Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Γέροντας Διονύσιος της Κολιτσού (2ο)


Χαράλαμπος Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
Η απλανής πνευματική πυξίδα
Ήταν ο Γέροντας Διονύσιος οδηγός εμπειρότατος και έμοιαζε με την πυξίδα που σταθερά δείχνει πάντοτε το μαγνητικό βορρά, δείχνοντάς μας ο ίδιος με τις νουθεσίες του τον πνευματικό βορρά, τον πάμφωτο πολικό αστέρα της Βασιλείας των ουρανών. Η αγκάλη του ήταν ανοικτή και χωρούσε μέσα της κάθε πιστό, κάθε εξομολογούμενο. Ήταν η αγκάλη του Θεού Πατέρα που περιμένει την επιστροφή του ασώτου, για να τον συγχωρήσει και να του φορέσει το δακτυλίδι της αιωνιότητος.
Σήμερα με την εξέλιξη της τεχνολογίας, με τα κινητά τηλέφωνα, τα skype, τα viber, συνομιλούμε μέσω δορυφόρου με τα πέρατα της γης και κάνουμε τηλεδιασκέψεις και εξ αποστάσεως διδασκαλίες. Ο Γέροντας Διονύσιος δεν γνώριζε τεχνολογικά επιτεύγματα, όμως, ήταν καθημερινά συνδεδεμένος με το δορυφόρο του ουρανού, το Πανάγιο Πνεύμα, και δίδασκε και κατεύθυνε σωστά τους πιστούς προς τη σωτηρία.

Πνευματικές Συμβουλές του μακαριστού παπα-Διονύσιου της Βατοπαιδινής Σκήτης της Κολιτσού




Είπε ο παπα-Διονύσιος της Κολιτσού, ο Ρουμάνος Πνευματικός:
«Όταν πήραμε τον Άγιο Γεώργιο στην Κολιτσού, ήταν ερείπιο. Πηγαίναμε και φέρναμε ξύλα από την Φιλοθέου με την βάρκα τραβώντας κουπί. Κάναμε δύο-τρία δρομολόγια την ημέρα. Είχαμε ειδικά σαμαράκια για την πλάτη, για να κουβαλάμε τις πέτρες. Ακολουθία ούτε μία μέρα δεν χάσαμε. Κάναμε 150 μετάνοιες και 12 εκατοστάρια σταυρωτά. Τότε, άμα έλεγες στον Πνευματικό ότι δεν έκανες τον κανόνα, δεν σε κοινωνούσε».
«Κουραζόμασταν πολύ, αλλά είχαμε χαρά μέσα μας, πολλή χαρά. Η στέρηση και ο αγώνας που κάναμε μας έδινε χαρά. Τότε λίγα πράγματα είχαμε. Τώρα έχομε πολλές ευκολίες αλλά όχι χαρά. Εμείς οι μοναχοί γίναμε σαν τους παλαιούς ευλαβείς λαϊκούς, και οι λαϊκοί είναι κατ’ όνομα Χριστιανοί».
«Κάποτε πήγαμε με τα πόδια από την Κολιτσού στην πανήγυρη του αγίου Αθανασίου στην
Λαύρα μετά την εργασία. Είχαμε χαρά που περπατούσαμε τη νύχτα στο Περιβόλι της Παναγίας, ξημερώματα φθάσαμε στο Αγίασμα και προλάβαμε την θεία Λειτουργία».
«Αυτά(σπίτια, κήποι, εργόχειρα) είναι γι’ αυτήν την ζωή. Αλλά και χωρίς αυτά δεν μπορούμε».
«Η καλύτερη προσευχή γίνεται τη νύχτα μετά τον ύπνο. Διότι τότε ο νους είναι ξεκούραστος και συγκεντρωμένος».
«Όταν ο κανόνας γίνεται πριν από την Εκκλησία (νυχτερινή ακολουθία), είναι χρυσός,μετά την ακολουθία αργυρός και την ημέρα μπακίρι».
«Οι δύο πτέρυγες του μοναχού είναι ο προσωπικός του κανόνας και η ακολουθία στην Εκκλησία.Και οι δύο πρέπει να είναι χωρίς ελλείψεις».
«Κάθε βράδυ να εξετάζης τους λογισμούς σου, τι έκανες την ημέρα, και κάθε δύο εβδομάδες το πολύ να εξομολογιέσαι ενώπιον Πνευματικού».
«Ο βασιλικός δρόμος για τον ύπνο είναι τέσσερις ώρες τη νύχτα και δύο την ημέρα.Την ημέρα δεν είναι απαραίτητο να κοιμηθής, παρά μόνο να ξαπλώσης, ανάλογα με τις δυνάμεις σου».
«Αν έχης μία εντολή σαν κανόνα και δεν μπορής για κάποιο λόγο να την εκπληρώσης κάποια μέρα, πρέπει να την κάνης άλλη μέρα».
«Αυτό που βλάπτει περισσότερο το νέο είναι ο πολύς ύπνος. Πιο πολύ και από το πολύ φαγητό».
«Ο μοναχός πρέπει να είναι σε όλη την ακολουθία στην Εκκλησία˙ να μη λείπη ποτέ ούτε να καθυστερή, αλλά ούτε και να φεύγη πιο νωρίς, πριν από το “δι’ευχών”».
«Όταν κάνης τον κανόνα σου, να μη δέχεσαι λογισμούς κατακρίσεως για τους αδελφούς, ότι είναι αμελείς, αλλά να αυτομέμφεσαι ότι εσύ είσαι ο πιο αμαρτωλός και κάνεις αυτό που έχεις χρέος να κάνης, ενώ οι άλλοι πατέρες έχουν αρετές που εσύ δεν τις βλέπεις».
«Όταν κάνης μικρές μετάνοιες, το χέρι πρέπει να φθάνη στο χώμα. Αν δεν μπορής,τουλάχιστον στα γόνατα. Αν κουραστής κατά τον κανόνα, μπορείς να κάνης διάλειμμα, προσευχόμενος όμως νοερώς. Αν δεν μπορής να κάνης μετάνοιες μεγάλες για κάποιο λόγο, να κάνης διπλάσιες μικρές».
«Είμαστε υποχρεωμένοι να προσευχώμαστε για τους ευεργέτες μας. Να μη μένουμε χρεωμένοι στους ευεργέτες μας, αλλά να ξεπληρώνουμε με προσευχή. Ένας μοναχός που δεν προσευχόταν για τους ευεργέτες του, όταν εκοιμήθη πήγε να περάση η ψυχή του τα τελώνια. Όμως αυτά που είχε κερδίσει από τα καλά του έργα, ο φύλακας Άγγελός του τα μοίρασε στους ευεργέτες του για να ξεπληρώση, και έτσι δεν κατώρθωσε να περάση τα τελώνια. Τότε ο Άγγελος του είπε να επιστρέψη στο σώμα του και μέχρι το τέλος της ζωής του έκλαιγε και έδινε ελεημοσύνη».
«Χωρίς να κάνουμε τον κανόνα μας δεν μπορούμε να είμαστε μοναχοί. Όταν ήρθα το 1924 στο Άγιον Όρος, στο Καρακάλλου σ’ ενα τοίχο είχε την εξής διήγηση: “Δύο καλοί ιερομόναχοι στα Ιεροσόλυμα βοηθούσαν και ωφελούσαν πολύ κόσμο, αλλά πολλές φορές άφηναν τον κανόνα τους. Όταν τους έκαναν την ανακομιδή βρέθηκαν άλυωτοι.Τότε ο Πατριάρχης έδωσε εντολή σε όλους τους μοναχούς να κάνουν αγρυπνία γι’αυτούς. Σ’ έναν αναχωρητή εμφανίστηκε Άγγελος και είπε ότι αυτοί οι δύο είναι καλοί, αλλά δεν έλυωσαν, γιατί άφηναν τον κανόνα τους. Ο Άγγελος είπε να κάνουν οι μοναχοί της περιοχής τον κανόνα των δύο ιερομονάχων για ένα χρόνο. Όταν έπειτα έκαναν την ανακομιδή, είχαν λυώσει”».

Γέροντας Διονύσιος της Κολιτσού «Το δευτερόλεπτο που ζούμε, εκείνο είναι δικό μας»



Διονύσιος ιερομόναχος Κολιτσιώτης (1909-2004)
(Φωτογραφία: Zoran Purger)

-Γέροντα δεν έχουμε πολύ διάθεση για να προσευχηθούμε. Όλο το αναβάλλουμε για αύριο, μεθαύριο έχουμε μία δουλειά, ίσως την άλλη εβδομάδα λέμε...

-Αυτό είναι ένας πειρασμός. Ποτέ μην λες «Θα το κάνω αύριο» επειδή το δευτερόλεπτο που ζούμε, εκείνο είναι δικό μας. Το επόμενο δευτερόλεπτο, το επόμενο λεπτό δεν είναι δικά μας, δεν ξέρουμε εάν θα το προλάβουμε, αφού ο άνθρωπος είναι ''ωσεί χόρτος'' όπως λεει ο ψαλμωδός «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει».
Δεν μπορούμε να πούμε ''άσε θα το κάνω εγώ άλλη μέρα''. Αυτό που πρέπει να πούμε είναι: «Εάν θέλει ο Θεός, να με βοηθήσει να φτάσω αύριο στην εκκλησία για να εξομολογηθώ και ν' ακούσω προσεχτικά τι θα μου πει ο πνευματικός μου, επειδή αυτός έχει την χάρη του Αγ.Πνεύματος και πρέπει να κάνω ότι με συμβουλεύσει για να μπω στην Βασιλεία των Ουρανών»
Χωρίς την εξομολόγηση δεν μπορούμε να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού. Βλέπετε πόσο μεγάλη είναι η καλοσύνη του Θεού; Ευλόγησε όπως, με την ευλογία του αρχιερέως ο ιερέας να γίνεται πνευματικός, και ότι αυτός λέει αυτό κάνει ο Θεός. Βλέπετε; Ο Θεός δεν έβαλε έναν άγγελο για πνευματικό αλλά έναν άνθρωπο, για να μπορούν οι άνθρωποι να εξομολογούνται με ειλικρίνεια. Αν δεν εξομολογηθείς με ειλικρίνεια δεν θα λάβεις άφεση αμαρτιών. Πρέπει να είσαι ειλικρινής. Το έλεος του Θεού ει μεθ' ημών.
Γέροντας Διονύσιος, ο πνευματικός της Κολιτσού

- Μια ανέκδοτη φωτογραφία του Γέροντα Διονυσίου της Κολιτσού (Σεπτ. 1926)





Μια ανέκδοτη φωτογραφία του γέροντα Διονυσίου της Κολιτσού, λίγες στιγμές πριν την αναχώρησή του για το Άγιον Όρος τον Σεπτέμβριο του 1926.


Ο γέροντας Διονύσιος είναι ο πρώτος από τα αριστερά, ενώ στα δεξιά βρίσκεται κατά σάρκα αδελφός του, ο γέροντας Γυμνάσιος.

Γέροντας Διονύσιος Κολιτσιώτης

Ο νεαρός με το καπέλο στα πόδια είναι ο ιερομόναχος Ξενοφώντας της Καψάλας, πνευματικός πατέρας πολλών αγιορειτών.

Γέροντας Ξενοφών Καψαλιώτης

Στο διαβατήριο βλέπουμε την ακριβή ημερομηνία εξόδου από την Ρουμανία, 12 Σεπτεμβρίου 1926. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στην Κωνστάντσα.



π. Διονύσιος της Κολιτσού, o τυφλός Γέροντας


Ο Ρουμανικής καταγωγής Γέροντας Διονύσιος ήρθε στο Άγιον Όρος σε ηλικία 17 ετών, το 1926, ενώ εδώ και οκτώ χρόνια είναι τυφλός. Στην συνέντευξη που παρεχώρησε μιλά για τις δυσκολίες των πρώτων ετών, για την επίπονη σωματική εργασία, αλλά και τους καρπούς της πνευματικής ζωής. Ο λόγος του άμεσος, καθάριος και εμπειρικός δίδει απαντήσεις για την παρουσία της Ορθοδοξίας σήμερα, για τα προβλήματα της σύγχρονης οικογένειας, την κελλιώτικη ζωή στο Άγιον Όρος, τις ανησυχίες των προσκυνητών του Αγίου Όρους. Σε όλα αυτά τα χρόνια που ζει ο Γέροντας στο περιβόλι της Παναγίας δεν παύει να ευχαριστεί και να ευγνωμονεί την Θεοτόκο και τον Χριστό για τις ευλογίες και τις θείες παρεμβάσεις τους στη ζωή του.
Γέροντα, τι σας ώθησε να έρθετε από τη Ρουμανία στον ευλογημένο τούτο τόπο; Γνωρίζατε για το Άγιον Όρος; Είχατε ακούσει κάτι σχετικό ή ήταν μία τυχαία απόφαση αναζήτησης; 
Το Άγιον Όρος έχει την υπερχιλιόχρονη ιστορία του. Δεν υπάρχει άλλο Άγιον Όρος στον κόσμο, στον πλανήτη μας. Ένα είναι. Και ακούσαμε ότι το Άγιον Όρος λέγεται και περιβόλι της Παναγίας. Και όλοι οι πατέρες που έρχονται εδώ, όλοι οι Ορθόδοξοι που έρχονται να γίνουν μοναχοί, δεν έρχονται με άλλον σκοπό, παρά μόνο και μόνο για να μπορέσουν να βαδίζουν με ασφάλεια το δρόμο του Θεού. Γι’ αυτό και εμείς όταν ακούσαμε αυτή την ιστορία για αυτόν εδώ τον τόπο, προσπαθήσαμε μία παρέα να έρθουμε στο Άγιον Όρος. Εκείνα τα χρόνια ήταν κάπως αλλιώς τα πράγματα, διαφορετικά.
Και ποια χρονιά ήρθατε στο Άγιον Όρος; Ήρθατε μόνος;
1514 - Μια ανέκδοτη φωτογραφία του Γέροντα Διονυσίου της Κολιτσού (Σεπτ. 1926)
Ήρθαμε το 1926. Ήμασταν μια παρέα από τέσσερις νέους. Ο ένας ήταν διάκος από τη Σκήτη Μάγκουρα της Μολδαβίας, (Ρουμανία), από όπου ξεκινήσαμε. Οι άλλοι δύο ήταν αδέλφια. Εγώ ήμουν ο πιο μικρός, στην ηλικία των 17 ετών. Και ήρθαμε στο Άγιον Όρος. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας εδώ, νιώσαμε σαν να πατήσαμε στον Παράδεισο. Ησυχία· όλοι οι πατέρες καλοί· όλοι έδειχναν αγάπη. Εκείνα τα χρόνια ήταν εδώ πολλοί Ρουμάνοι. Και υπήρχαν καλύβες και κελλιά ρουμάνικα. Εμείς θέλαμε να μας πάρουν συνοδεία σε κάποιο κελλί. Αλλά οι περισσότεροι είχαν συνοδεία και ήταν δύσκολο. Για να βγάλεις ένα κομμάτι ψωμί έπρεπε να δουλέψεις σκληρά. Μας έλεγαν ότι είμαστε καλοί και νέοι –γιατί και εμείς γνωρίζαμε μερικά πράγματα για τη μοναχική ζωή από τη Σκήτη στη Ρουμανία– «αλλά, δυστυχώς», όπως μας έλεγαν, «έχουμε συνοδεία».
Γέροντα Διονύσιε, πώς ήταν τα πρώτα χρόνια σας στο Άγιον Όρος; Πού εγκατασταθήκατε όταν φτάσατε και ποιες οι μνήμες σας από την εποχή εκείνη η οποία θα πρέπει να ήταν αρκετά δύσκολη για εσάς.

π. Διονύσιος της Κολιτσού, o τυφλός Γέροντας (2)


Στα χρόνια που είστε στο Άγιον Όρος θα έχετε γνωρίσει πολλούς αγιασμένους ανθρώπους.Εσείς ποιο θεωρείτε το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, όταν η αμαρτία έχει πολλές εκφάνσεις και δημιουργεί σύγχυση στον άνθρωπο σήμερα και τον οδηγεί σε αδιέξοδο; Τι πρέπει να προσέξει κάποιος που επιθυμεί να ζει πνευματικά και να βρίσκεται κοντά στον Θεό; 
Βέβαια υπήρχαν και γνώρισα φυσικά πολλούς αγίους Γέροντες. Αλλά προσέξτε. Όσο ψηλά κι αν είσαι, ο σατανάς πολεμάει με την υπερηφάνεια. Κι αν πεις· «είμαι κάποιος», εκείνη τη στιγμή πέφτεις. Καλύτερος είναι ένας αμαρτωλός ταπεινός παρά ένας «άγιος» που έχει καλά έργα, αλλά είναι υπερήφανος. Διότι για εκείνον κάθε στιγμή υπάρχει κίνδυνος να πέσει, και δύσκολα μετανοεί. Ενώ ο αμαρτωλός ο ταπεινός έχει πολλές ευκαιρίες που μπορεί να μετανοήσει. Έχουμε χιλιάδες χιλιάδων αμαρτωλούς που αγίασαν. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε, ό,τι κι αν κάνουμε μπροστά πνευματικά, να έχουμε ταπείνωση επάνω μας. Αν δεν έχουμε ταπείνωση όλα είναι δύσκολα. Δε θα μπορέσουμε να περάσουμε τα τελώνια του ουρανού που πρέπει να περάσει ο καθένας. Όπως γράφουν οι άγιοι Πατέρες, σε κάθε τελώνιο έλεγαν οι δαίμονες στο Μέγα Αντώνιο· «μας νίκησες, Αντώνιε, μας νίκησες», κι αυτός «Όχι ακόμα, όχι ακόμα». Σε κάθε τελώνιο συνέβαιναν τα ίδια. Διότι είχαν δύναμη κι από ’κεί να τον ρίξουν κάτω, με την υπερηφάνεια. Βλέπεις; Γι’ αυτό ο άγιος, όπως έγραψαν οι άγιοι Πατέρες, όταν έφθασε στον επουράνιο Πατέρα, γύρισε και είπε· «Τώρα, με τη βοήθεια του Θεού, σας νίκησα». Η υπερηφάνεια είναι η χειρότερη αμαρτία. Όσο προχωρημένος κι αν είσαι, αν σε γελάσει ο πειρασμός και πείς «είμαι κάποιος· δεν είμαι σαν εκείνον, σαν τον άλλο», τότε πέφτεις. Κουράζεσαι τζάμπα και βερεσέ. Αν σαν θεμέλιο τα καλά έργα δεν έχουν ταπείνωση, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με κανένα τρόπο.

Ο Γέροντας Διονύσιος της Κολιτσού ψάλλει το «Άξιον Εστί» -

Ο Γέροντας Διονύσιος της Κολιτσού λέει για το πάθος του καπνίσματος.



Διονύσιος ιερομόναχος Κολιτσιώτης (1909-2004)
(Φωτογραφία: Zoran Purger)

Όταν τα πάθη αρχίζουν να ριζώνουν στον άνθρωπο, τότε αυτός λέει: «τώρα είναι αδύνατο να γλυτώσω, να απαλλαχθώ». Όχι δεν είναι δύσκολο. Θέληση χρειάζεται!
Όταν έχεις θέληση και πίστη στον Θεό όλα είναι δυνατά.Εδώ σε εμάς εργάζονταν ένας μάστορας ο οποίος έχτιζε ένα κελάκι στην ακροθαλασσιά. Τα χρόνια εκείνα πηγαίναμε για ψάρεμα. Κάθε κελάκι είχε την βάρκα του και βγαίναμε για ψάρεμα.
Εάν περίσσευε κάτι το πουλούσαμε για να ζήσουμε, ήταν μεγάλη φτώχεια τότε, δεν είναι όπως τώρα που στο Άγιο Όρος υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Αυτός λοιπόν κάπνιζε τουλάχιστον δύο πακέτα την ημέρα. Μία μέρα του είπα:
-Βρε Λευτέρη μην καπνίζεις άλλο σε παρακαλώ
-Πάτερ, δεν μπορώ να το αφήσω.
Συνεχώς άναβε και έσβηνε τσιγάρα. Μία μέρα χρειάστηκε να πάω στην Θεσσαλονίκη για κάτι εξετάσεις στο μάτι μου. Τότε ήταν επικίνδυνο να πας στην Θεσσαλονίκη, ο δρόμος δεν ήταν καλός. Πήρα από την Ιερισσό μία κούρσα για την Θεσσαλονίκη. Όλοι εκεί μέσα κάπνιζαν. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική. μεταξύ των επιβατών ήταν και ο Λευτέρης, εκείνος που κάπνιζε δύο πακέτα την ημέρα. Ήταν ο μόνος που δεν είχε τσιγάρο στο στόμα του!
Έκπληκτος τον ρώτησα:
-Λευτέρη εσύ δεν καπνίζεις
-Όχι
-Όχι; Σε ποιόν τα λες αυτά
-Δεν καπνίζω πια. Κατάλαβα ότι με βλάπτει και το έκοψα
-Και πώς τα κατάφερες;
-Αφού είμαι άνδρας και αποφάσισα να το κόψω. Στην αρχή ήταν δύσκολο, υπέφερα. Αλλά επειδή είπα ότι είμαι άντρας, κράτησα τον λόγο μου. Δόξα τω Θεώ. Άσε τους άλλους να καπνίζουν. Εγώ δεν το έχω ανάγκη πια!
Βλέπεις τι πάει να πει αποφασιστικότητα. Είπε είμαι άντρας και θα το κόψω. Όταν κάποιος το αποφασίζει μπορεί να κόψει κάθε πάθος.

Ένας κέφος στα βράχια της Κολιτσούς. Ο παπα-Διονύσιος ο Ρουμάνος.


(1909-2004)
(Φωτογραφία: Zoran Purger)
Τὸν παπα-Διονύση τὸν πρωτογνώρισα στὸ Βατοπέδι στὴν πανήγυρη τῆς Ἁγίας Ζώνης. Εἶχε τελειώσει ἡ Λειτουργία. Στὸ προαύλειο χῶρο τῆς Μονῆς ἀνταλλάσσονταν χαιρετισμοί, φιλοφρονήσεις, ἀσπασμοί, ἴσως καὶ κεκαλυμμένες κολακεῖες. Μόνον μία γλυκειὰ φυσιογνωμία μοναχοῦ καθόταν στὴν εὐλογημένη ἄκρια μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, σὰν ἄνθρωπος τοῦ ἄλλου κόσμου. Ἐλάχιστοι περιδιαβαίνοντες τοῦ ἔκαναν σχῆμα καὶ ἐλαχιστότεροι τὸν χαιρετοῦσαν μὲ χειροφίλημα. Τὸν πλησίασα. Τὸ χαμηλωμένο του βλέμμα καὶ τὰ σταυρωμένα ῥοζιασμένα χέρια, προτοῦ κἂν μιλήσουμε, μοῦ εἶπαν ἐκφραστικώτατα αὐτὸ ποὺ λέει κάθε μοναχὸς μὲ τὴν σιωπή του: «Ἐδῶ μένω». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι εὐλαβικὰ ὅπως τοῦ ἀειμνήστου Γέροντά μου, τὸν ῥώτησα:
-Ποιός εἶσαι;

Καὶ μοῦ ἀπήντησε μὲ βαθὺ αἴσθημα τοῦ ξένου, ποὺ δὲν δικαιοῦται τίποτε, ἂν καὶ ὁλόκληρη τὴν ζωή του τὴν εἶχε περάσει στὸν Ἄθωνα:
-Εἶμαι ῥουμάνος μοναχὸς καὶ μένω στὴν Κολιτσού.
Τὸν ῥώτησα ἂν ὑπάρχει εὐλογία νὰ συντύχουμε στὸ Κελλί του.
-Ὅποτε θέλετε. Πάντα ἐκεῖ μένω. Θὰ σᾶς περιμένω.
***
Μιὰ Κυριακὴ ἀπόγευμα γύραμε τὸ Κρυόβουνο γιὰ τὴν Σκήτη τῆς Κολιτσοῦς. Εἶχε τόσο δυνατὸ βοριὰ καὶ μανιασμένη θάλασσα, ποὺ φοβήθηκα τὶς συνθῆκες διαβιώσεως σὲ αὐτὴν τὴν Σκήτη. Ἦταν ὅλοι Ῥουμάνοι, πλὴν ἑνὸς Ἕλληνα «ζηλωτῆ». Ὅλοι μᾶς ἄνοιξαν τὴν πόρτα μὲ περισσὴ προσήνεια, σὰν νὰ δέχονται τὰ ἐγγονάκια τους, ποὺ μὲ λαχτάρα τὰ περίμεναν.
Πρῶτος ποῦ συναντήσαμε ἦταν ὁ παπα-Γιάννης. Ἀρκετὰ κυρτωμένος ἀπὸ τὴν δουλειά, τοὺς καμάτους καὶ τὴν ἄσκηση. Ἴσως νὰ εἶχε καὶ κάποια σωματικὴ κάκωση. Μᾶς ἐγκωμίασε τὸν Γέροντά του, ὅπως κάνει κάθε καλὸ παιδὶ γιὰ τὸν πατέρα του:
-Τὸ φιλακόλουθο, τὸ φιλόστοργο, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σᾶς τὸ περιγράψω. Ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ φθάσω ἐκείνου τοὺς καμάτους. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπερεῖχε εἶναι στὸν προσωπικὸ κανόνα. Ὅλη τὴν νύχτα μετάνιζε καὶ προσευχόταν, ὅσο καὶ νὰ μοχθοῦσε στὴν δουλειὰ ὅλη τὴν ἡμέρα. Ὅταν πέθαινε μᾶς εἶπε: «Δὲν ἔχω χρήματα νὰ σᾶς ἀφήσω. Ἔχω ὅμως τρεῖς χιλιάδες ἐπιπλέον κανόνες ἀπὸ τοὺς ὡρισμένους καί, ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικούς μου δὲν προλάβει νὰ ὁλοκληρώσει τὸν κανόνα του, ἂς παίρνει ἀπὸ αὐτούς». Ζήσαμε σὲ δύσκολα καὶ ἐπικίνδυνα χρόνια. Ἔπρεπε νυχθήμερα νὰ ἐργαζώμαστε γιὰ τὸν βιοπορισμό μας. Ἡ παρηγοριὰ τῶν ξένων στὸ Ὄρος μοναχῶν εἶναι τὸ τσαπὶ καὶ τὸ δικέλλι καὶ κάποιο ἐργόχειρο.
Μᾶς ἔδειξε τὴν Καλύβα τοῦ Ἁι-Γιώργη καὶ πήραμε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸν παπα-Διονύση τὸν Πνευματικό. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ γέρνει στὴν δύση καὶ ὁ παλιὸς ἐρειπωμένος πύργος ἔσκιαζε ὅλη τὴν Σκήτη τῆς Κολιτσοῦς. Αὐτὸ τὸ ὑψηλὸ οἰκοδόμημα ἀποτελεῖ τεκμήριο τῆς παλαιότητας τῆς Σκήτης. Πράγματι, ὁ τόπος εἶναι πολὺ κατάλληλος γιὰ ἀετοφωλιὲς τῶν θείων πετεινῶν. Ὅπως οἱ παλιοὶ κυνηγοὶ ἔλεγαν:«Αὐτὸς ὁ τόπος βάνει λαγό», ἔτσι καὶ οἱ ἐραστὲς τοῦ μονήρους βίου γνωρίζουν τὸ κατάλληλο τοῦ τόπου γιὰ ἐγκαταβίωση μοναχῶν.

Πνευματικές Συμβουλές του μακαριστού παπα-Διονύσιου της Βατοπαιδινής Σκήτης της Κολιτσού


gerontas-dionysios-kolitsous
Είπε ο παπα-Διονύσιος της Κολιτσού, ο Ρουμάνος Πνευματικός: «Όταν πήραμε τον Άγιο Γεώργιο στην Κολιτσού, ήταν ερείπιο. Πηγαίναμε και φέρναμε ξύλα από την Φιλοθέου με την βάρκα τραβώντας κουπί. Κάναμε δύο-τρία δρομολόγια την ημέρα. Είχαμε ειδικά σαμαράκια για την πλάτη, για να κουβαλάμε τις πέτρες. Ακολουθία ούτε μία μέρα δεν χάσαμε. Κάναμε 150 μετάνοιες και 12 εκατοστάρια σταυρωτά. Τότε, άμα έλεγες στον Πνευματικό ότι δεν έκανες τον κανόνα, δεν σε κοινωνούσε».
«Κουραζόμασταν πολύ, αλλά είχαμε χαρά μέσα μας, πολλή χαρά. Η στέρηση και ο αγώνας που κάναμε μας έδινε χαρά. Τότε λίγα πράγματα είχαμε. Τώρα έχομε πολλές ευκολίες αλλά όχι χαρά. Εμείς οι μοναχοί γίναμε σαν τους παλαιούς ευλαβείς λαϊκούς, και οι λαϊκοί είναι κατ’ όνομα Χριστιανοί».
«Κάποτε πήγαμε με τα πόδια από την Κολιτσού στην πανήγυρη του αγίου Αθανασίου στην
Λαύρα μετά την εργασία. Είχαμε χαρά που περπατούσαμε τη νύχτα στο Περιβόλι της Παναγίας, ξημερώματα φθάσαμε στο Αγίασμα και προλάβαμε την θεία Λειτουργία».
«Αυτά(σπίτια, κήποι, εργόχειρα) είναι γι’ αυτήν την ζωή. Αλλά και χωρίς αυτά δεν μπορούμε».
«Η καλύτερη προσευχή γίνεται τη νύχτα μετά τον ύπνο. Διότι τότε ο νους είναι ξεκούραστος και συγκεντρωμένος».
«Όταν ο κανόνας γίνεται πριν από την Εκκλησία (νυχτερινή ακολουθία), είναι χρυσός,μετά την ακολουθία αργυρός και την ημέρα μπακίρι».
«Οι δύο πτέρυγες του μοναχού είναι ο προσωπικός του κανόνας και η ακολουθία στην Εκκλησία.Και οι δύο πρέπει να είναι χωρίς ελλείψεις».
«Κάθε βράδυ να εξετάζης τους λογισμούς σου, τι έκανες την ημέρα, και κάθε δύο εβδομάδες το πολύ να εξομολογιέσαι ενώπιον Πνευματικού».
«Ο βασιλικός δρόμος για τον ύπνο είναι τέσσερις ώρες τη νύχτα και δύο την ημέρα.Την ημέρα δεν είναι απαραίτητο να κοιμηθής, παρά μόνο να ξαπλώσης, ανάλογα με τις δυνάμεις σου».
«Αν έχης μία εντολή σαν κανόνα και δεν μπορής για κάποιο λόγο να την εκπληρώσης κάποια μέρα, πρέπει να την κάνης άλλη μέρα».
«Αυτό που βλάπτει περισσότερο το νέο είναι ο πολύς ύπνος. Πιο πολύ και από το πολύ φαγητό».
«Ο μοναχός πρέπει να είναι σε όλη την ακολουθία στην Εκκλησία˙ να μη λείπη ποτέ ούτε να καθυστερή, αλλά ούτε και να φεύγη πιο νωρίς, πριν από το «δι’ευχών»».
«Όταν κάνης τον κανόνα σου, να μη δέχεσαι λογισμούς κατακρίσεως για τους αδελφούς, ότι είναι αμελείς, αλλά να αυτομέμφεσαι ότι εσύ είσαι ο πιο αμαρτωλός και κάνεις αυτό που έχεις χρέος να κάνης, ενώ οι άλλοι πατέρες έχουν αρετές που εσύ δεν τις βλέπεις».
dionysios-kolitsu
«Όταν κάνης μικρές μετάνοιες, το χέρι πρέπει να φθάνη στο χώμα. Αν δεν μπορής,τουλάχιστον στα γόνατα. Αν κουραστής κατά τον κανόνα, μπορείς να κάνης διάλειμμα, προσευχόμενος όμως νοερώς. Αν δεν μπορής να κάνης μετάνοιες μεγάλες για κάποιο λόγο, να κάνης διπλάσιες μικρές».
«Είμαστε υποχρεωμένοι να προσευχώμαστε για τους ευεργέτες μας. Να μη μένουμε χρεωμένοι στους ευεργέτες μας, αλλά να ξεπληρώνουμε με προσευχή. Ένας μοναχός που δεν προσευχόταν για τους ευεργέτες του, όταν εκοιμήθη πήγε να περάση η ψυχή του τα τελώνια. Όμως αυτά που είχε κερδίσει από τα καλά του έργα, ο φύλακας Άγγελός του τα μοίρασε στους ευεργέτες του για να ξεπληρώση, και έτσι δεν κατώρθωσε να περάση τα τελώνια. Τότε ο Άγγελος του είπε να επιστρέψη στο σώμα του και μέχρι το τέλος της ζωής του έκλαιγε και έδινε ελεημοσύνη».
«Χωρίς να κάνουμε τον κανόνα μας δεν μπορούμε να είμαστε μοναχοί. Όταν ήρθα το 1924 στο Άγιον Όρος, στο Καρακάλλου σ’ ενα τοίχο είχε την εξής διήγηση: «Δύο καλοί ιερομόναχοι στα Ιεροσόλυμα βοηθούσαν και ωφελούσαν πολύ κόσμο, αλλά πολλές φορές άφηναν τον κανόνα τους. Όταν τους έκαναν την ανακομιδή βρέθηκαν άλυωτοι.Τότε ο Πατριάρχης έδωσε εντολή σε όλους τους μοναχούς να κάνουν αγρυπνία γι’αυτούς. Σ’ έναν αναχωρητή εμφανίστηκε Άγγελος και είπε ότι αυτοί οι δύο είναι καλοί, αλλά δεν έλυωσαν, γιατί άφηναν τον κανόνα τους. Ο Άγγελος είπε να κάνουν οι μοναχοί της περιοχής τον κανόνα των δύο ιερομονάχων για ένα χρόνο. Όταν έπειτα έκαναν την ανακομιδή, είχαν λυώσει»».
«Παλαιά στο Άγιον Όρος, για να γίνη κανείς μοναχός, έπρεπε να μάθη τους Χαιρετισμούς απ’έξω».
«Αν στην προσπάθεια για νοερά προσευχή εμφανιστούν πόνοι στην καρδιά σωματικοί και όχι πνευματικοί, αυτοί που λένε οι Πατέρες, τότε μπορεί να είναι κρύωμα η τα νεύρα.Πάντως μην αφήσης την ευχή και να σταυρώνης την καρδιά με λάδι από το καντήλι του Αγίου της Μονής».
«Αν στον κανόνα σου έρθη κατάνυξη και κατάσταση καλή, ακόμη και αν τελείωσης τα κομποσχοίνια, μη σταματήσης την ευχή μέχρι να φύγη από μόνη της αυτή η κατάσταση».
«Να μη λες την ευχή με βεβιασμένη εσωτερική κατάσταση, αλλά ο νους σου να είναι συγκεντρωμένος στην ευχή. Την αίσθηση της μετανοίας και την κατάνυξη να τις περιμένης από τον Κύριο».
«Όταν φιλοξενήσαι μαζί με άλλους στο ίδιο δωμάτιο και δεν μπορής να κάνης τον κανόνα σου, πρέπει να τον κάνης την άλλη μέρα. Καλά είναι να έχης κάνει μερικούς κανόνες από πρίν, και όταν δεν μπορής να κάνης κανόνα, να τον έχης εξασφαλισμένον από πρίν».
«Οι Παλαιοί πατέρες έλεγαν: «Όταν πας κάπου και σε φιλοξενήσουν, ύστερα, όταν φύγης,ακόμη και στον δρόμο, κάνε ενα κομποσχοίνι γι’ αυτούς, γιατί έκαναν κόπο˙και αν δεν προσευχηθής γι’ αυτούς μένεις με χρέος.
Πάντοτε να ευχαριστής εκείνους που σε φιλοξένησαν, και να προσεύχεσαι γιαυτούς»».
«Εδώ δεν ήρθαμε να κάνουμε καλά έργα, αλλά να κάνουμε υπακοή».
«Πρώτα από όλα να προσπαθής να απόκτησης ταπεινοφροσύνη. Αν κάποιος σου πη κάτι, εσύ πες»Ω, μόνο αυτό; Εγώ είμαι πολύ πιο αμαρτωλός, είμαι και τέτοιος και τέτοιος». Όταν απόκτησης ταπεινοφροσύνη, τότε από τις βρισιές θα αισθάνεσαι χαρά. Όταν έχης ταπείνωση, τότε ο Θεός δίδει την χάρι Του. Στην καρδιά έρχεται ουράνια χαρά. Τότε ο Κύριος βοηθά σε όλα».
«Αν εχης ενυπνιασμό την Κυριακή, αντί πενήντα μετάνοιες μεγάλες, να κάνης εκατό μικρές μετάνοιες. Δεν είναι αμαρτία να κάνης μεγάλες μετάνοιες την Κυριακή, αλλά οι Πατέρες μας έκριναν έτσι προς δόξαν Θεού. Αλλά αν κάποια φορά αισθάνεσαι μετάνοια και η ψυχή σου θέλη να γονατίση, τότε μπορείς και δεν είναι αμαρτία».
«Όταν στην τράπεζα έχη πολλά φαγητά, καλύτερα να δοκιμάσης λίγο απ’ όλα και να μη χορτάσης εντελώς. Αν δεν τρως μερικά φαγητά, τότε θα υπερηφανευτής, χωρίς να το καταλάβης».
«Για να θυμάμαι αυτά που διάβασα σε κάποιο βιβλίο, όταν ξαπλώνω να κοιμηθώ, προσπαθώ να θυμηθώ τι διάβασα».

Γ ΚΟΔΡΑΤΟΣ Ο ΚΑΡΑΚΑΛΗΝΟΣ, ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Γ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΡΟΥΜΑΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧ...

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Οσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς τον Θεό, τόσο περισσότερο Αυτός σου αποκαλύπτεται!


 


Πρέπει να πιστεύης ότι σε αγαπά ο Θεός, ακόμη κι αν όλοι οι άνθρωποι σε αποστραφούν κι αν όλοι σε εγκαταλείψουν.Όταν σου έλθη λογισμός πως δεν σε αγαπούν και δεν σου συμπαραστέκονται, τότε να θυμάσαι πως, όταν όλοι σ’ εγκαταλείψουν, όμως έχεις τον Θεό για βοηθό. 
«Ο πατήρ μου», λέγει ο Δαβίδ, «και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με» (Ψαλμ. 26, 10). Κάποιος Μοναχός ήταν άρρωστος. Πέρασε περίπου ένας μήνας, και κανείς δεν πήγε στο κελλί του να τον 'δη και να τον βοηθήση. Κατόπιν έστειλε ο Θεός άγγελο να τον υπηρέτηση. Κι όταν αργότερα οι συνασκητές του σκέφθηκαν να τον επισκεφθούν, να ιδούν μήπως είναι άρρωστος, μήπως έχη πάθει τίποτα, αυτός, μόλις τους αντίκρυσε, τους φώναξε: «Φύγετε!» Τότε αυτοί του είπαν: «Γιατί μας διώχνεις;» Αυτός αποκρίθηκε: «Τόσο καιρό, που δεν με σκεφθήκατε εσείς, που δεν με είδατε, που δεν με βοηθήσατε, έστειλε ο Θεός άγγελο, και με υπηρετούσε. Μα τώρα, που ο άγγελος σας είδε, έφυγε! Προτιμότερο να φύγετε εσείς, και να έρθη πάλιν ο άγγελος!»
Γιατί να μη έχουμε για κάθε άνθρωπο αγάπη;
Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς τον Θεό, τόσο περισσότερο Αυτός σου αποκαλύπτεται!
Εκείνος, που επιθυμεί το κακό του συνανθρώπου του, κάνει τελικά κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Και εκείνος, που αγαπά ακόμα και τον εχθρό του, στην πραγματικότητα ευεργετεί τον ίδιο τον εαυτό του.


Όσο πιο πολύ αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Χριστό, τόσο πιο πολύ νοιώθουμε μέσα μας χαρά και ευτυχία. Δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη ευτυχία από το να φλέγεται η καρδία μας από αγάπη προς τον γλυκύτατο Κύριό μας.
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24). Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη την καρδία μας, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα γήινα είναι πρόσκαιρα και μάταια, και σε τίποτε από αυτά να μη προσκολληθούμε. Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, πρέπει να περιφρονήσουμε τρία πράγματα: Το χρήμα, τις ηδονές και την ανθρώπινη δόξα.
Είμαστε σε θέση να πούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8, 35). Αν ναι, τότε είναι που πραγματικά αγαπούμε τον Χριστό!
Δεν έχει τόση αξία το να αγαπούμε όσους μας αγαπούν. «ποία υμίν χάρις εστί;» (Λουκ. 6, 32). Αξία έχει το να αγαπούμε αυτούς, που μας εχθρεύονται, κι αυτούς, που μας μισούν!

Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

 


Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης και ο Αγιορείτικος Μοναχισμός
Παύλος Μον. Λαυριώτης
Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα μεταξύ των ετών 927-930. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι και ευγενείς. Το όνομα του ήταν Αβραάμιος. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν γεννη­θεί, ο πατέρας απέθανε και λίγο μετά τη γέννηση του, και η μητέρα απήλθε από τον παρόντα κόσμο.

Ο μικρός Αβραάμιος, ορφανός και από τους δύο γονείς, τέθηκε υπό την προστασία συγγενής του μοναχής, η οποία ανέλαβε την φροντίδα και την παιδαγωγία αυτού. Όλη δε η ζωή και η συμπεριφορά της μοναχής επέδρασε θετικά και καταλυτικά στην μετέπειτα εξέλιξη του Αβρααμίου.

Ο μικρός Αβραάμιος, παρ' ότι ήταν παιδί, η ζωή και η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε με εκείνες των άλλων συνομιλήκων του. Ο χαρακτήρας του δεν ήταν απρεπής, απρόσεκτος και αγενής. Κατα­γινόταν με την προσευχή και τις άλλες θρησκευτικές πράξεις. Μετά την κοίμηση της προστάτιδας του μοναχής και αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία, με την βοήθεια ενός αυτο­κρατορικού φορολογικού υπαλλήλου που ήλθε στην Τραπεζούντα για την είσπραξη των δημοσίων φόρων, έρχεται στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α' Λεκαπηνού (920-944).

Στην Πόλη φοιτά στη Σχολή του Προέ­δρου των σχολών της Πρωτευούσης, που εκαλείτο Αθανάσιος. Στη σχολή αυτή επιδίδεται με ζήλο και επιμέλεια στην εκμάθηση των γραμμάτων της θύραθεν (κοσμικής) παιδείας. Παράλληλα δεν πα­ρέλειπε τα πνευματικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στην Κωνσταντινούπολη εγνώρισε τον συγγενή του στρατηγό Ζεφιναζέρ, στο σπίτι του οποίου έκτοτε διέμεινε.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβράαμιος κατέστη κάτοχος και διδάσκα­λος πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής, ώστε η φήμη του να φτάσει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.

Ο ενάρετος και σοβαρός βίος του, το πράον του ήθους, το γλυκύ της ομιλίας, ο πλούτος της γνώσεως, το έντιμον και το χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητόν σε όλους. Εξαιτίας των χαρι­σμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», εζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.

Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητες του. Απέκτησε πολλούς μα­θητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου. Γι' αυτό, χρόνο με το χρόνο, ο αριθμός των μαθητών ηύξανε. Αλλ' ο Αβραάμιος ταυτόχρονα ζούσε συνεπή χριστιανική ζωή. Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Την περίοδο αυτή ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ αναλαμβάνει την ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο και παίρ­νοντας μαζί του τον Αβραάμιο πραγ­ματοποιεί περιοδεία στο Αρχιπέλαγος. Κατέπλευσαν στη νήσο Λήμνο, απ' όπου διακρινόταν το Άγιον Όρος, όπου έμελλε αργότερα να ιδρύσει τη Λαύρα. Επανερχόμενος στην Πόλη, συναντά­ται με τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά. Του εξομολογείται την επιθυμία να ασπα­στεί τον μοναχικό βίο. Στην Πόλη έγινε και η συνάντηση των Οσίου Μιχαήλ, Νικη­φόρου Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορος, και του Αβρααμίου. Έτσι, κρίνεται από τον όσιο Μιχαήλ άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, και επιλέγει τόπο ερη­μικό, όπου επιδίδεται σε νέους πνευματι­κούς αγώνες. Βλέποντας ο Όσιος Μιχαήλ την μεγά­λη πνευματική άσκηση του Αθανασίου, πρόβλεψε (προείδε) την μετέπειτα εξέλι­ξη του, ότι δηλαδή θα γίνει διάδοχος του στα πνευματικά χαρίσματα.

ΘΑΥΜΑ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ
ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΙΝΑ

Στη συνέχεια ο Αβραάμιος παραιτεί­ται από την Σχολή και μεταβαίνει στην λαύρα του Κυμινά. Γίνεται δεκτός από τον ηγούμενο όσιο Μιχαήλ και κείρεται μοναχός με το όνομα Αθανάσιος. Μετά την κουρά του ο Αθανάσιος, έχοντας έμπειρο και διακριτικό πνευματικό οδη­γό, επιδίδεται στην άσκηση των μοναχι­κών αρετών. Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, κατέκτησε «πάσαν ασκητικήν πολιτείαν» και συνέλεξε σε βραχύ χρόνο πλούτο αρετών, ώστε να καθάρει την διάνοιαν, και να δει «θεία θεωρήματα», όπως ση­μειώνει βιογράφος του.

ΣΤΟ ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ

Αλλά τον Αθανάσιο για άλλα είχε προ­ορίσει ο Θεός. Ως εκ τούτου, από το όρος Κυμινά αναχωρεί και έρχεται στο Άγιον Όρος. Εδώ, φθάνοντας, περιοδεύει πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνωρίζει πολλούς και εναρέτους μο­ναχούς και ασκητές. Εντυπωσιάζεται από την σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο, τις πολλές στερήσεις. Αρχικά γίνεται υποτακτικός σε ένα απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.

Δεν εφανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά προσποιήθηκε ότι ονομά­ζεται Βαρνάβας, γιατί ήθελε να είναι απαρατήρητος. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, του ερημίτη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίο­δο αυτή οι αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανένα μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε ένας έλεγχος δι' όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.

Ο Αθανάσιος, έπρεπε, για να μην απο­καλύψει τον εαυτό του να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Έτσι έκρυβε τις γνώ­σεις του και τις πνευματικές του ικανότη­τες από σεβασμό στον γέροντά του, που -ήταν αμόρφωτος.

Υποτάσσεται, λοιπόν, σε σχεδόν αμόρ­φωτο γέροντα, παρά του οποίου, εκτός της μοναχικής ασκήσεως, «διδάσκεται τα ιερά γράμματα».

Ενώ λοιπόν ο Αθανάσιος δοκιμαζό­ταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε. Βέ­βαιον είναι ότι έκανε έρευνες σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας χωρίς αποτέλεσμα.Τέλος θυμήθηκε, λέει ο βιογράφος του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιον Όρος. Γράφει λοιπόν στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζητά να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανα­σίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χα­ρακτηριστικά του.

Ο κριτής μεταβαίνει στο Όρος, συνα­ντάται με τον Πρώτο του Όρους Στέφα­νο (958962) και διαβιβάζει το αίτημα. Ο Πρώτος υπόσχεται να προβεί στην ανεύρεση του, ενώ επλησίαζαν τα Χρι­στούγεννα και η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές το χρόνο: Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Πα­ναγίας. Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύ­ρας των Καρυών.

Κατά τα Χριστούγεννα λοιπόν του έτους εκείνου, έγινε από τον Πρώτο Στέ­φανο8 η αναγνώριση του Αθανασίου. Όλοι οι Αθωνίτες ξέρουν πλέον ότι ο Βαρνάβας είναι ένας μορφωμένος μο­ναχός, αλλά δεν γνωρίζουν ποιος είναι στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω. Ο Πρώτος του παραχωρεί ένα αναχωρητικό κελλί κοντά στις Καρυές. Ο Αθα­νάσιος εγκαθίσταται εκεί με ένα μαθητή, ονόματι Λουκίτζη και ασκεί το επάγγελμα του καλλιγράφου. Εκεί ο Αθανάσιος πα­ρέμεινε μέχρι το 959.

Περί το έτος 960 έρχεται στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά την νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό. Επιθυμούσε βέβαια να συναντήσει *τον Αθανάσιο, όπερ και έγινε. Τότε λοι­πόν όλοι πληροφορούνται ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την περιφανή οικογένεια Φωκά. Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί παρεκινήθησαν να προσέλθουν κοντά του.

Ο Αθανάσιος θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο, που είχε, όταν αφίχθει στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδό­τερα του Όρους, στην ησυχία. Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δυο χρόνια στις Καρυές, έλαβε ένα τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελα­νά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα. Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν άλλο αρετής εργαστήριον, και επι­δόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Την ίδια περίοδο ο Νικηφόρος Φωκάς διηύθυνε την εκστρατεία του Βυζαντινού στρατού, περί το 960, για την απελευ­θέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και αμφίρροπες. Η βυζαντινή στρατιά υπέφερε από το κρύο και την έλλειψη τροφών, σε αντίθεση με τον στρατό των Αράβων.

Επιθυμώντας να αναπτερώ­σει το ηθικό των στρατιωτών, ο Φωκάς υπενθύμιζε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η απελευ­θέρωση εδαφών και πληθυσμού χριστιανικού. Άλλωστε, οι Άρα­βες ή Σαρακηνοί, έχοντες ως ορ­μητήριο την Κρήτη, έκαναν επι­δρομές σε όλο το Αιγαίο, ακόμα και το Άγιον Όρος, από το οποίο πέραν των λαφύρων, είχαν αιχμα­λωτίσει και μοναχούς.

Στην προσπάθειά του να ενι­σχύσει το ηθικό του στρατού, απε­φάσισε να αποστείλει γράμματα σε μοναστήρια της Μ. Ασίας και στο Άγιον Όρος, ζητώντας να στεί­λουν μερικούς μοναχούς κοντά στο στρατό. Μεταξύ των μονα­χών, έγραψε και στον Αθανάσιο και στον Πρώτο του Όρους. Οι Αθωνίτες απάντησαν θετι­κά. Με την ευλογία του Πρώτου και των γερόντων του Όρους, αποφασίζει να με­ταβεί στην Κρήτη ο Αθανάσιος συνοδευό­μενος από ένα μοναχό, το Θεόδοτο.

Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν συγκινητική. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του Αθα­νασίου στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Επέτυχε να βοηθήσει στην εκ­δίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί και διασωθεί, και την επανασύνδεση του φιλικού του δεσμού με τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.

Εκεί καταστρώθηκε η ιδέα της ιδρύ­σεως ενός μοναστηριού στον Άθω, υπό την ηγουμενία του Αθανασίου, στο οποίο θα εμόναζε και ο Φωκάς. Για τον σκοπό αυτό ο Φωκάς πρότει­νε στον Αθανάσιο να του διαθέσει τα χρήματα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της Μονής. Αφού οι δύο άνδρες έμειναν σύμ­φωνοι περί της Μονής και τα σχετικά με αυτήν, ο μεν Αθανάσιος ανεχώρησε για τον Άθωνα, ο δε Φωκάς επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Επιστρέφοντας ο Αθανάσιος στο Όρος, εσκέπτετο να αρχίσει την ίδρυ­ση της Λαύρας. Στο μεταξύ ο Νικη­φόρος Φωκάς αποστέλλει στον Άθω τον έμπιστο του μοναχό Μεθόδιο, με επιστολή και τα αναγκαία χρήματα για την έναρξη των εργασιών. Ο Μεθόδιος παρέμεινε στο κελλί του Αθανασίου έξι μήνες και δεν ανεχώρησε παρά αφού έπεισε τον Αθανάσιο να αρχίσει την κατασκευή της Λαύρας και αφού είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες.

Πράγματι ο Αθανάσιος άρχισε με την ανέγερση του ησυχαστηρίου, όπου θα εμόναζε ο Νικηφόρος και ναό επ' ονόμα­τι του Τιμίου Προδρόμου10. Στη συνέχεια προχώρησε στην ανέγερση του καθολι­κού και άλλων κτισμάτων. Ενώ λοιπόν προχωρούσαν οι εργασίες ανεγέρσεως του καθολικού και των κελλίων, έφθασε η είδηση της ανόδου τουΝικηφόρου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Η είδηση αυτή επίκρανε τον Αθανάσιο, ο οποίος ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Λαύρας μετά από επίμονες παρακλήσεις του Νικηφόρου και την υπόσχεση του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο.

Γι' αυτό απεφάσισε να εγκαταλείψει την ηγουμενία της Λαύρας και να φύγει από το Όρος.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Φεύγει λοιπόν και αποβιβάζεται στην Άβυδο της Μικράς Ασίας. Φθάνοντας εκεί, έστειλε πίσω στον Άθωνα το πλοίο της Λαύρας με τους περισσότερους εκ των συνοδών του. Ένα μοναχό απο­στέλλει στη Βασιλεύουσα με σκοπό να επιδώσει στον αυτοκράτορα επιστολή και ο ίδιος με τρεις εμπίστους μοναχούς επιβιβάζεται σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Με το γράμμα στον αυτοκρά­τορα τον πληροφορεί ότι παραιτείται από την ηγουμενία, αλλά συγχρόνως του υποδεικνύει το μοναχό Ευθύμιο, να αναλάβει το αξίωμα.

Φθάνοντας στην Κύπρο, διαμένει στη Μονή των Ιερέων και αποστέλλει τον μοναχό Θεόδοτο στη Λαύρα, με απο­στολή να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων της Μονής. Μόλις η πορεία των πραγμάτων της Μονής πήρε αρνητική τροπή, ο Θεόδοτος επιστρέφει στην Κύπρο και ενημερώ­νει τον Αθανάσιο για την κατάσταση. Ο αυτοκράτωρ, διαβάζοντας την επι­στολή του Αθανασίου, λυπείται, καθιστά τον μοναχό Ευθύμιο ηγούμενο της Λαύ­ρας και πάραυτα, αποστέλλει γράμματα προς αναζήτηση του Αθανασίου, ο οποί­ος κρυβόταν στη Μονή των Ιερέων.

Τα γράμματα έφθασαν και στον ηγού­μενο της Μονής των Ιερέων, ο οποίος εκάλεσε τον Αθανάσιο και τον συνοδό του μοναχό Αντώνιο προς εξακρίβωση. Ο Αθανάσιος απέφυγε να αποκαλύψει τον εαυτό του. Αναχωρεί με τον Αντώνιο και φθάνει στην πόλη Αττάλεια της Μ. Ασίας, όπου φθάνει επίσης και ο μονα­χός Θεόδοτος, ο οποίος πληροφορεί τον Αθανάσιο για την θλιβερή κατάσταση της Λαύρας. Έτσι χωρίς χρονοτριβή, αποφα­σίζει να επιστρέψει στη Μονή. Η επάνοδος του στη Λαύρα έδωσε χαρά και ικανοποίηση στους πατέρες, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν αρκετά κατά το διάστημα της απουσίας του, κατά την οποία διακινδύνεψε και η ίδια η ύπαρξη της Μονής.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ

Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να με­ταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρ­ξε συγκινητική, και ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη. Δεν έγινε απλώς η διάλυση των παρεξηγήσεων αλλά υπήρ­ξε σταθμός, όχι μόνον για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και του Αγίου Όρους.

Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα. Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασί­ου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλλα, τα οποία εκτός από τη θεσμική τους διά­σταση, παραχωρούσαν στην νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές. Στο χρυσόβουλλο του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς περιέχει μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα. Η Λαύρα η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική  αυτοκρα­τορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερούται ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική αρχή.

Ο Νικηφόρος, κτίτωρ της Μονής, έχει την κυριότητά της σε όλη τη διάρ­κεια της ζωής του, και μετά το θάνατο του περιέρχεται στο Αθανάσιο, ο οποί­ος είναι ισόβιος ηγούμενος. Ο Φωκάς με το χρυσόβουλλο του απαγορεύει την παραχώρηση της Λαύ­ρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό ή σε άλλη Μονή. Παράλληλα χορηγεί στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρηση της. Έτσι, η Λαύρα καθίσταται αυτοκρα­τορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χα­ρακτήρα, με πλούτο και ευμάρεια.

Την ίδια περίοδο, λόγω της φήμης του Αθανασίου και της εντυπω­σιακής εξελίξεως της Λαύρας, μονα­χοί από πολλές περιοχές προσέρχονται να υποταχθούν. Μεταξύ αυτών έρχο­νται από τη Ρώμη, Καλαβρία, Ιταλία, Ιβηρία, Αρμενία κ.λ.π. Όλοι αυτοί βρί­σκουν καταφύγιο τη Λαύρα, η οποία την περίοδο αυτή (964  972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.

Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύρας δημιούργησε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων. Η βασική διαμαρτυρία επικεντρώνονταν στο ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότη­τα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτι­κου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, δημιούργησε μία νέα εποχή και τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντι­δρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανά­σιο, θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του. Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπεία στο νέο αυτοκράτορα στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΖΙΜΙΣΚΗ

Ο νέος αυτοκράτωρ Ιωάννης Τζιμισκής (969-976) προσκάλεσε τον Αθα­νάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη συνάντηση ο αυτοκράτωρ, παρ' ότι εγνώριζε το στενό δεσμό του Αθανασίου με το δολοφονηθέντα αυτοκράτορα Νι­κηφόρο Φωκά (963969), όχι μόνον δεν έδειξε αντιπάθεια ή εχθρότητα προς τον Αθανάσιο, όπως ανέμεναν οι αντιφρονού­ντες, άλλά έδειξε φιλική στάση και πραγ­ματοποίησε όλα του τα αιτήματα. Η στάση αυτή άμβλυνε τις αντιθέσεις και οδήγησε στη συμφιλίωση των δύο πλευρών. Αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων ήταν να αποσταλεί στον Άθω ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου Ευθύμιος, προκειμένουνα λυθεί οριστικά το αγιορειτικό ζήτημα. Με την ευκαιρία εκείνης της συναντήσεως ο Ιωάννης Τζιμισκής εξέδωσε χρυσόβουλλο υπέρ της Λαύρας, και επικύρωσε όλες τις διατάξεις του χρυσοβούλλου του προκατόχου του.

Ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου Ευθύμιος ήλθε στον Αθανάσιο. Μετά από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των αγιορειτών συνετάγη ένα κείμενο, που ενέκριναν όλοι οι ηγούμενοι και το υπέγραψεν ο Πρώτος, 57 ηγούμενοι του Άθω και άλλοι πρόκριτοι αγιορείτες. Το κείμενο αυτό, γνωστό ως Τυπικό του Τζιμισκή, φέρει επίσης και την ονομασία «Τράγος» γιατί είχε γραφεί «επί αιγείου(κατσικίσιου) δέρματος» (περγαμηνή). Ο «Τράγος», από της καθιερώσεώς του φυλάσσεται στο Σκευοφυλάκιο του Πρωτάτου και της Ι. Κοινότητος.

Μετά την κύρωση και εφαρμογή του Τυπικού του Τσιμιζκή, ο Αθανάσιος απε­ρίσπαστος ασχολήθηκε με την διοίκηση της Λαύρας και τα πνευματικά του κα­θήκοντα. Ιδιαίτερα εμερίμνησε για την διοικητική οργάνωση της Μονής, την ορθή διαχείριση των οικονομικών, την λειτουργική ευταξία και διάφορα άλλα προσωπικά θέματα της καθημερινής ζω­ής και γενικότερα.

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ο Αθανάσιος, συνέταξε το Τυπικό του, το οποίο διακρίνεται σε τρία μέρη: Το Τυπικό, το οποίο αναφέρεται σε θέματα διοικητικά, όπως η εκλογή ηγουμένου, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, οι υποχρεώσεις, η διαδοχή, τα καθήκοντα των προκρίτων αδελφών κ.α. Η Διατύπωση, που αποτελεί σύντο­μο κείμενο αναφερόμενο κυρίως στον τρόπο εκλογής του ηγουμένου, τον διο­ρισμό επιτρόπων κ.α. και Η Υποτύπωση, ένα είδος λειτουρ­γικού τυπικού. Αναφέρεται δηλαδή στην τέλεση των Ι. Ακολουθιών όλου του εκ­κλησιαστικού έτους. Ο Αθανάσιος, ανεγνωρίσθη και καθιερώθη ως ο αναμορφωτής αρχηγέτης και πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού. Η συμβολή του στην καθιέρωση και ανα­γνώριση του μοναχικού καθεστώτος της αθωνικής πολιτείας υπήρξε καταλυτική και πανθομολογούμενη.

Έζησε βίον, πέραν των διοικητικών του ικανοτήτων, οσιακόν. Η αρετή τουανεγνωρίσθη από πολλούς. Διεκρίνετο για την σοφία, την ευγένεια, την πραό­τητα, το φιλάνθρωπον προς όλους, την φιλοξενία, την ασκητικότητα.

Υπήρξε κατά τον βιογράφο του: «Αρ­χή πάντων και τέλος ... πάσι τύπος και νόμος ην ... πολύτροπος και πολυειδής την κυβέρνησιν ... Χριστόν τον εαυτού ποιμένα μιμούμενος». Ο Αθανάσιος εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. Πάνδημος υπήρξε η εκφορά του ιερού σκηνώματος του, οπού παρέστη η του «Όρους Γερουσία». Ανεγνωρίσθη Όσιος και η μνήμη του εορτάζεται την 5ην Ιουλίου.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Εκείνο όμως το οποίο ιδιαίτερα χαρα­κτήριζε τον Όσιον Αθανάσιο, δεν ήταν τόσο η ίδρυση της Λαύρας, η συμβολή του στην διαμόρφωση του αγιορείτικου καθεστώτος, οι σχέσεις του με τους αυτοκράτορες της εποχής του, αλλά η πνευματική συγκρότηση της προσωπικότητάς του. Ο Όσιος υπήρξε κατ' εξοχήν ένας γνή­σιος μοναχός, ένας αυθεντικός ασκητής. Κέντρο της ζωής του ήταν η πνευματική του κατάρτιση, η κατάκτηση των δωρεών της χάριτος του Θεού. Η προσωπικότης του συγκρίνεται με τις μεγάλες προσωπικότητες του μοναχι­σμού της Ορθόδοξης Ανατολής, όπως του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου, του Θεόδωρου του Στουδίτου κ.α Εβίωσε το Ευαγγέλιο στην αυθεντική του διασταση, κατεκτησε την αρετή και αξιώθηκε θείων χαρισμάτων και δωρεών και όπως σημειώνει ο εγκωμιαστής του «τοις αγγέλοις εφάμιλλος ώφθη»15. Αξιώθηκε του χα­ρίσματος του θαυματουργείν. Ο βιογράφος του ανα­φέρει μερικά από τα θαύ­ματα τα οποία εν ζωή και μετά θάνατον εποίησε.

Μεταξύ αυτών αναφέρουμε:

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Η παράδοσις της Μονής διασώζει το εξής θαυμαστό περιστατικό.

Ο μοναχός Αθανάσιος, ο αποθηκάριος, στην αρ­χή της μοναχικής του ζω­ής, ευρισκόμενος κάποτε στον Μυλοπόταμο, έπαθε υδρωπικία. Βλέποντας την κατάσταση του, ο Όσιος του υπέδειξε να μεταβεί στη Λαύρα για να θεραπευθεί από τον ιατρό της Μονής. Όταν έφθασε εκεί, οι ιατροί που τον εξέτασαν δεν πί­στευαν ότι θα θεραπευθεί. Τότε ο Πατήρ τον λυπήθηκε, για την κατάσταση του και, αφού άγγιξε με το χέρι του την κοιλιά, είπε «Ύπαγε τέκνον, της χάριτος του Θεού. ουδέν κακόν έχεις». Αμέσως με τον λόγο ο μοναχός έγινε υγιής.

ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ

Κατά το έτος 963, συνέβη λιμός στην του διάσταση, κατάκτησε την αρετή και Αυτοκρατορία, ένεκα του οποίου εδημιουργήθη έλλειψη τροφών και στο Άγιον Όρος. Επειδή είχε αρχίσει η οικοδομή της Λαύρας και να εξαντλούνται τα υλικά και τα τρόφιμα, ο Όσιος απεφάσισεν να μεταβεί στις Κα­ρυές για να συμβουλευθεί τον Πρώτο και τους γέροντες επί του πρακτέου. Ενώ λοιπόν επορεύετο προς τις Καρυές, σε αρκετή απόστα­ση από τη Μονή, συναντά μια σεμνοτάτην και ωραιωτάτην γυναίκα. Από την θέα της εταράχθη. Αλλά πρώτη η γυνή ερώτα τον Αθανάσιον «Πόθεν έρχεσαί, Αθανάσιε, και που πο­ρεύεσαι;».

Έκπληκτος ο Όσιος απάντη­σε «Ποία είσαι εσύ, η οποία μου ομιλείς και γνωρίζεις το όνομά μου;».

«Εγώ είμαι η Μήτηρ του Κυ­ρίου και προστάτις σου» απα­ντά εκείνη, και συνεχίζει «Αλλ' είπε μοι, διατί εγκατέλιπες την Λαύραν, και που μεταβαίνεις;»

Και ο Όσιος: «Δεν πιστεύω ότι είσαι η Κεχαριτωμένη, εάν δεν ιδώ κάποιο σημείον».

«Δίκαιον έχεις, Αθανάσιε δια να πιστεύσεις, ιδού» απάντησε. «Χτύπησε σταυροειδώς με την ράβδο σου αυτήν την πέτρα επικαλούμενος το όνομα της Παναγίας Τριάδος και θα ιδείς ευθύς να αναβλύζει άφθονον και αστείρευτον ύδωρ».

Πεισθείς ο Όσιος, εκτύπησε την ενώ­πιον του πέτρα και αμέσως ανέβλυσεν ύδωρ, και το σημείον εκείνο έκτοτε ονομάσθηκε ύδωρ του αγιάσματος, έν­θα εκτίσθη ναϋδριον της Ζωοδόχου Πηγής.

Μετά το γεγονός τούτο, προσέπεσε ενώπιον της Παναγίας και εζήτησε συγγνώμη. Τότε η Παναγία υποσχέθηκε στον Όσιο να αναλάβει την τροφοδοσία της Μονής και των άλλων αναγκαίων, και τον προέτρεψε να επιστρέψει στην Λαύρα, και έγινε ευθύς άφαντος.

Ο Αθανάσιος επέστρεψε στη Μονή. Μόλις διέβη την κεντρικήν πύλη και εισήλθεν στην αυλή, βλέπει ενώπιον του και πάλι την Υπεραγίαν θεοτόκον, η οποία τον οδήγησε στην αποθήκη της Μονής, η οποία ήταν πλέον πλήρης τροφίμων. Δεικνύουσα δε η Παναγία την ευλο­γία εκείνη του θεού, λέγει στον Όσιο «θέλω, τέκνον μου Αθανάσιε, εις το εξής να μη ορίσης εσύ και οι διάδοχοί σου Οικονόμον εις την Μονήν, διότι εγώ θα είμαι η Οικονόμισσα της Λαύρας μέχρι της συντέλειας των αιώνων» και έγινε πάλι άφαντος. Πράγματι, ο Όσιος κατόπιν αυτών συνέχισε την ολοκλήρωση της Λαύρας, μέχρι συντελέσεως της οποίας επήρκεσεν η ευλογία εκείνη των τροφίμων. Στο σημείο όπου ενεφανίσθη η Πα­ναγία ανηγέρθη ύστερα, και υπάρχει έως σήμερον το Προσκυνητάριον της Παναγίας της Οικονομίσσης, μετ' ακοιμήτου κανδήλας.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Αναφέρεται επίσης ότι: «Κατά την ζώσαν και αδιάκοπον παράδοσιν της Μονής λέγεται ότι, ζων ο Όσιος, είχεν αφήσει εντολήν περί μη εκταφής του, η οποία και ετηρέτο επί αιώνες. Αλλά, κατά την παράδοσιν επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, ότε το 1575 μετέτρεψε την Μονή από ιδιορρύθμου εις κοινόβιον, ηθέλησεν εξ ευλάβειας ν' ανοίξει τον τάφον. Αφού λοι­πόν έπεισε τους Πατέρας, επεχείρησε μετ' αυτών το άνοιγμα του τάφου. Όταν εκτύπησαν δια των σχετικών εργαλείων προς διάνοιξιν, εξήλθον εκείθεν φλόγες πυρός, αι οποίαι κατετρόμαξαν τον Πατριάρχην και τους περί αυτόν, ώστε να σταματήσουν πάραυτα το εγχείρημα. Ούτως ο τάφος του Οσίου παραμένει μέχρι σήμερα άθικτος, κατά την εντολήν του Πατρός».

Τα όρια και το μέγεθος της πνευματι­κής συγκροτήσεως και ακτινοβολίας του Οσίου Αθανασίου παριστά το Απολυτίκιο αυτού, το οποίο έχει ως εξής: «Την εν σαρκί ζωήν, σου κατεπλάγησαν, Αγγέλων τάγματα, πως μετά σώματος, προς αοράτους συμπλοκάς εχωρήσας αοίδημε, και κατετραυματίσας των δαιμόνων τας φάλαγ­γας όθεν Αθανάσιε, ο Χριστός σε ημείψατο, πλουσίαις δωρεαίς διό Πάτερ, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Βιβλιογραφία

^ Παν. Κ. Χρήστου, Το Άγιον Όρος, Θεσ/νίκη 1987.

^ Ν. Σβορώνου, Η σημασία της ίδρυσης του Αγίου Όρους, Εκδόσεις Πανσέληνος.

^ Οδ. Λαμψίδη, Μία παραλλαγή της βιογραφίας του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, Περ. Βυζαντινά, Τόμος 6, θες/νίκη 1974.

^ J. Noret, Leuren University Pres Sancti Athanasii Athonitae νίμα α' και β'.

^ Μον. Νικοδήμου Νεοσκητιώτου, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Αθήναι 1975.

^ Διονυσία Παπαχρυσάνθου, Ο αθωνικός μοναχισμός, Αθήνα 1992.

^ Παύλου Μον. Λαυριώτου, Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Άγιον Όρος 2007.

^ G. Schlumberger, Ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς, Αθήναι 1905.

^ Ph. Meyer, Die Hauptur Kunden fur die Geschighte der Athoski Ster, Leipzig 1894.

^ Παντελεήμονος Μον. Λαυριώτου, Εγκώμιον εις τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, Αθήναι 1937.

Από το περιοδικό: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΟΥΛ.  ΑΥΓ. 2008