Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Μοναχός Νικόλαος Νεοσκητιώτης (1883 – 24 Δεκεμβρίου 1964)

Ιερά Νέα Σκήτη
Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Φώτιος Τριπίλας του Παναγιώτου, ο νέος αυτός πολύαθλος Ιώβ, στο χωριό Γκρέκα του νομού Ηλείας της Πελοποννήσου το 1883. Το 1910 ήλθε στην Καλύβη του Αγίου Νικολάου της Νέας Σκήτης, στην υπακοή του κατά σάρκα αδελφού του Γέροντος Χρυσοστόμου. Εκάρη μοναχός τω 1911. Επί δεκαετίες αγωνίσθηκε τα­πεινά υπομένοντας σκληρές δοκιμασίες, δαιμονικούς πειρασμούς, λογι­σμούς, δυσκολίες και προβλήματα.
Ηλικιωμένος αρρώστησε βαριά και υπέφερε δυνατούς πόνους. Τον φρόντιζε ο Γέροντάς του αλλά και άλλοι φιλάδελφοι συσκητιώτες του. Κατάκοιτος υπόμενε με αυταπάρνηση την ασθένεια, με ιώβεια υπομονή και καρτερία. Μάλιστα έπιασε το σώμα του σκουλήκια κι έτρωγαν τις σάρκες του. Για να τιμωρήσει περισσότερο τον εαυτό του, δεν έλεγε σε κανένα τίποτε. Κατάντησε να του φάνε τη μέση, την κοιλιά και τους μηρούς. Ήταν πολλά τα σκουλήκια και πονούσε δριμύτατα. Για την αγάπη του Χριστού υπόμεινε γενναία σκεπτόμενος την αιώνια κόλαση και την απαλλαγή του από τον ακοίμητο σκώληκα. Όταν κάποτε έγινε γνωστό το μαρτύριό του, όλοι θαύμασαν τη δύναμή του. Ήθελε ο τρι­σόλβιος να δοκιμάσει την αντοχή του στους πόνους κι έλεγε: «Ο δίκαιος εκείνος Ιώβ, που δεν είχε κάνει αμαρτίες, πώς ολόκληρα χρόνια έκανε υπομονή;». Δεν το είχε πει ούτε στον Γέροντά του, για να μη χάσει τον μισθό της δοκιμασίας του. Ο άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής, λέγει: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογγύστως ως μάρτυς παραληφθήσεται». Έλεγε ο ίδιος στον εαυτό του: «Αμαρτωλέ Νικόλαε, και άλλα σου χρειάζονται». Θησαυρό του θεωρούσε τα σκουλήκια. Από την ασθένεια έφθασε να είναι μόνο είκοσι περίπου κιλά. Συνεχώς έλεγε «Δόξα σοι ο Θεός!».
Αφού ο Χριστός παραχώρησε την ασθένεια, θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένος να την ανεχθεί ελπιδοφόρα. Δεν δέχθηκε να του καθαρίσουν τα σκουλήκια και επί μία τριετία παρέμεινε καρτερόψυχα στο κρεβάτι του πόνου. Λέγεται πως προ του τέλους του τον επισκέφθηκαν νεότεροι μοναχοί και τους είπε: «Δεν ελπίζω στις νηστείες μου, τις αγρυπνίες μου, τις μετάνοιές μου, τα κομποσχοίνια μου, παρά μόνο στο χυμένο επί σταυρού αίμα του Χριστού». Πριν παραδώσει την ψυχή του στα χέρια του Πλάστη του, με την ευχή του Ιησού στο στόμα του, είπε στους αδελφούς του: «Πατέρες και αδελφοί, συγχωρέσατέ μοι και ο Θεός να σας συγχωρέσει και να ελεήσει τον κόσμο του». Το πρόσωπό του κατά την εκδημία του έλαμψε. Ανεπαύθη στις 24.12.1964. Ο Γεννη­θείς Κύριος τον παρέλαβε κοντά του στην Ουράνια φάτνη προς αιώνια ανάπαυση.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντι­κό του Αγίου Όρους, τ. Β’, Αθήναι 1981, σσ. 86-87. Βενεδίκτου Αγιορείτου ιερομ., Προσκυνητάριον Ιεράς Νέας Σκήτης, Άγιον Όρος 2010, σ. 129.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.721-722 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Οι πνευματικοί συνοδοιπόροι του γέρ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

H μελέτη του π. Χαριλάου Παπαγεωργίου για τη θεολογία του Γέρ. Αιμιλιανού (προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=85257), εισέρχεται στην ενότητα των πνευματικών συναθλητών του.
Ε.  Οι πνευματικοί  συνοδοιπόροι  του  γέροντος  
Η πνευματική  σπορά  της φιλοκαλικής  αναγέννησης  των  Κολλυβάδων  και  του  αγίου Νεκταρίου – ως  ενδιάμεσου  κρίκου  με  το   νεοφιλοκαλικό  κίνημα –  καρποφορεί  στα  πρόσωπα  των συγχρόνων μας  γερόντων.  Με  τους  σημαντικότερους  εξ  αυτών ο  π. Αιμιλιανός  διατηρούσε  εμμέσως  η  αμέσως  μια  προσωπική  κοινωνία είτε  σε  επίπεδο  προσευχητικής  εμπειρίας  είτε  σε  επίπεδο  αδελφικής επικοινωνίας  οδεύοντας  σε  μια  κοινή  πορεία  μαζί  τους. Σύμφωνα με τις  μαρτυρίες των  πνευματικών  του  παιδιών[215]  σχετίζεται  με  σημαντικότατες  πνευματικές  φυσιογνωμίες  και   οσιακές  μορφές  των  ημερών του όπως οι πατέρες Αθανάσιος Χαμακιώτης, Δημήτριος Γκαγκαστάθης, Αμφιλόχιος  Μακρής, Φιλόθεος  Ζερβάκος, Σίμων Αρβανίτης, Δαμασκηνός Κατρακούλης  κ.α.
gersefraim2Ο π. Αθανάσιος Χαμακιώτης (1891-1967)[216], ευλαβής  εφημέριος  στη  Νερατζιώτισσα του Αμαρουσίου Αττικής,  αποτελούσε  μια  πνευματική  όαση  στην  έρημο της πρωτεύουσας  και  με  το  συγκλονιστικό  λατρευτικό–προσευχητικό  του  βίωμα[217] συνήρπαζε κάθε  πιστό  με  πνευματικές  αναζητήσεις. Διακρίθηκε  ως  ευλαβής  ποδηγέτης πλείστων  πνευματικών  του  παιδιών[218]. Ως  επιστέγασμα  της  πνευματικής  του  προσφοράς και  καρπός  του ησυχαστικού  του  πόθου[219]  υπήρξε  η συγκρότηση  γυναικείας αδελφότητας και η εγκατάστασή της στο ησυχαστήριο Φανερωμένης  Ροδοπόλεως  Αττικής.
Επίσης  αγιασμένη  μορφή της  Αττικής παράλληλα  με τον  π. Αθανάσιο  υπήρξε  και  ο εναρέτως  και  θεαρέστως  βιώσας ιερομόναχος  Σίμων  Αρβανίτης (1901-1988) ο  οποίος  ασκούνταν  στο  όρος  της  Πεντέλης. Μετά  από  πλούσιο  ποιμαντικό  ενοριακό  έργο αρχικά  στην  Κύμη Ευβοίας[220] και  κατόπιν στη  Λυκόβρυση Αττικής [221], απεσύρθη στην Πεντέλη όπου και έκτισε την Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος,  συνεχίζοντας  με ιερόν  πόθο  να  εξομολογεί  και  να  στηρίζει  τα  πνευματικά  του  τέκνα  έως το οσιακό του τέλος[222]. Κοντά  του  κατέφευγαν πολλοί  νέοι  με  πνευματικές αναζητήσεις ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών εγκαταβίωσαν στα  κοινόβια  που  καθοδηγούσε  πνευματικά  ο  γέροντας  Αιμιλιανός[223].
Ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος (1884-1980)[224], πνευματικό τέκνο  του  αγίου Νεκταρίου  και  ηγούμενος  της  Ιεράς  Μονής  Λογγοβάρδας  στην  Πάρο, συνέχισε  επαξίως  την  πνευματική παράδοση του τόπου του όπως τη θεμελίωσαν οι καταφυγόντες εκεί  κολλυβάδες πατέρες, ο σύγχρονός του άγιος Αρσένιος, ο εκ Πάρου γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής  κ. α.  Επρόκειτο  για  έναν σύγχρονο νηπτικό αλλά  και  ιεραποστολικό άνδρα, οσιωθέντα μέσα από την άσκηση και την προσευχή, πνευματικό  πατέρα  δύο  μοναστικών αδελφοτήτων, της ανδρώας μονής της Λογγοβάρδας και της γυναικείας των Θαψανών[225], διδάσκαλο  και   καθοδηγητή  πλείστων  πιστών[226]  στην  Ελλάδα  και το εξωτερικό, ακλόνητο προασπιστή  της  ορθόδοξης  πίστης[227]. Η πνευματική  του πορεία επιβεβαιώνεται από το πλήθος των θαυμάτων που επιτελεί πριν αλλά και μετά την οσιακή κοίμησή του[228]. Με τον γέροντα Αιμιλιανό σχετίσθηκε, και κάποτε  αλληλοεξομολογήθηκαν[229], μέσω του παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, παρέχοντάς του  μέρος  της  πνευματικής  του  εμπειρίας[230] και  επισφραγίζοντας την εμπιστοσύνη  του  στο πρόσωπο του Γέροντος με την παρότρυνση σε φιλομόναχους νέους, όπως  ο σημερινός μοναχός Φ.Σ., να  ενταχθούν  στην  αδελφότητα  της  Σιμωνόπετρας.
Ο επίσης  σύγχρονος, όσιος  πατήρ Αμφιλόχιος  Μακρής (1888-1970) προηγούμενος  της Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου Θεολόγου και πνευματικός πατέρας της γυναικείας Ι. Μονής  Ευαγγελισμού Πάτμου[231] υπήρξε ένα πολυσέβαστο πρόσωπο για  το  Γέροντα. Υπήρξε  και  αυτός  πνευματικό  τέκνο  του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως[232] και  συμπύκνωνε  πλήθος  χαρισμάτων, τα οποία, εκτός  της  νηπτικής  εμπειρίας [233], αποτυπωνόταν στην  εθνική του δράση και την κοινωνική προσφορά[234]. Διέπρεψε ως φιλόστοργος  πνευματικός  πατέρας  σε  σημείο  ώστε   σύμφωνα  με  την  άποψη  του  μητροπολίτου  Διοκλείας Καλλίστου Ware να  θεωρείται ο  μεγαλύτερος  εξομολόγος  στην  Ελλάδα  του  20ου αι.[235]. Σήμερα γίνονται  σημαντικά βήματα  για  την  επίσημη  αγιοκατάταξή  του  από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με πρωτοστάτη το πνευματικό τέκνο του  π. Αμφιλοχίου, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο[236] μετά από πλήθος θαυμαστών  σημείων[237].
Μία  επίσης  σεβάσμια  μορφή, που  συμπαραστάθηκε  αδελφικά  και ολόψυχα  στο  Γέροντα υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Κατρακούλης, πνευματικός πατέρας  της  γυναικείας  αδελφότητας  της  Ι. Μονής  Αγίου Ιωάννου Μακρυνού και  ηγούμενος  της ανδρώας Ι.Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου στα  Μέγαρα της  Αττικής. Φιλάνθρωπος εξομολόγος  όλης  της  Δυτικής Αττικής, φιλακόλουθος, βαθυστόχαστος, οργανωτικός, φιλόπονος, δόκιμος χειριστής του θεολογικού[238] και κηρυγματικού λόγου, άνθρωπος  βαθυτάτης  νήψεως  και  προσευχής [239]. Την  μικρή  -στο  ξεκίνημά  της- γυναικεία  αδελφότητα  της  Ορμυλίας, ο  γέροντας  Αιμιλιανός  την  εμπιστεύθηκε αρχικά στην  μητρική και αρχοντική φιλοξενία της μονής Μακρυνού[240] όπου και  πραγματοποιήθηκε  η  κουρά  της  κατοπινής  γερόντισσας Νικοδήμης  και  ολίγων ακόμη αδελφώνχάρη στη γνωριμία, την αλληλοεκτίμηση και την εμπιστοσύνη των δύο πατέρων. Υπήρξε κοινωνός της αγάπης προς την αγία Μυροφόρο και ισαπόστολο Μαρία τη  Μαγδαληνή, την έφορο  της  Σιμωνόπετρας,  την οποία  επισκεπτόταν  και όπου με  θέρμη  λειτουργούσε[241].
Ένα  μεγάλο  κεφάλαιο  στην  πνευματική  συγκρότηση  του  π. Αιμιλιανού υπήρξαν  οι ιεραποδημίες  του  στο  Άγιον Όρος  και  η  σφυρηλάτηση  πνευματικών  δεσμών  με  ιερές  μορφές  του  Άθω. Ξεκίνησε  με  την  εντρύφησή  του  στη  νηπτική  παράδοση  του οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, τον οποίο γνώρισε μέσα από τη ζωή των  πνευματικών του τέκνων και τα γραπτά κείμενά του[242]. Πρόκειται για τη  σημαντικότερη ίσως  νηπτική  μορφή  του  20ου  αιώνος  με  αξιόλογη  προσφορά  στον  αγιορειτικό και τον οικουμενικό μοναχισμό[243]. Ενταγμένος σε μια φιλοκαλική  παράδοση [244], συνετέλεσε τα μέγιστα  στην  πνευματική  ανάκαμψη  του  αγιορειτικού  μοναχισμού[245] και χάρισε ανανεωτική πνοή στον εκτός Αγίου Όρους μοναχισμό ανδρικό  και  γυναικείο [246].
Ο π. Αιμιλιανός  σχετίζεται  καταρχήν  με   τον  κατά  πνεύμα  υιό  του  Γέροντα  Ιωσήφ,  ιερομόναχο  π. Εφραίμ Κατουνακιώτη  απ’ όπου  διδάσκεται  τα  προκαταρκτικά  της  νοεράς  προσευχής  και  της  νήψης, φθάνοντας  αργότερα  να χαρακτηρίζεται  από  τον  ερημίτη παπα-Εφραίμ «χρυσόγλωσσος  και  σεβαστός»[247]. Γνωρίζεται  επίσης με  τους  ιερομύστες  της  μοναστικής  παράδοσης  του  Άθω  γέροντα  Παΐσιο, προηγούμενο Εφραίμ Φιλοθείτη [248], προηγούμενο Χαράλαμπο Διονυσιάτη[249] και πλείστους  άλλους  γνωστούς   και  αγνώστους,  από  τους  οποίους  συλλέγει  το  μέλι  της  ησυχαστικής  και  νηπτικής  ζωής.

Μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης (1892 – 24 Δεκεμβρίου 1974)

Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Μοναχολόγιο μονής Διονυσίου)- Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr
Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Μοναχολόγιο μονής Διονυσίου) – Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr
Γεννήθηκε, ο φιλόθεος, φιλάγιος και φιλάδελφος αυτός υποδειγματικός κοινοβιάτης, στο χωριό Αθάνατο της Λάρισας το 1892. Δεν είχε κλείσει τα είκοσι χρόνια του, όταν ανήλθε στον θεσπέσιο Άθωνα, για ν’ αγωνισθεί ισόβια για την κατάκτηση της θεοΰφαντης αρετής.
Το 1911 εισέρχεται στη μάνδρα του προστάτη των μοναχών Τιμίου Προδρόμου, που ίδρυσε ο όσιος Διονύσιος (+1388), και συγκαταλέγε­ται στη διακρινόμενη για τους ασκητικούς της αγώνες αδελφότητα της μονής Διονυσίου. Διήλθε διάφορα διακονήματα της μετανοίας του με ζήλο και αγάπη. Διακρίθηκε περισσότερο ως ανύστακτος τυπικάρης, επιμελής βιβλιοθηκάριος και πρόθυμος νοσοκόμος. Αγάπησε ολόψυχα τη θεία λατρεία, τη μελέτη και τη διακονία των νοσούντων αδελφών.
Υπήρξε μοναχός πολυτάλαντος, με κατάρτιση κι ευφυΐα, που δεν τον απομάκρυνε όμως από την υπακοή και την ταπείνωση. Η σοφία και η σύνεσή του τον έκαναν ν’ αγαπήσει πολύ την προσευχή. Αναδείχθηκε μυστικός εργάτης της νοεράς προσευχής. Δίδασκε και με τη σιωπή του. Έκρυβε μέσα στην καθαρή ψυχή του ένα πολύτιμο πνευματικό θησαυ­ρό. Οι συμμοναστές του δεν είχαν πολλά λόγια να σου πουν. Αρκούνταν σε λόγια στερεότυπα, αλλά που έλεγαν πολλά: ησυχαστικός τύπος, σι­ωπηλός μοναχός, υπάκουος κοινοβιάτης, ταπεινός, απλός και καλός.
Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Αρχείο μονής Διονυσίου) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr
Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Αρχείο μονής Διονυσίου) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr
Ο Γέροντας Χερουβείμ της μονής Παρακλήτου στις αναμνήσεις του από το Περιβόλι της Παναγίας, όταν τον είδε το 1938, γράφει γι’ αυτόν: «Η σεμνή και ταπεινή του εμφάνισις απεκάλυπτε χαρακτήρα εξαιρε­τικά πειθαρχημένο. Ο ντορβάς, το καθαρό του ράσο, τα χονδρά κοινοβιάτικα παπούτσια, οι άσπρες μάλλινες κάλτσες, ο μάλλινος σκούφος το μαρτυρούσαν. Ένιωσα μέσα μου μία έντονη επιθυμία να γνωρισθώ μαζί του, διαισθανόμενος ότι πρόκειται περί ευλαβούς μοναχού … Το πρόσωπό του έλαμπε σαν αγγέλου. Ο τόνος της φωνής του και οι σταθερές απαντήσεις του στα ατελείωτα ερωτήματά μου με είχαν συνεπάρει … Η δίψα του για την ζωή της αγιότητος, για την άσκηση, την μόνωση και την ησυχία τον κατέτρωγε. Είχε φέρει μάλιστα σε δύσκολη θέση και το μοναστήρι με τις υψηλές ασκητικές του τάσεις. Η ζωή τέ­τοιων ανθρώπων είναι ένα φως, που μετά τον θάνατό τους λάμπει πολύ περισσότερο, όπως το φως των αγίων του Θεού …».
Ο συνοδός του Γέροντος Χερουβείμ ιερομόναχος Αθηναγόρας γρά­φει περί του Γέροντος Λαζάρου: «Η πρώτη μου εντύπωσις ήταν ότι επρόκειτο για μια αιθέρια ψυχή! Αληθινός κοινοβιάτης, μοναχός, που πετούσε σ’ εκείνο το Περιβόλι σαν πεταλούδα και με τα δυό της φτε­ρά. Το ένα: την κοινοβιακή ζωή και το άλλο: την κεκρυμμένην εν τω Χριστώ ζωή ημών. Όποιος κατορθώνει να καλλιεργή και τις δύο αυτές διαστάσεις, στον μοναχισμό, απ’ ό,τι ξέρουμε και διαβάζουμε, έχει μπει στον δρόμο του ουρανού. Θυμάμαι, όταν μας πήγε στο μικρό και ασκητικό του κελλάκι, “Αυτό είναι, μας είπε, το παλατάκι μου”. Μακαρία ψυχή!».
Η φιλοθεΐα, φιλαγιότητα και φιλαδελφία του φαίνεται και σε τέσσερις ογκώδεις χειρόγραφους τόμους, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη της μονής του. Μέρος των θαυμαστών Διονυσιάτικων Διηγήσεων η μονή του περιέλαβε σε βιβλίο, στον πρόλογο του οποίου αναφέρει: «Παραδίδει εις το φιλάγιο πλήρωμα της Εκκλησίας μία συλλογή εκ των κατα­λοίπων χειρογράφων του ευλαβεστάτου τέκνου της μοναχού Λαζάρου, με τον τίτλο Διονυσιάτικαι Διηγήσεις. Ο αείμνηστος μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, ως φίλεργη μέλισσα, συνέλεξε πνευματική γύρι από εύο­σμες ψυχές, αξιόλογες διηγήσεις, θαύματα και εμφανίσεις αγίων, τα οποία συνέβησαν εις τους συγχρόνους του, γινόμενος με αυτόν τον τρό­πο εστιάτωρ μιας, άγνωστης στους πολλούς, πνευματικής τραπέζης… Ακούραστος αγωνιστής, υπάκουος, φιλόπονος και ποιητικός στην φύση, κατεγίνετο με την εργασίαν των αρετών, ιδιαίτερα με την νοεράν προ­σευχήν, την ευχήν του Ιησού, η οποία είναι πρόξενος κάθε πνευματικού αγαθού. Ετύγχανε πολλής εκτιμήσεως μεταξύ των πατέρων της Μονής, που έσπευδαν να τον συμβουλευθούν διά τα προβλήματά των, ευρίσκοντας πολλήν παρηγορίαν εις τους λόγους του …». Στις ασθένειες του ιατρούς του είχε τους αγίους. Ανεπαύθη τον ύπνο του δικαίου στις 24.12.1974. Όπως ωραία είπαν: «Μακαριστέ Γερο-Λάζαρε, η ζωή σου μακαρία, η προσφορά σου μεγίστη, η μνήμη σου αιωνία».
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας, Νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 36-38 και 46-57. Ανώνυμου, Διονυσιάτικες Διηγήσεις, Ο Όσιος Γρηγόριος 9/1984, σσ. 45-46. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 5-9. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη αρχιμ.. Όσα δεν παίρνει ο άνεμος, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 114.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.887-890 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιερομόναχος Χρύσανθος Ιβηρίτης (1881 – 24 Δεκεμβρίου 1957)

IMG_3303Ο κατά κόσμον Χαράλαμπος Ζαφειριού Ζαφείριος γεννήθηκε στην Ηρακλείτσα της Α. Θράκης το 1881. Στη μονή Ιβήρων προσήλθε το 1895 κι εκάρη μοναχός το 1898, λαβών το όνομα του Γέροντός του Χρυσάνθου (+1936) του εκ Στρωμνίτσης. Με την ευλογία του Γέρον­τός του και της Γεροντικής Συνάξεως σπούδασε στη Μεγάλη του Γέ­νους Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως και έμαθε τη ρωσική και γαλλική γλώσσα. Ήταν και άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής και διακόνησε επί έτη το αναλόγιο του ψάλτη της μονής.
Το 1912 απεστάλη υπό της Γεροντίας της μονής του στο μετόχιο του Αγίου Νικολάου της Μόσχας, στο οποίο διακόνησε μετά του τελευταίου ηγουμένου αυτού Γέροντος Παϊσίου (+1946). Έμεινε σε αυτό έως το 1925. Η παραμονή του σε αυτό ήταν λίαν περιπετειώδης, λόγω της επαναστάσεως του 1917. Το μετόχι δημεύθηκε από τους επαναστάτες και υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες. Για να επιβιώσει, αναγκάσθηκε να εργασθεί σ ένα γαλακτοπωλείο. Με μελανά χρώματα περιγράφει τις βιαιότητες και αθλιότητες των κομμουνιστών στο βιβλίο του Ο Μπολσεβικισμός εν Ρωσία και αι συνέπειαι αυτού: «Κακολογείται χυδαιότατα και αναξιοπρεπώς παν το εκκλησιαστικόν, γε­λοιοποιούνται αι τελεταί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και τα θαύματα των αγίων. Έθεσαν βέβηλον χείρα επί των λειψάνων αγίων τινών, τα οποία εξέθεσαν εις το Μουσείον της Μόσχας προς εκμυκτήρισιν αυτών. Έφθασαν μέχρι τοιούτου σημείου θρασύτητος, ώστε να οργανώσουν κατά τα δύο τελευταία έτη αντιθρησκευτικά Χριστούγεννα, ονομάσαντες ταύτα Χριστούγεννα της Κομμουνιστικής νεολαίας. Την ημέραν των Χριστουγέννων, ενώ αι εκατοντάδες των εκκλησιών της Μόσχας ήταν κατάμεστοι πιστών όλων των κοινωνικών τάξεων, η κομμουνι­στική νεολαία, ή μάλλον τα θρασύτερα και τα μάλλον διεφθαρμένα στοιχεία εξ αυτής, τη υποδείξει εννοείται των διδασκάλων των, των Μπολσεβίκων εκ του Κόμματος, ωργάνωσεν εμπαικτικήν παρέλασιν ανά τας οδούς της Μόσχας, είδος λιτανείας».
Ieromonahos Chrisanthos IviritisΕπιστρέψας στη μονή του διετέλεσε γραμματεύς της, καθώς και της Ιεράς Κοινότητος, αντιπρόσωπος και Προηγούμενος. Υποτακτικούς είχε τον μοναχό Σεβαστιανό και τον ιερομόναχο Στέφανο. Στα τέλη της ζωής του πολύ δοκιμάσθηκε από σοβαρές ασθένειες, τις οποίες όμως υπέμεινε δοξολογικά. Στο Καθολικό της μονής για τελευταία φορά κα­τέβηκε στην εορτή του αγίου Νικολάου, προς τον οποίο είχε μεγάλη ευλάβεια. Με συγκίνηση διηγείτο πολλά θαύματα του αγίου στο μετόχι της Μόσχας. Ιδιαίτερη ευλάβεια είχε και στη θαυματουργή Πορταΐτισσα, την οποία ονόμαζε «μαυρομάτα», όπως εικονίζεται στην εικόνα της. Αγάπη μεγάλη είχε στη μονή του, την οποία διακόνησε με αφοσίωση.
Στην ασθένεια του έλεγε στον ιατρό: «Κάμε ό,τι ημπορείς διά να με βοηθήσεις, γιατί είμαι ο μόνος εγγράμματος στο μοναστήρι και τί θα γίνει όταν αποθάνω;». Η Παναγία τα οικονόμησε να βρεθεί αντικα­ταστάτης του και ν’ αναχωρήσει της παρούσης ζωής αναπαυμένος. Η λογιότητα δεν τον έκανε ν’ αφήσει την απλότητα και ταπεινότητά του.
Εκοιμήθη παραμονή Χριστουγέννων, στις 24.12.1957, από ανακοπή καρδίας, στο ταπεινό κελλί του, που έβλεπε στο ιερό βήμα του Κα­θολικού της Παναγίας, της θαυματουργής Πορταΐτισσας.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Χρυσάνθου Ιβηρίτου ιερομ., Ο Μπολσεβικισμός εν Ρωσσία και αι συνέπειαι αυτού, Θεσσαλονίκη 1926. Μαξίμου Ιβηρίτου μοναχού, Προηγούμενος Χρύσανθος Ιβηρίτης (1881-1957), Πρωτάτον 72/1998, σσ. 99-102.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.583-585 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ιερομόναχος Χρυσόστομος Λαυριώτης (1856 – 23 Δεκεμβρίου 1908)

 Ιερομόναχος Χρυσόστομος ΛαυριώτηςΤο φως του ήλιου είδε στη Μάδυτο της Α. Θράκης το 1856. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι αλλά ευσεβέστατοι. Μικρός ακολούθησε τον πατέρα του στα Ιεροσόλυμα, που εργαζόταν εκεί ως ξυλουργός, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα και αγάπησε τον μοναχισμό. Το 1870 ήλθε στο Άγιον Όρος κι έμεινε επί διετία στο Διονυσιάτικο Κελλί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στις Καρυές, όπου μόναζε ο κατά σάρκα αδελφός του ιερομόναχος Ευγένιος. Ο Ευγένιος τον παρέδωσε στον σχολάρχη τότε της Αθωνιάδος Κοσμά Λαυριώτη (+1903). Μετά διετή δοκιμασία τον έκειρε μοναχό και το 1877 τον έστειλε να φοιτήσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος. Παρά το ότι του προσφέρθηκαν υψηλές θέσεις επέστρεψε στην αγαπητή του Λαύρα, «μη ανταλλάξας, κατά την παράδοσιν των Λαυριωτών, τον καλογερικόν σκούφον με την αρχιερατικήν μίτραν».
Διετέλεσε καθηγητής και σχολάρχης της Αθωνιάδος Σχολής, αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους, αρχιγραμματεύς, προϊστάμενος και επίτροπος της μονής του, αντιπρόσωπος στην Ι. Κοινότητα, βιβλιοθηκάριος, συντάκτης του καταλόγου των χειρογράφων και δόκιμος συγγραφέας. Διακρίθηκε για τη σπάνια νοημοσύνη του, την άρτια μόρφωσή του, τη μουσικογνωσία και καλλιφωνία του. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε από τον στενό του φίλο πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄ από τότε που ήταν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Κατευοδώνοντάς τον για την επάνοδό του στον Οικουμενικό Θρόνο του έλεγε στον ιερό ναό του Πρωτάτου: «Ανέρχεσαι εις νέαν τινα Ιερουσαλήμ της Εκκλησίας και του Γένους, του παθείν υπέρ αυτών, μη επιλάθου, Παναγιώτατε Δέσποτα, μη και το Άγιον Όρος, το οποίον εις κατοικίαν ηρετίσω, το οποίον ειλικρινώς ηγάπησας και αγαπάς και του οποίου τα όντως βασι­λικά και εκκλησιαστικά δίκαια, είπερ τις και άλλος, Συ οίδας γεραίρειν και κρατύνειν».
Δυστυχώς το έργο του το διέκοψαν βέβηλα χέρια αγνώστων. Πηγαίνοντας με το ζώο από τις Καρυές στη Μ. Λαύρα, για τις εορτές των Χριστουγέννων, στο λιθόστρωτο πλησίον της μονής Ιβήρων φονεύθηκε πυροβολούμενος. Ήταν 23.12.1908. Ο ξαφνικός θάνατός του, και τόσο αποτρόπαιος, λύπησε τους πάντες πολύ. Ο υποτακτικός του μοναχός Κοσμάς Λαυριώτης έγραφε προς την αδελφότητα των Ιωσαφαίων στα Καυσοκαλύβια: «Ως βροντή μοι εφάνη η απαισία είδησις της δολο­φονίας του σεβαστού μου Γέροντος, διότι ανεξήγητόν μοι φαίνεται να πέση θύμα κακούργων χειρών τοιούτος άνθρωπος ενάρετος και χρήσι­μος εις την Μονήν και εις το Άγιον Όρος, και εις το έθνος και εις την Εκκλησίαν. Κρίμα εις την Λαύραν, κρίμα εις το Άγιον Όρος …».
Σε νεκρολογία της εφημερίδος Εκκλησιαστική Αλήθεια μεταξύ άλλων αναφέρεται ο Προηγούμενος Χρυσόστομος Λαυριώτης ως μετριόφρων, απέριττος, ανεπιτήδευτος, πολύγνωσος, ευθυκρισής, αντιληπτικός, νοήμων, πράος, ήπιος, ατάραχος, αόργητος, δίκαιος, χρηστός: «Απετέλει τω όντι τον κόσμον (κόσμημα) του Αγίου Όρους … είχε κατακτήσει την αγάπην και εκτίμησιν πάντων των μοναχών και λαϊκών του ιερού Άθωνος, μηδ’ αυτών των δι’ ανθρωπίνην έλλειψιν και διάφορον αντίληψιν αντιπάλων αυτού εξαιρουμένων, ειδότων τιμάν και θαυμάζειν την αρετήν του ανδρός». Κατά τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο Δοχειαρίτη: «Ο αείμνηστος Χρυσόστομος καθ’ όλον αυτού τον βίον διεκρίθη επί χρηστότητι βίου, επί σεμνή μοναχική πολιτεία επί μειλιχιότητι, επί ακριβεί εκτελέσει των χριστιανικών και μοναχικών αυτού καθηκόντων, επί ακραδάντω πίστει εις τον Σωτήρα και Θεόν ημών». Κατά τον Γέ­ροντα Παύλο Λαυριώτη, ο Προηγούμενος Χρυσόστομος υπήρξε «μία προσωπικότητα με αρετή, ήθος, χαρίσματα και αξία».
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Εφ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος κθ’, 1/10.1.1909, σ. 8. Χριστοφόρου Κτενά αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αυτή διδάξαντες από του 1845-1916, Αθήναι 1930, σσ. 60-65. Μανουήλ Γεδεών, Αποσημειώματα Χρονογράφου, Αθήναι 1932, σ. 328. Παύλου Λαυριώτου μοναχού. Προηγούμενος Χρυσόστομος Λαυριώτης (1856- 1908), Αθήνα 1994.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.95-97, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιερομόναχος Στέφανος Γρηγοριάτης (1881-23 Δεκεμβρίου 1965)

Ιερά μονή Γρηγορίου (φωτ.1928)
Ιερά μονή Γρηγορίου (φωτ.1928)
Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κοντομάρης του Γρηγορίου και της Ειρήνης από το χωριό Αναπλάδες της νήσου Κέρκυρας γεννήθηκε το έτος 1881. Στη μονή Γρηγορίου αφίχθηκε στις 16.12.1913. Εκάρη μο­ναχός με το όνομα Αντώνιος στις 23.12.1914. Χειροτονήθηκε διάκονος στις 6.12.1916 με το όνομα Στέφανος και πρεσβύτερος στις 4.2.1924.
Υπήρξε άξιος, ακάματος κι ευλαβής λειτουργός του Υψίστου. Μέχρι τις παραμονές του θανάτου του λάβαινε εφημερία στο Καθολικό της μονής. Πάντοτε τακτικός στο καθήκον του, ιερουργών καθημερινώς. Επί πολλά έτη είχε το διακόνημα του προσφοράρη και του βηματάρη, όπως συνηθιζόταν στα παλαιά κοινόβια για τους ιερείς. Ήταν μεγάλος αγωνιστής και άκρος νηστευτής. Καθημερινώς έτρωγε λίγο ρύζι. Στο κοιμητήρι της μονής υπήρχε, μέχρι πριν λίγο καιρό, ένα μεγάλο δένδρο, άριο, όπου φαίνονταν καρφιά και σανίδες. Εκεί ανέβαινε και προσευχόταν ο μακάριος παπα-Στέφανος, μεταξύ ουρανού και γης, έχοντας μνή­μη θανάτου, δάκρυα, συναίσθηση της παροδικότητος της ζωής και της αμαρτωλότητός του, επί ολόκληρες νύχτες. Κάποτε στο ιερό βήμα της μονής τον ράπισε ένας, για άγνωστη αιτία, και αυτός έστρεψε αμέσως, ατάραχος, και το άλλο μέρος και του είπε: «κτύπα και από εδώ», όπως λέει το Ευαγγέλιο. Όταν τον κάλεσαν στη Γεροντική Σύναξη της μονής και του είπαν να τον κάνουν Πνευματικό, η απάντησή του ήταν: «Εγώ Πνευματικός; Να έρχονται με ένα λογισμό και να φεύγουν με επτά;» Έτσι δεν δέχθηκε ο ταπεινόφρονας να γίνει Πνευματικός.
Ευρισκόμενος στο γηροκομείο της μονής την παραμονή του θανάτου του κάλεσε τον ηγούμενο Βησσαρίωνα (+1974) κι εξομολογήθηκε. Στη συνέχεια ζήτησε συγχώρηση από όλους τους πατέρες. Την άλλη ημέρα μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν είπε στους πατέρες: «Τώ­ρα ήλθε ο άγιος Νικόλαος και μου είπε να κάνω λίγη υπομονή και θα έλθει να με πάρει». Μετά μία ώρα άφησε το πνεύμα του στα χέρια του Πλάστη του. Ήταν στις 23.12.1965. Όταν ο μακαριστός Γέροντας Ανδρέας (+1988) τον άλλαζε, όπως έλεγε, είδε θέαμα πρωτόγνωρο, το δέρμα της κοιλιάς του ήταν κολλημένο στην σπονδυλική του στήλη, κατά τέτοιο τρόπο, που φαίνονταν και ψηλαφούνταν οι σπόνδυλοί του. Ήταν έτσι από τη μεγάλη και συνεχή του νηστεία. Να είναι αιώνια η μνήμη του και η ευχή του ας μας συνοδεύει εμάς τους μη εγκρατείς.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου. Διήγηση ιερομονάχου Παϊσίου Γρηγοριάτου, τον οποίο κι ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ.743-744, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

π. Γ. Μεταλληνός: Η Ένωση έγινε!!! --


Ἐφαρμόζουμε μία ἐκκλησιαστικὴ πολιτική, λέμε. Ὑπάρχουν ὅρια στὴν ἐκκλησιαστικὴ πολιτική. Ὁ Ἀθηναγόρας ὁ μακαρίτης πρῶτος τὰ ξεπέρασε αὐτὰ τὰ ὅρια. Ἂν εἴμαστε σήμερα σ’ αὐτὸ τὸν κατήφορο, ὀφείλεται στὸν Ἀθηναγόρα. Ἔλεγε, τοὺς κοινωνῶ ὅλους, δὲν ὑπάρχει τίποτα· ἄρα ἀπὸ τὸ 1965 ὑπάρχει -στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο- κοινωνία, ἡ intrercommunio (δια-κοινωνία)  μὲ τοὺς αἱρετικούς, Παπικοὺς Προτεστάντες.
Λέει ὁ Σακαρέλλος· ἔγινε ἡ Ἕνωση. Καὶ πράγματι ἔγινεἝνωση.
...Ἢ ὅταν τὸν ὑποδέχονται (τὸν Πάπα) ὡς «εὐλογημένον ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου», ὡς Χριστὸν δηλαδή, καταλαβαίνετε τί σημαίνει· ὁ ἄλλος (ὁ Πάπας) νὰ βλασφημεῖ (ὄχι ὡς πρόσωπο, ὡς θεσμός), κι ἐσὺ νὰ τοῦ λὲς «εὐλογημένος ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τότε κάθεσαι καὶ λές· ρὲ παιδιά, τρελαθήκαμε ὅλοι; Ἢ τρελαθήκαμε, ἢ εἴμαστε διαβολοκίνητοι καὶ κακοί(!) Πῶς τολμῶ ἐγὼ νὰ τὸ κάνω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Θὰ μοῦ πεῖς· πολὺ εὐαίσθητος εἶσαι παπα-Γιώργη. Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ποὺ εἴμαστε. Γιατί φορτώνουμε (ἐπὶ πλέον τὴν ψυχή μας);
Στὸ μυστήριο τοῦ μικτοῦ γάμου (ποὺ τελεῖται ἀπὸ παπικὸ ἱερέα) δὲν μπορῶ νὰ παραβρεθῶ, σὲ ἄθεσμο μυστήριο ποὺ δὲν εἶναι μυστήριο. Χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι μυστήριο… Ἕνας Ὀρθόδοξος ποὺ ξέρει τὰ πράγματα δὲν θὰ ἀνέχεται νὰ ἀκούει βλαστήμιες. Διότι, ὅταν λέει, «τοῦ ἁγιωτάτου Πατρὸς ἡμῶν Πάπα», εἶναι ὅλες οἱ βλαστημίες, γιὰ τὶς ὁποῖες μίλησα προηγουμένως. Ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνει κανείς, καὶ δηλητήριο νὰ παίρνει, τὸ καταπίνει χωρὶς νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι δηλητήριο. Τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔλθουν μετά. Αὐτὸ δὲν εἶναι αὐστηρότης, τὸ «χαίρειν αὐτ μὴ λέγητε» τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Στὸν πλανεμένο δὲ λὲς «χαίρετε». Καλημέρα θὰ τοῦ πῶ. Ἀλλὰ μὴν τοῦ δώσεις τὴν χαρὰ ὅτι ἔχει σωτηρία ἐκεῖ ποὺ εἶναι. (Ὅταν τὸν Πάπα) τὸν ἀναγνωρίζω ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν Παπισμὸ ὡς Ἐκκλησία. Ὁπότε ἡ Ἕνωση ἔγινε. Τὸ καταλάβατε; Τὸν ἀναγνωρίζω ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μακάρι νὰ εἶναι. Ἂν δὲν εἶναι ὅμως; Δὲν βλαστημῶ;

Iερομόναχος Εφραίμ Διονυσιάτης (1913 – 21 Δεκεμβρίου 1993)

Ιερομόναχος Εφραίμ Διονυσιάτης, ο ταπεινός δούλος του Θεού ( φωτ.μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεϊτου)
Ιερομόναχος Εφραίμ Διονυσιάτης, ο ταπεινός δούλος του Θεού ( φωτ.μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεϊτου)
Ο κατά κόσμον Ευριπίδης Ματάνης γεννήθηκε στη Μεσορώπη της Καβάλας το 1913. Προσήλθε στη μονή Διονυσίου το 1949, όπου εκάρη μοναχός το 1950. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1951, πρεσβύτερος το 1954 και προχειρίσθηκε Πνευματικός το 1976. Διετέλεσε ηγούμενος (1976-1979) μετά την παραίτηση του Γέροντός του Γαβριήλ (+1983).
Κατόπιν μόνασε, από το 1982 ήσυχα, ειρηνικά και φιλάδελφα στην Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου της Νέας Σκήτης, ασχολούμενος και με τη ραπτική. Ένα έτος προ της εκδημίας του περίπου επέστρεψε στη μονή της μετανοίας του. Γηροκομούμενο στο νοσοκομείο της μονής, τον επισκέφθηκε ένας ιατρός και μεταξύ άλλων του είπε ο αξιομακάριστος Προηγούμενος: «Αγαπώ τον θάνατο, δεν τον φοβάμαι». Πράγματι, όπως έλεγε ο Γέροντάς μας, Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, σε μία κηδεία μοναχού: «Εμείς οι μοναχοί γι’ αυτή τη στιγμή ζούμε».
Ο ίδιος ιατρός γράφει για τον Γέροντα Εφραίμ Διονυσιάτη: «Ταπεινός δούλος του Θεού, που όσοι τον γνώριζαν τους πλημμύριζε με μία ουράνια ευλογία. Η άυλη φυσιογνωμία του εξέπεμπε τέτοιο φως γαλήνης που σε μεταμόρφωνε ελαφρό σαν πουλί. Και μέσα από την ταπεινότητά του ξεπηδούσε μία σοφία. Όταν ερχόμουν στο Άγιον Όρος, έμενα αρκετές μέρες μαζί του κουβεντιάζοντας βέβαια, για τί άλλο; Για τον μοναχικό βίο, γι’ αυτό το ανερμήνευτο μυστήριο, που δεν υποτάσσεται σε λογικά μέτρα, γιατί, βέβαια, ο μοναχικός βίος είναι ιδέα, είναι πνεύμα, είναι ελευθερία, είναι ζωή. Τα λόγια του έβγαιναν από μια εσωτερική ανάταση μιας αληθινά θρησκευόμενης ψυχής, όχι από δογματική ακαμψία, αλλά αυθόρμητα. Άγιε Γέροντα, φρόντιζε για μας τους αμαρτωλούς και στέλνε την ευλογία σου στην ανούσια και συμβατική ζωή μας». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 21.12.1993.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ανεπαύθησαν εν Κυρίω, Πρωτάτον 45/1994, σ. 245. Νικολάου Μαυρομάτη, Ύστατος χαιρετισμός του Γέροντος Εφραίμ Διονυσιάτου, Πρωτάτον 46/1994, σσ. 276-277.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1357 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος Η μοναδική σου μέριμνα


20160930-2Έμπρακτα να αποδείξεις στο Θεό, ότι έχεις ολοκληρωτικά αφεθεί στα χέρια Του, ότι δεν ανησυχείς για τίποτε, ότι αποδέχεσαι ήρεμα και αγόγγυστα οποιαδήποτε κατάσταση, ευχάριστη ή δυσάρεστη, με την πεποίθηση ότι έχει παραχωρηθεί από την θεία Πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ας είναι η ακριβής τήρηση των εντολών του Θεού σε κάθε περίσταση.
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος Αυτή όλα τα κυβερνά

20161008-1Προσπαθήστε να παλέψετε με το ευέξαπτο του χαρακτήρα σας. Το πάθος αυτό εκδηλώνεται όταν κάποιος ενεργήσει αντίθετα με την δική σας θέληση, επιθυμία ή εντολή. Όσο όμως ζει μέσα σας η υπερηφάνεια τίποτε δεν θα κατορθώσετε. Αυτή όλα τα κυβερνά. Αν μπορείτε πετάξτε την πέρα από την εξώπορτα του σπιτιού σας και απαγορέψτε της να ξαναπαρουσιαστεί.
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος Ανάβει και φωτίζει

20161204-2Ο φόβος του Θεού είναι η ρίζα κάθε καλού έργου. Ούτε ένα λεπτό να μην απομακρύνεται από την καρδιά σας. Σαν το κερί ν’ ανάβει και να φωτίζει όλους τους λογισμούς, όλες τις εσωτερικές κινήσεις της καρδιάς σας. Αυτός θα σας διδάξει να βαδίζετε σωστά, να εργάζεσθε το κάθε τι σαν έργο Θεού. Αυτός θα σας διδάξει να στέκεστε, όπως εκείνοι που βρίσκονται μπροστά στο βασιλέα. Αυτός θα σας διδάξει να προχωρείτε, όπως προχωρούν εκείνοι που κρατούν ένα ποτήρι γεμάτο νερό, από το οποίο δεν πρέπει να στάξει ούτε μια σταγόνα.
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Στέλιος Κούκος Φως γνώσεως και απογνώσεως


Το φως της μεγάλης γιορτής, που μας καταυγάζει τόσο γλυκά, φιλάνθρωπα και πανηγυρικά σήμερα, σκιάζει ανεπιφύλακτα ένα άλλο φως μιας σημερινής επετείου. Το πυρηνικό φως -ή καλύτερα σκότος- της πρώτης ατομικής βόμβας, που ρίχτηκε στις 6 Αυγούστου του 1945 στη Χιροσίμα, αμαυρώνει παράδοξα το θαβώριο φως της Μεταμορφώσεως. Παράδοξη είναι προφανώς και η σύμπτωση της ανάμνησης αυτής μέσα στην ίδια μέρα, αφού εδώ υπάρχει η απόλυτη αντίθεση. Από τη μια μεριά η Μεταμόρφωση και από την άλλη η τέλεια παραμόρφωση. Στο ένα μέρος η κοινωνία, ο σύνδεσμος και η σύγκραση του θείου και του ανθρώπινου, και στο άλλο η πλήρης καταστροφή και η απανθρωπία σε όλο της το μεγαλείο.
MetamSotiros1
Μοιάζει μάλιστα σαν να έχουμε σχεδόν την ίδια φωτογραφία σε αρνητικό και θετικό. Και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση το φως δεν αντέχεται. Η Μεταμόρφωση μας πλημμυρίζει με μια απείρου κάλλους έκπληξη, στην οποία όμως δεν είμαστε εθισμένοι, κι έτσι πέφτουμε κάτω, αφού δεν αντέχουμε την τόση φωτοχυσία. Στην ατομική βόμβα, αντίστοιχα, το φως δεν είναι της γνώσεως αλλά της απογνώσεως, κι έτσι είναι απόλυτα καταστροφικό και μάλιστα δολοφονικό. Από τη μια πλευρά μάς χαρίζεται απλόχερα η θέαση του αϊδίου θεϊκού άυλου φωτός και κάλλους, και στην άλλη η αηδία του κτιστού ανθρώπινου φωτοσκότους, που επιβουλεύεται την ίδια την ύπαρξη και σύμπασα τη δημιουργία.
Αλλά η σχάση του ατόμου -και δη του πυρήνα- είχε προηγηθεί, με τη ναζιστική Γερμανία να προωθεί το δικό της ανθρωπολογικό μοντέλο. Η άρια -καλύτερα η άγρια- φυλή έπρεπε να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο. Από τη Χιροσίμα όμως μέχρι τις μέρες μας έχει γίνει μεγάλη «πρόοδος». Έχουν κατασκευαστεί βόμβες που μπορούν να θανατώνουν χωρίς να καταστρέφουν τα κτίρια. Ακόμη όμως τις κρατάνε στις αποθήκες. Αλλά και κάθε βόμβα ή πύραυλος -έξυπνος ή κουζουλός- που σκάει, άσχετα με την προέλευσή του, δεν είναι μια ανάλογη σκοταδογραφία σε ένα θέατρο σκιών του παραλόγου;
Ας μην πάμε στον μύθο του σπηλαίου από το πλατωνικό «Συμπόσιο» και ας μην ανατρέξουμε σε αναλογίες με το παραδοσιακό θέατρο σκιών. Ιδιαίτερα το τελευταίο λειτουργεί πάντα με τις καλύτερες προθέσεις, παρά τις «έξυπνες» φάπες που αρπάζει ο Καραγκιόζης απ’ όλο τον θίασο. Αλλά και στον μύθο του σπηλαίου η γνώση θέλει να μας απαλλάξει από τις ψευδαισθήσεις των σκιών. Αν όμως η γνώση και η παιδεία δεν συνδέονται με την αρετή, να ποια είναι η προκοπή και η κατάντια μας: ολοκαυτώματα και γενοκτονίες! Χθες, σήμερα, αύριο, στο διηνεκές.
Παρ’ όλα αυτά, η Χιροσίμα μπορεί τελικά να αμαυρώσει το νόημα της γιορτής της Μεταμορφώσεως – ή της Αγια-Σωτήρας, όπως λέει εν αφελότητι καρδίας ο λαός μας; Δύσκολο.
Γι’ αυτό… χρόνια πολλά!

Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς Η πατροκτονική κοινωνία

Η εποχή μας διακρίνεται από μια χωρίς προηγούμενο στην ιστορία ανταρσία εναντίον κάθε είδους αυθεντίας και «κηδεμονίας». Κάθε αυθεντία θρησκευτική ή ηθική, κοινωνική ή οικογενειακή, αμφισβητείται και συγκλονίζεται από βαθιά κρίση. Η καθολική αυτή κρίση περιέλαβε και την παιδαγωγική, τις αξίες της και τους στόχους της. Και εδώ επίσης όλα αμφισβητούνται σύμφωνα με τον γνωστό παιδαγωγό Πωλ Λαγκράν. «Έχει κανείς την εντύπωση», λέει, «ωσάν η ανθρωπότητα να έχει διακόψει τους δεσμούς της και να έχει ριχτεί σε μια τεράστια περιπέτεια της οποίας δεν διακρίνεται ούτε το έδαφος στο οποίο εκτυλίσσεται, ούτε οι επιδιωκόμενοι σκοποί της»[1]. Η αυθεντία έγινε σύμβολο βίας και καταναγκασμού. «Τί είναι μία αυθεντία, τί είναι ένας Θεός; Και το ένα και το άλλο είναι μια εικόνα του Πατέρα και εκπληρώνει εξ ορισμού μια καταπιεστική λειτουργία»[2], γράφτηκε στους τοίχους της Σορβόννης κατά τις φοιτητικές ταραχές, το Μάιο του 1968.
radovitsΠροφανώς, μια από τις βασικές ιδιότητες της ανταρσίας αυτής είναι το πατροκτόνο πνεύμα, σε μια ευρύτερη έννοια. Και ο Φρόϋντ, επίσης, θεωρεί ότι πίσω από αυτή την αντίδραση κρύβεται το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα· η κρυφή, δηλαδή, επιθυμία του παιδιού ν’ αφανισθεί ο πατέρας σαν αντίζηλος στη σχέση με τη μητέρα. Αποδίδοντας στον ελληνικό μύθο, τον καλλιτεχνικά διαμορφωμένο στις τραγωδίες του Σοφοκλή, σημασία καθολικής αρχής, ισχυρίζεται ο Φρόϋντ ότι στο σύμπλεγμα αυτό αντανακλάται το «υποσυνείδητο» όλης της ανθρωπότητας. Η κρυφή αυτή δίψα πατροκτονίας με την οποία ο Φρόϋντ εξηγεί τη libido διευρύνεται ακόμη περισσότερο με την ιδέα του «Σαδιστή πατέρα», ο οποίος σαν φορέας της βίας επαπειλεί το πρόσωπό «μου» και την ακεραιότητά του και συνεπώς πρέπει να εκμηδενισθεί για να μπορέσω να υπάρξω «εγώ». Η ίδια ιδέα, μεταφερόμενη σε κάθε αυθεντία και ιδιαίτερα στο Θεό ως πηγή κάθε αυθεντίας επομένως και της παιδαγωγικής, αποκτά έτσι μεταφυσική σημασία και εκφοβιστικές διαστάσεις. Δίνεται η εντύπωση ότι η ατομική βόμβα εξερράγη πρώτα μέσα στον άνθρωπο και αμέσως μετά στη Χιροσίμα. Ναι μεν είναι έτσι, αλλά μέσα στον εσωτερικό πνευματικό και ψυχικό χώρο του ανθρώπου συμβαίνει πρωτίστως μια διαρκής διεργασία που συγκλονίζει κατά τρόπο αόρατο όλα τα στρώματα και την υφή της ψυχής, τόσο στο ατομικό, όσο και στο συλλογικό πεδίο. Αυτός ο σεισμός εμφανίζεται μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο μέσ’ από την σύγχρονη αθεΐα και εκκοσμίκευση, ιδιαίτερα όμως μέσ’ από την επαναστατική τρομοκρατία που προσλαμβάνει στις μέρες μας παγκόσμιες διαστάσεις. Η εκκοσμίκευση της εποχής μας, ιδίως εκείνη του αθεϊστικού τύπου, όχι μόνον αρνείται τις κληρονομημένες κοινωνικές δομές, αλλά κηρύσσει το Θεό αίτιο όλων των απανθρωποποιητικών κληρονομικών δομών. Η ιδέα περί του Θεού φαίνεται εδώ σαν αποκορύφωμα της αλλοτρίωσης του ανθρώπου απ’ τον εαυτό του. Έτσι, ο σύγχρονος «απελευθερωτικός» αθεϊσμός ιδίως εκείνος μετά τον Έγελο, τον Μαρξ και τον Φρόϋντ εκλαμβάνει τη σχέση Θεού και ανθρώπου σαν σχέση «Κυρίου» και «δούλου». Η ιδέα του Θεού αποτελεί το αποκορύφωμα όλων των απαγορεύσεων και κάθε είδους υποτελείας. Ο Θεός και ο Καίσαρας είναι εικόνα ο ένας του άλλου· γι’ αυτό βασική ανάγκη του ανθρώπου είναι η απελευθέρωσή του απ’ αυτούς τους δύο και από οτιδήποτε προέρχεται απ’ αυτούς.
Το πρόβλημα αυτό είναι βαθύτατο και σοβαρότατο τόσο, ώστε δεν μπορούμε να το αντιπαρέλθουμε εύκολα. Το πατροκτόνο πνεύμα είτε αναφέρεται στο Θεό, είτε στους γονείς, είτε σε οποιαδήποτε αυθεντία και αξία του παρελθόντος, εκδηλώνεται συνειδητά ή υποσυνείδητα με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Πού να βρει κανείς τις ρίζες και τις αιτίες του; Αποτελούν ολόκληρο σύμπλεγμα και είναι δυσδιάκριτες διότι αγγίζουν όλα τα ιστορικά δεδομένα της ύπαρξης του ανθρώπου. Εμείς, εδώ, θα περιορισθούμε μόνο στα βασικά μοτίβα, στις ρίζες της καταστρεπτικής αυτής ορμής και στο πώς να σωθούμε απ’ αυτήν όπως μας αποκαλύπτει, η βιβλική φιλοσοφία της ζωής και η εμπειρία η βασισμένη σ’ αυτήν.

Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς Η θεοκτονία ισούται με την πατροκτονία


1. Σύμφωνα με τη βιβλική αντίληψη, η «Πατροκτονία» ανήκει στην ίδια την ουσία του προπατορικού αμαρτήματος. Η απόπειρα του ανθρώπου να γίνει Θεός με τον απαγορευμένο καρπό και όχι με την εναρμόνιση της θέλησής του και των πράξεών του προς την εντολή και το θέλημα του Θεού, είναι η πρώτη απόπειρα απομάκρυνσης του Θεού απ’ τον κόσμο και τη ζωή· είναι η πρώτη απόπειρα παραγκωνισμού του Θεού απ’ την ανθρώπινη συνείδηση εν ονόματι «της αυτεπαγγέλτου Θεότητος» του ανθρώπου. Αυτή η εκτόπιση του Θεού από τη συνείδηση και τη ζωή, ως λήθη του Θεού και ως ανακήρυξη της εντολής του σε ψευδή εντολή, ισοδυναμεί με «πατροκτονία». Η ουσία κάθε αθεΐας απ’ αυτή την πρώτη μέχρι και την πιο πρόσφατη είναι η θέση: ο Θεός είναι εμπόδιο για την ευτυχία του ανθρώπου. Ο δαιμονικός ψίθυρος του όφεως στην Εύα ότι ο Θεός και ο λόγος Του είναι ψεύδος και ότι η πραγματική ζωή και γνώση βρίσκονται έξω από το Θεό είναι ταυτόσημη με την αντίληψη του Μαρξ και του Σαρτρ ότι ο Θεός αποτελεί την αλλοτρίωση και την «κένωση» του ανθρώπου απ’ την αληθινή του ανθρωπιά, και, ότι ο άνθρωπος έχει ιερό χρέος και να διαψεύσει και να αρνηθεί ένα τέτοιο Θεό χάριν της αξιοπρέπειάς του.
adam-eva2gΤο παρελθόν του ανθρώπου μάς μαρτυρεί ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Κατά τη διάρκεια όλης της γνωστής ιστορίας του ο άνθρωπος βρίσκονταν και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα δίλημμα: πώς να πραγματώσει το νόημα και την πληρότητα της ύπαρξής του; Μέσα από το Θεό ή μέσα από τον εαυτό του και το κτιστό περιβάλλον του; Που σημαίνει: Μέσα από το Θεό και τη χρησιμοποίηση της φύσης και του κόσμου σύμφωνα με την ευλογία Του, ή μέσα από τον ανευλόγητο καρπό, μέσα δηλαδή από τη χρησιμοποίηση της φύσης έξω από το Θεό και παρά την εντολή του Θεού; Αυτός ήταν ο πειρασμός του Αδάμ και της Εύας και, έκτοτε, ο παντοτεινός πειρασμός του ανθρώπου. Στα κατάβαθα της ανθρώπινης συνείδησης και του υποσυνείδητου καθώς και σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ανθρώπου κρύβεται αυτό ακριβώς το δίλημμα σαν πρόκληση της ελευθερίας του. Η «θεοκτονία ίσον πατροκτονία» είναι, λοιπόν, η ουσία της ιστορικής πτώσης του ανθρώπου. Κάθε φορά που ο άνθρωπος εκλέγει για τροφή τον καρπό -όχι ως δώρο Θεού ζωοποιημένο απ’ την ευλογία Του, αλλά σαν ανευλόγητο καρπό απ’ το ξύλο της γνώσης του καλού και του κακού- λησμονεί ότι η εντολή του Θεού είναι η ζωή του ίδιου του καρπού, φονεύει το Θεό μέσα του και αυτοκαταδικάζεται στο θάνατο, πεθαίνει. Πεθαίνει πρώτα πνευματικά και κατόπιν και βιολογικά. Γι’ αυτό η μοναδική βεβαιότητα που συνοδεύει τον ιστορικά δεδομένο άνθρωπο, απ’ τη γέννησή του μέχρι το τέλος της επί γης ζωής του, είναι ότι αυτός είναι ον θνητό, όπως θνητή είναι και η κοιλιά της μητέρας απ’ όπου γεννήθηκε και η γη και οι καρποί της απ’ τους οποίους τρέφεται. Η φθαρτή τροφή υψώνει στη συνείδηση του ανθρώπου τη φθορά και το θάνατο σε αξίωμα βασικού νόμου της ζωής.
2. Αυτή καθ’ εαυτή η πτώση διατάραξε την ανθρώπινη ζωή· έκανε παθολογικό τον τρόπο της ύπαρξης του ανθρώπου, καθώς και της σχέσης του με το Θεό, τον εαυτό του και τον κόσμο. Και επειδή ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και γι’ αυτό στραμμένος προς τον άλλο και δεν μπορεί χωρίς αυτόν, γεννάται απ’ αυτή την παθολογική κατάσταση διττή σχέση προς τον άλλο: είτε δουλική, είτε τυραννική. Η ψευδής ελευθερία αντί να του προσφέρει την απελευθέρωση, όπως περίμενε εξαπατημένος από τον δαίμονα, τον παραδίδει αναγκαστικά στην τυραννία της φύσης και στη δουλεία του θανάτου. Παίρνοντας το δρόμο της «πατροκτονίας» και της βίας κατά του Θεού και της εντολής Του, ο άνθρωπος μολύνεται απ’ την τυραννική ψυχολογία: μεταβάλλεται σε ναρκισσευόμενο τύραννο, που διακατέχεται πλήρως απ’ τον πόθο για φίλαυτη κατοχή οποιουδήποτε βρίσκεται γύρω του. Δούλος και τύραννος ταυτόχρονα. Δούλος μεν και αντάρτης απέναντι στον ισχυρότερο, τύραννος δε απέναντι στον πιο αδύνατο· τυραννία είναι, κατ’ ουσίαν, η άλλη όψη της δουλικής αδυναμίας. Έτσι, ο άνθρωπος κατασκευάζει απ’ αυτό το διεστραμμένο είναι του τόσο τις αυθεντίες του όσο και τους «θεούς» του «κατ’ εικόνα και ομοίωση» δική του.

Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς Ο τιμών τον Υιόν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα


Με την αμαρτία ο άνθρωπος όχι μόνον αθέτησε την εντολή του Θεού, αλλά γέννησε μέσα του ψευδή ιδέα και έννοια του Θεού. Στην πραγματικότητα, η ψευδής ιδέα και έννοια του Θεού είναι ακριβώς και η ουσία της δαιμονικής απάτης. Γι’ αυτό η πτώση του ανθρώπου έγινε και «πτώση» του Θεού, δηλαδή πτώση των θεών που αυτός προσκυνά: στην ανθρώπινη συνείδηση ο Θεός δεν είναι πλέον αυτός που όντως είναι. Η συνείδηση του ανθρώπου βυθισμένη μέσα στον τυραννικό πόθο σκέπτεται μόνον ως μεταπτωτική συνείδηση για κάθε αυθεντία και για το κάθε τι μέσα της και γύρω της.
Και όπως ο άνθρωπος δοκίμασε μόνος, με τη βία να γίνει Θεός, έτσι τώρα και οι αυθεντίες του, ακόμη και οι θρησκευτικές, απαιτούν απόλυτη εξουσία και κυριαρχία και δεν μπορούν να είναι διαφορετικές. Ο Θεός δεν μπορεί πια να είναι για τον άνθρωπο ο φυσικός πατέρας, αλλά μόνον ο «σαδιστής πατέρας». Ο άνθρωπος μπορεί να είναι μόνο δούλος ή «πατροκτόνος» ή αντάρτης. Έτσι η σχέση ανάμεσα στο Θεό, στη φύση και στον άνθρωπο, μεταβάλλεται σε απεγνωσμένο αγώνα για επικράτηση. Πρέπει να γίνει ο άλλος δούλος ή, αν δεν το θέλει αυτό, να εξαφανισθεί. Αυτό το πατροκτόνο πνεύμα σφραγίζει ανεξίτηλα όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και όλη την ιστορική πραγματικότητα μέχρι σήμερα. Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι μία μόνο από τις εκδηλώσεις και ένα από τα δηλητηριώδη άνθη που φυτρώνουν απ’ το σκοτεινό υπέδαφος της «πατροκτονίας» που συνέβη στον Παράδεισο. (Καθόλου δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς το βιβλικά προσδιορισμένο υποσυνείδητο του Φρόϋντ ανύψωσε, πρώτο αυτό, τον ελληνικό μύθο σε επίπεδο καθολικής αρχής). Γι’ αυτό, η ψευδής αυτή ιδέα περί Θεού: κοινωνία, εξουσία, κύριος, πλούσιος, δάσκαλος, πατέρας, όλ’ αυτά, γίνονται αυθεντίες που φυτρώνοντας σε μια τέτοια αφύσικη ατμόσφαιρα πιέζουν τον άνθρωπο και προκαλούν έτσι εναντίον τους, την ανταρσία του.
ag-triada-23. Αν πρόκειται λοιπόν για ανταρσία εναντίον ενός τέτοιου Θεού και, γενικά, τέτοιου είδους αυθεντιών, τότε αυτή είναι πράγματι δικαιολογημένη, διότι πρόκειται για ανταρσία κατά του ψευδούς Θεού. Αυτή πλέον δεν είναι ανταρσία κατά του Πατρός αλλά πράγματι ανταρσία κατά του «σαδιστή πατέρα». Το αδιαφανές έρεβος της αμαρτίας και το «σώμα της αμαρτίας» συσκότισαν την πρόσβαση προς τον αληθινό Θεό και κάλυψαν τη θέση του με είδωλα στων οποίων τη φύση υπάρχει η βία. Στην ανταρσία αυτής της φύσης ο αληθινός Θεός παραμένει άγνωστος και ίσως πίσω από την ανταρσία αυτή να κρύβεται η υποσυνείδητη δίψα για Εκείνον. Γι’ αυτό, η θρησκευτική κατάχρηση της ιδέας της Θεότητας και η δημιουργία αυθεντιών κατά την παραμορφωμένη εικόνα της, καθώς και τα ανοσιουργήματα που έγιναν για την ικανοποίηση μιας τέτοιας Θεότητας, προκάλεσαν άλλοτε, προκαλούν και σήμερα την αθεΐα ως διαμαρτυρία κατά της ψευδούς πίστεως, αλλά και ως κρυφή αποφατική δίψα συνάντησης με τον αληθινό Θεό. Η «πατροκτονία» αυτού του είδους είναι στην πραγματικότητα αναζήτηση της χαμένης πατρότητας απ’ τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Γι’ αυτό έχει δίκιο ο σύγχρονος ποιητής όταν λέγει: Περισσότερο αξίζει η απιστία του Σέκου λα Γκάϊοβ παρά η πίστη του Ρέντζο Γιόξιμοβ. Οι άπιστοι ωραιότερα τον φαντάζονται. (Ματθίας Μπέτσκοβιτς)
Ο άνθρωπος με τα απομεινάρια της αρχικής του υγείας και σωφροσύνης αισθάνεται ότι η κενή θέση του αληθινού Θεού δεν μπορεί να πληρωθεί από κανενός είδους είδωλο ή ημίθεους ενθρονισμένους στο δικό Του θρόνο.
4. Αυτός, ακριβώς, ο αιώνια άγνωστος Θεός και η Πατρότητά Του, η συσκοτισμένη με την πτώση του ανθρώπου είναι η ουσία του Καινοδιαθηκικού ευαγγελισμού και της αποκάλυψης του Χριστού. Ο Θεάνθρωπος φανερώνει τον Πατέρα Του και τον Πατέρα μας αποκαλύπτοντας με τον εαυτό του και το έργο Του τη λησμονημένη σχέση του Θεού και του ανθρώπου καθώς και των ανθρώπων μεταξύ τους. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι η Εκκλησία του Θεανθρώπου είναι η Εκκλησία, του «Πάτερ ημών» και των Αγίων Πατέρων. Κι αυτό συμβαίνει διότι είναι η εκκλησία του μονογενούς Υιού: μόνον όποιος γνωρίζει Εκείνον, γνωρίζει και τον Πατέρα (πρβλ. Ιωάν. 8,19) και «ο τιμών τον Υιόν τιμά τον πατέρα τον πέμψαντα» Αυτόν (Ιωάν. 6, 46) και μόνον όποιος βλέπει Εκείνον, βλέπει και τον Πατέρα Του, διότι ο Πατήρ είναι εν Αυτώ και Αυτός είναι εν τω Πατρί (Ιωάν. 10, 38).

Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς Το μυστήριο του θείου «Είναι» αποτελεί το άφατο μυστήριο της αγάπης


Η αλήθεια αυτή, ότι ο Υιός είναι η αποκάλυψη του Πατρός, μαρτυρεί πως χωρίς την εμβάθυνση στο μυστήριο της Υιότητος είναι αδύνατο να εμβαθύνει κανείς στο άγιο μυστήριο της πραγματικής πατρότητας. Η πατρότητα και υιότητα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους με δεσμούς της εδώ και της επέκεινα ζωής, είναι μυστήριο διττό και ενιαίο συγχρόνως. Στην ιστορική ανθρώπινη πραγματικότητα η πατρότητα και η υιότητα βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, καθώς είδαμε, ώστε συχνότατα η μεν να αρνείται και να αποκλείει την δε. Γιατί, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο αποδίδεται σ’ αυτές τέτοια αναντικατάστατη σημασία; Αναμφίβολα, διότι μέσα στην αληθινή πατρότητα και υιότητα κρύβονται και αποκαλύπτονται οι λησμονημένοι νόμοι της ζωής και της ύπαρξης, οι οποίοι όταν διαταραχθούν, οδηγούν αναπόδραστα στη διαταραχή των πάντων. Ενώ όταν αρχίσουν να λειτουργούν σύμφωνα με τη φύση τους, το παν αποκτά τη δεδομένη και συγχρόνως ζητούμενη αρμονία.
gethsimaniΠοιά είναι αυτή η αιώνια σχέση του Πατρός και του Υιού, που πάνω της βασίζονται οι υγιείς νόμοι του είναι; Ο Υιός, ο αιώνιος Λόγος του Θεού, αφ’ ενός μεν αποκαλύπτει την ταυτότητά Του προς τον Πατέρα («Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν», Ιωάν. 10, 30) αφ’ ετέρου δε φανερώνει το παράδοξο μυστήριο της απέραντης ταπείνωσής Του ενώπιον του Πατρός, και, της άπειρης υπακοής Του προς τον Πατέρα και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να ισχυρίζεται: «Ο Πατήρ μου μείζων μου έστι» (Ιωάν. 14, 28). Αποκαλύπτοντας ο Υιός, το αιώνιο ομοούσιο και ομοδύναμον Αυτού προς τον Πατέρα, λέγει: «Πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά έστι» (Ιωάν. 16.15).
Σε άλλο πάλι σημείο, μεγαλύνοντας αγαπητικώς τον Πατέρα, προσθέτει: «Η εμή διδαχή ουκ έστιν εμή, αλλά του πέμψαντός με» (Ιωάν. 7,16). Ο σκοπός των λόγων Του αυτών είναι να αποδείξει μεν την αλήθεια της διδασκαλίας Του και να καταδείξει Εαυτόν ως μάρτυρα του Πατρός, αλλά και να δείξει το θαυμαστό μυστήριο της αιώνιας πατρότητας, η οποία είναι η πηγή της αιώνιας Υιότητάς Του και της θεανθρώπινης διδασκαλίας Toυ. Εξαίροντας τον Πατέρα και το θέλημα του Πατρός, ο Υιός σαν να συγκαλύπτει τον εαυτόν Του, ταυτίζοντας το θέλημά Του με το θέλημα του Πατρός: «Ου ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός» (Ιωάν. 5,30). Ακόμη και κατά τις στιγμές της φοβερής θλίψης και της βαθιάς εγκατάλειψης στη Γεθσημανή, ο Υιός απευθύνεται προς τον Πατέρα: «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39) και προσθέτει: «Πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ εμού, εάν μη αυτό πίω, γεννηθήτω το θέλημά σου» (Ματθ. 26, 42). Η πιστότητα λοιπόν του Υιού προς τον Πατέρα Του είναι άπειρη: αυτή είναι η ουσία και το πλήρωμα της Υιότητάς Του. Για εκείνον η άρνηση του θελήματος του Πατρός και της Πατρότητας ως δικής του πηγής και εκβολής θα ισοδυναμούσε με την άρνηση του ίδιου του εαυτού Του, με την εκμηδένιση δηλ. του Είναι Του.
Τί φανερώνεται μέσα απ’ αυτή την πιστότητα του Υιού με τον Πατέρα και απ’ αυτή την αμοιβαία σχέση Τους; Φανερώνεται, στην πραγματικότητα, ότι το μυστήριο του θείου Είναι αποτελεί το άφατο μυστήριο της αγάπης. Μόνον η απεριόριστη αγάπη γνωρίζει να ομιλεί έτσι όπως ομιλεί ο Υιός για τον αιώνιο Πατέρα Του. Ο βασικός νόμος κάθε αληθινής αγάπης είναι να μεγαλύνει τον αγαπημένο. Όσο βαθύτερη και ειλικρινέστερη είναι η αγάπη τόσο και το μεγαλυνάριο γίνεται υψηλότερο. Σε τέτοια υιότητα είναι άγνωστος ο αγώνας για εξουσία και επικράτηση, διότι η εξουσία και η δύναμη του Πατρός και του Υιού είναι μία, διότι όλη η αγάπη του Πατρός είναι επί του Υιού και εν τω Υιώ και όλος ο Υιός είναι εν τω Πατρί, εκ του Πατρός και χάριν του Πατρός. Η ολοκληρωτική αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής» (Α Κορ. 13,5), ούτε υπεξαίρεται: η ουσία και η καρδιά της είναι η άρρητη καθολική προσφορά του εαυτού μας στον Άλλον, στον Πατέρα δηλαδή και σ’ ότι είναι εκ του Πατρός και συνοδού τω Πατρί.

Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς Η ενότητα του Πατρός και του Υιού και η κλήση προς εμάς να γίνουμε όλοι ένα μέσω του Αγ. Πνεύματος


Εμείς οι άνθρωποι έχουμε συνηθίσει να σκεπτόμαστε για τον εαυτό μας και την αξιοπρέπειά μας με τις κατηγορίες του πεπτωκότος ανθρώπου, βασισμένες πάνω στο χωρισμό, στην αυταλλοτρίωση, στην ατομικοποίηση, στην αυτάρκεια, στον κατακερματισμό, στον ναρκισσισμό. Η θεία όμως Αγάπη που αποκαλύπτεται εν τω Μονογενή Υιώ και εν τη ολότητι Αυτού, ευρίσκει το πλήρωμά της και την τελειοποίησή της στον Άλλον, αυξάνει δι’ Εκείνου επ’ άπειρον, επειδή είναι ομοούσιος ή μάλλον μία και η αυτή προς την Αγάπη του Πατρός, αφού εξ αυτής γεννήθηκε και μέσ’ από αυτήν ξεχύθηκε στον κόσμο.
ag-triada5. Μέσα σ’ αυτή την πατρότητα και υιότητα κρύβεται το χαρμόσυνο και αιώνιο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξής μας. Δεδομένου ότι αυτή η σχέση είναι αναπόσπαστο μέρος του μυστηρίου της Θείας Υπάρξεως, είναι φυσικό ν’ αναζητούμε σ’ αυτήν και να βρίσκουμε τον ομαλό ρυθμό της ζωής μας η οποία μας έχει δοθεί εκ Πατρός, δι’ Υιού, εν Αγίω Πνεύματι. Η Πατρότητα και Υιότητα ως προσωπικά ιδιώματα του Πατρός και του Υιού και ως τρόπος ύπαρξης του Θεού αποκαλύπτονται εν τω σαρκωθέντι Υιώ ως τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου που έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα και ομοίωση της Αγίας Τριάδος. Και αυτό είναι εντελώς φυσικό, διότι η Αγία Τριάς, ο Θεός μας ο ζωοποιός και ζωοδότης, δεν είναι κάποια αφηρημένη ιδέα κατασκευασμένη με φιλοσοφικό ή οιονδήποτε άλλο τρόπο: Οτιδήποτε είναι και υπάρχει στη γη εν Αυτώ έχει την πηγή και εκβολή του και εν Αυτώ αποκαλύπτει το αίνιγμά του. Αυτό βέβαια ισχύει και για το μυστήριο της ανθρώπινης πατρότητας και υιότητας και όλων των ανθρώπινων σχέσεων.
Αυτό το εκφράζει σαφέστατα ο θεόπνευστος Απόστολος Παύλος με τους εξής λόγους: «Τούτου χάριν κάμπτω τα γόνατά μου προς τον πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εξ ου πάσα πατριά εν ουρανοίς και επί γης ονομάζεται (Εφ. 3,14-15). Η γήινη πατρότητα είναι άρα εικόνα της ουράνιας, από εκείνην αποκτά την ονομασία της, και, με τη μυστική μετοχή σ’ αυτή, την αληθινή της έκφανση και πραγμάτωση. Πώς; Ο μονογενής Υιός, ο γεννώμενος εξ αϊδίου εκ του Πατρός στον οποίο ο Πατήρ πάντα παρέδωκε (πρβλ. Λουκ. 10,22) γίνεται σύμφωνα με τον ίδιον άρρητο νόμο της αγάπης σε σχέση με μας, «ο κοινός Πατήρ ημών» (Γρηγόριος ο Παλαμάς), επειδή μας γεννά δι’ Αγίου Πνεύματος και ύδατος και με τη χαρισματική κοινωνία μας εν τω μυστηρίω της υιότητος Αυτού, μας υιοθετεί τω Θεώ Πατρί. Ενδυόμενοι τον Θεόν, γινόμεθα αδελφοί Του και κατά χάριν υιοί του Πατρός. Γι’ αυτό δεν απευθύνεται ο Υιός προς τον Πατέρα μόνον διά του «Πάτερ μου», εκφράζοντας έτσι την μοναδικότητα της υιότητάς Του ως αιωνίου προσωπικού Του ιδιώματος, αλλά απευθύνεται και διδάσκει κι εμάς ν’ απευθυνόμεθα σ’ Αυτόν διά του «Πάτερ ημών» δωρίζοντας σε μας διά της υιότητάς Του την υιοθεσία για να γίνομε εν και «ομού» καθώς ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον εν εισί (πρβλ. Ιωάν. 17, 11- 21-22).
6.Στην ενότητα του Πατρός και του Υιού και στην κλήση προς εμάς τους ανθρώπους να γίνει η ενότητα αυτή και δικό μας κτήμα, να γίνομε δηλαδή όλοι ένα εν Αυτοίς διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, καθώς και Εκείνοι είναι ένα, σ’ αυτή λοιπόν την ενότητα φανερώνεται και παρέχεται το θαυμαστό μυστήριο της Εκκλησίας ως θεανθρώπινου οργανισμού και κατοικητήριου της Αγίας Τριάδος. Η ενότητα αυτή έχει δοθεί στην Εκκλησία αλλά και απαιτείται απ’ αυτήν να την πραγματώσει. Και δόθηκε μεν, καθ’ όσον περιχωρεί την Εκκλησία η αποκεκαλυμμένη θεία αγάπη και η τριαδική ενότητα· απαιτείται δε καθ’ ότι η Εκκλησία είναι το μυστηριώδες «εργαστήριο» της σωτηρίας μέσα στο οποίο, με το μυστήριο της πατρότητας και της υιοθεσίας (πρβλ. Γαλ. 4,5), οι άνθρωποι γεννώνται και αναγεννώνται πνευματικώς, καθιστάμενοι εν Θεώ. Και όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η σωτηρία και η θεραπεία από την πατροκτόνο ορμή, που δηλητηρίασε την ανθρώπινη συνείδηση και το υποσυνείδητο και γενικά την ιστορική ζωή του ανθρώπου, αφ’ ότου ο Αδάμ και η Εύα περιφρόνησαν την πατρότητα του Θεού και την υιοθεσία τους, σαν ομαλό τρόπο ύπαρξης, ώστε συσκοτίσθηκε σ’ αυτούς η υιότητά τους έναντι του Θεού.

Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Οι αγωνιζόμενοι δικαιώνονται

Ο Θεός μας είναι Θεός αγάπης, ελέους και οικτιρμών. Όπως κάθε πατέρας αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, χαίρεται για την προκοπή τους και θέλει να τα βλέπει να προοδεύουν στην αρετή και η ζωή τους να είναι ομαλή, ειρηνική και ευτυχισμένη, έτσι και ο μεγάλος μας Πατέρας, ο Θεός μας θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι» (Α Τιμ. β 4). Κάθε πατέρας γνωρίζει τα πλεονεκτήματα και τα ελαττώματα των παιδιών του, αφού τα ανατρέφει και τα ζει καθημερινά. Ο Θεός Πατέρας που μας έπλασε και ως Παντεπόπτης μας βλέπει κάθε στιγμή από τον ουρανό, δεν θα γνωρίζει πολύ καλά τις ασθένειες της ανθρώπινης φύσεως και τις πτώσεις μας; Δεν θα γνωρίζει ότι η σάρκα αντιστρατεύεται στο πνεύμα, ότι «το φρόνημα της σαρκός έχθρα εις Θεόν» (Ρωμ. η 6);
pantokrΔεν μας θέλει τέλειους ο Θεός μας, αφού μόνον Εκείνος είναι τέλειος, καθώς μας λέγει «ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός» (Ματ. ιθ 17). Μας θέλει, όμως, αγωνιστές. Μας θέλει να στεκόμαστε στις επάλξεις και να πολεμούμε με τη χάρη Του «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ 12). Την πρόθεσή μας για αγώνα βραβεύει ο Κύριος περισσότερο από τα νικητήρια αποτελέσματά του. «Και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί» ο Κύριος, μας λέγει στον Κατηχητικό του λόγο για την Ανάσταση ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Να πιστεύουμε σ’ Αυτόν και να αγωνιζόμαστε διαρκώς ζητά από εμάς ο Κύριος. Τους πιστούς αγωνιστές θα τους σώσει, θα τους καταστήσει υιούς και κληρονόμους της Βασιλείας Του. Γι’ αυτό μας λέγει ο Απόστολος των εθνών: «Ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σαρξ» (Γαλ. β 16), για να συνεχίσει πιο κάτω: «Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται» (Γαλ. γ 11).
Δεν σώζεται, λοιπόν, ο άνθρωπος μόνο με τα έργα του, όσο καλά και θεάρεστα και αν είναι, αλλά με την πίστη του στο Σωτήρα Χριστό. Το έλεός Του θα μας σώσει· είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στον Παράδεισο. Το έλεός Του, το οποίο μας καταδιώκει και ας μη θέλουμε, ας μην καταβάλλουμε κάθε ικμάδα μας στον αγώνα για τη σωτηρία. Έλεγε ο Γέροντας Γαβριήλ, ο Λυσιώτης, ότι το έλεος του Κυρίου μας τρέχει σαν ελαφρύς άνεμος να μας αγκαλιάσει και εμείς αντί να γύρουμε προς το μέρος του, για να δροσισθούμε και να σωθούμε γυρνάμε προς την άλλη μεριά, για να μας προσπεράσει. Δηλαδή μόνοι μας αρνούμαστε το έλεος του Θεού, το σωτήριο. Ο Ψαλμωδός Δαβίδ λέει: «Το έλεός Σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου» (Ψαλμ. κβ 6). Αφού, λοιπόν, μας επισκιάζει το έλεος του Κυρίου μέχρι τέλους της ζωής μας η σωτηρία μας πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ο Παράδεισος να είναι ανοικτός για εμάς, όταν όμως και εμείς το θέλουμε και αγωνιζόμασθε νόμιμα και μόνιμα.
Σε άλλο Ψαλμό μας το βεβαιώνει αυτό πάλιν ο Δαβίδ: «Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον, τον στεφανούντα σε εν ελέει και οικτιρμοίς» (Ψαλμ. 102, 4). Με το άπειρο έλεός Του ο Κύριος και με το πλήθος των οικτιρμών Του θα μας στεφανώσει με το στεφάνι της ατελεύτητης μακαριότητος. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος στην Επιστολή του, στην οποία μας λέει: «Κατακαυχάται έλεος κρίσεως» (Ιάκ. β 12). Δηλαδή, το έλεος του Κυρίου αποδεικνύεται ισχυρότερο και κατανικά την κρίση Του. Με άλλα λόγια, αν ο Χριστός μας παρουσιάζεται με δύο μορφές, ως δίκαιος και αυστηρός κριτής και ως ελεήμων και φιλάνθρωπος, η δεύτερη μορφή Του θα υπερισχύσει, έτσι ώστε να μας σώσει. Άλλωστε γι’ αυτό σαρκώθηκε ο Θεάνθρωπος, για να πειρασθεί με όλους τους τρόπους, κατά τους οποίους η ανθρώπινη φύση μπορεί να πειράζεται, χωρίς βέβαια να υποπέσει σε αμαρτία, και τούτο για να συμπαθήσει τις φυσικές μας αδυναμίες, καθώς ομολογεί ο μέγας Παύλος: «Ουκ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας» (Εβρ. δ 15).
Αφού, λοιπόν, ο Θεός μας είναι ευσυμπάθητος και ελεήμων και η ελεημοσύνη Του υπερνικά την κρίση Του, σίγουρα, οι πιστοί θα πάνε όλοι στον Παράδεισο. Λέγω οι πιστοί, γιατί μας λέει πάλιν ο Δαβίδ: «Το έλεος Αυτού επί τους φοβουμένους Αυτόν» (Ψαλμ. 102, 11). Το έλεος του Θεού θα αγκαλιάζει αυτούς που τον αγαπούν, που τον σέβονται, που τον ευλαβούνται. Και αυτοί θα γίνουν κληρονόμοι της Βασιλείας Του. Αν, λοιπόν, πιστεύουμε στο Θεό και αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα, τότε δεν φοβούμεθα. «Θαρσείτε» (Ιωάν. ιστ 33) και χαίρετε, μας λέγει ο Ευαγγελιστής της αγάπης, ο επιστήθιος και ηγαπημένος, ο Άγιος Ιωάννης, ο Θεολόγος. Ο Παράδεισος μας περιμένει! Ο Παράδεισος μας περιμένει όλους τους αγωνιστές. Κανείς μας ας μη θλίβεται και ας μην απογοητεύεται. Μόνο στην προσευχή μας καθημερινά να επαναλαμβάνουμε τα λόγια των Αποστόλων: «Πρόσθεν ημίν πίστιν» (Λουκ. ιζ 5), Κύριε. Πρόσθεσέ μας πίστη· με τη χάρη Σου αύξησέ μας την πίστη, Κύριε, και αξίωσέ μας μέχρι την τελευταία στιγμή να αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα της πίστεως!

Μοναχός Αρσένιος Σκήτη Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους Η αυτομεμψία στην εν Χριστώ ζωή

Οι Άγιοι πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως το να πέσει ο άνθρωπος στην αμαρτία είναι ανθρώπινο, αλλά το να παραμένει συνεχώς στην αμαρτία εκουσίως είναι δαιμονικό και κολάσιμο. Η λέξις αμαρτία σημαίνει ο εκούσιος εκτροχιασμός από το στόχο, σημαίνει εκούσια αποτυχία, επίσης αμαρτία σημαίνει το να πράττει ο άνθρωπος παν ότι μισεί ο Τριαδικός Θεός μας. Για οποιαδήποτε αμαρτία που πράττει ο άνθρωπος έχει ο ίδιος την ευθύνη εξ’ ολοκλήρου.
Ο εχθρός διάβολος δεν έχει καμία εξουσία να σπρώξει στην αμαρτία τον άνθρωπο και ειδικά τον ορθόδοξο χριστιανό, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει κι έχει το ελεύθερο είναι να προσβάλει το νου μας με πονηρές σκέψεις και φαντασίες. Όμως εάν στην πρώτη προσβολή που μας κάνει ο διάβολος εμείς δεν υπακούσουμε, τότε δεν κινδυνεύουμε να πράξουμε την αμαρτία που είναι ο στόχος του πονηρού. Αν όμως δεχθούμε την προσβολή που είναι μια πονηρή σκέψη για ένα πράγμα, τότε σιγά-σιγά οδηγούμαστε στην διάπραξη της αμαρτίας. Άρα λοιπόν, ο ίδιος ο άνθρωπος έχει πλήρη την ευθύνη της αμαρτίας που διέπραξε, κανείς δεν τον ανάγκασε.
automempsia2
Όλα αυτά τα λέω, διότι στις μέρες μας, ακούμε πάρα πολλά παράξενα, δηλαδή πολλοί άνθρωποι, ορθόδοξοι χριστιανοί, προσπαθούν να αποδείξουν, πως δεν φταίνε αυτοί οι ίδιοι που διέπραξαν την αμαρτία, αλλά την ευθύνη την έχει κάποιος άλλος και όχι αυτοί οι ίδιοι. Και πολλές φορές, ακόμα και στην εξομολόγηση που πάνε, ενώ ομολογούν πως έκαναν οι ίδιοι την αμαρτία, δεν παραδέχονται όμως ότι φταίνε οι ίδιοι. Όχι, αλλά πως τους παρέσυρε κάποιος άνθρωπος ή κάποια περίεργη κατάσταση. Έτσι δυστυχώς, παρά πολλοί πνευματικοί πατέρες της Εκκλησίας μας που εξομολογούν δυσκολεύονται κι υποφέρουν από τέτοιους ανθρώπους, κυρίως από γυναίκες που φοβούνται να πάρουν την ευθύνη της διαπράξεως της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τους διαβάσουν συγχωρητική ευχή. Διότι η συγχωρητική ευχή δίνεται από τον πνευματικό μόνο σε όσους ομολογήσουν με συντριβή και μετάνοια το αμάρτημά τους και ομολογήσουν ότι αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι της αμαρτίας. Διότι αν είναι άλλος, ο οποίος ευθύνεται για την αμαρτία που οι ίδιοι διέπραξαν, τότε πρέπει να έρθει εκείνος να λάβει συγχώρηση! Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως περιπλέκονται πολύ τα πράγματα, όταν δεν παραδεχτούμε την ευθύνη των πράξεών μας.
Το δυσάρεστο αυτό γεγονός έγινε πρώτα μέσα στον Παράδεισο από τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα. Ενώ οι πρωτόπλαστοι πήραν την εντολή από τον Θεό μας να μην φάγουν από τον απαγορευμένο καρπό, αυτοί όχι μόνο φάγανε, αλλά αρνήθηκαν να πάρουν την ευθύνη της αμαρτίας πάνω τους. Ο δε Αδάμ, στην ερώτηση που του έκανε ο Θεός, αν έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό, απάντησε πως δε φταίει ο ίδιος, αλλά η γυναίκα που του έδωσε, αυτή τον παρέσυρε. Και η Εύα απάντησε με τον ίδιο τρόπο, πως το φίδι την παρέσυρε!! Και το αποτέλεσμα ήταν ότι εκδιώχθησαν από τον Παράδεισο.
Βλέπουμε τελικά, πως δεν τους ωφέλησαν καθόλου οι δικαιολογίες του Αδάμ και της Εύας, αλλά αντιθέτως εκδιώχθησαν από τον Παράδεισο. Και όπως μας λένε οι Άγιοι πατέρες, ο Θεός μας όταν τους ρώτησε αν έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, τους έδινε αφορμή και καιρό μετανοίας, αφού εκ των προτέρων ο Θεός γνώριζε την πτώση τους. Κι αφού γνώριζε την πτώση τους, γιατί τους ρωτούσε αν έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό; Μα γι’ αυτό ακριβώς, επειδή μόνο η ομολογία και η μετάνοια θα τους έσωζε, γι’ αυτό τους έδωσε αφορμή και χρόνο, αλλά δυστυχώς και ο Αδάμ και η Εύα εδικαίωσαν τον εαυτό τους και χάσανε τη δικαίωση τους από τον Θεό μας, με αποτέλεσμα να γίνουν τα γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε. Και για χάρη αυτής της συμφοράς του Αδάμ και της Εύας χρειάστηκε το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός να πάρει σάρκα και οστά για να σώσει τον Αδάμ και την Εύα μαζί με όλο το ανθρώπινο γένος από τα δεσμά του παμμόχθηρου Άδου.

Αββάς Δωρόθεος Ελεήμων: ο αυθεντικός μιμητής του Θεού


Πρέπει να μάθει κανείς το αγαθό αυτό της ελεημοσύνης, πόση Χάρη κρύβει, γιατί η ελεημοσύνη είναι μεγάλη και μπορεί η ίδια να εξαλείψει και αμαρτίες καθώς λέει ο Προφήτης: «Το λύτρο για την εξαγορά του ανθρώπου είναι τα ίδια του τα πλούτη» (Παρ. 13, 8). Και αλλού επίσης λέει: «Με ελεημοσύνες εξαγόρασε τις αμαρτίες σου» (Δαν. 4, 24). Και ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Να γίνετε οικτίρμονες, όπως και ο ουράνιος Πατέρας σας είναι οικτίρμων» (Λουκ. 6, 36). Δεν είπε: «Νηστεύετε, όπως ο ουράνιος Πατέρας σας νηστεύει», ούτε πάλι είπε: «Να μην έχετε περιουσία, όπως και ο ουράνιος Πατέρας σας δεν έχει». Αλλά τι λέει; «Να γίνετε οικτίρμονες, όπως ο ουράνιος Πατέρας σας είναι οικτίρμων». Γιατί ιδιαίτερα μ’ αυτήν την αρετή ο άνθρωπος μιμείται το Θεό[3].
Jesus Writing on the sand
Αυτή είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αγάπης Του. Πρέπει λοιπόν όπως είπαμε, σ’ αυτό το σκοπό να συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πάντοτε, ώστε ό,τι κάνουμε να το κάνουμε με επίγνωση. Υπάρχει βέβαια πολλή διαφορά και στο σκοπό της ελεημοσύνης. Κάνει κανείς ελεημοσύνη για να ευλογηθεί το χωράφι του και ο Θεός το ευλογεί. Άλλος κάνει ελεημοσύνη για να σωθεί το πλοίο του και ο Θεός το σώζει. Άλλος την κάνει για τα παιδιά του και ο Θεός φυλάει τα παιδιά του. Άλλος την κάνει για να δοξαστεί και ο Θεός τον δοξάζει. Και δεν παραβλέπει ο Θεός κανέναν, αλλά αυτό που θέλει καθένας αυτό και του δίνει. Αρκεί να μην βλάπτεται απ’ αυτό η ψυχή του. Αλλά όλοι αυτοί έχουν πάρει ήδη το μισθό τους, γιατί δεν έδωσαν περιθώρια στο Θεό να τους δώσει κάτι παραπάνω, επειδή ο σκοπός που έβαλαν, δεν ήταν η ωφέλεια της ψυχής τους. Για να ευλογηθεί το χωράφι σου το έκανες; Ο Θεός το ευλόγησε. Για τα παιδιά σου το έκανες; Ο Θεός τα φύλαξε. Για να δοξαστείς το έκανες; Σε δόξασε. Τι σου χρωστάει ακόμα ο Θεός; Σε πλήρωσε για ό,τι έκανες.
Είναι και άλλος που κάνει ελεημοσύνη για να γλυτώσει από την κόλαση. Αυτός την κάνει για την ψυχή του, αυτός ενεργεί «κατά Θεόν», πλην όμως δεν κάνει και όπως ακριβώς θέλει ο Θεός. Ακόμα βρίσκεται στη δουλική κατάσταση. Γιατί ο δούλος δεν κάνει το θέλημα του Κυρίου του, επειδή και ο ίδιος το θέλει, αλλ’ επειδή φοβάται μήπως τιμωρηθεί. Και αυτός κατά τον ίδιο τρόπο ελεεί για να γλυτώσει από την κόλαση και ο Θεός τον γλυτώνει απ’ αυτήν. Άλλος ελεεί για να πάρει μισθό. Αυτός ο σκοπός είναι ανώτερος από τον πρώτο, αλλ’ ούτε αυτός δεν είναι ακόμα, όπως ακριβώς θέλει ο Θεός. Γιατί δεν βρίσκεται ακόμα από πλευράς ψυχικής διαθέσεως στην κατάσταση του υιού. Αλλ’ όπως ακριβώς ο μισθωτός δεν κάνει το θέλημα του αφεντικού του, παρά μόνο και μόνο για να πάρει απ’ αυτόν μισθό και να έχει κέρδη, έτσι και αυτός ελεεί για να πάρει μισθό.
Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων που μας οδηγούν στο να κάνουμε το καλό, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Αυτά νομίζω ότι και άλλη φορά σας τα είπα. Κάνουμε το καλό ή γιατί φοβόμαστε την κόλαση και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου ή για να πάρουμε μισθό και έχουμε την κατάσταση του μισθωτού ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού. Γιατί ο υιός δεν κάνει το θέλημα του πατέρα του από φόβο, ούτε γιατί θέλει να πάρει απ’ αυτόν μισθό, αλλά επειδή θέλει να τον διακονήσει, να τον τιμήσει και να τον αναπαύσει. Και εμείς έτσι πρέπει να κάνουμε την ελεημοσύνη, για την ίδια την αρετή, συμμετέχοντας στις δυσκολίες των άλλων, σαν να ήταν μέλη του σώματός μας. Να διακονούμε κάποιον σαν να απολαμβάνουμε εμείς οι ίδιοι τον καρπό της διακονίας μας. Να δίνουμε έτσι σαν να είμαστε εμείς οι ίδιοι που παίρνουμε. Αυτή είναι η ελεημοσύνη που γίνεται με επίγνωση. Έτσι, όπως είπαμε, βρισκόμαστε στην ψυχική κατάσταση του υιού.

Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ, Λόγιος Τελικά οι άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους!

Η πληρότητα του φωτός είναι προσιτή μόνο σε μια μειονότητα. Δύσκολα τη δέχεται η ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό η αυστηρότητα, ο φανατισμός και η σκληρότητα χαρακτηρίζουν συχνά τους Χριστιανούς στην ιστορία. Ο άνθρωπος αφομοιώνει ένα μέρος της αλήθειας και ικανοποιείται. Έχοντας την ικανότητα να διαστρέφει τα πάντα, μετατρέπει κι αυτή την απόλυτη αλήθεια σε όργανο των παθών του. Οι μαθητές που βρίσκονταν κοντά στο θείο Διδάσκαλο και δέχονταν το φως που εκχυνόταν από την προσωπικότητά Του «παραμόρφωσαν» κι οι ίδιοι ως ένα σημείο το Χριστιανισμό. Κατάλαβαν πολλές φορές την αλήθεια του Χριστού με τον τρόπο τους, υπερβολικά ανθρώπινα και την προσάρμοσαν στην περιορισμένη εβραϊκή τους αντίληψη.
μικρογραφία, κωδ.602, 13ος αι. Ι.Μ.Μ.Β
μικρογραφία, κωδ.602, 13ος αι. Ι.Μ.Μ.Β
Το πρόβλημα γενικά παρουσιάζεται άστοχα, όταν επικρίνεται ο Χριστιανισμός του Μεσαίωνα και κατηγορείται η χριστιανική πίστη για τις πυρές της Ιερής Εξέτασης, το φανατισμό, την αυστηρότητα και τη σκληρότητα. Η επίθεση ενάντια στο μεσαιωνικό Χριστιανισμό ξεκινά από μια διαπίστωση αναμφισβήτητων γεγονότων και δεν είναι διόλου μια επίθεση ενάντια στον καθαρό Χριστιανισμό, αλλά μάλλον ενάντια στους ανθρώπους, τους Χριστιανούς. Τελικά άνθρωποι χτυπιούνται μεταξύ τους.
Η θεοκρατική αρχή ήταν αποκλειστικότητα του Ρωμαιοκαθολικισμού του Μεσαίωνα. Χάρη σ’ αυτήν την αρχή η Εκκλησία αντιμετωπιζόταν σαν κράτος. Η ίδια αρχή πρόσφερε στους Πάπες μια ολότελα κοσμική εξουσία. Για τη σκληρότητα όμως και τη μεσαιωνική αναλγησία είναι υπεύθυνη η βάρβαρη φύση του ανθρώπου κι όχι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Την εποχή εκείνη ο κόσμος ήταν επιρρεπής στην αναρχία, γιατί διακατεχόταν από άγρια και αιμοδιψή ένστικτα. Η Εκκλησία προσπαθούσε να τον οργανώσει, επιχειρούσε να τον δαμάσει και να τον εκχριστιανίσει. Αλλά πάντοτε δεν το πετύχαινε, γιατί ήταν μεγάλη η αντίσταση της ανθρώπινης φύσης που έμεινε μακριά από το φως. Ο κόσμος του Μεσαίωνα ήταν μόνο τυπικά χριστιανικός, αφού στην ουσία του, ήταν μισός χριστιανικός και μισός ειδωλολατρικός. Η ίδια η εκκλησιαστική ιεραρχία ήταν στο σύνολό της αμαρτωλή, αφού έκανε το παν για να περάσει τα ανθρώπινα πάθη της στη ζωή της Εκκλησίας. Ήταν φανερά κενόδοξη και πολύ συχνά παραμόρφωνε την αλήθεια του Χριστού. Πάντως το θείο στοιχείο έμεινε άθικτο στην Εκκλησία και συνέχιζε να φωτίζει τους ανθρώπους. Η ευαγγελική φωνή του Χριστού αντηχούσε πάντοτε στην αυθεντική της καθαρότητα. Χωρίς την Εκκλησία και το Χριστιανισμό ο μεσαιωνικός απάνθρωπος και αιμοχαρής κόσμος θα πνιγόταν στο αίμα και θα χανόταν οριστικά ο πνευματικός πολιτισμός. Γιατί ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός πολιτισμός διατηρήθηκε από την Εκκλησία στο υψηλό επίπεδο που έφτασε, και μ’ αυτό μεταδόθηκε από την Εκκλησία στο νέο κόσμο. Οι μοναδικοί σοφοί, φιλόσοφοι και διανοούμενοι του Μεσαίωνα ήταν μοναχοί. Χάρη στο Χριστιανισμό έγινε δυνατή η διαμόρφωση του τύπου του «ιππότη», στον οποίο ημέρεψαν κι εξευγενίστηκαν η σκληρότητα κι η αγριότητα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνώρισε την Ιερή Εξέταση, ούτε και παρόμοιες βιαιότητες στα θέματα πίστης και συνείδησης. Ο φανατισμός δεν τη χαρακτήρισε άμεσα. Το ιστορικό της αμάρτημα οφείλεται στην υπέρμετρα μεγάλη της υποταγή στην εξουσία της Πολιτείας. Οι παραμορφώσεις και τα ανθρώπινα αμαρτήματα υπήρχαν και στη Ρωμαιοκαθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά οι πλάνες του Χριστιανισμού σ’ ολόκληρο τον κόσμο ήταν πάντοτε πλάνες των Χριστιανών και προέρχονταν ουσιαστικά απ’ την ανθρώπινη αδυναμία τους. Αν δεν ζείτε σύμφωνα με την αλήθεια και την παραμορφώνετε, θα κατακριθείτε σεις οι ίδιοι κι όχι η αλήθεια.
Οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερία και τη θέλουν μόνον όταν υποχρεώνονται για το καλό. Δεν παύουν όμως να κατηγορούν το Θεό για τις συνέπειες της απεριόριστης ελευθερίας που τους πρόσφερε.
Ποιός λοιπόν είναι υπεύθυνος για το ότι η ανθρώπινη ζωή είναι πνιγμένη στο κακό; Ο Χριστιανισμός ή ο Χριστός;
Ο Χριστός ποτέ δεν δίδαξε αυτό που επικρίνεται και απορρίπτεται στο Χριστιανισμό. Αν οι άνθρωποι είχαν ακολουθήσει τις εντολές Του, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να επαναστατούν ενάντια στη χριστιανική θρησκεία.
Στον Wells υπάρχει ένας διάλογος ανάμεσα στους ανθρώπους και το Θεό. Οι άνθρωποι διαμαρτύρονται στο Θεό για τις δυστυχίες, τους πόνους, τους πολέμους και τις καταχρήσεις, που γεμίζουν τη ζωή τους και την κάνουν ανυπόφορη, κι ο Θεός τους απαντά: «Αν αυτό δε σας ευχαριστεί, μη το κάνετε». Ο διάλογος αυτός, αξιόλογος για την απλότητά του, είναι πολύ διδακτικός. Ο Χριστιανισμός συγκρούεται στον κόσμο με την ανήκουστη αντίδραση των δυνάμεων του κακού, παλεύει μ’ ένα σκοτεινό κόσμο. Μπροστά του ορθώνονται όχι μόνο το ανθρώπινο, αλλά και το υπέρ-ανθρώπινο κακό. Οι δυνάμεις του άδη ξεσηκώνονται ενάντια στο Χριστό και την Εκκλησία. Οι δυνάμεις όμως αυτές εργάζονται όχι μόνον έξω από την Εκκλησία και το Χριστιανισμό, αλλά και μέσα τους με τελικό σκοπό να καταστρέψουν την πρώτη και να εκφυλίσουν τον δεύτερο. Η βδελυρότητα, που είναι η αιτία της φθοράς, κυριαρχεί και στο χώρο του ιερού, αλλά δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο ιερή, εκεί μέσα ακτινοβολεί περισσότερο. Αν οι άνθρωποι διέθεταν καθαρή πνευματική δράση, χωρίς αμφιβολία θα καταλάβαιναν πως σταυρώνουν το Χριστό, όταν διαστρέφουν το Χριστιανισμό και τον αναθεματίζουν για το κακό που δεν ευθύνεται. Ο Χριστός χύνει αιώνια το αίμα του για τις αμαρτίες του κόσμου, για τις αμαρτίες κι εκείνων που τον αγνοούν και τον σταυρώνουν.
Κανείς δεν μπορεί να κρίνει την Αλήθεια σύμφωνα με τη λογική των ανθρώπων και γενικά σύμφωνα με τα κριτήρια των πιο κακών απ’ αυτούς. Πρέπει την αλήθεια να τη δεις κατά πρόσωπο, για να δεις το φως που ακτινοβολεί. Πρέπει να κρίνουμε τη χριστιανική πίστη από τους Αποστόλους, τους μάρτυρες, τους ήρωες και τους αγίους της, κι όχι από τη μάζα των μισών Χριστιανών και μισών ειδωλολατρών που κάνουν το παν για να παραμορφώσουν την εικόνα της στον κόσμο.
Στη χριστιανική ανθρωπότητα επιφυλάχτηκαν δυό μεγάλες δοκιμασίες, η δοκιμασία του διωγμού κι η δοκιμασία του θριάμβου. Οι Χριστιανοί ξεπέρασαν την πρώτη και έγιναν μάρτυρες και ήρωες. Θριάμβευσαν στην αρχή του Χριστιανισμού, αφού υπέμειναν τους διωγμούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ξεπερνούν ανάλογους διωγμούς στη Ρωσία, καθώς βασανίζονταν από την κομμουνιστική καταδίωξη. Όμως είναι πιο δύσκολο να αντέξει κανείς τη δοκιμασία του θριάμβου. Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος γονάτισε μπροστά στο Σταυρό κι ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, τότε άρχισε μια περίοδος δοκιμασίας του θριάμβου. Κι οι Χριστιανοί άντεξαν τη δοκιμασία αυτή με πιο πολλές απώλειες σε σχέση με το διωγμό.
Συχνά οι ίδιοι οι διωκόμενοι μεταμορφώθηκαν σε διώκτες. Αφέθηκαν μόνοι τους στον πειρασμό της εξουσίας και της κυριαρχίας του κόσμου. Τότε πέρασαν στο Χριστιανισμό παραμορφώσεις που έγιναν στη συνέχεια πηγές κατηγοριών ενάντια σ’ αυτόν. Αλλά δεν είναι υπεύθυνη η χριστιανική πίστη γι’ αυτό που, από τη χαρά του θριάμβού τους στον κόσμο, δεν κατάλαβαν οι άνθρωποι. Ο Χριστός ξανασταυρώθηκε για άλλη μια φορά από εκείνους που θεωρούνταν υπηρέτες Του στη γη και ξέχασαν ποιό Πνεύμα τους είχε ενδυναμώσει.
(Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμός και Κοινωνική πραγματικότητα, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ.235-239).

Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ, Λόγιος Πρέπει να είσαι απαιτητικός;

Οι άνθρωποι της εποχής μας, που βρίσκονται μακριά από το Χριστιανισμό, υποστηρίζουν με πείσμα πως η χριστιανική Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται από τέλειους και άγιους ανθρώπους. Οι ίδιοι αυτοί κατηγορούν την Εκκλησία ότι προσφέρει καταφύγιο στους αμαρτωλούς, σε ατελείς ψυχές, σε ψευδοχριστιανούς. Είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα ενάντια στο Χριστιανισμό. Αλλά το επιχείρημα αυτό δεν κατανοεί τη φύση της Εκκλησίας και τελικά λησμονεί την ουσία της, γιατί η Εκκλησία πριν απ’ όλα υπάρχει για τους αμαρτωλούς, τους ατελείς και τους ελεεινούς. Κατεβαίνει στον κόσμο και μοχθεί ανάμεσα στα καταποντισμένα από την αμαρτία στοιχεία. Ουράνια κατά την καταγωγή και αιώνια κατά την αρχή της εργάζεται στο χώρο και το χρόνο χωρίς να ξεφεύγει στα άκρα, δηλαδή μακριά από τον αμαρτωλό κόσμο ή αδιάφορη για τα βάσανά του. Βασική της υποχρέωση είναι η βοήθεια κι η σωτηρία του κόσμου για την αιώνια ζωή, η εξύψωσή του στον ουρανό.
Η ουσία του Χριστιανισμού βρίσκεται στη συνάντηση της αιωνιότητας και του χρόνου, του ουρανού και της γης, του θείου και του ανθρώπινου, κι όχι στην απομάκρυνσή τους. Το ανθρώπινο και το πρόσκαιρο δεν μπορεί να αγνοηθεί και να παραμεληθεί, αλλά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού εμφανίστηκε μια αιρετική κίνηση που ονομαζόταν «μοντανισμός». Η κίνηση αυτή δίδασκε πως η Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται αποκλειστικά από τέλειες και άγιες υπάρξεις, και απαιτούσε οι αμαρτωλοί κι οι μη τέλειοι να απομακρυνθούν από τους κόλπους της. Για τους μοντανιστές η Εκκλησία ήταν μια κοινότητα που δέχτηκε τα ιδιαίτερα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, το πιο μεγάλο τμήμα της αμαρτωλής ανθρωπότητας τοποθετήθηκε μακριά από το Χριστιανισμό. Η εκκλησιαστική συνείδηση καταδίκασε το μοντανισμό και ομολόγησε πίστη στην Εκκλησία των μετανοιωμένων αμαρτωλών. Οι άγιοι είναι το οχυρό και το στήριγμα της Εκκλησίας, αλλ’ αυτή δεν εξαρτάται αποκλειστικά απ’ αυτούς, γιατί ολόκληρη η ανθρωπότητα, η ανθρωπότητα που αναζητά τη σωτηρία της, ανήκει σ’ όλα τα επίπεδα της τελείωσης. Η Εκκλησία στη γη είναι «στρατευμένη» και αγωνίζεται ενάντια στο κακό και την αμαρτία, αλλά δεν είναι ακόμα η «θριαμβεύουσα». Ο Χριστός ο ίδιος ήταν κοντά στους τελώνες και τους αμαρτωλούς, μολονότι τον κατηγορούσαν οι Φαρισαίοι. Κι η Εκκλησία του πρέπει να είναι όμοια· δεν πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από αγνές υπάρξεις· οφείλει να είναι πάντοτε μ’ εκείνους που χάνονται. Ο Χριστιανισμός, που θα αναγνώριζε μόνο τέλειες υπάρξεις, θα ήταν ένας φαρισαϊκός Χριστιανισμός. Η συμπάθεια, η συγχώρηση, η αγάπη στον πλησίον, μ’ όλες τις ελλείψεις και τα σφάλματά τους, είναι έργο της χριστιανικής αγάπης κι ο δρόμος για την τελείωσή της. Η ενοχοποίηση του Χριστιανισμού για το σκοτάδι, που θα εξαφανίσει την Εκκλησία μέσα στην αποστολή της, είναι επίσης φαρισαϊκή. Άλλωστε, δεν έχει αποδειχτεί πως οι ίδιοι οι κατήγοροι είναι τόσο καθαροί και τέλειοι.
Πρέπει
Ο μοντανισμός ήταν πάντοτε μέσα στο Χριστιανισμό ένα παράδειγμα απατηλής μεγαλομανίας. Έτσι εμφάνισε μια έλλειψη αγάπης, μια πνευματική αλαζονεία, μια ψεύτικη ηθικότητα. Το ψέμα του αναφέρεται στην απαίτηση του maximum, όχι από τον εαυτό του, αλλ’ από τους άλλους ανθρώπους. Κατηγορείτε τους άλλους, γιατί δεν πέτυχαν να εφαρμόσουν την καθαρότητα, την τελειότητα και την αγιότητα, και διόλου δεν σκέφτεστε να τις εφαρμόσετε σεις οι ίδιοι. Αυτοί που πραγματικά εγγίζουν την τελείωση και την αγιότητα δε συνηθίζουν να κατηγορούν τους άλλους. Οι άγιοι, οι Startzi (Ρώσοι ασκητές με μεγάλη πνευματικότητα) είναι επιεικείς στους ανθρώπους. Για να αποφύγεις την υποκρισία και το φαρισαϊσμό, πρέπει να είσαι απαιτητικός όχι από τους άλλους, μα από τον ίδιο τον εαυτό σου. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Συνδυάζει την αυστηρότητα και την τραχύτητα προς τον εαυτό του με την επιείκεια, την καλοσύνη και την πραότητα προς τον πλησίον.
Ο Χριστιανισμός διακρίνεται καθαρά απ’ τον «τολστοϊσμό», που είναι ένας απόλυτος ηθικισμός. Ο Τolstoi κρίνει αυστηρά τον λεγόμενο «Ιστορικό Χριστιανισμό», κι η κριτική του, που στηρίζεται σε γεγονότα, είναι συχνά δίκαιη. Ισχυρίζεται πως ο Χριστιανισμός κηρύχτηκε συχνά σαν απόλυτη διδασκαλία, χωρίς να εφαρμοστεί στη ζωή, χωρίς οι άνθρωποι να ακολουθήσουν τις εντολές του. Γι’ αυτόν όλος ο Χριστιανισμός περιορίζεται στην ηθική διδασκαλία του Χριστού και στις εντολές Του, ενώ παραμένει άγνωστη και εχθρική η μυστική και μυστηριακή πλευρά του.
Ο Τοlstoi πίστευε πως όλα συνδέονται με την αλήθεια της σύλληψης κι ήταν πανευτυχής όταν πραγματοποιούσε τις πνευματικές του συλλήψεις. Αν κάποιος αναγνώριζε τον αληθινό νόμο, το νόμο του Κυρίου της ζωής, δηλαδή του Θεού, από εκεί και μετά θα ήταν εύκολο με τη δύναμή Του να τον τηρήσει. Στο σημείο αυτό διαφαίνεται η πλάνη μιας υπερβολικά ορθολογιστικής συνείδησης, για την οποία παραμένει απλησίαστο το μυστήριο της ελευθερίας και της χάρης. Η αισιοδοξία αυτή αντιφάσκει στο τραγικό νόημα της ζωής. Ο Απόστολος Παύλος μάς λέει, «ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλά ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. Ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό αλλά η οικούσα εν εμοί αμαρτία» (Ρωμ 7, 19-20).
Αυτή η μαρτυρία ενός από τους πιο μεγάλους Χριστιανούς μας αποκαλύπτει το ανεξιχνίαστο της ανθρώπινης καρδίας. Μας βοηθά να καταλάβουμε πως «η χρεωκοπία» του Χριστιανισμού, είναι μια χρεωκοπία ανθρώπινη κι όχι μια αποτυχία θεία.
Ο Τοlstoi δεν αναγνώριζε την ελευθερία του ανθρώπου κι ούτε έβλεπε το κακό που υπήρχε στο βάθος της ανθρώπινης φύσης. Εντόπιζε την πηγή του κακού στην περιοχή της συνείδησης κι όχι στην περιοχή της επιθυμίας και της ελευθερίας. Έτσι, για την αντιμετώπιση του κακού δεν είχε λόγο να προσφύγει στη θεία βοήθεια και χάρη· θα έφτανε γι’ αυτό μια αλλαγή της συνείδησης. Γι’ αυτόν ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας. Ήταν ο μεγάλος παιδαγωγός της ζωής, ο εκδότης των νόμων και των ηθικών εντολών. Κι ο Τοlstoi θεωρούσε εύκολη την εφαρμογή του Χριστιανισμού στη ζωή, γιατί, έλεγε, είναι πιο ευχάριστο, ωφέλιμο και συνετό να ζεις σύμφωνα με το νόμο της αγάπης παρά σύμφωνα με το νόμο του μίσους που αποδέχεται ο κόσμος. Νόμιζε πως ο Χριστός μας διδάσκει να μη «διαπράττουμε ανοησίες». Πίστευε πως η μη εφαρμογή του Χριστιανισμού στη ζωή κι η μη πραγματοποίηση των εντολών του Χριστού οφείλεται στο λάθος μιας θεολογικής διδασκαλίας που έστρεψε όλη την προσοχή στον ίδιο το Χριστό και συνέδεσε τα πάντα με τη θεία χάρη και την εξαγορά του ανθρώπου από την αμαρτία με τη θυσία του Χριστού. Ο Τοlstoi κλόνισε από τα θεμέλιά της τη χριστιανική Εκκλησία.
Είναι μέσα στο πνεύμα της αλήθειας εκείνος που θέλει να πάρει το Χριστιανισμό στα σοβαρά, που επιθυμεί να τηρήσει στη ζωή του τις εντολές του Χριστού, όμως κάνει μεγάλο λάθος αν φαντάζεται πως γι’ αυτό είναι αρκετή μια φωτισμένη συνείδηση και πως μπορεί να το επιτύχει χωρίς το Χριστό -Σωτήρα, χωρίς τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με το να ζητά ο Τοlstoi μια τέτοια προσπάθεια από τους ανθρώπους, πέφτει στην πλάνη μιας ηθικής των άκρων. Αυθεντικό θεωρεί μόνο τον προσωπικό του Χριστιανισμό. Κατηγορεί για ανηθικότητα το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων, επειδή δεν απαρνήθηκαν την περιουσία τους, επειδή δεν εργάζονται χειρωνακτικά, ή επειδή καπνίζουν και τρώνε κρέας, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να εφαρμόσουν στη ζωή τους την ηθική της υπερβολής. Η αγάπη γι’ αυτόν μεταμορφώθηκε σε νόμο κενό από χάρη, σε μια πηγή κατηγοριών.
Στον Τοlstoi υπάρχει ένα πολύ δίκαιο κριτικό πνεύμα. Το πνεύμα αυτό ξεσκεπάζει τα αμαρτήματα και αναλύει τον μη χριστιανικό χαρακτήρα της κοινωνίας και του πολιτισμού. Αλλά δεν μπορεί να διακρίνει, πέρα από τα αμαρτήματα, τις ατέλειες και τις διαστροφές των Χριστιανών, το μυστικό Χριστιανισμό. Η αλαζονεία της λογικής τον εμποδίζει να δεχτεί μέσα του το Χριστό. Ο Τοlstoi ήταν ένας μεγαλοφυής άνθρωπος με άδολες προθέσεις στην αναζήτηση της θείας αλήθειας. Όμως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, που δεν διαθέτουν ούτε τη μεγαλοφυΐα ούτε τη δίψα του για την αλήθεια συγκρούονται ταυτόχρονα με τον Χριστιανισμό και τους Χριστιανούς, χωρίς να ενδιαφέρονται για κάποια εσωτερική τελειότητα, χωρίς να τους εγγίζει ή να τους πονά, έστω και λίγο, το πρόβλημα του νοήματος και της δικαίωσης της ζωής.
Είναι λάθος να πιστεύει κανείς πως είναι εύκολο να ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, τη στιγμή που καταδικάζει τη διδασκαλία Του, με τη δικαιολογία ότι δεν την εφαρμόζουν οι Χριστιανοί. Αλλά είναι ακόμα πιο μεγάλο λάθος να νομίζει πως δεν είναι διόλου απαραίτητο να εφαρμοστεί ο Χριστιανισμός σ’ όλη την πληρότητα της ζωής. Ο Χριστιανός κάθε στιγμή της ύπαρξής του πρέπει να αποζητά μια τελειότητα ανάλογη με την τελειότητα του Ουράνιου Πατέρα, να φλέγεται από τον πόθο της θείας Βασιλείας. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Μθ 6, 33).
Με τη σκέψη πως η ανθρώπινη φύση είναι αμαρτωλή και το ιδανικό στη γη παραμένει οπωσδήποτε απρόσιτο, δεν μπορεί να παραλύσει η προσπάθεια για την τελείωση, η επιθυμία για τη θεία δικαιοσύνη και τη Βασιλεία του Θεού. Οφείλουμε να επιζητούμε την εφαρμογή της θείας αλήθειας χωρίς να μας απορροφά ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει πραγματικότητα αυτή η πληρότητα της ζωής. Το γεγονός ότι είναι μικρός ο αριθμός των ανθρώπων πάνω στη γη που πιστεύουν στην αλήθεια του Χριστού, ότι ο άνθρωπος δεν της προσφέρει ούτε μια ώρα σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του, διόλου δεν μπορεί να μειώσει την ευθύνη μας για την πραγμάτωσή της. Ο μοναδικός αληθινός δρόμος βρίσκεται στη δυναμική προσπάθεια για προσέγγιση της Αλήθειας του Χριστού, για αναζήτηση της Βασιλείας των Ουρανών, χωρίς να αποθέτουμε τις δυσκολίες και τα εμπόδια στην πλάτη του πλησίον.
Ο Χριστιανισμός περνά σε μια ολότελα νέα εποχή. Από εδώ και πέρα είναι αδύνατο να βιώσει εξωτερικά την πίστη του, να κλειστεί σε μια τυπική ευλάβεια. Οι πιστοί πρέπει να πάρουν πολύ στα σοβαρά την πραγματοποίηση του Χριστιανισμού σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Πρέπει να υπερασπιστούν την πίστη τους προσωπικά, με μια αφοσίωση στο Χριστό και τις εντολές Του, με μια αντιπαράθεση της αγάπης στο μίσος του κόσμου.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας τη στιγμή αυτή γίνεται η επιλογή των πιο καλών, των πιο ειλικρινών, των πιο φλογερών, των πιο ικανών για θυσία, των πιο πιστών στο Χριστό, και η λιποταξία εκείνων που ήταν από συνήθεια ορθόδοξοι, εξωτερικά ορθόδοξοι, χωρίς να καταλαβαίνουν τη σημασία της πίστης τους και το βαθύτερο νόημα των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως τελειώνει η εποχή της σύγχυσης Χριστιανισμού και παγανισμού, κι αρχίζει μια καινούρια εποχή ενός εξαγνισμένου Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός εκφυλίστηκε από το γεγονός ότι ήταν μια θρησκεία εξουσίας, μια κρατική θρησκεία, και ότι η Εκκλησία επιβλήθηκε με το ξίφος των Αυτοκρατόρων ή και ευνοήθηκε σε βάρος εκείνων, των οποίων η πίστη ήταν διαφορετική από την πίστη των εξουσιαστών. Κι αν για έναν μεγάλο αριθμό συνειδήσεων, έπαυσε ο Χριστιανισμός να είναι η θρησκεία του Σταυρού, είναι γιατί προσαρμόστηκε στην ιδέα του διώκτη κι όχι του διωκόμενου, γιατί άφησε να ερμηνευτεί σαν ένας εξαγιασμός των ειδωλολατρικών συνηθειών, χωρίς να απαιτεί μια πραγματική φώτιση και μεταμόρφωση.
Όμως ήρθε ο καιρός που ο Χριστιανισμός πρέπει να μεταβληθεί σε διωκόμενο, ο καιρός που θα ζητηθεί από το Χριστιανό ένας πιο μεγάλος ηρωισμός, μια πιο μεγάλη εξαγνιστική αγάπη, περισσότερη ακεραιότητα και καθαρή συνείδηση στην ομολογία της πίστης του. Έφτασε η στιγμή που οι Χριστιανοί θα παύσουν να είναι το εμπόδιο στο δρόμο του Χριστιανισμού.
(Nicolas Berdiaeff, Χριστιανισμός και Κοινωνική πραγματικότητα, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ.240-247)