Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ»


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ»

1Η μετάβαση στην άλλη ζωή γίνεται όπως ανοίγεις μια πόρτα και βρίσκεσαι σε διπλανό χώρο, όπως περνάεις μια γέφυρα και πάεις απέναντι. Κανονικά δεν πρέπει να λέμε "άλλη ζωή".

Μία είναι η ζωή, κι αν ζούμε κατά το θέλημα του Θεού εδώ στη γη, θα μας φανερώσει πως θα είμαστε μετά θάνατον.Ακούστε τι μας λέει ο μαθητής της αγάπης, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: "Αγαπητοί, τώρα είμεθα τέκνα του Θεού, αλλ' ακόμη δεν έχει φανερωθή τι θα είμεθα στο μέλλον. Γνωρίζομεν όμως ότι όταν ο Χριστός φανερωθή με όλην αυτού την δόξαν, θα γίνωμεν και ημείς όμοιοι με αυτόν κατά την δόξαν, διότι θα τον ίδωμεν όπως είναι εις όλην του την θείαν δόξαν, η οποία θα είναι και ιδική μας δόξα". (Α' Ιω. 3,2). 

Είναι απερίγραπτο το τι θα μας αποκαλυφθεί στη ζωή μετά το θάνατο. Είναι αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: "...εκείνα που έχει ετοιμάσει ο Θεός από καταβολής κόσμου δια τους αγαπώντας αυτόν είναι τέτοια, τα οποία μάτι δεν είδε ποτέ και αυτί δεν έχει ακούσει και ανθρώπινος νους δεν έχει φαντασθή". (Α' Κορ. 2,9).

Κάποτε είχα πεθάνει για λίγο. Είχα πάει στον άλλο κόσμο. Είδα τις ομορφιές που υπάρχουν εκεί. Δεν ήθελα να φύγω. Στενοχωρέθηκα που γύρισα πίσω. Εκεί ήταν όλα φωτεινά, χαρά απερίγραπτη. Παράδεισος!

"Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν,
ζωήν χαρισάμενος".

Μου είπε μια μέρα ο Απόστολος:

- Γέροντα, βρίσκεσαι σε τέτοια ηλικία (85 ετών) και κάνεις ακόμη σχέδια για το μοναστήρι;

Του απήντησα:

- Εγώ είμαι αιώνιος. Και όλοι έτσι πρέπει να νιώθομε, να εργαζόμαστε ως αθάνατοι και να ζούμε ως ετοιμοθάνατοι.

Επομένως, μπορούμε να φυτεύομε, να κτίζομε, να προσφέρομε, χωρίς να σκεπτόμεθα αν θα προλάβομε ν' απολαύσομε οι ίδιοι.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ: «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ!»




ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ: «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ!»

1Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο.

Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο. 

Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.

Ο Γέροντας: Είναι παντού. Τώρα αυτό εξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;

Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.

Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!

Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καημένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένουμε στη νωθρότητά μας, στην απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.

Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έρθει ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έρθει στην ψυχή μας, όταν πάει στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπει στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλιώς. Ζει παντού, ζει στ’ άστρα, ζει στον κόσμο τον πνευματικό, ζει στο χάος, ζει στο σύμπαν, ζει. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;

Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε! Ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;

Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.«Συν Χριστώ πανταχού φόβος ουδαμού». Το’χετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι. Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπουμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;

Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.

Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.

Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιον θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλουμε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός σκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.

Και μακράν του Χριστού: η θλίψη, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να δείτε. Ασκητές, που γνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, ήθελαν να’ναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.

Ο Χριστός είναι το παν. Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;

Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.

Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμαστε να ζήσουμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις δούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζουμε γνώμη και θέλουμε να’μαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε» [=«εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».

Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο σατανάς, υπάρχει η κόλαση, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.

Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό απαλλάσσεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφτασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε, προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. Ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μού ‘ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρη να τον βοηθήσει. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλα.

Τί, τα έγραψες αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.

Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.

Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.

Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και…

Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθει ο Χριστός να ζήσει. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό. Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσουμε και να γίνουν πραγματικότητα. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τον θέλει τον φόβο.Τους Αποστόλους …πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καημένοι! Φοβήθηκαν, κλείστηκαν, έκαναν, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους τελειοποίησε. Η Χάρη, τους τελειοποίησε. Ε; Τί λες;

Κάποιος: Ναι, Γέροντα.

Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;

Διασκευασμένο Απόσπασμα από το Βιβλίο: 

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Οι Άγιοι Πατέρες και οι λύκοι...

Οι Άγιοι Πατέρες και οι λύκοι...
pateres
Του Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας κ. Σεραφείμ
Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.
Πολύ σωστά η Εκκλησία μας τοποθέτησε την Σύναξη αυτή ανάμεσα στις δύο μεγάλες δεσποτικές εορτές, της Θείας Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στα πρόσωπα των Αγίων Πατέρων, που έγιναν «ακριβείς φύλακες των αποστολικών παραδόσεων, δογμάτισαν ορθοδόξως και κατέβαλαν συνοδικώς με τη σφενδόνη του Πνεύματος Αρείου το βλάσφημον», αλλά και όλων των αιρετικών τα φληναφήματα.
Χαρακτηρίζονται, τα σεπτά αυτά πρόσωπα, από τους ιερούς υμνογράφους της Εκκλησίας ως: 
«μυστικές του Πνεύματος σάλπιγγες»,
«Ορθοδόξων πρόμαχοι»
«ευκλεείς νυμφοστόλοι της Εκκλησίας»
«φωστήρες της αληθείας»
«θεία παρεμβολή»
«θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»
«αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος»
«μυρύπνοα άνθη του Παραδείσου»
«πάγχρυσα στόματα του Λόγου»(1).
Α. Τι είναι οι Πατέρες
Ο ομολογητής της πίστεώς μας, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, θα γράψει χαρακτηριστικά μέσα στις θεόπνευστες επιστολές του: «Στύλαι Ορθοδοξίας, καύχημα Χριστού, κλέος Ορθοδοξίας»(2). 

Είναι, κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, οι ασφαλείς Θεολόγοι της Εκκλησίας, που έφθασαν στη θεωρία του Ακτίστου Φωτός, ενώθηκαν με αυτό και απέκτησαν το «θεολογείν ασφαλώς».
Είναι οι Προφήτες της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, αλλοιώθηκαν απ’ Αυτό και έτσι έγιναν θεόπνευστοι και συγχρόνως απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας(3). 

Ήταν θεόπνευστοι, σημειώνει ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, όχι μόνο κατά τη διάρκεια κάποια Συνόδου, αλλά και πριν και μετά από αυτή. Η Σύνοδος δεν φτιάχνει Πατέρες, αλλά αποτελείται από Πατέρες και γι’ αυτό και είναι θεόπνευστος.
 Είναι οι θεούμενοι, οι οποίοι απέκτησαν γνώση Θεού και θέα Θεού(4).
Δεν είναι απλώς οι καλοί δάσκαλοι ή οι ενάρετοι, αλλά τα πρόσωπα εκείνα, που χρησιμοποιώντας τη θεραπευτική μέθοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας έφθασαν στο φωτισμό και στη θέωση. Παραδείγματος χάριν, ο Άγιος Σπυρίδων εκφράζει τη δική του αγιοπνευματική εμπειρία στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο με το περιστατικό με το κεραμίδι.

Έτσι, ενεργούμενοι με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, απέκτησαν το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων: πότε μία ενέργεια είναι κτιστή και πότε είναι άκτιστη και άρα γνώριζαν ποιό είναι το θεόπνευστο και ποιά είναι η πλάνη.

Στόχος τους: Η σωτηρία του ποιμνίου τους. Δεν έγραφαν για να γράφουν, ούτε δίδασκαν απλώς για να διδάξουν, αλλά να θεραπεύσουν και να οδηγήσουν τον τραυματισμένο άνθρωπο στη Βασιλεία των Ουρανών.
Έτσι, δεν μετέδιδαν μία διανοητική πίστη, που εξαντλείται σε ευσεβείς στοχασμούς και σε θρησκευτικές ωραιολογίες, αλλά οδηγούσαν το λαό του Θεού στη θεραπεία, στην κάθαρση και στο φωτισμό.
Βοηθούσαν τον άνθρωπο να προχωρήσει από την πράξη, δηλαδή την τήρηση των εντολών του Θεού, στη θεωρία, που είναι η θέα του Θεού.

Σκοπός τους: Όχι να δημιουργήσουν καλούς και εύχρηστους πολίτες, αλλά πνευματοφόρους ανθρώπους, που δεν έχουν στόχο απλώς την ηθικότητα, αλλά το πως θα καταλήξουν στη θέωση(5). 
Γι’ αυτό, θα σημειώσει και πάλι ο μεγάλος δογματολόγος της Εκκλησίας μας, ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Η μεγάλη γιορτή της Εκκλησίας είναι το αγιολόγιον, το εορτολόγιον, όταν εορτάζουμε την μνήμη των Αγίων, διότι κάθε Άγιος της Εκκλησίας συνιστά τον θρίαμβο της πίστεως από τις δυνάμεις του διαβόλου, ....»(6).
Β. Οι Λύκοι
Εκτός από τους Αγίους Πατέρες έχουμε και τους «λύκους». Ο ιστορικός της Καινής Διαθήκης, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων στο 20ο κεφάλαιο μας διασώζει την μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου ότι πάνω στο ποίμνιο θα πέσουν «λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου»(7). 

Φανερώνει, έτσι, ο Απόστολος τη δική του αγωνία για κείνους τους ψευδοδιδασκάλους, οι οποίοι αντιποιούντι τη θέση του γνησίου ποιμένος της Εκκλησίας, όπως ήταν οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι οποίοι, πλάνοι και δόλιοι, εμφανίζονται με ένδυμα προβάτου και δρούν επικίνδυνα.
Σημειώνει πολύ σοφά ο π. Γεώργιος Μεταλληνός: 
Οι άνθρωποι αυτοί «οικειοποιούνται το ποίμνιο και το εκμεταλλεύονται, πνευματικά και υλικά, σαν να ήταν φέουδό τους. 
Δεν εργάζονται, δεν αγωνιούν για την ενότητα του Σώματος του Χριστού, αλλά μεταβάλλουν τους πιστούς σε οπαδούς τους, και σχηματίζουν ιδιαίτερες ομάδες, όχι πιά με πιστούς στον Χριστό, αλλά με οπαδούς δικούς τους. ...
Καί όταν, ακόμη και ασυνείδητα, φθάνουν στην κατάσταση του «λύκου», οπαδοποιώντας για ευσεβιστικούς λόγους τους πιστούς, στερούνται της πνευματικής θεραπείας των θεουμένων Ποιμένων. 
Δεν έχουν οι ίδιοι περάσει από την πνευματική θεραπεία της Εκκλησίας, και παρ’ όλα αυτά αναλαμβάνουν το έργο της θεραπείας των άλλων.
Οι Άγιοι Πατέρες έχουν κοινές εσωτερικές εμπειρίες, γιατί έχουν όλοι τον ίδιο φωτισμό. Γι’ αυτό μένουν ενωμένοι με τον Χριστό και κρατούν και το ποίμνιο του Χριστού ενωμένο. Οι διάφοροι όμως «λύκοι», αντί για Άγιο Πνεύμα και φωτισμό, έχουν μέσα τους την πονηρία και τα πάθη τους. ...
Έτσι δεν βλέπουν την αποστολή τους ως συνεχή προσφορά και θυσία υπέρ του ποιμνίου, αλλά ως στάδιο κοσμικής καριέρας και κέρδους.
Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να έχουν τη θέληση να εργασθούν για το ποίμνιο. Δεν μπορούν όμως να του προσφέρουν κάτι, γιατί μέσα τους δεν έχουν αυτό που πρέπει να προσφέρουν, Πνεύμα δηλαδή Άγιο και Αλήθεια.
Είναι ίσως ηθικοί (εξωτερικά) και γι’ αυτό ασφαλώς και ηθικολόγοι, που μαστιγώνουν ανελέητα τη διαφθορά των άλλων. 
Δεν είναι όμως (εσωτερικά) κεκαθαρμένοι και φωτισμένοι, και γι’ αυτό δεν μπορούν να γίνουν ποτέ γιατροί, αλλά μένουν αδέξιοι «κομπογιαννίτες», που ηθικολογούν, αλλά δεν οδηγούν στη θεραπεία το ποίμνιό τους, κρατώντας το στο επίπεδο της ειδωλολατρείας και της αθείας.
Ειδωλολατρείας, γιατί το μαθαίνουν να θαυμάζει και να πιστεύει στον «ενάρετο» και «καθαρό» εαυτό του και αθείας, γιατί, μη προχωρώντας διά της εσωτερικής καθάρσεως στον αγιοπνευματικό φωτισμό, δεν γνωρίζει ποτέ τον Αληθινό Χριστό και μένει στο σκοτάδι της τυπολατρείας»(8). 

Σ’ αυτή την κρίσιμη εποχή την οποία ζούμε, με τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε καθημερινά, έχουμε ανάγκη από τις μορφές των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Χρειαζόμαστε πρότυπα.
Χρειαζόμαστε τον λόγο τους, τη διδασκαλία τους.

Έχουμε ανάγκη από το γνήσιο παράδειγμά τους και την αγιοπνευματική τους εμπειρία. Είναι οι έμπειροι θεραπευτές, οι οποίοι μπορούν: να μας θεραπεύσουν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που πλούσια διαθέτουν,
να μας διδάξουν πως μπορούμε να αποκτήσουμε κι εμείς αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, αφού είναι η συνέχεια της Πεντηκοστής μέσα στην ιστορία,
να μας μεταδώσουν τη ζωογόνο και ζωηφόρο Παράδοσή μας, τον τρόπο ζωής, δηλαδή, της Αγίας μας Εκκλησίας, αφού είναι γνήσιοι φορείς και θεοειδείς εκφραστές αυτής της πορείας,
να μας διασώσουν από τους «βαρείς λύκους» της αποστολικής φράσεως, που βρίσκονται, άλλοι μεν εκτός Εκκλησίας και την πολεμούν αδυσώπητα, άλλοι δε, και αυτό είναι το χειρότερο, εντός των κόλπων της Εκκλησίας και οι οποίοι με την ετεροδιδασκαλία τους και την άτακτη ζωή τους που δεν συμβαδίζει με την ζωή του Χριστού, σχίζουν, κομματιάζουν τον άρραφο χιτώνα του Χριστού.

Γι’ αυτούς τους τελευταίους δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας, αφού ούτε αίμα μαρτυρίου, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, δεν μπορεί να απολύνει το ατόπημα αυτό, δηλαδή το σχίσμα.
Άγιοι Πατέρες,
ικετεύσατε προς τον Σωτήρα Χριστό για την ποίμνη Του,
φυλάξτε την Αγία Εκκλησία του Χριστού
από τους βαρείς λύκους, που έχουν πέσει σ’ αυτή,
και πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών.               http://www.romfea.gr/foni-ierarxon/17546-2013-06-16-10-09-08

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ!

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ!

1Σε μια εποχή που η τυπογραφία άνηκε ακόμη στο μακρινό μέλλον, τα χειρόγραφα αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο για να διασωθούν οι αρχαίες γνώσεις στο διηνεκές.

Στο Μεσαίωνα, μια εποχή σκοταδισμού και θρησκευτικού φανατισμού, ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν –σε πείσμα της... κατεστημένης θεοκρατικής αντίληψης– και ως «κιβωτοί γνώσεων» διαφυλάσσοντας τα αρχαία κείμενα με τη μορφή χειρογράφων.

Τα χειρόγραφα αυτά αντιγράφονταν από μοναχούς μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφεία. Τα περισσότερα αρχαιοελληνικά κείμενα που διασώθηκαν ως τις μέρες μας, είναι αποτέλεσμα των ακατάπαυστων αντιγραφών, που γίνονταν σ’ αυτά τα εργαστήρια από ορισμένους γενναίους μοναχούς.

Μοναχούς που έβαζαν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις, που για κάποιους φανατικούς χριστιανούς θεωρούνταν «αιρετικές». Κι όμως, αυτές οι «αιρετικές» γνώσεις ήταν εκείνες που οδήγησαν στην αναγέννηση του Δυτικού πολιτισμού…

Ακόμη και στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, οι αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στο γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι οποίες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.

Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΙ-ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ

Η χερσόνησος του Άθω άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας(963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος.

Επέλεξε τη χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς, της φυσικής της προστασίας από τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους, καθώς και εξ’ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων ο Άθως εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο μοναστηριακό κέντρο του ορθόδοξου χριστιανισμού, με πολυάριθμα μοναστήρια και χιλιάδες μοναχούς.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλίγραφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.

Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.

Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρόγραφων κωδίκων με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ιβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.α.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι βυζαντινοί καλλίγραφοι-μοναχοί, που συνέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΚΑΙ SCRIPTORIUM

Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρύονταν ένα μοναστήρι μια από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, που αποσκοπούσε στην κάλυψη των πνευματικών αναγκών των μοναχών και πρωτίστως στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της μοναστικής αδελφότητας. Ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων.

Μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ ένα πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για τη διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλέγονταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.

Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στη βιβλιοθήκη σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αυτή η βίβλος υπάρχει της θειας και ιεράς μονής… και όποιος την αφαιρέση να έχει τας άρας των τριακοσίων δέκα οκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους, γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδείς τεμνέτω τα φύλλα..» ή «Μηδείς αποξενώση την Βίβλο ταύτην…».

Μια βιβλιοθήκη φιλοδοξούσε πάντα να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, όχι μόνον θεολογικού αλλά και κοσμικού περιεχομένου. Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, η αγορά και η παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή έλλειψης και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ο αιώνα ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς, χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι. Μ. Ιβήρων).

Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο, αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Το παρόν Ωρολόγιον εγράφη παρά του οικτρού και αμαρτωλού Κύριλλου του Ναυπάκτιου δια συνδρομής και εξόδου της σεβάσμιας μονής…».

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν λοιπόν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά. Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγούμενων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους.

Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium στις μονές υπήρχε μια σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στη Μεγίστη Λαύρα) φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, την «Ξηροποτάμινην γραφήν» ,που είναι γνωστή και ως «αγιορείτικη».

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Τα χειρόγραφα, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους υπολογίζονται επίσημα στις 15.000 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς ξεπερνούν τις 20.000. Αυτά μπορούν να ταξινομηθούν με κριτήρια μορφολογικά, γλωσσολογικά αλλά κυρίως με βάση το περιεχόμενο τους. Με βάσει τη μορφή τους τα χειρόγραφα διακρίνονται σε ειλητάρια ή κοντάκια (ονομάζονται έτσι επειδή τυλίγονται γύρω από κοντό ξύλο) και σε κώδικες (βιβλία) διαφόρων σχημάτων.

Πρέπει να σημειωθεί πως από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα, τα βιβλία με δεμένες σελίδες (κώδιξ, λατινικά codex) άρχισαν να αντικαθιστούν τον παραδοσιακό κύλινδρο από πάπυρο. Ήταν μια ανθεκτική και εύκολη στη χρήση γραφική ύλη, τόσο για το κείμενο όσο και για την εικονογράφηση τους. Σύντομα οι κώδικες έγιναν η κυρίαρχη μορφή των χειρογράφων.

Οι περισσότεροι κώδικες έχουν καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες και διακοσμημένα καλύμματα με βαρύτιμα επιθήματα, σκαλιστά μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Όσον αφορά το βιβλιακό υλικό με το οποίο είναι κατασκευασμένα διακρίνονται σε περγαμηνά (από δέρμα ζώου), χαρτώα και βομβύκινα (από βαμβάκι).

Από γλωσσική άποψη χωρίζονται σε ελληνικά (90% επί του συνόλου) και ξενόγλωσσα. Τα ξενόγλωσσα, που αποτελούν περίπου το ένα δέκατο, περιλαμβάνουν σλάβικα, λατινικά, ρουμάνικα και γεωργιανά χειρόγραφα, και χρησιμοποιούνταν από τους ξενόγλωσσους ορθόδοξους μοναχούς που παροικούν στο Άγιον Όρος κατά την τελευταία χιλιετηρίδα. Τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά μεταφράσεις από τα ελληνικά θεολογικών και λειτουργικών κειμένων.

Τέλος, όσον αφορά την αρχαιότητα τους, το αρχαιότερο χειρόγραφο του Αγίου Όρους είναι ένα περγαμηνό σπάραγμα λατινικής γραφής του 4ου μ.Χ. αιώνα και οκτώ φύλλα του Ευθαλιανού Κώδικα (6ος μ.Χ. αιώνας), με αποσπάσματα από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτες και Κορινθίους.

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Σχετικά με το περιεχόμενο τους, τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων π.χ. αστρολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά –και σε εκείνα που περιέχουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.

Τα δεύτερα αποτελούν φυσικά και τη συντριπτική πλειοψηφία, επειδή όχι μόνον χρησιμοποιούνταν συχνά από τους μοναχούς αλλά κυρίως γιατί το βυζάντιο ήταν θεοκρατικής δομής. Άλλωστε, κατά τη σκοταδιστική περίοδο του βυζαντινού μεσαίωνα, οι αρχαίες γνώσεις και ιδιαίτερα οι «ελληνικές» θεωρούνταν ως ένα βαθμό «αιρετικές», συνεπώς επικίνδυνες για το χριστιανικό δόγμα. Πέρα από αυτό όμως, οποιοδήποτε είδος κοσμικής γνώσης, θεωρούνταν από τους μοναχούς δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τη θεολογία.

Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν και μοναχοί, που με θάρρος και αποφασιστικότητα διακινδύνευαν ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις και σ’ αυτούς ίσως οφείλεται ως ένα σημείο και η αναγέννηση της Δύσης από το μεσαιωνικό σκοταδισμό. Έτσι, αν σήμερα μπορούμε ν’ απολαύσουμε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Όμηρο, Θουκυδίδη κι ένα σωρό άλλους αρχαίους συγγραφείς, ίσως να το χρωστάμε σε μια χούφτα μοναχών, που στο ημίφως των εργαστηρίων τους αφιέρωναν ατέλειωτες ώρες στην αντιγραφή των αρχαιοελληνικών χειρογράφων…

Δυστυχώς δε διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του ΆΘωνα. Ενδεικτικά πρέπει να σώζονται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ’ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές» που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.

Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη Βοτανική του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας (ο υπογράφων είχε τη μοναδική και συγκινητική ευκαιρία να το ξεφυλλίσει προσωπικά…), θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα. Η Βοτανική του Διοσκουρίδη περιέχει αρκετές πληροφορίες ιατρικής και φαρμακολογίας και πολυάριθμες μικρογραφίες, κυρίως ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών.

Άλλοι σημαντικοί αρχαίοι έλληνες συγγραφείς, χειρόγραφα των οποίων διασώζονται ακόμη στο Άγιον Όρος, είναι ο Επίκτητος, ο Ερμογένης και ο Ευκλείδης στην μονή Εσφιγμένου, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Θεόκριτος, ο Σοφοκλής και ο Πίνδαρος στην Ιβήρων. Από αυτά που ξεχωρίζουν είναι και το φημισμένο χειρόγραφο των γεωγράφων Πτολεμαίου και Στράβωνα (αριθμός 655, του 13ου αιώνα), που βρίσκεται στο Βατοπαίδι.

Εκτός από τη Βοτανική του Διοσκουρίδη στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας σώζονται δύο χειρόγραφα του Θουκυδίδη και οι Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου. Επίσης στην τελευταία σώζονται το μοναδικό νομικό χειρόγραφο με τις Νεαρές των Κομνηνών(13ος αι. Θ65), ένα σπάνιο ιατρικό χειρόγραφο του Αέτιου Αμηδινού, προσωπικού ιατρού του Ιουστινιανού, καθώς και χειρόγραφα του Γαληνού. Όπως προαναφέραμε, ο αριθμός των χειρογράφων των κλασσικών συγγραφέων θα πρέπει να θεωρείται μεγάλος, αν λάβουμε υπόψιν μας πως αυτά ακριβώς τα έργα ήταν ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων «προσκυνητών» κατά τις αφαιμάξεις των μοναστηριακών βιβλιοθηκών.
http://www.agioritikovima.gr/agnea/23448-ta-archaia-elli

Λαρίσης Ιγνάτιος: ''Θέλουν να αποδυναμώσουν την Εκκλησία''

Λαρίσης Ιγνάτιος: ''Θέλουν να αποδυναμώσουν την Εκκλησία''
get img
Του Σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης κ. Ιγνατίου
Καταλαμβάνεται κανείς από λύπη, όταν διαπιστώνει ότι καταργούνται και απαξιώνονται θεσμοί ακατάλυτοι.
Τώρα μαθαίνουμε πάλι, ότι καταργείται η αργία της Κυριακής. Κάποιους τους είχε πιάσει σπουδή να προσθέσουν και την αργία του Σαββάτου. Αυτό βλέπεις μας επέβαλαν τότε. Τώρα τους ενοχλεί η Κυριακή.
Να καταργήσουμε την αργία της Κυριακής. Να διαπράξουμε το αμάρτημα της ασεβούς αρπαγής. Να αρπάξουμε, να κλέψουμε, να βεβηλώσουμε την ημέρα του Κυρίου, και να την αμαυρώσουμε.
Λυπάται κανείς και πικραίνεται. Δεν έχουν επίγνωσι τι μέγεθος είναι και τι αξία έχει η Κυριακή; Αυτός ο πολυσήμαντος όρος ζωής; 
Αλήθεια, αυτοί που τα αποφασίζουν αυτά, δεν σκέπτονται ότι αυτή η πατρίδα έχει ένα ορθόδοξο πλήρωμα, που αναγεννάται και μεταμορφώνεται μέσα στη θεία λατρεία της Εκκλησίας του; Δεν σκέπτονται ότι σπάει ένας θεσμός πολυσήμαντος; Δεν φοβούνται το Θεό; Πως στενεύουν τα όρια της ζωής των ανθρώπων;
Η Κυριακή έχει διαστάσεις μοναδικές. Δεν μπορεί κανείς να αποτιμήση την αξία της. Είναι εντολή αρχαία, του Θεού του Υψίστου. «Εξ ημέρες εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου, τη δε ημέρα τη εβδόμη Κυρίω τω Θεώ σου» (Δευτ. ε.13-14).
Νόμος που προφητεύθηκε. Υπάρχουν Ψαλμοί του Προφήτου Δαβίδ, (ο 6ος και ο 11ος ) που έχουν σαν επιγραφή: «υπέρ της ογδόης» αναφερόμενοι στην όγδοη ημέρα.
Στην ημέρα μετά την εβδόμη, στού Κυρίου την ημέρα. Φράσις στην οποία οι Πατέρες μας οι άγιοι διέκριναν το βαθύ και πνευματικό νόημα της σημασίας της Κυριακής. 
Η ογδόη ημέρα, που όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος  «έξω κείται του εβδοματικού τούτου χρόνου» που ξεφεύγει από την ανακύκλωσι των ημερών που απαρτίζουν τον παρόντα βίο, που αποτελεί σημείο επαφής μας με την αιωνιότητα.
Πως μπορεί λοιπόν να εισέλθη με τέτοιες διαθέσεις κανείς σ’ αυτό τον ιερό χώρο χωρίς να τον βεβηλώση;
Αυτή την ημέρα ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει ότι έχομεν «το της σωτηρίας γενέθλιον», «το μεθόριον καθαρώς της δευτέρας γενέσεως», «Προς γαρ την άνω φέρει κατάστασιν».
Την ημέρα αυτή που εορτάζουμε την Ανάστασι του Κυρίου και  πανηγυρίζουμε τη σωτηρία μας, προγευόμαστε κατάστασι ζωής μακαριότητας.
Την ημέρα αυτή, καλούμαστε σαν ευλαβείς μυροφόροι να σπεύδουμε στο Ναό για τη λατρευτική συνάντησι με τον Αναστημένο Κύριο, στη μεγάλη της εορτής Του ημέρα, με τα βήματά μας συγχρονισμένα στους ευγνώμονες ρυθμούς της καρδιάς μας.
Είναι παράδεισος για μας η Κυριακή. Αυτή την ημέρα συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε «κνώδαλα» που γυρίζουμε τυφλά στο μαγγανοπήγαδο της ζωής, αλλ’  «εικόνες του Θεού» με υπέροχο και μοναδικό προορισμό την θέωσι.
Την ημέρα αυτή με «ετοίμη» την καρδία μας και «καιομένη εν ημίν» πρέπει να ξυπνάμε το πρωί και να πορευόμαστε «εις οίκον Κυρίου», στον επίγειο ουρανό της Εκκλησίας, όπου «τα ουράνια συναγάλλονται τη γη» σε μια «κοινή και ευφρόσυνη χοροστασία και πανήγυρι» (Χρυσ.).
Κι όλα αυτά τα τονίζει η Κυριακή, η ογδόη ημέρα, η ημέρα «του μέλλοντος αιώνος», αυτή που χαριτώνει και αγιάζει κι όλες τις άλλες ημέρες της εβδομάδος, που μας αφυπνίζει και μας λέει πως «για κάτι τι καλύτερο είμαστε γεννημένοι».
Ο Μέγας Βασίλειος για να τονίση την Κυριακή, την ονομάζει Μία, όχι πρώτη. Κάτι περισσότερο από πρώτη. Μία! Μοναδική! Ασύγκριτη! Ημέρα κατά την οποία καλείται ο Ορθόδοξος Χριστιανός να πάη στο Ναό, να ζήση το θαύμα! Στον οίκο Κυρίου, να μεταλάβη των Αχράντων Μυστηρίων. Να διακηρύξη την Πίστι του.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας διδάσκει: «Ταύτην την ημέραν αγιάσεις... και τοις υπό σε και μετά σού πάσιν άνεσιν παρέξης. Ίνα ομού δοξάσητε... τον αναστάντα και συναναστήσαντα την ημετέραν φύσιν».
Καί τους υπαλλήλους σου και την οικογένειά σου, όλους να τους διευκολύνης να ζήσουν το μεγαλείο αυτής της ημέρας διδάσκει ο Άγιος. «Καί μνησθήση του μέλλοντος αιώνος... και προσκαρτερήσεις εν αυτή τω του Θεού Ναώ».
Αυτή την ημέρα καλούμαστε να την αγιάσουμε στης θείας λατρείας τη θαυμαστή Θεοφάνεια και Χάρη. Να ανυψωθούμε στον αγιασμό της ψυχής μας, να αναβαθμισθούμε πνευματικά.
Να μετάσχουμε ένθερμα στη θεία Λατρεία. Να τροφοδοτηθούμε με τον θείο λόγο, με μελέτη και προσευχή και μετά να ανοιχθούμε «εν αγίαις αναστροφαίς και ευσεβείαις» (Β΄ Πετρ. Γ. 11) όπως διαγορεύει ο Απ. Πέτρος. Να ασκήσουμε φιλανθρωπία, να δούμε πονεμένους, και να τους προσφέρουμε ο,τι είχαμε φυλάξει γι’ αυτό το σκοπό, σύμφωνα με τον Απ. Παύλο: «κατά μίαν Σαββάτων έκαστος υμών παρ’  εαυτώ τιθέτω... ο,τι αν ευοδώται» (Α΄ Κορ. Ις.2).
Ω η Κυριακή! Η προβολή της αιωνιότητος, η αληθινή πρόγευσις του Παραδείσου, πως αντιμετωπίζεται στην άθλια εποχή μας. Ας αναλάβουμε τον αγώνα, αδελφοί μου, να αποκαλύψουμε στους πολλούς και στους άγευστους, την ασύγκριτη πνευματική της γλυκύτητα και χάρι, όπως την ζήσανε οι πατέρες μας.
Ας αναλάβουμε τον αγώνα, να την υπερασπισθούμε, να την διασώσουμε, για να την παραδώσουμε στους νεωτέρους όπως την παραλάβαμε. Προ πάντων να παρακαλέσουμε τους Γονείς να οδηγούν τα παιδιά στην Εκκλησία.
Κρίκοι χαριτωμένοι σε μια ιερή μακραίωνη λατρευτική αλυσίδα: Από την Άννα με το μικρό Σαμουήλ, τον δωδεκάχρονο Ιησού στο Ναό, τις άγιες οικογένειες των μεγάλων Πατέρων, των παιδιών των κρυφών Σχολείων της πατρίδος μας, έως τις μέρες μας.
Ο ιερός Χρυσόστομος παρακαλεί: «Εν Εκκλησία χειραγωγών άγε του παίδας... ου τερπνόν δε μόνον, αλλά και επικερδές τούτο».
Εδώ το κέρδος λοιπόν, το πραγματικό κέρδος. Οι εχθροί της Εκκλησίας, δυστυχώς, βλέπουν πολύ ρηχά το νόημα της Κυριακής και δεν μπορούν να διεισδύσουν στο μέγεθος του μεγαλείου της. Θέλουν να αποδυναμώσουν την Εκκλησία.
Να ισοπεδώσουν τις ημέρες, να κάνουν την ζωή άχαρη και ανιαρή και τους ανθρώπους τυφλά «κνώδαλα». Ας αντισταθούμε,υπερασπίζοντας τον πνευματικό αυτό θησαυρό, του οποίου όμοιος δεν είναι άλλος.
Ω Κυριακή αγία, του Κυρίου ημέρα! Κανείς δεν μπορεί να υπερβή το μεγαλείο Σου. Αξίωσέ μας να ζούμε το θαύμα που διακηρύττεις.
Αγίασέ μας κι αξίωσέ μας να σε αγιάζουμε στον επίγειο βίο μας ώστε να αξιωθούμε και της Καινής Κυριακής στην Βασιλεία του Θεού.
http://romfea.gr/epikairotita/17556-2013-06-17-07-18-22

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Τί είναι οι πειρασμοί και ποιός ο σκοπός τους; (+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)


Τί είναι οι πειρασμοί και ποιός ο σκοπός τους; (+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)




 
Πειρασμοί λέγονται γιατί πειράζουν και συγχρόνως μας διδάσκουν πείρα. Οι πειρασμοί είναι το αποτέλεσμα της προδοσίας μας, επειδή αρνηθήκαμε να μείνουμε εκεί πού μάς έβαλε ό Θεός.
Όλες οι αντιξοότητες, οι δυσκολίες, τα εμπόδια και τα σκάνδαλα στη ζωή μας λέγονται πειρασμοί, γιατί πειράζουν και εμποδίζουν την ελευθερία και την ειρήνη μας
. Αν όμως γίνουμε προσεκτικοί κερδίζουμε από την παρουσία τους. Οι πειρασμοί είναι δύο ειδών. Φυσικοί και επίκτητοι. Φυσικοί είναι όσοι προέρχονται από τις αλλαγές του φυσικού μας περιβάλλοντος. Αυτό γίνεται είτε από την πρόνοια του δημιουργού είτε από τους εξουσιαστές της κοινωνίας. Επίκτητοι είναι όσοι προέρχονται από την είσοδο του παραλόγου στη σκέψη μας και στις πράξεις μας
Όλων αυτών αιτία είναι η δική μας αποστασία, που δημιούργησε επανάσταση σε τρεις τομείς. Κατά του δημιουργού, κατά του εαυτού μας και κατά της φύσεως. Η πολύπλευρη αυτή επανάσταση ανέτρεψε την προγραμματισμένη αρμονία και εισήγαγε τη φθορά, την οδύνη και τέλος το θάνατο!
Η φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία επενέβη πάλι ευεργετικά και μας παραχώρησε τη μετάνοια, που μας επιτρέπει την αποθεραπεία και την επικερδή συναλλαγή. Αν ομολογούμε τη δική μας ενοχή και με καρτερία και υπομονή αντιμετωπίζουμε τα «συμβαίνοντα», ως ποινή δικαιοσύνης από την πλευρά του προνοητή Θεού, τα μεταβάλλουμε σε επωφελή. «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι και κατηύθυνε τα διαβήματα μου» (Ψαλμ. 39,1) και «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22).
Αν συνειδητοποιήσουμε το μυστήριο τής «συναλλαγής», μιμούμαστε τον Κύριο μας, που απέδειξε με το παράδειγμά του ότι η υπομονή, στα ποικίλα θλιβερά της ζωής, τα μεταβάλλει σε επωφελή μέτρα σωτηρίας. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την ζωήν» (Πράξ. 14,22)·  «πολλαί αι θλί­ψεις των δικαίων» (Ψαλμ. 33,20)· «ει εμέ έδιωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ίω. 15,20)· «στενή και τε­θλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7,14). Και το πιό σαφές απ’ όλα: «και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος» (Ματθ. 10,38). Από τα χωρία της Γραφής που παραθέσαμε, πληροφορούμαστε ότι οι πειρασμοί είναι απαραίτητο στοιχείο στη ζωή μας και αναγκαιότατο μέσο αποκαταστάσεως και σωτηρίας.

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13)

Η αμαρτία του γερο-Αυγουστίνου

Η αμαρτία του γερο-Αυγουστίνου

ΕΝΑΣ ευλογημένος αγιορείτης μοναχός, ο γερο Αυγουστίνος ο Ρώσος (1882-1965), ήταν πολύ ενάρετος, πολύ ταπεινός και πολύ αγωνιστής.
Κάποτε παρουσιάστηκε ο διάβολος μέσα στο κελί του σαν σκύλος φοβερός.
Πετούσε φωτιές από το στόμα και όρμησε πάνω στο γέροντα για νά τον πνίξει, επειδή, όπως του είπε, καιγόταν από τις προσευχές του.
Ο γερο-Αυγουστίνος τον άρπαξε και τον πέταξε στον τοίχο φωνάζοντας:
Κακέ διάβολε, γιατί πολεμάς τα πλάσματα του Θεού;
Ο διάβολος, κατατρομαγμένος απ’ την αναπάντεχη υποδοχή, έγινε άφαντος.
Ύστερα όμως ο αγαθότατος και απλούστατος γέροντας είχε τύψεις, επειδή… χτύπησε το διάβολο !
Περίμενε με αγωνία πότε νά φωτίσει, για νά πάει στον πνευματικό του νά εξομολογηθεί το “αμάρτημα” του.
Πραγματικά, μόλις φώτισε πήγε στην Προβάτα…
… (μιάμιση ώρα απόσταση από το κελί του), όπου ήταν ο πνευματικός του, και εξομολογήθηκε.
Ό πνευματικός μου όμως ήταν πολύ συγκαταβατικός”, διηγιόταν αργότερα ο γέροντας, “και δεν μου έβαλε κανένα κανόνα, αλλά μου είπε νά κοινωνήσω.
Εγώ, από τη χαρά μου, όλη τη νύχτα έκανα κομποσχοίνι, και μετά πήγα στη θεία λειτουργία και κοινώνησα.
Όταν ο παπάς έβαζε την άγία λαβίδα ατό στόμα μου, είδα την άγία Κοινωνία κομμάτι κρέας και αίμα!
και τη μασούσα για νά την καταπιώ! Παράλληλα ένιωθα και μία μεγάλη αγαλλίαση, πού δεν μπορούσα νά την αντέξω.
Από τα μάτια μου έτρεχαν γλυκά δάκρυα, και το κεφάλι μου φώτιζε σαν λάμπα.
Έφυγα γρήγορα για νά μη με δουν οι πατέρες, και την ευχαριστία για τη θεία μετάληψη τη διάβασα μόνος μου στο κελί μου”.
http://www.psathades.gr/

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ

12η Οκτωβρίου-Ανάμνηση της μετακομιδής Ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού του Βατοπαιδινού στην Άρτα.


Η μετακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού στην Άρτα έγινε την 12η Οκτωβρίου 1997.Συγκεκριμένα οΚαθηγούμενος της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου  Γέροντας Εφραίμ, συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες Τιμόθεο ,Αθανάσιο και Ανδρέα, μετέφεραν στην Άρτα τεμάχιο του λειψάνου του αγίου, το οποίο δόθηκε μεν στον Μητροπολίτη Άρτας στη Ρωσία , αλλά κατόπιν επιθυμίας του Σεβασμιωτάτου παρέμεινε επί μερικούς μήνες στην Μονή Βατοπαιδίου .

Γράφονται στα Πρακτικά της Συνάξεως της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου τα εξής.
«…το απόγευμα αφίχθησαν εις Άρταν συνοδεία πάντοτε περιπολικού οχήματος και οχήματος ασφαλείας της Αστυνομίας, όπου επεφυλάχθη μεγαλειώδης και θερμοτάτη υποδοχή εις τον άγιον Μάξιμον υπό του Σεβασμιωτάτου αγίου Άρτης και άλλων αρχιερέων, των αρχών της πόλεως και του Αρτινού λαού, υποδεχομένου τον ομαίμονα άγιόν του εις τα χώματα ένθα ανετράφη. Αξίζει να σημειωθή ότι όλη η περιοχή τότε υπέφερεν εξ ανομβρίας και δια της αφίξεως του αγίου λειψάνου ήρχισε καταρρακτώδης βροχή, η οποία εσταμάτησε δι ολίγην ώραν κατά την υποδοχήν και μέχρι του πέρατος της υποδοχής. Ο λαός έζησε το γεγονός τούτο ως διπλούν θαύμα του αγίου Μαξίμου. Αφ ενὸς ο άγιος έφερε τας ποθουμένας βροχάς, και αφ ετέρου έπαυσε ταύτας δι ολίγον δια να δυνηθή ο κόσμος να παρευρεθή εις την υποδοχήν. Ο Άγιος Καθηγούμενος εξέφρασε την βαθείαν συγκίνησίν του από την ευλάβειαν του Αρτινού λαού προς τον Άγιον Μάξιμον.
« Ετελέσθησαν λαμπραί Ιεραί Ακολουθίαι και αγρυπνία εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όπου και εναπετέθη δια την προσκύνησιν το άγιον λείψανον. Τέλος ο Άγιος Καθηγούμενος ανέφερεν ότι εξεφώνησεν ομιλίαν εις την αίθουσαν του ομίλου « Σκουφάς », κατόπιν προσκλήσεως του ομίλου, παρουσία των επισήμων και του χριστεπωνύμου πληρώματος υπό τον τίτλον: « Ο Μάξιμος ο Γραικός ως άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας »
Από την ομιλία του Γέροντος Εφραίμ του Βατοπαιδινού δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ
– Ο ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ ΩΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΡΤΗΣ
(Απόσπασμα)

« Η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου κατά το ιστορικό της παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι διαδραμάτιζε διπλό ρόλο όσον αφορά την πνευματική της δραστηριότητα. Αφ’ ενὸς μεν δρούσε στην ησυχία και την αμεριμνία που είναι οι προϋποθέσεις για την κάθαρση από τα πάθη, το φωτισμό του νου και τη θέωση και αφ ετέρου τα θεωθέντα και αγιασμένα τέκνα της τα έστελνε στην ιεραποστολή για να δώσουν την καλή μαρτυρία της ακραιφνούς Ορθοδόξου ημών Αγιορειτικής Παραδόσεως προς στήριξη του λαού του Θεού, κάτι που δεν είναι ξένο στο ρου της διαχρονικής πορείας της Εκκλησίας. Και τολμούμε να πούμε ότι τόσο πολύ διακρινόταν η Μεγίστη αυτή Μονή στον τομέα αυτό, ώστε να επιδοθεί σ’ αυτὴ ο κλήρος της Ιεραποστολής, όχι μόνο στην ημεδαπή αλλά και στα άλλα Ορθόδοξα Έθνη.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός, γνωστός σαν « ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός », υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους μοναχους, διεκρίθη δε σαν θεολόγος, φιλόσοφος, συγγραφέας και ποιητής κατά το αʹ ήμισυ του 16ου αιώνα, που έγινε γνωστός σαν « φωτιστής και αναμορφωτής του Ρωσσικού Έθνους ».
Γεννήθηκε στην πόλη της Άρτας, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, γύρω στο έτος 1470 και καταγόταν από πλούσια, επιφανή και ευσεβή οικογένεια και ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης. Έλαβε τη βασική παιδεία από τους γονείς του και στα σχολεία Άρτας και Κέρκυρας. Σε ηλικία είκοσι χρόνων μετέβηκε στην Ιταλία,όπου παρακολούθησε ανώτερες σπουδές για μια δεκαπενταετία στα πανεπιστήμια της Ιταλίας, Βενετία, Πάδοβα, Φερράρα, Φλωρεντία και στα Μεδιόλανα. Ένας από τους πλέον έγκριτους βιογράφους του Αγίου Μαξίμου ο πρίγκηπας Ε. Γκολουμπίνσκιϊ ισχυρίσθηκε ότι, εάν παρέμενε τελικά στην Ιταλία, θα γινόταν ένας από τους διαπρεπέστερους Καθηγητές Πανεπιστημίων της εποχής εκείνης.
Όμως ο Άγιος Μάξιμος επιδόθηκε σε έντονη αναζήτηση του αυθεντικού τρόπου της χριστιανικής ζωής, αφού διαπίστωσε την γυμνότητα του ανθρώπου χωρίς το Θεό, ζώντας στην Ιταλία όπου τότε άκμαζε ο αναγεννησιακός ουμανισμός. Ακούοντας δε, για τη μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους και ποθώντας να επιτύχει τον ύψιστο ανθρώπινο προορισμό τη θέωση, αφού διαπίστωσε την ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας και σοφίας κατά κόσμο, αποφάσισε να αφοσιωθεί στον Κύριο σαν μοναχός στο περιφανέστερο λίκνο της Ανατολικής Ορθοδόξου Παραδόσεως της εποχής του και κατάληξε στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου.
Το 1515 ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και από τον « Πρώτο » του Αγίου Όρους εμπειρο, πεπαιδευμένο και ενάρετο μοναχό για να μεταφράσει εκκλησιαστικά κείμενα στη ρωσική γλώσσα και συνάμα να διορθώσει εσφαλμένες μεταφράσεις και αντιγραφές της Αγίας Γραφής και Πατερικών κειμένων. Όλοι,συμπεριλαμβανομένης της Βατοπαιδινής Γεροντίας, επέλεξαν ομόφωνα τον χαρισματούχο μοναχό Μάξιμο.
Ο Άγιος Μάξιμος αναχώρησε από το Άγιο Όρος το 1516. Σαν εκπρόσωποι του ευγενούς Ρωσικού λαού υποδέχθηκαν τον Αγιο-ρείτη μοναχό και τη συνοδεία του, ο Μητροπολίτης Μόσχας Βαρλαάμ και ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς.
Δυστυχώς, την εποχή εκείνη το Ρωσικό Έθνος μαστιζόταν από κενές ιδεολογίες, που είχαν υπεισέλθει και στα Ορθόδοξα εκκλησιαστικά βιβλία, ίσως όχι τυχαία. Ο Μάξιμος ανέπτυξε συγγραφικό, μεταφραστικό, διορθωτικό και ερμηνευτικό έργο. Παράλληλα η Ορθοπραξία του ήλκυσε σύντομα το Τσάρο και το Μητροπολίτη, καθώς επίσης και το λαό και αρκετούς επιφανείς και διακεκριμένους άνδρες, που διεπίστωσαν στο πρόσωπό του το σοφό μοναχό, που είχε τη δυνατότητα να επιλύει δυνάμει Θεού με τις συνετές του διδαχές και συμβουλές τα πολυσχιδή προβλήματα που ανήκαν στους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων και δραστηριοτήτων. Έτσι άρχισε το συμβουλευτικό του έργο κυρίως προς το Ρώσο Ηγεμόνα και το Μητροπολίτη που διοικούσαν τα της Πολιτείας και τα της Εκκλησίας.
….. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός υπήρξε ο πρώτος μύστης των Ρώσων στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και φιλολογία, λόγω της σχετικής εμβριθούς και πολυετούς σπουδής του στη Δύση. Επίσης ήταν ο πρώτος εισηγητής της τυπογραφίας στη Ρωσία, ένεκα των στενών του σχέσεων με τον περίφημο Ιταλό τυπογράφο και λόγιο Άλδο Μανούτσι. Γενικά, ο Φωτιστής και Ισαπόστολος Μάξιμος ενεργούσε πολύτροπα και σοφά και φρόντιζε να μορφώνει πλήθος ανθρώπων, που συνέχισαν το κολοσσιαίο έργο της Ορθοδόξου διαφώτισης της Ρωσίας για τη σωτηρία του λαού και προς δόξα και χαρά της Εκκλησίας του Χριστού. Οι εν λόγω πολιτιστικές δραστηριότητες του Αγίου Μαξίμου εξάρουν την πολυποίκιλη ευεργετική δράση του Αγίου, που αναδείχθηκε όχι μόνον Ιεραπόστολος αλλά και εκπολιστιστής του Ρωσικού λαού, που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση αγραμματοσύνης και αμάθειας.
Η ιεραποστολική δράση του Αγίου Μαξίμου διάρκεσε για μια οκταετία. Το ομολογιακό του έργο όμως του επιφύλασσε βαρύ σταυρό, η μάλλον ο εχθρός της αλήθειας διάβολος επιχείρησε να καταστρέψει το έργο του Μαξίμου! Αλλά τελικά αστόχησε, διότι «ο κόκκος του σίτου έπεσεν εις την γην και απέθανεν και έδωκεν καρπόν εκατονταπλασίονα», κατά το Κυριακό λόγιο.
Ευκρινέστερα αναφέρομε ότι λόγω ατασθαλιών εκ μέρους πολιτικών και ορισμένων εκκλησιαστικών φορέων – που οφείλονταν εν πολλοίς σε άγνοια – ο Αθωνίτης Πατήρ αναγκάσθηκε να διαμαρτυρηθεί και να ελέγξει κάποιους, με βάση τις ευαγγελικές αξίες και σύμφωνα με την εκκλησιαστική ιδιότητα, που του χορηγήθηκε από τη Ρωσική Εκκλησία και τη Βασιλεία της χώρας. Δυστυχώς όμως, αντί η κατάσταση των πραγμάτων να βελτιωθεί, ο Μάξιμος είχε πλέον να αντιμετωπίση την έχθρα των ανθρώπων αυτών. Σ αυτοὺς συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος ο υπ αυτοῦ ελεγχθείς Τσάρος και ο Μητροπολίτης της Ρωσίας Δανιήλ, που αγνοούσαν το ειλικρινές ενδιαφέρον του Αγίου για τη σωτηρία τους και την ευθυδρομία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Απ εδώ αρχίζει μια βαριά σταυρική πορεία του Αγίου εν μέσω φυλακών και κατατρεγμών και μέχρι θανάτου δοκιμασιών. Αυτές ακριβώς οι δοκιμασίες τελειοποίησαν πνευματικά τον Μάξιμο, ώστε να θεωρείται σήμερα ο πρώτος από τα επιφανή τέκνα της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, ο άριστος από τους μεγαλύτερους στην αγιότητα, Ισαπόστολος και Ομολογητής, Μάρτυρας και Όσιος και Έγκλειστος και Ησυχαστής. Είναι αυτός που με θεία κλήση συγκέντρωσε όλα μαζί τα χαρίσματα και σ’ αυτὸν αρμόζουν όλες οι εν λόγω προσωνυμίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη θεωρείται κάτι απ αυτὰ υπερβολή, καθώς θα αποδείξομεν πιο κάτω με τις πενιχρές μας δυνάμεις και με τις πρεσβείες του Οσίου μας Πατέρα. Και όχι μόνον δεν μπορεί να θεωρηθούν υπερβολή όλες οι εν λόγω προσωνυμίες, αλλά αποδεικνύεται ακόμη ότι ο Άγιος αυτός ξεπερνούσε κατά πολύ και τους αγίους εκείνους που επιμελήθηκαν στο έπακρο ένα τρόπο ζωής κατά το ανθρώπινο δυνατό και μια ασκητικότητα, που τους διάκρινε και τους κατέταξε στο δικό τους τάγμα.
………..Ο Άγιος γέροντας στην ηλικία και καταβεβλημένος από τις πολλαπλές κακουχίες της ισοβίου φυλάκισής του, κατά την 21η Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, και στην Ιερά Μονή της μετάνοιάς του στο Βατοπαίδι οι πατέρες και αδελφοί του αμέριμνοι και αγαλλώμενοι τιμούσαν κατά το έθος την εορτή της Παναγίας της Παραμυθίας, ξένος σε ξένη χώρα, χωρίς ανθρωπίνη παρηγοριά, ο Άγιος Μάξιμος παρέδωκε το πνεύμα του στα χέρια του αγαπημένου του Κυρίου, για να τον παραμυθήσει από τους κόπους και πόνους του η Κυρία Θεοτόκος η Βατοπαιδινή Μήτηρ του και Παραμυθία.
Η Θεία Πρόνοια, προκειμένου να μαρτυρήσει για τη σωστή ομολογία του Αγίου Μαξίμου και την ευαρέσκειά της για το ομολογιακό του έργο, οικονόμησε να κοιμηθεί ο Όσιος την ημέρα της μνήμης του ομώνυμου και προστάτη του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ημέρα που γιόρταζε και συνεχίζει να εορτάζει η Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου τη θαυματουργή της εικόνα την Παναγία την Παραμυθία, γεγονός που μαρτυρεί ότι η σκέψη και η αγάπη του Αγίου ήταν πάντοτε στη Μονή του και τη θαυματουργή της εικόνα και ότι επίσης ο πόθος του για επιστροφή παρέμεινε πάντοτε ακλινής, χωρίς όμως να μπορέσει να τον πραγματοποιήσει. Κι αυτό πάλιν από θεία Πρόνοια, ώστε το θείο σκήνος του να αποβεί – σαν άλλος μυθικός φοίνικας αναγεννώμενος από την τέφρα του – το θεμέλιο της πνευματικής του οικοδομής και του ιεραποστολικού του έργου στη Ρωσία, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο αρχέκακος εχθρός διάβολος θέλησε να εμποδίσει το έργο του Οσίου, δηλαδή το έργο του Θεού, αλλά τραυματίσθηκε καίρια με τα δικά του όπλα και κατά το ψαλμικό: «η ρομφαία αυτού εισήλθεν εις την καρδίαν αυτού».
Γέρων κεκοιμηκώς από τη μαρτυρική του ζωή τελείωσε την επίγεια ζωή του και το αποστολικό έργο του, αναβαίνοντας στην επουράνια θριαμβεύουσα Εκκκλησία. Ήταν 86 περίπου χρόνων όταν κοιμήθηκε (1556) και είχεν υπηρετήσει μέχρι τελευταίας ικμάδας τη Ρωσική Εκκλησία και τον ευσεβή λαό της για συνολική περίοδο τριάντα οκτώ (38) χρόνων. Τα εικοσιέξι (26) χρόνια ήταν στη φυλακή υποκείμενος σε ανεικάστους ταλαιπωρίας.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως προέβηκε στον κανονισμό ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού το 1988. Στη συνέχεια τον ίδιον χρόνο και στην εορτή της χιλιετηρίδας της Ορθοδοξίας στη Μόσχα κανονίσθηκε σαν άγιος και από τη Ρωσική Εκκλησία.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός αναδείχθηκε Πατέρας των Ορθοδόξων της Ρωσικής γης.
Ευχόμαστε ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός μας, που «έως άρτι εργάζεται» να αποστέλλει πάντοτε άξιους και άγιους εργάτες στον αμπελώνα Του, σαν τον ακάματο και μέγα Άγιο Μάξιμο, για τη σωτηρία όλων μας. Ευχόμαστε επίσης ο Θεός με τις πρεσβείες του Οσίου τούτου Πατέρα μας να δίδει τη Χάρη Του, για τη διαφύλαξη της ενότητας της πίστεως και το σύνδεσμο της αγάπης στη μία Αγία του Χριστού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Βατοπαιδίου το εξαίρετον χριστόθρεμμα,
Και όρους Άθω το πανεύοσμον αγλάισμα,
Θείον Μάξιμον τιμήσωμεν επαξίως ,
Των λειψάνων την σορόν ανακομίζοντες
Εκ Ρωσίας ένθα πλήθη κατεφώτισε,
Τούτω κράζοντες
Χαίροις Μάξιμε Μέγιστε.

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος

Γέροντας Διονύσιος τῆς Κολιτσοῦ «Τό δευτερόλεπτο πού ζοῦμε,ἐκεῖνο εἶναι δικό μας»

Γέροντας Διονύσιος τῆς Κολιτσοῦ «Τό δευτερόλεπτο πού ζοῦμε,ἐκεῖνο εἶναι δικό μας»






-Γέροντα δεν έχουμε πολύ διάθεση για να προσευχηθούμε.Όλο το αναβάλλουμε για αύριο,μεθαύριο έχουμε μία δουλειά,ίσως την άλλη εβδομάδα λέμε...

-Αυτό είναι ένας πειρασμός.Ποτέ μην λες«Θα το κάνω αύριο»επειδή το δευτερόλεπτο που ζούμε,εκείνο είναι δικό μας.Το επόμενο δευτερόλεπτο,το επόμενο λεπτό δεν είναι δικά μας,δεν ξέρουμε εαν θα το προλάβουμε,αφού ο άνθρωπος είναι''ωσεί χόρτος''όπως λεει ο ψαλμωδός«Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει».
Δεν μπορούμε να πούμε ''άσε θα το κάνω εγώ άλλη μέρα''.Αυτό που πρέπει να πούμε είναι:«Εαν θέλει ο Θεός, να με βοηθήσει να φτάσω αύριο στην εκκλησία για να εξομολογηθώ και ν'ακούσω προσεχτικά τι θα μου πει ο πνευματικός μου, επειδή αυτός έχει την χάρη του Αγ.Πνεύματος και πρέπει να κάνω ότι με συμβουλεύσει για να μπω στην Βασιλεία των Ουρανών».


Χωρίς την εξομολόγηση δεν μπορούμε να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού.
Βλέπετε πόσο μεγάλη είναι η καλοσύνη του Θεού;Ευλόγησε όπως, με την ευλογία του αρχιερέως ο ιερέας να γίνεται πνευματικός,και ότι αυτός λέει αυτό κάνει ο Θεός.Βλέπετε;Ο Θεός δεν έβαλε έναν άγγελο για πνευματικό αλλά έναν άνθρωπο,για να μπορούν οι άνθρωποι να εξομολογούνται με ειλικρίνεια.Αν δεν εξομολογηθείς με ειλικρίνεια δεν θα λάβεις άφεση αμαρτιών.Πρέπει να είσαι ειλικρινής.Το έλεος του Θεού ει μεθ'ημών.

Γέροντας Διονύσιος,ο πνευματικός της Κολιτσού
http://proskynitis.blogspot.com/2012/04/blog-post_02.html

Εμπειρίες ενός προσκυνητή από την πανηγυρική Αγρυπνία της εορτής του Οσίου Ευδοκίμου του Βατοπαιδινού .



Εμπειρίες ενός προσκυνητή από την πανηγυρική Αγρυπνία της εορτής του Οσίου Ευδοκίμου του Βατοπαιδινού .           


Η απότομη αλλαγἠ του καιρού με την χαμηλή θερμοκρασία, το τσουχτερό κρύο και τις συνεχείς βροχοπτώσεις δε στάθηκε εμπόδιο για να βρεθούμε στο Άγιο Όρος.
Είναι γνωστό πλέον σε πολλούς από ό,τι διαπίστωσα η γιορτή της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Ευδοκίμου.
Κατά τη διαδρομή του πλοίου από την Ουρανούπολη για την Δάφνη από αρκετές παρέες άκουσα ότι γνώριζαν ότι το Βατοπαίδι πανηγυρίζει τον Άγιο Ευδόκιμο γι’ αυτό το πλοίο είναι γεμάτο.
Συνάντησα κάποιο γνωστό μου και με έκπληξη άκουσα ότι γνώριζε για το λαμπρό της πανήγυρης αλλά μου είπε ότι ήταν λυπημένος διότι αν και συμβαίνει 1 φορά στα 70 χρόνια να συμπίπτει η γιορτή της Παναγίας της Οδηγήτριας με του Αγίου Ευδοκίμου όπου συνιθίζεται λόγω του θαυμαστού γεγονότος μεταφοράς της Εικόνας στη Μονή Ξενοφώντος, να ψάλλουν Βατοπαιδινοί Πατέρες στην πανήγυρι και αυτό δεν θα συνέβαινε αυτή τη φορά.
Ο μεγάλος συνωστισμός που είδα στη Δάφνη μεταφέρθηκε στην Πύλη της Μονής Βατοπαοδίου. Παρέες νέων παιδιών, φοιτητών αλλά και μεγαλυτέρων σε γρήγορο χρονικό διάστημα τακτοποιηθήκαμε. Βέβαια περίπου 60 πατέρες βγήκαν απο τα κελιά τους για μας.
Η Βατοπαιδινή φιλοξενία με το κέρασμα (λουκούμι και τσίπουρο) ήταν ανακούφιση μετά το πολύωρο ταξίδι μας.

Στις 16.00 το απόγευμα του Σαββάτου λίγο πρίν απο τον εσπερινό ο παρατεταμμένος ήχος των καμπάνων απο το κωδωνοστάσιο ήταν το μήνυμα της θερμής υποδοχής του Μητροπολίτη Μύρων κ.κ. Χρυσοστόμου που ακολούθησε.

Το μοναστήρι γεμάτο απο κόσμο και άκουσα σε κάποια στιγμή μετά το απόδειπνο ότι περιμένουμε μέχρι το απόγευμα της Κυριακής επιπλέον κόσμο όπως και έγινε.
Αγιορείτες πατέρες και γέροντες από διάφορες Μονές της Αθωνικής πολιτείας παρευρέθηκαν στην εορτή. Μεταξύ αυτών ήταν ο Γέροντας Μωυσής και ο Γέροντας Γρηγόριος πνευματικό παιδί του Μακαριστού Γέροντος Παϊσίου όπως μας πληροφόρησε ο καθηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου Εφραίμ.
Είναι πραγματικότητα ότι στη Μονή Βατοπαιδίου βρίσκονται οι επτά θαυματουργές εικόνες της Παναγίας όπως και μεγάλος αριθμός ιερών κειμηλίων. Επίσης είναι σπάνιο αλλά ίσως μοναδικό στο Άγιο Όρος να βρίσκεται ολόκληρο το λείψανο (ενός Αγίου) του Αγίου Ευδοκίμου.
Τέσσερις το απόγευμα άρχισε ο μικρός εσπερινός. Ένα ξύλινο έπιπλο με βελούδινο ύφασμα και απεικόνιση του Αγίου Ευδοκίμου εμπρός πίσω δύο εξαπτέρυγα, ένας χρυσός σταυρός στη μέση και τρείς λαμπάδες φιλοξένησαν δύο λειψανοθήκες με την κάρα και τα οστά του Αγίου.

Με δέηση μεταφέρθηκαν από το ιερό βήμα οι λειψανοθήκες και τοποθετήθηκαν δίπλα στο αριστερό κύωνα όπου με ευλάβεια τα προσκυνήσαμε, καθώς έψαλλαν και οι δύο χοροί εναλλάξ το απολυτίκιο, το κοντάκιο αλλά και  τροπάρια του Αγίου.
Το καθολικό ευωδίαζε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο ένας πλάι στον άλλο ασφυκτικά δίχως διαμαρτυρίες. Τα τροπάρια του Αγίου μας μετέδιδαν ηρεμία και χαρά δίχως να το καταλάβουμε τελείωσε ο εσπερινός και ακολούθησε τράπεζα.
Η διακοπή που ακολούθησε κράτησε περίπου μία ώρα. Η αγρυπνία άρχισε στις 18.30 με αργούς ύμνους και τόσο μελωδικούς που νομίζω οτι πρώτη φορά αυτό συνέβη.

Όμως είναι γεγονός ότι κάθε αγρυπνία ειδικά στο Βατοπαίδι που ερχόμαστε είναι αξέχαστη.

Πέρασαν πολύ σύντομα δύο ολόκληρες ώρες και μάλιστα κατάλαβα ότι έπρεπε να πάμε για κέρασμα (δείγμα της φιλοξενίας). Οι πατέρες είχαν ετοιμάσει δίχως να φανεί η απουσία τους από την αγρυπνία. Περιμένουν πολλοί προσκυνητές έξω απο το παρεκκλήσι της Παραμυθίας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Χρυσοστόμου, των Αρχαγγέλων, της Αγίας Τριάδος αλλά και αλλού για να εξομολογηθούν. Πραγματικά όλοι ξεκινούν να εξομολογούνται απο την στιγμή που έρχονται στο Άγιο Όρος.
Όλο το συνοδικό ήταν κατάμεστο από λαϊκούς και μοναχούς. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μίλησε πολύ ευστοχα και αναφέρθηκε: α) ότι αυτό που κέρδισε είναι η ηθική, η φιλανθρωπία αλλά και η αφιλοχρηματία, β) αναφέρθηκε στη λάσπη που δέχεται το μοναστήρι και ο Γέροντας Εφραίμ και ότι από την αρχή το Πατριαρχείο και ο Παναγιώτατος είναι δίπλα στο Γέροντα. Αναφέρθηκε ότι το μεγαλύτερο όφελος των Αγίων είναι κατά τη διάρκεια του διωγμού τους δίνοντας τα παραδείγματα και του Αγίου Χρυσοστόμου και του Αγίου Νεκταρίου. Τελικά είπε ότι το σκάνδαλο είναι ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο. Βέβαια ανέφερε ότι η Εκκλησία καθυστερεί συνήθως στις αντιδράσεις της.
Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο Γέροντας Μωυσής που στήριξε το Γέροντα Εφραίμ και την αδελφότητα και αναφέρθηκε κι αυτός στον Άγιο Νεκτάριο, ο οποίος ενώ καθοδηγούσε το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, κατηγορήθηκε ότι είχει σχέσεις με τις μοναχές και μάλιστα όταν τον κάλεσαν για να μιλήσει δεν απάντησε. Μόλις το άκουσε μια από τις μοναχές το λόγο που κατηγορούν τον Άγιο πήγε να διαμαρτυρηθεί και να υπερασπιστεί τον Άγιο. Τότε τη μάλωσε ό Άγιος και της είπε μη το κάνεις αυτό διότι αυτό δε με ωφελεί.
Στο ίδιο πλαίσιο μίλησε και ο Γέροντας Γρηγόριος, πνευματικό τέκνο του Γέροντα Παΐσιου. Σε όλη δε τη διάρκεια μία ξεχωριστή λαμπρή λάμψη διακρινόταν στο πρόσωπο του Γέροντα Εφραίμ.
Η αγρυπνία συνεχίστηκε σύμφωνα με αγιορείτικο τυπικό μέχρι τις 02:30 π.μ.
Το πρωΐ στις 06:00 π.μ. ξεκίνησε η ακολουθία με τίς Ώρες και στη συνέχεια η Θεία Λειτουργία. Λίγο πριν τη Θεία Λειτουργία εντυπωσιακή είναι η ετοιμασία για να ντυθεί την αρχιερατική στολή ο Δεσπότης.

Το λαμπρό της πανηγύρεως έχει να κάνει και με τη χειροτονία σε πρεσβύτερο του διακόνου Θεοφάνους από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μύρων, ο οποίος στο παρελθόν είχε χειροτονήσει και άλλους βατοπαιδινούς πατέρες.

Η εικόνα του ιερέα Γρηγορίου κατά σάρκα πατέρα του π. Θεοφάνους, η χαρούμενη αναμονή για τη χειροτονία, η χειροτονία, η χειροτονία και το Ησαΐα χόρευε γύρω από την Αγία Τράπεζα φανέρωσε όχι μόνο σε μένα αλλά  σε πάρα πολλούς την ευλογία που υπάρχει σε οικογένειες μέσα από την πνευματική καθοδήγηση. Ένιωσα σήμερα ότι «έγινε γάμος», έδωσε τέτοια ολόψυχη ευχή ο ιερέας συνοδευόμενος από τον άλλο λαϊκό γιο του που δεν έχει προηγούμενο.

Όλα αυτά έγιναν πριν τη Θεία Κοινωνία, ενώ μετά από αυτή διαβάστηκαν τα κόλλυβα για τον Άγιο Ευδόκιμο.


Στη συνέχεια ο ιερομόναχος Ευδόκιμος χειροθετήθηκε από το Σεβασμιώτατο πνευματικός (εξομολόγος).

Μετά την πνευματική τράπεζα ακολούθησε η υλική πανηγυρική Τράπεζα. Οι πατέρες έστρωσαν λόγω του αρκετού κόσμου, τραπέζια ακόμη και σε άλλους χώρους εκτός της κυρίως τραπέζης.


Λίγο πριν τις 11:00 π.μ. και ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς επέστρεψαν στο Καθολικό για μία μικρή δέηση και στη συνέχεια μας δόθηκε μία ευλογία (δώρο) δείγμα της αγάπης του Γέροντα και των πατέρων της Μονής.
Οι προσευχές του Γέροντα Εφραίμ αλλά και όλης της αδελφότητας είναι αυτές που βοηθούν και ξεπερνάμε τη μάστιγα της οικονομικής και ηθικής κρίσης που υιοθετήσαμε!!!
Εύχομαι σύντομα  να έλθει πνευματική αφύπνιση!!!
Μιχάλης Δουδούδης

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΗΣ ΣΚΗΤΗΣ



Ο Όσιος Ιερόθεος της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου (1762-1814)

Γράψτε ένα σχόλιο



Βατοπαιδινή  Σκήτη του Αγίου Δημητρίου.

1. Συνοπτικό βιογραφικό σχεδίασμα
Ο μακάριος γέρων Ιερόθεος «ήτον γέννημα και βλαστός της περίφημου Πελοποννήσου, ήτοι του Μωρέως, από την επαρχίαν του αγίου Κορίνθου, από ένα χωρίον καλούμενον Συλίβενα (του ποταμού όπου συνορεύει με την επαρχίαν του αγίου Κυρνίτης)».
Γεννήθηκε κατά το έτος 1762, από τον Γεώργιο και την Μαλάμω, γονείς «θεοσεβείς, φιλαδέλφους, φιλογείτονες, φιλόπτωχους και ελεήμονες», ως δευτερότοκος υιός τους, και «αναγεννηθείς δια, του αγίου Βαπτίσματος, ωνομάσθη Ιωάννης». Ο βιογράφος του δεν μας παρέχει, δυστυχώς, περισσότερες πληροφορίες για την παιδική του ηλικία μνημονεύει, πάντως, πως «ήτον προς τους γονείς του κατά πάντα υπήκοος, εις όσα, δηλαδή, πρέπει να υποτάσσωνται τα τέκνα εις τους γονείς αυτών», καθώς και ότι βασική του απασχόληση ήταν η διαποίμανση του κοπαδιού που διατηρούσαν οι κτηνοτρόφοι –προφανώς- και γεωργοί γονείς του.
Σε ηλικία εννέα μόλις ετών, κατά το έτος 1771, «απαρνείται τον κόσμον και τα εν κόσμω, γονείς, συγγενείς, φίλους, συνομηλίκους και πάσαν περιουσίαν και όλα τα χαρμόσυνα και ηδέα λεγόμενα του παρόντος και ματαίου αιώνος». Η μητέρα του Μαλάμω τον πηγαίνει στο μοναστήρι τοϋ αγίου Γεωργίου του Φονέως, όπου τον εμπιστεύεται στον θείό του και ηγούμενο της Μονής Μακάριο. Αφορμή γι΄ αυτήν την «παιδιόθεν» αφιέρωση και προσαγωγή του μικρού Ιωάννου στην αγγελική πολιτεία υπήρξε ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη κατά την περίοδο που αυτός έβοσκε το ποίμνιο των γονέων του. Συγκεκριμένα, η «θαυματουργικώ τω τρόπω» διάσωση του από πτώση που επέφερε βέβαιο θάνατο στον γκρεμνό Άββορο, συνεκλόνισε βαθύτατα την ψυχή της λίαν ευσεβούς εκείνης μητρός, η οποία υπεσχέθη τότε προς την Θεοτόκο και τον άγιο Γεώργιο: «Παναγία μου Θεοτόκε, βοήθησον και, άγιε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρόφθασον και γλύτωσε το παιδίον μου να μην άποθάνη και να το φερω εις το μοναστήριον σου να γένη καλόγηρος»· καθώς επίσης και: «Παναγία μου, βοήθησον [...] άγιέ μου Γεώργιε, βοήθησον και ιάτρευσον το παιδίον μου και να τελειώσω εκείνο όπου σου έταξα».
Τούτο, λοιπόν, το ευλαβικό «τάμα» της «φιλοθέου άμα δε και φιλοτέκνου» αυτής μητρός, η κλίση του νεαρού Ιωάννου προς το «μοναδικό επάγγελμα» και κυρίως η κλήση που «παρά Θεού» είχε λάβει, τον οδήγησαν από την παιδική του ηλικία στο μοναστήρι για να ακολουθήσει την παράδοση της οικογενείας του, καθ΄ ότι ο πάππος του ήταν ιερεύς, αλλά και δύο ακόμη θείοί του ιερομόναχοι.
Στο μοναστήρι εκείνο και κοντά στον θείό του Μακάριο, ο Ιωάννης εδιδάχθη τα γράμματα μέσα από τις Ακολουθίες της Εκκλησίας, μια και λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αφ΄ενός, και των επιδρομών των Αρβανιτών, αφ΄ ετέρου, είχε κάμει μόνο λίγες ημέρες στο σχολείο. Η πολιτεία του ήταν υποδειγματική. Ο ηγούμενος θείός του, μαζί με την «κατά κόσμον» μόρφωση -πού γρήγορα αφομοίωσε, καθ΄ότι «ήτον φυσικά πολλά ευφυής και οξύνους»- του έδίδαξε και την «ευταξίαν του μοναδικού επαγγέλματος»· και «προβαίνοντας εις την ηλικίαν, πρόθυμος εφαίνετον εις τα πάντα και επαινετός». Σε μικρή σχετικά ηλικία εχειροθετήθη αναγνώστης από τον άλλο θείό του, τον Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο, και αργότερα εκάρη δόκιμος μοναχός μετονομασθείς Ιωσήφ. Ανέλαβε επιπλέον τις διακονίες του εκκλησιάρχη και διαβαστή, στις οποίες αγωνιζόταν και «υπηρετούσεν [...] με πολλήν επιμέλειαν και προθυμίαν, έως όπου έζη ο θείος του».
Η καθημερινή του απασχόληση στην εκκλησία, η αναστροφή του με τους πατέρες της Μονής και η μελέτη των άθλων και μαρτυρίων των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκαλούν στον Ιωσήφ θαυμασμό και κατάνυξη, συνάμα δε και φλογερό πόθο για «να άκολουθήση την ζωήν και πολιτείαν τους». Ο πόθος αυτός ανάπτει περισσότερο και κατακαίει την καρδιά του όταν πληροφορείται με λεπτομέρειες τη ζωή των Αγιορειτών μοναχών από κάποιον ιερομόναχο της Μονής Ξενοφώντος που επεσκέφθη τη Μονή τους. Τότε, χωρίς πολλή σκέψη, φεύγει κρυφά απ΄τη Μονή, μαζί με ένα ακόμη αδελφό, με προορισμό το Άγιον Όρος. Δεν είχε, όμως, φθάσει για τον νεαρό και «αγένειο» ακόμη Ιωσήφ η κατάλληλη στιγμή για να ησυχάσει και επιδοθεί στους ασκητικούς αγώνες της αθωνικής μοναχικής πολιτείας. Ο θείός του, αντιλαμβανόμενος το γεγονός, «στέλνει δύο αδελφούς και τον προφθάνουν εις τον δρόμον όπου περνά κοντά από το χωρίον, Καστανιά λεγόμενον, και τον εγύρισαν εις το μοναστήριον».
Στην υπακοή του ηγουμένου θείου του παραμένει έως το έτος 1782, κατά το οποίο αυτός «απέδωκε το κοινόν χρέος, κοιμηθείς εν Κυρίω». Μετά την εκδημία του θείου του εγκατεβίωσε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου Φενεού πέντε ακόμη έτη, αγωνιζόμενος σε όλες τις αρετές, μάλιστα δε «υποπιάζων και δουλαγωγών» το φθαρτό σώμα του επί τριετίαν, εργαζόμενος στα «ζευγάρια του μοναστηρίου».
Ο νους του, όμως, ήταν πάντοτε στραμμένος προς την απόλυτη μόνωση και υποταγή· αφ΄ ενός μεν το θεόσταλτο δράμα «του Δεσπότου Χριστού», το οποίο κυριολεκτικά τον συνεκλόνισε, αφ΄ ετέρου δε ο βίος των αγίων Ιωάννου και Συμεών του διά Χριστόν Σαλού, ο οποίος αποτελούσε προσφιλές του ανάγνωσμα, τον ωθούν τελικά να πάρει την απόφαση για φυγή προς τον «φυχοσωτήριον τόπον» του Άθωνος, του «Περιβολιού της Παναγίας».
Κατά το έτος 1787, σε ηλικία 25 ετών, αναχωρεί από τη Μονή του Μωρέως -έπειτα από 16 συναπτά έτη παραμονής του εκεί- μαζί με δύο ακόμη αδελφούς, οι οποίοι «ήσαν κολλημένοι εις την αγάπην του και είχον συμφωνίαν να μή χωρίσουν από λόγου του πώποτε». Πρώτος σταθμός τους ήταν η Ύδρα, όπου βρίσκουν καΐκι και μεταβαίνουν στο Άγιον Όρος. Εκεί επισκέπτονται πρώτα την Ι. Μονή Ξηροποτάμου, όπου ο Ιωσήφ «προσκυνώντας και ασπαζόμενος το Τίμιον και Ζωοποιόν Ξύλον του Ζωηφόρου Σταύρου και τα άγια λείψανα όπου εκεί ευρίσκονται και συνομιλώντας με τους εκείσε πατέρας, ευφράνθη το πνεύμά του λαμβάνοντας ολίγην αναφυχήν». Η επιθυμία του να βρεθεί στο Άγιον Όρος είχε ήδη εκπληρωθεί· σοβαρότερο όμως μέλημα του ήταν να βρει «τινα άγιον άνθρωπον και πνευματικόν» και να επιδοθεί στην απόλυτη υπακοή και εκκοπή του προσωπικού του θελήματος.
Η αναζήτηση αυτή τον οδηγεί στο Πρωτάτο των Καρυών, όπου, στο κελλί του άγιου Σπυρίδωνος, βρίσκει δύο μοναχούς αυταδέλφους, τους Αγάθωνα και Γαβριήλ, κοντά στους οποίους παραμένει για ένα περίπου χρόνο· στο διάστημα αυτό κείρεται σταυροφόρος μοναχός -κατά το έτος 1788, σε ήλικια 26 ετών- και ονομάζεται απο τους πατέρες εκείνους Ιλαρίων. Κατά την παραμονή του στις Καρυές γνωρίζει επίσης τον γέροντα κύρ Παρθένιο Σκούρτο, «πνευματικόν πρακτικόν και τω όντι άγιον άνθρωπον», ο οποίος, μάλιστα, υπήρξε ο πρώτος του διδάσκαλος και ποδηγέτης στη νηπτική και πνευματική ζωή. Στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος ο Ιλαρίων, εργαζόμενος στο εργόχειρο «τα λεγόμενα φέσια» και μελετώντας το πατερικό βιβλίο του Ευεργετινού, όπως του υπέδειξε ο πνευματικός του Παρθένιος, «έρχεται -με την πάροδο του χρόνου- και εις ύφηλοτέραν έννοιαν».
Η διαρκής αναζήτηση και ο διακαής πόθος του για ησυχία, μόνωση, πλήρη υποταγή, εκκοπή του προσωπικού θελήματος, εγκράτεια και υπακοή, τον οδηγούν στη συνέχεια στη σκήτη του αγίου Δημητρίου και συγκεκριμένα στον πνευματικό κυρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης.
Κοντά στον πνευματέμφορο εκείνον γέροντα βρίσκει τον σκοπό της ζωής του, τρυγώντας τις πνευματικές νουθεσίες και διδασκαλίες του και υποτασσόμενος κατά πάντα, «ωσάν ένα πρόβατον εις σφαγήν, όπου και εις την θάλασσαν αν ήθελεν τον προστάξη να πέση ήτον έτοιμος να το κάμη». Ο ευλογημένος αυτός Διονύσιος τον «κουρεύει» μεγαλόσχημο μοναχό -«εις τάς ιζ΄ του Δεκεμβρίου, ήμερα Κυριακή»- μετονομάζοντας αυτόν Ιερόθεο, ενώ κατά το έτος 1790, σε ηλικία 28 ετών, χειροτονείται ιεροδιάκονος στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο· ο ίδιος Αρχιερεύς τον χειροτονεί πρεσβύτερο, κατά την απόδοση της εορτής των Αγίων Θεοφανείων, την 14η Ιανουαρίου, στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου, «την επονομαζομένην του Ζωγράφου». «Και ούτω, ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, φωτίζων παν το πλήρωμα των ορθοδόξων».
Η μαθητεία του Ιεροθέου στο πλευρό του πνευματικού Διονυσίου χαρακτηρίζεται από στιγμές πνευματικών εξάρσεων και ανατάσεων της καρδίας του νεαρού μονάχου προς την «ουυράνιον Ιερουσαλήμ», γεγονός που, κατά τον Απόστολο, θα τον καταστήσει «άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Τους δύο αγωνιστές και συστρατιώτες στον κοινόν αγώνα κατά του νοητού έχθρού θα χωρίσει μόνον η κοίμηση του Διονυσίου.
Όπως ήταν φυσικό, η στέρηση του προσφιλούς γέροντός του επίκρανε και στενοχώρησε ιδιαίτερα τον Ιερόθεο· αφού παρέμεινε για ένα ακόμη χρόνο στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, μαζί με τον αδελφό του Φιλόθεο -πού είχε ήδη συναριθμηθεί στη συνοδεία του Διονυσίου-, αποφα
σίζει «να πιάση πάλιν την φίλην του υπακοήν»
Πηγαίνει τότε στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, όπου υποτάσσεται στον Θεοφάνη, «θαυμάσιο και ενάρετο πάτερα», ο οποίος εμόναζε εκεί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Νέους αγώνες και αθλητικά σκάμματα αναλαμβάνει τώρα ο Ιερόθεος, ο οποίος, εκτός του ότι ήταν «ένα θαύμα τη αλήθεια» ως προς την αρετή, υπακοή, υπομονή και ταπείνωση που έδειχνε προς τον γέροντα, πρωτοστατεί επίσης και στην ανέγερση εκκλησίας προς τιμήν «της Θεοτόκου και Ζωοδοχου ΙΙηγής».
Η κακία, όμως, του «αντάρτη εκείνου και μισοκάλου διαβόλου» υπαγορεύει μίσος και ζηλοφθονία στους συνάδελφους του Ιεροθέου, που με ποικίλες συκοφαντίες κατορθώνουν να τον εκδιώξουν από τη σκήτη. Ο Ιερόθεος, λυπημένος για τα γεγονότα αναχωρεί και, αφού συμβουλεύεται πρώτα τον πνευματικό κυρ Ανανία Λαζό στη σκήτη της αγίας Άννης, εγκαθίσταται πλέον με τον αδελφό του σ΄ ένα ησυχαστήριο της μικράς αγίας Άννης, τον άγιο Ονούφριο. Εκεί επιδίδεται αποκλειστικά στη μελέτη και την προσευχή, ενώ η φήμη του αρχίζει να εξαπλώνεται στους γύρω πατέρες, οι οποίοι τον επισκέπτονται και τον συμβουλεύονται στα πνευματικά θέματα, ωφελούμενοι τα μέγιστα από τη διδαχή του.
Μετά από εξαετή παραμονή στο ησυχαστήριο αυτό, το οποίο και ανεκαίνισαν «και απάνωθεν της θύρας ιστόρησαν τας άγιας εικόνας των οσίων πάτερων Ονουφρίου και Πέτρου», ο Ιερόθεος, αναζητώντας περισσότερη άσκηση και σκληραγωγία, μεταβαίνει με τη συνοδεία του σ΄ ένα ερημονήσι, τα Γιούρα, οπού ζη μέσα σε υπόγειο σπήλαιο απολαμβάνοντας «την αμεριμνίαν και ησυχίαν».
Στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια έζησε «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» επί ενάμισυ έτος. Έπειτα, λόγω των επιδρομών των κλεπτοκουρσάρων, επέστρεψε πάλι στο Άγιον Όρος και κατοίκησε για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου. Η παραμονή του εκεί διήρκεσε ένα περίπου έτος. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα και επειδή η συνοδεία του είχε ήδη κατά πολύ αυξηθεί, εγκαθίσταται σ΄ ένα κελλί που αγόρασε από την Ι. Μονή αγίου Νικολάου του Σταυρονικήτα, τον άγιο Ονούφριο.
Η οσιακή πολιτεία του Ιεροθέου, η βαθειά γνώση των θείων Γραφών και ιερών Κανόνων, καθώς και η εμπειρία του στα πνευματικά θέματα, προτρέπουν τους προϊσταμένους της Ι. Κοινότητος του Αγίου Όρους να τον «διορίσουν» κοινό πνευματικό ολοκλήρου του Άθωνος.
Έτσι, επί πατριαρχίας Καλλινίκου του Ε΄, διορίζεται, παρά τις αντιρρήσεις του, κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους, ένα χρόνο αργότερα, ο διάδοχος του Καλλινίκου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Ε΄, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν», διορίζοντάς τον επισήμως σ΄αυτήν της ιδιαιτέρας σημασίας και πνευματικής βαρύτητας θέση. Επειδή όμως «ουδείς δίκαιος ακατηγόρητος», ο ικανότατος πνευματικός γέρων Ιερόθεος κατηγορείται από κάποιον Εσφιγμενίτη Ιεροδιάκονο Αμβρόσιο, ο οποίος τον αποκαλεί αιρετικό και φαρμασώνο, προσάπτοντάς του επίσης μομφή για τη συχνή θεία Μετάληψη προς την οποία παρακινουσε τους υποτακτικούς του και τους εξομολογουμένους σ΄ αυτόν. Οι προσπάθειες, όχι μόνον του ιδίου του Ιεροθέου αλλά και του Νικόδημου του Αγιορείτου, να πείσουν τον Αμβρόσιο για την ορθότητα των πεποιθήσεών τους και το εσφαλμένον των δικών του ισχυρισμών, αποβαίνουν άκαρπες. Ο Ιερόθεος αναγκάζεται να απολογηθεί ενώπιον Συνόδου των προϊσταμένων των Μονών του Αγίου Όρους, την 19η Μαΐου του έτους 1807, η οποία τον αθωώνει πανηγυρικά από όλες τις κατηγορίες, ενώ αντιθέτως καταδικάζει τον ιεροκατήγορο Αμβρόσιο· προς τούτο εκδίδει «συστατικήν αθωωτικήν απολογίαν» η οποία αναγινώσκεται στον ναό του Πρωτάτου.
Μετά από ολα αυτά τα γεγονότα ο Ιερόθεος δεν μπορεί πλέον να παραμείνει στο Άγιον Όρος. Συνυπολογίζοντας επίσης το γεγονός ότι «επερίσσευσαν τα δοσίματα και όσοι δεν είχαν τον τρόπον να τα πληρώσουν εξ ανάγκης εμίσευον από το Άγιον Όρος», αποφασίζει να αναχωρήσει με τη συνοδεία του και να κατοικήσει σ΄ένα νησακι απέναντι από τα Τρίκκερα, τον Αλαττά. Εκεί εγκαθίστανται στη Μονή «της θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων», ασχολούμενοι με το εργόχειρο τους, το όποϊο ο Ιερόθεος πωλούσε στην Θεσσαλονίκη η την Λάρισσα για την εξοικονόμηση των απαραιτήτων αγαθών.
Βεβαίως, η καρδιά του Ιεροθέου δεν αναπαύεται σ’ αυτήν τη συνεχή αναστροφή με τον «έξω κόσμο» και τα απανωτά ταξίδια, «ή μάλλον ειπείν αταξίας». Ένα επεισόδιο στην Λάρισσα γίνεται η αφορμή για να στραφούν, ο Ιερόθεος και η συνοδεία του, στην καλλιέργεια της γης, απ΄όπου πλέον εξασφαλίζουν «αυτάρκειαν» και «τα προς το ζην αναγκαία».
«Αλλά, καθώς δεν είναι δυνατόν να φύγη τινάς το ποτήριον του θανάτου -όπως γράφει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Ιεροθέου-, τοιουτοτρόπως δεν δύναται και να φύγη τινάς, εν όσω ζη, τους διαφόρους πειρασμούς». Οι νέοι πειρασμοί για τον Ιερόθεο προέρχονται αυτήν τη φορά από τους Τρικκεριώτες, άλλοι εκ των οποίων ήθελαν το μοναστήρι «να εξουσιάζεται από την χώρα» και άλλοι «από τον Ιερόθεον και τους μετ΄ αυτόν». Ο Ιερόθεος τότε, ως προγνωστικός και διορατικός, υποψιαζόμενος τί επρόκειτο να ακολουθήσει και εννοώντας τις διαθέσεις των Αρβανιτών, που από καιρό ελυμαίνοντο την περιοχή, παίρνει τη συνοδεία του και με δύο καΐκια φεύγουν για τις Σπέτσες.
Η αναχώρηση του πνευματικού γέροντος Ιεροθέου από το «Αγιώνυμον Όρος», προς το οποίο τόσο θερμά «επιποθούσε και εξέλιπεν η ψυχή του», ήταν οπωσδήποτε επιβεβλημένη και αναπόφευκτη· εσήμανε δε, αφ΄ ενός μεν το πέρας πολυοδύνων πειρασμών, που ο Κύριος «οις οίδε κρίμασιν» επέτρεψε να δοκιμάσουν τη θερμή και ακλόνητη πίστη του, αφ΄ετέρου δε την έναρξη του κηρυκτικού και πνευματικού έργου του ιερού πατρός στα ευλογημένα νησιά του Σαρωνικού, Σπέτσες, Πόρο και κατ΄ εξοχήν στην Ύδρα, όπου και «εκατήντησε» τον Σεπτέμβριο του έτους 1813, μετά από σύντομη παραμονή στα δύο ανωτέρω νησιά.
Εκεί, και στην υπ΄ αυτού ιδρυθείσα Μονή του Προφήτου Ηλιού, πάνω στην ακμή της πνευματικής του διακονίας, της εξομολογήσεως δηλαδή των πιστών χριστιανών, της διαδόσεως του λόγου του Θεού και της διαποιμάνσεως και κατηχήσεως των υποτακτικών του αλλά και όλων των κατοίκων της νήσου Ύδρας, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ημέρα Πέμπτη, έτει από Χριστού αωιδ΄[1814], ζήσας τα πάντα έτη επί της γης νβ΄[52]»· κληροδότησε δε ο αοίδιμος στην εκλεκτή του συνοδεία την υποχρέωση για συνέχιση του έργου που ο ίδιος ανέλαβε και με τόσο ζήλο επεδίωξε, προς δόξαν του Τριαδικού Θεού.
2. Χρονολογικός δείχτης της ζωής του Ιεροθέου
Παραθέτουμε εδώ συνοπτικό χρονολογικό πίνακα της ζωής του Ιεροθέου, ώστε με τρόπο εύληπτο και παραστατικό να πληροφορείται ο αναγνώστης τα βασικότερα σημεία της πολιτείας του αοιδίμου γέροντος:
1762:Γεννάται στην Συλίβενα της Πελοποννήσου, από τους ευσεβείς Γεώργιο και Μαλάμω, ως δευτερότοκος υιός τους. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης.

1771:Σε ηλικία εννέα ετών αφιερώνεται στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου ηγουμένευε ο θείός του Μακάριος.

1778 ή 1779:Χειροθετείται αναγνώστης από τον θείό του και Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο.

1779 ή 1780:Κείρεται δόκιμος μοναχός και μετονομάζεται Iωσήφ.

1780 ή 1781:«Αγένειος» ακόμη επιχειρεί να φύγει για το Άγιον Όρος.

1782:Ενώ διανύει το εικοστόν έτος της ηλικίας του εκδημεί ο θείός του και καθηγούμενος της Μονής της μετανοίας του.
1787:Σε ηλικία 25 ετών φεύγει οριστικά από τη Μονή της Πελοποννήσου με προορισμό το Άγιον Όρος. Πρώτη του επίσκεψη στην Ύδρα.
1787:Παραμένει στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος των Καρυών με τους πατέρες Αγάθωνα και Γαβριήλ. Συναντά και συμβουλεύεται τον πνευματικό κυρ Παρθένιο Σκούρτο.

1788:Κείρεται σταυροφόρος μοναχός απ΄ τους δύο ανωτέρω πατέρες, σε ηλικία 26 ετών, και ονομάζεται Ιλαρίων.
1788 ή 1789:Υποτάσσεται στον πνευματικό κύρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.
16 Δεκεμβρίου 1789 ή 1790:Κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον ανωτέρω Διονύσιο και μετονομάζεται Ιερόθεος.
1790:Χειροτονείται ιεροδιάκονος, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο, στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.
14 Ιανουαρίου 1790 ή 1791:Χειροτονείται πρεσβύτερος, από τον ιδιο Αρχιερέα, στην Ι. Μονή Ζωγράφου, κατά την απόδοση των Αγίων Θεοφανείων.
19 Φεβρουαρίου 1794:Εκδημεί ο γέροντας του Διονύσιος.
1794-1795:Παραμένει στη σκήτη του αγίου Δημητρίου με τον αδελφό του Φιλόθεο.
1795-1796:Υποτάσσεται στον γέροντα Θεοφάνη, στη νέα σκήτη του αγίου Παύλου, οπού κτίζει και την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
1796-1802:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονούφριου, στη σκήτη της μικράς αγίας Άννης.
1802-1803:Ασκητεύει στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια απέναντι του Αγίου Όρους.
1803-1804:Παραμένει για δεύτερη φορά στη σκήτη του αγίου Δημητρίου.

1804:Μεταβαίνει στον Μωριά «διά αναγκαίαν υπόθεσιν της σκήτεως». Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος φέρνει μαζί του επτά νέους αδελφούς που συγκαταριθμούνται στη συνοδεία του.
1804/5-1812:Παραμένει στο κελλί του αγίου Ονουφρίου που αγοράζει από την Ι. Μονή Σταυρονικήτα
1805:Επί Πατριάρχου Καλλινίκου του Ε΄ διορίζεται κοινός πνευματικός του Αγίου Όρους.
1806:Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, επί της δευτέρας πατριαρχίας του, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν» διοριστήρια.
19 Μαίου 1807:Απολογείται ενώπιον της Συνάξεως της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και απορρίπτει τις ψευδοκατηγορίες του Αμβροσίου.
Σεπτέμβριος 1808:Ο Πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε΄, με ειδική εγκύκλιο επί της δευτέρας πατριαρχίας του, τον απαλλάσσει από την πνευματική του διακονία.
1812-1813:Αναχωρεί από το Άγιον Όρος και παραμένει με τη συνοδεία του στο νησί Αλαττάς, απέναντι από τα Τρίκκερα, στη Μονή της Θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.
1813:Διωκόμενος αναχωρεί από τα Τρίκκερα και φθάνει στις Σπέτσες.
1813:Παραμένει επί βραχύ διάστημα στην Ι. Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, φιλοξενούμενος του καθηγουμένου Γρηγορίου.

Σεπτέμβριος 1813:Φθάνει με τη συνοδεία του στην Ύδρα, όπου τον υποδέχονται με τιμές οι άρχοντες και όλος ο λαός της νήσου.
26 Σεπτεμβρίου 1813:Εγκαθίσταται και αναλαμβάνει την ηγουμενία της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας.
9 Απριλίου 1814:Εκδημεί στην Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού, έπειτα από σύντομη ασθένεια.
πηγή: Αχιλλέως Γ. Χαλδαιάκη, Ο Γέρων Ιερόθεος (1762-1814) – Η πολιτεία του κτίτορος της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας και κριτική έκδοση του Βίου του, Έκδοση Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, Αθήναι 2000