανού Κελλιού των Αγίων Αποστόλων (Αλυπίου) πολύ φτωχικά. Μοναχός εκάρη το 1932. Εργόχειρό του είχε το να βάφει ρούχα. Τις βαφές τις έφτιαχνε μόνος του από ρίζες δένδρων. Η πενία του ήταν αξιοθαύμαστη. Το συνηθισμένο φαγητό του ήταν παξιμάδι και νερό. Αν πήγαινε σε καμιά γειτονική πανήγυρη, έτρωγε κάτι μαγειρεμένο. Τα ρούχα του ήταν πολύ φτωχικά και τα σκεπάσματά του παλιά τσουβάλια. Άνοιγε μια τρύπα στα τσουβάλια, φορούσε τέσσερα-πέντε από αυτά κι έτσι περνούσε τους χειμώνες. Ήταν ήσυχος και καλός, όπως διηγείται ο Γέροντας Ιωακείμ († 1988).

Κελλιά των Καρυών (φωτ.1918)

Κελλιά των Καρυών (φωτ.1918)

Όπως γράφει ο ιερομόναχος Αναστάσιος Κουτλουμουσιανός: «Όλα του τα χρόνια στη διακονία των ασθενών και των γερόντων. Πέρασε άσημος και έγκλειστος τουλάχιστον είκοσι χρόνια στο Κελλί του. Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Ευχαριστούσε τον Θεό και παρακαλούσε να τον σώση δωρεάν, γιατί, τι μπορούσε να κάνει που να είναι ισάξιο της δωρεάς του Θεού; Είχε καλό θάνατο· εξομολογήθηκε στον Γέροντα, Χριστόδουλο, κοινώνησε και έφυγε πλήρης ημερών για τον ουρανό, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Όταν τον κατέβαζαν στον τάφο, ήταν σαν να ’βλεπες ένα μικρό παιδάκι στην κούνια του. Αλήθεια!».

Καρυές

Καρυές

Ήταν 14.3.1984. Λόγω της μακάριας απλότητός του δικαιολογούνται κάποιες αφέλειές του, που ίσως ενοχλούσαν ορισμένους αδελφούς.

Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίων Αποστόλων

Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίων Αποστόλων

Πηγές – Βιβλιογραφία:
Μωυσέως Αγιορείτου μονάχου, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 97. Αναστασίου ιερομ., Αθωνικά δίπτυχα, Άγιον Όρος 2000, σ. 52.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1095-1096.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Νικήτας Καρυώτης (1902 – 20 Μαΐου 1971)


20160322151336311_0001

Μοναχός Νικήτας Καρυώτης, γνήσιος βιαστής της επουράνιας Βασιλείας.

Ο κατά κόσμον Ευστράτιος Γεωργιάδης του Σταύρου και της Ελισάβετ γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας το 1902. Το 1923 ήλθε στο Διονυσιάτικο Κελλί του Αγίου Νικολάου των Καρύων. Εκάρη μοναχός το 1925. Έμαθε την τέχνη του οδοντοτεχνίτη κοντά στον οδοντίατρο Γέροντα Παΐσιο. Κατόπιν, κάνοντας υπακοή, πήγε στον κόσμο για να τελειοποιήσει τις γνώσεις του. Επί σαράντα περίπου χρόνια εξυπηρέτησε τους πατέρες του Άγιου Όρους, που τότε δεν έβγαιναν εύκολα έξω. Διακρινόταν για την ελεημοσύνη του. Μετά την κοίμησή του, πολλοί ελεημένοι από αυτόν, μοναχοί και λαϊκοί, μίλησαν με κατάνυξη για την κρυφή αυτή του τέχνη.

Κατά την εκταφή των λειψάνων του, όπως αναφέρει ο σημερινός Γέροντας του Κελλιού παπα-Αρτέμιος, η κάρα του ευωδίαζε. «Όλοι μας όσοι βρεθήκαμε τις στιγμές εκείνες εκεί, νιώσαμε μεγάλο δέος και μεγάλη συγκίνηση. Μάλιστα ο Γέροντας Αρτέμιος από τη Μεγίστη Λαύρα, ο οποίος είχε το διακόνημα αυτό στις ανακομιδές κι έβγαζε και φρόντιζε τα λείψανα των πατέρων, είπε: “Πατέρες εγώ πρώτη φορά έχω ξεθάψει τέτοιο λείψανο! Εξήντα χρόνια στο Άγιον Όρος… Δόξα τω Θεώ”. Πέρασαν, περνούν και θα περνούν πολλοί ευλογημένοι πατέρες από το Όρος. Γνήσιοι βιασταί της επουρανίου Βασιλείας…».

Εμείς γνωρίσαμε τον διάδοχο του Γέροντος Νικήτα, τον Γέροντα Αρσένιο. Μάλιστα δεχθήκαμε και την οδοντιατρική φροντίδα του, πριν τριάντα χρόνια, με τον ποδοκίνητο, σκουριασμένο τροχό του και το μπλέ οινόπνευμα για απολύμανση (γαργάρα). Πάντως το σφράγισμα μέχρι σήμερα είναι καλό. Όταν τον ρώτησα αν σπούδασε οδοντιατρική, μου απάντησε κοφτά: «Όχι. Έμαθα από τον Γέροντά μου». «Κι εκείνος;» ρώτησα. «Έμαθε από τον Γέροντά του»!

Ο Γέροντας Νικήτας είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στον άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό, τον προστάτη του Κελλιού τους. Τον είχε παρακαλέσει να φύγει από την παρούσα ζωή σε μία από τις μνήμες του. Ο άγιος τον άκουσε. Τον πήρε στη μνήμη της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του, στις 20.5.1970.

Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 839-840

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός (1856 – 15 Μαΐου 1916)


Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός, όπου κι αν πέρασε άφησε την αρετή του.

Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός, όπου κι αν πέρασε άφησε την αρετή του.

Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Ζαχαριάδης γεννήθηκε το 1856 στη Βλάστη Σισανίου, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Δεκάχρονος μετέβη στη μονή Παναγίας της Κλεισούρας, πλησίον μίας θείας του μοναχής, επί τριετία. Κατόπιν ήλθε στο Άγιον Όρος, όπου εργαζόταν ο πατέρας του. Έμεινε για ένα διάστημα στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Άγιου Νικολάου-Χαλκιά παρά τις Καρυές, και άλλου, μαθαίνοντας ραπτική και κάνοντας τον εργάτη. Λόγω όμως του ζωηρού του χαρακτήρα δεν τον κρατούσαν για πολύ πουθενά. Το 1876 προσήλθε στη μονή Ξηροποτάμου παρά τον Γέροντα Λεόντιο. Πλησίον όμως του Γέροντος Ιακώβου του Πελοποννησίου στη μονή Βατοπεδίου «μετέβαλε τον ατίθασον χαρακτήρα αυτού επιδειξάμενος έκτοτε διαγωγήν αρίστην, επιμέλειαν περί τα μαθήματα λιπαράν, σωφροσύνην, ταπεινοφροσύνην, σύνεσιν και εγκράτειαν γλώσσης, και εν γένει βίον οσίου ανδρός, αρετάς, αίτινες περιεκόσμουν αυτόν μέχρι του θανάτου αυτού». Εκάρη μοναχός στη μονή Βατοπεδίου το έτος 1879.

Ο Γέροντάς του Ιάκωβος τον προετοίμασε στη σχολή της μονής, τον έστειλε στην Αθωνιάδα, τον έκειρε μοναχό με το όνομα Κυριάκος και κατόπιν τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Κατά την παραμονή του στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές, τα έξοδά του κέρδιζε ψάλλοντας σε διάφορους ναούς. Αποφοίτησε της Θεολογικής Σχολής. Ήταν εγκρατής της εκκλησιαστικής μουσικής κι εξέδωκε περί αυτής τρίτομο έργο. Στη Θεσσαλονίκη διετέλεσε καθηγητής θεολόγος και ιεροκήρυκας.

Ιερά Μονή Ξυροποτάμου (φωτ. π. 1890)

Ιερά Μονή Ξυροποτάμου (φωτ. π. 1890)

Το 1903 ανέλαβε Σχολάρχης της Αθωνιάδος, θέση που διατήρησε έως το 1907. Το 1904 συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της μονής Ξηροποτάμου, στην οποία διακόνησε ως δάσκαλος, γραμματεύς, βιβλιοθηκάριος, προϊστάμενος (από το 1910) και αντιπρόσωπος. Το 1911 διορίσθηκε Γενικός Επίτροπος του Αγίου Όρους στην Κωνσταντινούπολη έως το 1914. Τη μονή του αγάπησε θερμά και προσέφερε σε αυτή πολύτιμα δώρα και περίπου 600 βιβλία. Έγραψε βιβλία και άρθρα ιστορικά και πνευματικά. Λίγο πριν από την εκδημία του εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός με τ’ όνομα Κάνδιδος, εις τιμή του ομωνύμου μάρτυρος, ενός από τους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, στη μνήμη των οποίων τιμάται το Καθολικό της μονής.

Ανεπαύθη εν Κυρίω σε ηλικία 60 ετών στις 15.5.1916 από καρκίνο, που είχε στο αυτί του. Κατά τους συγχρόνους του άφησε μνήμη αγαθού και ενάρετου μοναχού παντού όπου πήγε κι έζησε. Διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση οποίο καθήκον του ανατέθηκε. Τις θυσίες, τις προσφορές, τους κόπους και τους μόχθους του ασφαλώς τους μέτρησε ο Πανάγαθος Θεός και τους αντάμειψε στα αιώνια ουράνια σκηνώματα.

Πήγες – Βιβλιογραφία

Χριστοφόρου Κτένα αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αύτη διδάξαντες από του 1845-1916, Αθήναι. 1930, σσ. 106-110. Ευδοκίμου Ξηροποταμηνού Προηγουμένου, Η εν Άγίω Όρει Άθω Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Σεβασμία Μονή του Ξηροποτάμου, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 161.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 127-128.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Γερμανός Βατοπαιδινός (1862 – 18 Μαΐου 1932)


Ιερά Μονή Βατοπαιδίου (φωτ. 1870)

Ιερά Μονή Βατοπαιδίου (φωτ. 1870)

Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Γεώργιος Θεοδώρου, στο χωριό Σκουπιά της Αλώνης των Πριγκιποννήσων το 1862. Ήταν κατά σάρκα αδελφός του Γέροντος Αρκαδίου Βατοπεδινού († 1934) και θείος εξ αδελφής των μοναχών Παντελεήμονος και Νικοδήμου. Στη μονή Βατοπεδίου προσήλθε το έτος 1879. Εκάρη μοναχός το 1883. Ήταν απόφοιτος της Εκκλησιαστικής Σχολής της Οδησσού. Στο Άγιον Όρος ήλθε για προσκύνημα και για να συναντήσει τον συγχωριανό του Γέροντα Παΐσιο Βατοπεδινό, χωρίς να έχει σκοπό να μείνει στη μονή, αλλά να επιστρέψει στην Οδησσό και να έχει εκκλησιαστική σταδιοδρομία στον κόσμο. Η Παναγία όμως τον βάστηξε μόνιμα στο Περιβόλι της.

Το 1884 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1898 πρεσβύτερος και προχειρίσθηκε, προηγούμενος και προϊστάμενος της Γεροντικής Συνάξεως. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιοτέρων Βατοπεδινών πατέρων και συγγενών του, από τον καιρό που εκάρη μοναχός και έως της κοιμήσεώς του ουδέποτε εξήλθε στον κόσμο. Υπήρξε άριστος ιεροψάλτης και συνθέτης βυζαντινών μελών. Στην πλούσια βιβλιοθήκη της μονής του σώζονται αρκετά χειρόγραφά του βυζαντινής μουσικής.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.5.1932.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Βιογραφικά στοιχεία μας έδωσε ο μοναχός Ιωσήφ Βατοπεδινός, τον οποίο ευχαριστούμε.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 253

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης (1896 – 14 Μαΐου 1999) 14 Μαΐου 2016


Monahos Isihios Grigoriatis_01

Ο μοναχός Ησύχιος σε νεαρή ηλικία

Ο υπεραιωνόβιος Γερο-Ήσύχιος γεννήθηκε στο χωριό Σαπρίκι Μεσσηνίας το 1896. Ο ολιγογράμματος πατέρας του, ένας φτωχός γεωργός, τον δίδαξε τον πλούτο της αμόλευτης ευσέβειας. Έκανε στρατιώτης επί μία εξαετία και υπέστη πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες.

Iera Moni Grigoriou

Ιερά μονή Γρηγορίου (ξυλογραφία Ράλλη Κοψίδη)

Το 1924 εισέρχεται τις πύλες της μονής Γρηγορίου. Μετά τριετία κείρεται μοναχός από τον ενάρετο ηγούμενο Αθανάσιο († 1953). Διακόνησε τη μονή του πρόθυμα ως μετοχιάρης, αμπελικός, κονακτσής και κηπουρός. Πάντοτε διακονητής, φιλότιμος και μοναχός βιαστής. Για ένα διάστημα έκανε και προϊστάμενος της μονής του.

Βίωσε το «λάθε βιώσας» και την «ένδοξη αδοξία», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Τους λόγους του Γέροντά του Αθανασίου διατηρούσε στην καρδιά του ακέραιους ως τα βαθιά του γεράματα. Δεν ήθελε να διακρίνεται, να ξεχωρίζει, να εξαιρείται. Ήταν ένας τέλειος κοινοβιάτης. Έτσι τον γνωρίσαμε. Μας μίλαγε απλά, φυσικά, ταπεινά, αφτιασίδωτα, εγκάρδια και γι’ αυτό τόσο ωραία, καθώς προσπαθούσαμε μ ένα παλιοκασετόφωνο να καταγράψουμε κάτι από τη μακρά εμπειρία του.

Στις παγκοινιές έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, που τη λάτρευε. Δεν ήθελε, έλεγε, να τρώει δωρεάν το ψωμί του. Υπέργηρος ήταν κι αφού δεν μπορούσε να εργασθεί στους κήπους, που τόσο αγαπούσε, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του. Δεν έμενε ποτέ αργός. Χαιρόταν να εξυπηρετεί, να διακονεί με κάθε τρόπο τους αγαπητούς πατέρες και άδελφούς του. Τα γεράματα δεν τον έκαναν να μην είναι πρώτος στην ακολουθία και την πιο πολλή ώρα να στέκεται όρθιος.

Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης, ο βαθύτατης ταπεινοφροσύνης Γέροντας.

Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης, ο βαθύτατης ταπεινοφροσύνης Γέροντας.

Έζησε 76 χρόνια στη μονή με πέντε ηγουμένους. Και στους πέντε έκανε την ίδια υπακοή. Μόνο γι’ αυτό είναι σπουδαίος. Μετά από 50 έτη μοναχικής ζωής, υπακούοντας βγήκε στον κόσμο για μία απαραίτητη εγχείρηση. Η πρόοδος της τεχνολογίας του έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα παρατηρούσε όλα σαν μικρό παιδί. Παρά τις συστάσεις των ιατρών δεν μπορούσε να μη μένει όρθιος στο ναό και στο κελλί του. Από την πολύχρονη ορθοστασία είχαν ανοίξει πληγές τα πόδια του. Με πληγιασμένα πόδια έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας όρθιος στο κελλί του. Δεν κατέκρινε ποτέ. Αν η συζήτηση ξέφευγε σε κρίσεις άλλων, μονολογούσε χαμηλόφωνα: «Αλίμονο τα χάλια μου». Ήταν ένας βιαστής μοναχός. Τα λίγα γράμματα που ήξερε τα χρησιμοποίησε μόνο για το καλό.

Βοηθούσε τον κόσμο με την προσευχή του. Μερικές φορές έστελνε και σύντομες συμβουλευτικές επιστολές. Η δική του βοήθεια ήταν από τον Χριστό και την Παναγία και τους προστάτες της μονής Νικόλαο, Γρηγόριο και Αναστασία, που πολλές φορές τον συνέδραμαν. Τα γεράματά του ήταν με πυκνές ασθένειες, τις οποίες υπόμενε αγόγγυστα.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 14.5.1999. Ο ηγούμενος της μονής αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει περί αυτού: «Καρπός της βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης του ήτο η διαρκής αυτομεμψία του, η τελεία πτωχεία του, η κατανυκτική κατάστασις της ψυχής του. Ηγάπησε τον Θεόν περισσότερον από τον εαυτόν του και δι’ αυτό εβίαζε το σώμα του εις ορθοστασίας και αγρυπνίας, καίτοι έπασχεν από δυνατούς πόνους εις τους πόδας του. Ήτο φιλάδελφος και φιλάνθρωπος. Προσηύχετο υπέρ όλου του κόσμου. Εις όσους του εζήτουν συμβουλήν, έλεγε με διάκρισιν λόγους πνευματικούς και παρακλητικούς και αρμόζοντας διά την περίπτωσιν εκάστου. Διά τον πολύν, διαρκή και συνεπή του αγώνα πιστεύω ότι ο Κύριος τον εχαρίτωσε και με υπερφυή χαρίσματα, ως το της προοράσεως και της θεοπτίας, καθώς έχομεν αρκετάς ενδείξεις…».

Πηγές – Βιβλιογραφία

Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Ανωνύμου Γρηγοριάτου μοναχού, Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 24/1999, σσ. 93-106.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1477-1481

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης (1913 – 17 Μαΐου 1998) 17 Μαΐου 2016

Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου)

Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου)

Τά προσυπέγραφα άνετα τα παρακάτω λόγια του αγαπητού ιερομονάχου Ιωαννικίου Κοτσώνη για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα, τον οποίο γνωρίσαμε από κοντά, όπως ακριβώς τον περιγράφει: «Ο παπα-Νικάνωρ υπήρξε η δεσπόζουσα των τελευταίων ετών μορφή στα Καυσοκαλύβια. Τον ενθυμούμαι με ευγνωμοσύνη για την αγάπη και τη φιλοξενία του. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος και εικών Αγιορείτου ασκητού. Μακρυγένης, υψηλός, άδολος στην ομιλία, στη συμπεριφορά, παιδική καρδιά, εργατικός (ησχολείτο με την κατασκευή μάλλινων φανελλών). Πρόσχαρος, προσηνής κι ομιλητικός, σαν Μωραΐτης που ήταν στην καταγωγή. Προπάντων όμως διεκρίνετο για την αγάπη του προς τη θεία Λατρεία. Υπήρξε φιλακόλουθος και ευλαβής λειτουργός του Κυρίου. Έτρεχε σε όλα τα Καλύβια να λειτουργήσει, να εξυπηρετήσει τους Πατέρες και, στο τέλος, άφησε την τελευταία του πνοή, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας».

Ο Γέροντας Νικάνωρ ο Καυσοκαλυβίτης

Ο Γέροντας Νικάνωρ ο Καυσοκαλυβίτης

Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Νικόλαος Μανέτας, στο χωριό Λεόντιο Πατρών το 1913. Το 1929 ήλθε στην Καλύβη της Αγίας Άννης στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το 1930 εκάρη μοναχός. Το 1937 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Ο υποτακτικός του και διάδοχός του Παύλος λέγει πως είχε αγαθότητα, φιλοξενία, πραότητα, ευγένεια, ελεημοσύνη. «Βοηθούσε με ό,τι υλική βοήθεια μπορούσε, αλλά και πνευματικά με λειτουργίες, με τα κομποσχοίνια τους μνημόνευε, χωρίς να κουράζεται καθόλου, προσφέροντας στους πονεμένους συνανθρώπους του ψυχική γαλήνη και ανακούφιση. Ουδέποτε είπε ότι “κάτι είμαι”. Έλεγε: “ένα τίποτα είμαι. Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου είμαι”. Καμιά φορά δεν είπε ότι “έχω αρετή εγώ. Τίποτα μή με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω τίποτα, είμαι αγράμματος”. Πάντοτε αυτά μας έλεγε. Και στους λαϊκούς, πάντοτε, τα ίδια έλεγε, αν και αυτοί τον θαυμάζανε για όλες του τις αρετές, που αυτός προσπαθούσε να τις κρύψει, χωρίς όμως να το καταφέρνει…».

Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Χαρίτωνος Καρουλιώτου)

Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Χαρίτωνος Καρουλιώτου)

Συνήθιζε να ταπεινώνεται, να βάζει πρώτος μετάνοια, ακόμη και στους μικρότερους και στους υποτακτικούς του. Συχνά έλεγε το «μετανοείτε». Τη μετάνοια κήρυττε συνέχεια, με λίγα και απλά λόγια. Δεν έλεγε γενικά πολλά λόγια. Απέφευγε συστηματικά τα παραπανίσια. Λειτουργούσε σχεδόν κάθε μέρα, όσο ήταν καλά. Η καθημερινή ακολουθία στην Καλύβη ήταν όπως στα μοναστήρια, 5-6 ώρες. Έκανε και πολλά σαρανταλείτουργα. Αν δεν λειτουργούσε στην Καλύβη τους, πήγαινε πρόσχαρα όπου τον καλούσαν. Κάνοντας σαρανταλείτουργο για ένα παιδί κωφάλαλο βρήκε θαυματουργικά τη φωνή του.

Geron Nikanor_04Στις ασθένειες ήταν πολύ υπομονετικός. Οι ασθένειες δεν τον λύγιζαν. Ανεπαύθη στις 17.5.1998. Την παραμονή πήγε ο παπάς και τον μετέλαβε. Του είπε τρεις φορές «ευχαριστώ». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μετά έπεσε σε κώμα και την άλλη ημέρα εκοιμήθη «τον ύπνο του δικαίου» ο Καυσοκαλυβίτης γεροπλάτανος. Στην εξόδιο ακολουθία του προέστη ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, που πολύ αλληλοεκτιμούνταν, γνωρίζονταν πενήντα χρόνια, καθώς και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του.

Έγραφε περί αυτού ο Αγιορείτης ωραιογράφος επίσκοπος: «Οσιακή μορφή· μέχρι τη ζώνη του η γενειάδα, εκφραστικά και βαθυστόχαστα τα μάτια του, βαρειά και ανδροπρεπής η άρθρωσις των λέξεων, απλοϊκή η διατύπωσις των σκέψεών του, μόνιμη η έκφρασις της χαράς στο πρόσωπό του. Ευγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θα λείψει λοιπόν απ’ τη Σκήτη και απ’ ανάμεσά μας η κυπαρισσένια του κορμοστασιά και η βιβλική του φυσιογνωμία, που κάλλιστα θα μπορούσε να παραβληθεί με τις πρωτατινές τοιχογραφίες των πινελιών του Πανσελήνου»…

Πηγές –  Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνου Ρώϊμπα, Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης (1929-1998), Άγιον Όρος 2002. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον ΆΘωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 395-398.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1445-14.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†) Ιερομόναχος Νικηφόρος Σιμωνοπετρίτης (1880 – 23 Μαΐου 1958) 23 Μαΐου 2016


Ieromonahos Nikiforos Simonopetritis

Ιερομόναχος Νικηφόρος Σιμωνοπετρίτης, «ακαταπαύστως προσηύχετο»

Ο κατά κόσμον Θεόδωρος Παντζαρέλας του Παναγιώτη και της Ευανθίας γεννήθηκε στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής το 1880. Προσήλθε προς μονασμό στο Κελλί του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, που βρίσκεται προς τον αρσανά της μονής Σίμωνος Πέτρας, το 1897. Το 1899 εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Νικηφόρος. Το 1905 προσήλθε και ο κατά σάρκα αδελφός του Αστέριος, που εκάρη μοναχός το 1908 και ονομάσθηκε Αρσένιος. Γέροντάς τους ήταν ο Μικρασιάτης Νικηφόρος (1868-1934), ο οποίος από τη μονή του Αγίου Μάρκου της Χίου πήγε στην Καλύβη της Αγίας Τριάδος της σκήτης της Αγίας Άννης και από εκεί στο Σιμωνοπετρίτικο Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Ο Γαλατσάνος Νικηφόρος το Σάββατο του Ακαθίστου του 1904 εκάρη μεγαλόσχημος και χειροτονήθηκε διάκονος από τον πρώην Καρπάθου Νείλο († 1917). Κατόπιν χειροτονήθηκε και ιερεύς. Ο ταπεινόφρων Νικηφόρος φοβόταν το μυστήριο της Ιερωσύνης, αλλά έκανε υπακοή στον Γέροντά του. Αναφέρει χαρακτηριστικά περί αυτού ο μετέπειτα ιερομόναχος Χρύσανθος Αγιαννανίτης († 1981): «Κατ’ εντολήν του Γέροντός του, ο Νικηφόρος εχειροτονήθη ιερεύς, αν και από ταπεινοφροσύνην δεν το ήθελε. Μετά την χειροτονίαν ήλθεν εις την Μονήν και έκλαιεν απαρηγόρητος διά το βαρύ φορτίον της Ιερωσύνης. Συντόμως όμως ετυφλώθη και έπαυσε να λειτουργεί. Ο τυφλός πλέον παπα-Νικηφόρος υπηρέτει εις το μαγειρείον και εις τας άλλας υπηρεσίας του Καθίσματος με μεγάλην προθυμίαν. Ειχεν τοιαύτην φλόγαν θείου έρωτος εις την καρδίαν του, όπου ακαταπαύστως προσηύχετο και, όταν ωμιλούσεν ενόμιζες ότι το στόμα του ήτο καμίνι. Αι δε ψυχωφελείς συμβουλαί του εισήρχοντο εις την καρδίαν του πολεμουμένου αδελφού, ο οποίος αμέσως ησύχαζεν. Όταν τον επλησίαζες, εντρέπεσο να σηκώσης τους οφθαλμούς σου να ιδής το πρόσωπόν του, διότι δεν είχε πρόσωπον σάρκινο, αλλά κέρινο δεικνύον την θείαν αλλοίωσιν, την οποίαν είχεν υποστή η ευλογημένη ψυχή του!».

Αναφέρεται ότι στο Κελλί αυτό κάποτε νύχτα πήγαν δύο ληστές να ληστέψουν. Ο Γέροντας τους είπε πως είναι φτωχοί και δεν έχουν τίποτε να τους πάρουν. Εκείνοι τους απειλούσαν με τα όπλα. Ο Γέροντας τους είπε να περιμένουν. Πήγε στο ναό και μετάλαβε από το άγιο αρτοφόριο. Βγήκε στους ληστές και τους είπε: «Τώρα κάντε με ό,τι θέλετε». Το πρόσωπό του όμως έλαμπε τόσο πολύ, που τρόμαξαν και μετανοημένοι αναχώρησαν.

Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 23.5.1958. Μετά πενθήμερο από της κοιμήσεώς του αναχώρησε ο αδελφός του Αρσένιος για τις Καρυές, όπου μετά ένα σαρανταήμερο αναπαύθηκε και αυτός.

Πήγες – Βιβλιογραφία

Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, 1956. Χρύσανθου Αγιαννανίτου Ιερομ., Παπα-Νικηφόρος, Η Αγία Σκέπη 111/1984, σ. 36. Αστεριού Καραμπατάκη, Γαλάτιστα, σελίδες από την ιστορία της, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 31-33.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 593-594