Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ! (Στάρετς Ανατόλιος)

Το νησί. Η ζωή του αγίου Ανατόλιου (OCTPOB)

π. Γ. Μεταλληνος και Δ. Τσελεγγίδης με Ρουμάνο Γέροντα

"Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ «Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;» (γέρων Νεῖλος Ἁγιοφαραγγίτης)"


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


Ἦταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016.
.             Φευγαλέα λόγῳ τῆς ἐργασιακῆς πληρότητας ποὺ ἐπέβαλλαν οἱ ρυθμοὶ τῶν Ἁγίων ἡμερῶν, ἐπισκεφθήκαμε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τὸν παλαίμαχο ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου Γέροντα Νεῖλο (Θεόδωρο) τὸν Ἁγιοφαραγγίτη.
.             Τὸν βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδὸν ξέπνοο, ἐξουθενωμένο ἀπὸ τὴν βαριὰ καὶ ἐπίπονη νόσο ποὺ ταλαιπώρησε τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό του περίβλημα ἀλλὰ ὡρίμασε ἀπόλυτα τὴν γενναία του καὶ ἐν-Χριστωμένη ψυχή.
.             Παρὰ τὴν σωματικὴ ταλαιπωρία ἦταν θαλερότατος ψυχικά, σὲ μάχιμη ἑτοιμότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑψιπετοῦσα καρδιὰ καὶ πνευματικὴ ἀκμαιότητα.
.             Ἡ ἄνεση ποὺ μᾶς χορηγοῦσε ὁ στενότατος πνευματικὸς σύνδεσμος, ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσά μας τώρα καὶ ἀρκετὰ χρόνια, ἔδινε γιὰ μία ἄλλη φορὰ τὴν δυνατότητα νὰ ρουφήξουμε κάτι ἀπὸ τὸ νέκταρ τῆς ἐρήμου, τώρα ποὺ κατασταλαγμένο καὶ συνολικὸ ξεχυνόταν ἀπὸ τὸν κρατήρα τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πόνου, στὴν περίλαμπρη δεξαμενὴ τῆς αἰωνιότητας.
.             Κάποια στιγμὴ παρατήρησα ὅτι ὁ Γέροντας ὁλοπόρφυρος στὸ πρόσωπο καὶ μὲ κάποια ἐναγώνια ἐπιμονή, ἔφτυνε μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καὶ κάτι ψιθύριζε.
.             Ἡ μεταξύ μας ἀγάπη μοῦ ἔδωσε τὴν ἄνεση τοῦ ἐρωτήματος:
– Γέροντα, γιατί προσπαθεῖς νὰ φτύνεις συνέχεια μέσα ἀπὸ τὴν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου;
.             Γέροντας: – Φτύνω τὸν ἀόρατο… νά ᾽ξερες τί μοῦ κάνει; Ἔχω νὰ κοιμηθῶ πέντε μερόνυχτα…
– Τί σοῦ κάνει Γέροντα;
.             Γέροντας: Εἶναι συνεχῶς ἀπέναντί μου. Μὲ βρίζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ… Ἡ μορφή του εἶναι τόσο ἀπαίσια, ποὺ ἂν δὲν ἐνδυναμώσει ὁ Θεός, δὲν ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀγριότητα τῆς παρουσίας του…
– Πῶς εἶναι Γέροντα;
– Σὰν χοῖρος μὲ χονδρὲς – ἁδρὲς τρίχες (ἔτσι τὸν ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος). Βρωμάει ἀπαίσια… Ἀλλάζει ὄψεις… Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν περιγράψεις… Βγάζει τὴ γλώσσα του, ποὺ εἶναι τεράστια… ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέρχονται κοκκινωπὲς φωτιές…
– Σοῦ μιλάει Γέροντα;

.             Γέροντας: Ἂν μοῦ μιλάει; Προσπαθεῖ νὰ μὲ ἀποθαρρύνει… Καὶ τί δὲν μοῦ λέει… Ἐγὼ -λέει- σοῦ ᾽φαγα τὴν σάρκα… ἐγὼ σοῦ λάβωσα τὰ πνευμόνια… Ἐγὼ ἔβαλα καὶ σὲ καταδίωκαν μία ζωή. Ἐγὼ σοῦ ἔκανα τὸ τάδε καὶ τὸ τάδε.. Ἐγὼ σ᾽ ἔφερα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅποιους βάλω στὰ δίχτυά μου, τοὺς περιποιοῦμαι καλά… Δικός μου εἶσαι ρέ… Δικός μου… Ἀκοῦς;
– Ἐσὺ πῶς ἀντιδρᾶς Γέροντα;

– Γέροντας: Ἀπαντῶ μὲ τὸ Χρυσοστομικὸ λόγιο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες». Καὶ τὸν φτύνω συνέχεια… Αὐτός μοῦ λέει: «Τὸ περιποιήθηκα καλὰ καὶ τὸ Χρυσοστομάκι σας, ποὺ μοῦ πήγαινε κόντρα καὶ τά ᾽γραψε αὐτὰ (ἐννοοῦσε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο). Τὸν συγύρισα χειρότερα ἀπὸ σένα. Ἔβαλα τοὺς δικούς μου καὶ τὸν διέλυσαν στὴν ἐξορία… Ἀφεντάδες καὶ Δεσποτάδες… Ἀκοῦς ρέ; Ἐγὼ σᾶς κατευθύνω καὶ τώρα… Θὰ τ᾽ ἀλλάξω ὅλα στὰ μπλὰ μπλά σας (στὴν διδασκαλία σας)… Ὅποιος μοῦ πάει κόντρα τὸν περιποιοῦμαι καλά… Ἔλα τώρα νὰ σέ… δροσίσω…». Βγάζει τὴν ἀπαίσια γλώσσα του, τὴν τεντώνει, ἂν καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση κάποια μέτρα μακριά, τὴν κάνει σὰν προβοσκίδα ἐλέφαντα, μὲ ἀκουμπᾶ σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ προσώπου μου καὶ μὲ καίει ἀφόρητα… Καὶ συνεχίζει σαρκαστικά: «Αὐτὸ τὸ δῶρο ἀπὸ τὴν γλώσσα μου, ἐπειδὴ ἐσὺ μὲ ἔψηνες μὲ τὴν δική σου τὴν γλώσσα… Μπορεῖς νὰ μοῦ πεῖς γιατί δίδασκες; Ἀφοῦ ἐρχόμουνα καὶ σοῦ ᾽λεγα ὅτι δὲν ἦταν δουλειά σου νὰ διδάσκεις καὶ νὰ δίνεις κατευθύνσεις στὸν κόσμο. Νὰ διδάσκουν οἱ θεολόγοι, οἱ δεσποτάδες, μάλιστα… Ἀλλὰ ὄχι κι ἐσὺ νὰ μὲ βαρᾶς… Τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο!». Ἄλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει καὶ σφίγγει τὸ σῶμα μου καὶ ἀντιμετωπίζω ἀφόρητο μαρτύριο. Ἐπιμένω στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη καὶ πεπτώκασι δαίμονες» καὶ στὸ φτύσιμο… Τὰ εἶχα αὐτὰ καὶ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀραιὰ καὶ νικηφόρα… Ξεκίνησαν ἐντατικότερα τὶς τελευταῖες ἡμέρες… Ἐπιμένει καὶ δὲν φεύγει…

.                 – Ξέρετε, τοῦ εἶπα, ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης γράφει, ὅτι τὸ ὑφίστανται αὐτὸ πρὸ τοῦ τέλους οἱ μεγάλοι ἀθλητὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσουν καὶ μαρτυρικὸ στεφάνι. Γράφει συγκεκριμένα γιὰ τὴν Ὁσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ὅτι ἔβλεπε ὁ Γέροντας τὸν Ἄγγελό της, λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς της νὰ ἀποσύρεται διακριτικὰ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα της, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει. Τὴν ἄφηνε μόνη της νὰ παλεύει γιὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ μισθὸς τοῦ ἀγώνα καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ἐκείνη ἀντιστέκονταν ἀδιάλειπτα μὲ δύο λέξεις: «Ἰησοῦ – Παναγία μου». Τὸν ἔβλεπε καὶ κρατοῦσε στιλέτο καὶ τὴν σημάδευε μὲ ἄγριες διαθέσεις… Τώρα καὶ ἐσεῖς εὑρίσκεσθε στὴν πύλη… Γι᾽ αὐτὸ συμβαίνουν αὐτά…
.             Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δὲν γράφει στὴν Κλίμακα ὅτι οἱ τελευταῖοι πειρασμοὶ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν εἶναι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπελπισίας;

.             Μήπως ὁ σύγχρονος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθωνος Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς δὲν ἀπεκάλυψε στὰ πνευματικά του παιδιὰ ὅτι δέχθηκε τέτοια ἐπίθεση ἀπὸ τὸν πονηρὸ στὶς ὁριακὲς ἡμέρες πρὸ τοῦ τέλους, ποὺ πάσχιζε μὲ λυσσώδη μανία νὰ τοῦ κηρύξει φανταστικὲς καὶ ἄκυρες ὅλες του τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες;
.             Μήπως καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ὅταν πῆγε νὰ πληροφορήσει τὸν ἐπιστήθιο φίλο του, Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Χαμακιώτη γιὰ τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ δεύτερου, δὲν τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχή, λέγοντάς του: «Πρόσεξε, ἀδελφέ, μὴ σὲ πειράξει τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ παγκάκιστος;». Κάτι ποὺ βεβαίως ἔγινε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος μὲ τὰ σημερινὰ ζωομύριστα καὶ μυρίπνοα ὀστᾶ, ἐξῆλθε τροπαιοῦχος καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία πνευματικὴ γυμνασία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ ἀγωνοθέτης Θεός…
.             Μήπως καὶ ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὁμόψυχος ἀδελφός σας, ὁ Μέγας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, μικρὸ πρὸ τῆς θριαμβευτικῆς μεταχωρήσεώς του στὴν αἰωνιότητα, δὲν μᾶς φανέρωσε, ὅτι εἶχε φοβερὴ συμπλοκὴ μὲ τοὺς δαίμονες, κάτι ὄχι ἀσυνήθιστο γιὰ τὸν ἐμπειροπόλεμο πυγμάχο τῆς ἀσκητικῆς κονίστρας; Τὸν ἔσυραν στὸ ἔδαφος, τοῦ κατάφεραν δύο περίεργα ἐγκαύματα στὴν πλάτη, τὰ ὁποῖα, βέβαια, μετὰ ἀπὸ παρέλευση ὀλίγιστου χρόνου, θαυματουργικῶς ἑξαλείφθησαν.

.             Καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, ἀπὸ τοὺς σπάνιους σὲ χριστοκεντρικότητα καὶ ἀπόθεμα ἁγιότητος Ἱεράρχες, τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη αἰφνιδίως, δέχθηκε ἐπίθεση ἀπὸ σμῆνος δαιμόνων…  Κατάπληκτος καὶ ἀναμαλλιασμένος βγῆκε στὸν ἐξώστη τοῦ μοναχικοῦ του ἐνδιαιτήματος καὶ φώναζε: «Γιατί ἀφήσατε τοὺς μαύρους νὰ περάσουν, τοὺς μασσώνους ποὺ ἀνέβηκαν ἐπάνω; Μοῦ ἔκαναν ἄγρια ἐπίθεση… Τοὺς ἀντιμετώπισα ἀλλὰ ζορίστηκα…». Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα δύο φορές. Ἔχουμε καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…
.             Ὁ Γέροντας μὲ πρόδηλη ἀπορία ἀποτυπωμένη στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου του, μοῦ ἀπάντησε:
– «Μὰ ἐγὼ δὲν ἀνήκω στοὺς μεγάλους ἀθλητές. Ὑπῆρξα ἰσόβιος ζητιάνος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο διὰ τῆς μετανοίας… Εἶμαι ρεμάλι… Μεγάλος ἁμαρτωλός. Ζητοῦσα συνεχῶς ἔλεος… Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ᾽μένα. Δὲν ἀνήκω σὲ αὐτούς…».
– Αὐτά, ἀπάντησα, Γέροντα, ὁ Θεὸς τὰ ξέρει…
.             Μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο ἔγνεψε ὅτι συμφωνεῖ καὶ ἔκλεισε τὰ ὁλόλαμπρα μάτια του ἀπὸ ἐξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
.             Ἄλλωστε ἀσθμαίνων καὶ μὲ πολὺ κόπο, σχεδὸν ψιθυριστά, μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἀνταποκρινόταν στὸν διάλογο. Ἀπόρησα ποῦ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ μετάσχει τόσο εὐκρινῶς στὴ διαγενόμενη συζήτηση.
.             Ἦταν προφανῶς ἐνδυνάμωση Θεοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήσει σὰν παρακαταθήκη καὶ τὴν τελευταία του αὐτὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, στὴν βιωματικὴ φιλοκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
.             Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν καὶ ὁ τελευταῖος μας διάλογος ἐπὶ γῆς…
.             Ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Μεγάλη Τετάρτη τὸ βράδυ εἶχε πλέον ἠρεμήσει ἀπόλυτα καὶ περίμενε μὲ γαλήνη τὸ ἐπικείμενο τέλος.
.             Εἶχε λήξει ἡ τελευταία φοβερὴ μάχη μὲ τὸν δαίμονα. Νικητὴς ὁ 
παλαίμαχος ἀθλητὴς τῆς ἐρήμου ἔβλεπε τοὺς παλαιοὺς Ἁγιοφαραγγίτες Πατέρες νὰ τὸν περιστοιχίζουν καὶ τὶς ἐπουράνιες ἀγγελικὲς ταξιαρχίες νὰ ὑπερίπτανται ἐμφανῶς, νὰ ἐπιστατοῦν γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίες καὶ νὰ ἑτοιμάζουν τὴν ἔξοδό του.
.             Ἐκστατικὸς ἔμενε νὰ κοιτάζει καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ἔκανε μὲ ἀπροκάλυπτη δυσκολία ἄπειρες φορὲς τὸν σταυρό του.

.             Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Ὅλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Ἐπίκειται ἡ ὥρα. Νὰ εἰδοποιηθεῖ ὁ Ἀντώνης γιὰ τὴν ἄμεση μεταφορά μου μὲ τὸ ἀσθενοφόρο στὸ Κεφάλι (Ἐρημητήριο ὅπου ζοῦσε στὰ νοτιοδυτικὰ Ἀστερούσια).
.             Θέλω νὰ παραδώσω τὴν ψυχή μου ἐκεῖ… Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ βρεθῶ στὸ Ἀσκητήριό μου ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἕως τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς».
.             Λίγο ἀργότερα εἶπε ξέπνοα ἀλλὰ καθαρά: «Ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος»

.             Ὅταν πρὶν λίγες ἡμέρες τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ζωντανὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἐνοσηλεύετο στὶς Μοῖρες, ἡ κοιμηθεῖσα κόρη του Σταυρούλα, τὴν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Πῶς εἶναι παιδί μου ὁ Παράδεισος», καὶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Ὅπως μοῦ τὸν περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Ἐξήγησέ μου περισσότερο», ἐπέμεινε ἐκεῖνος καὶ αὐτὴ συμπλήρωσε: «Δὲν μοῦ ἔλεγες, ὅταν σὲ ρωτοῦσα ἐγὼ πρὶν φύγω, ὅτι ἐκεῖ “οὐκ ἔτσι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος”; Τελικὰ αὐτὸ εἶναι πατέρα».

.             Τώρα ὁ Γέροντας προγευόμενος τὰ ἔπαθλα τοῦ ἀγωνοθέτη Θεοῦ, τελείωνε τοὺς ἐπίπονους ἰσόβιους ἄθλους ἐπαναλαμβάνοντας τοῦτα τὰ λόγια καὶ ἕνα λεπτὸ ἀδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε τὴν μυστηριώδη ἔκσταση τοῦ θανάτου. Βαριανάσαινε καὶ ἀτάραχος περίμενε. Τὸ οὐράνιο ταξίδι εἶχε πλέον ἄμεσα δρομολογηθεῖ.

.             Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα 28-4-2016. Ἡ ἔνδοξη κοίμησή του ὑπῆρξε «μυστήριο κραυγῆς ὅπερ ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ διεπράχθη» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλη ἡ θαυμαστὴ καὶ πνευματέμφορος βιοτή του.

.             Μόλις ἀκούμπησε τὸ κατάστικτο καὶ ὁσίαθλο σῶμα στὴν ἀσκητική του κλίνη, ἀμέσως φτερούγισε ἡ ὁλόφωτη καὶ θεοτερπὴς ψυχή του στὰ ἄφθαρτα σκηνώματα τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον μὲ μανικὸ ἔρωτα ἀγάπησε καὶ μὲ ἀδιάλειπτη ἡσυχαστικὴ στοχοθεσία, χαρισματικῶς προσαπόκτησε.

.             Ἦταν ἡ πανίερη καὶ φοβερὴ βραδιὰ ποὺ ἐμυσταγωγεῖτο τὸ Θεῖο Πάθος στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ἡ ἐσταυρωμένη ἐπίγεια διαδρομὴ τοῦ μαρτυρικοῦ Γέροντος, ἔπρεπε νὰ βρεῖ ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τὴν νοηματοδότηση καὶ καταξίωσή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ καλεῖ τοὺς φίλους Του ἐνεργὰ στὸ Σταυρό, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγνωρίσει δικούς Του καὶ νὰ τοὺς ἐντάξει πανηγυρικὰ καὶ στοὺς ἄληκτους ἀναβαθμοὺς τῆς Ἀναστάσεως..
.             Αἰωνία ἡ μνήμη του. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του.
ΠΗΓΗ
ROMFEA.GR

ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΑΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

"ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ"


Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΩΤΟ ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗ
Η διά Χριστόν σαλότητα, αποτελούσε ως γνωστό πάντοτε ένα από τα πιο όμορφα κεφάλαια στο πολυάριθμο Συναξάρι των Αγίων μας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ένα λίαν διδακτικό κεφάλαιο σωτηρίας, που έδειχνε στην ουσία πως η δικαιοσύνη και η κρίση του Θεού διαφέρει κατά πολύ απ’ αυτήν των ανθρώπων. Ένα λιθαράκι επιπλέον σ’ αυτό το κεφάλαιο αποτελεί και η ιστορία που μας αφηγήθηκε ένας ταπεινός λευϊτης του ευαγγελίου, ένας στενός φίλος του Κυρίου μας, της Παναγίας μας, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Αγίου Αναστασίου του Γόρδιου. Ένας λευϊτης που ζει στα ευλογημένα βουνά των Αγράφων. Πρόκειται για ένα πραγματικό άνθος ευωδίας που ολοένα και περισσότερο ανακαλύπτεται από τις καταπονημένες από τη ζωή ψυχές, που σαν μέλισσες ταξιδεύουν κοντά του για να γευτούν ως δώρο την πολύτιμη γύρη που εκπέμπει η παρουσία του και ο λόγος του. Η αφήγηση του αφορούσε έναν σύγχρονο κατά Χριστό σαλό, που έζησε σε μία από τις απρόσωπες, απρόσιτες και αποξενωμένες γειτονιές της Αθήνας. Ο τρελό –Γιάννης αυτόν αφορά η αφήγηση του ζούσε σε μία φτωχική γκαρσονιέρα που κληρονόμησε από τη μητέρα του σε μία πολυκατοικία 20 συνολικά διαμερισμάτων. Εργαζόταν στο φούρνο της γειτονιάς του και έπιανε δουλειά ξημερώματα. Από το φούρνο που εργαζόταν συνήθιζε να γεμίζει δυό σακούλες με ψωμιά και κουλούρια καθημερινά και έτρεχε να τα μοιράσει σε γέροντες, γερόντισσες και φοιτητές στη γειτονιά του. «Να είπα να σας φέρω λίγο ζεστό ψωμί, δώρο του κυρ -Αποστόλη του φούρναρη για να τον μνημονεύετε στις προσευχές σας», έλεγε. Η αλήθεια ήταν ότι ο τρελό -Γιάννης διέθετε κάθε μήνα ένα μεγάλο μέρος του μισθού του για την τροφοδοσία σε ψωμί των φτωχών της γειτονιάς του. Στον κυρ-Αποστόλη έλεγε πως εξυπηρετεί λίγους φίλους αρρώστους και πως τάχα πληρώνεται για αυτό. Πως γνώριζε όμως τους φτωχούς της γειτονιάς του; Να είχε τη συνήθεια να χτυπά αδιάκριτα τα κουδούνια όχι μόνο της πολυκατοικίας του αλλά και των διπλανών πολυκατοικιών. Αυτοσυστηνόταν σ’ όλους και τους ρωτούσε αν χρειάζονταν κάτι να τους εξυπηρετήσει. «Πως ξημερώσατε σήμερα; Μήπως έχει προκύψει κανένα πρόβλημα και μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; Τα παιδιά σας πως πάνε;» Στην αρχή κάποιοι τον απόπερναν. Άλλοι του έκλειναν κατάμουτρα την πόρτα αρνούμενοι να του μιλήσουν, φανερά ενοχλημένοι από την απροσδόκητη παρουσία του. Άλλοι όμως περίμεναν τον τρελό -Γιάννη για να ακούσουν, όπως έλεγαν καμιά κουβέντα καλή. Τελικά τους έμαθε όλους, γνώριζε τις ιδιοτροπίες αλλά και στοιχεία του χαρακτήρα τους. Τα βράδια συνήθιζε ο τρελό -Γιάννης να αποσύρεται στο φτωχικό σπίτι του και προσευχόταν. Του άρεσε να διαβάζει δυνατά το Ψαλτήριο για να φεύγουν, όπως είπε, σε κάποιον που τον ρώτησε τα κακούδια από τη γειτονιά. Το διάβαζε τόσο δυνατά που κάποιος νεοφερμένος νοικάρης που δεν τον ήξερε καλά μια ημέρα κάλεσε την αστυνομία διαμαρτυρόμενος για διατάραξη ησυχίας! Ακόμη καθημερινά ο σαλός λιβάνιζε ξεκινώντας από τον τελευταίο όροφο μέχρι και κάτω όλα τα διαμερίσματα. Και τις αυλές έβγαινε και λιβάνιζε. Και όταν κάποιος ήταν άρρωστος τον επισκεπτόταν και αφού τον λιβάνιζε και τον σταύρωνε του διάβαζε συλλαβιστά με τα λίγα κολλυβογράμματα που γνώριζε την καθολική επιστολή του Ιακώβου... «Εύχεσθε υπέρ αλλήλων ίνα ιαθήτε» τους έλεγε. Τους παρότρυνε να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν για να γίνουν καλά άπό το μεγάλο γιατρό, τον Χριστό μας... Δεν ήταν λίγες μάλιστα οι φορές που γυρνώντας από τον φούρνο έπαιρνε τη σκούπα και σκούπιζε την πολυκατοικία για να είναι όπως έλεγε καθαρή. Του άρεσε να παρεμβαίνει χαμογελώντας σ’ αυτούς που συνήθιζαν να καυγαδίζουν για τα πολιτικά κόμματα δημοσίως στα καφενεία (παλαιότερα υπήρχαν μεγάλοι καυγάδες για τα κόμματα). «Αχ βρε εσείς γιατί υπολογίζετε και στηρίζεσθε σε τενεκέδες και κύμβαλα. Να παρακαλάτε άντί να τσακώνεστε να μας στείλει ο Θεός ένα Δαυίδ για βασιλιά. Αυτός έλυνε τα προβλήματα γιατί μάτωναν τα γόνατά του στην ικεσία και στην προσευχή. Οι δικοί σας οι έξυπνοι τι κάνουν; Ικετεύουν μόνο για μίζες και γίνονται ένα με τη διαφθορά... Σας περνούν για χαζούς και σας κοροϊδεύουν», συνήθιζε να τους λέει. Φύγε μωρέ τρελογιάννη απαντούσαν εκείνοι και για να τον αποφύγουν τον έστελναν για κανένα θέλημα. Εκείνος πάντα τους έλεγε «μην ελπίζετε στους άρχοντες. Να έχετε μόνο την ελπίδα σας στο Θεό». Μία ημέρα ο τρελό -Γιάννης δεν πήγε στη δουλειά. Ο κυρ-Αποστόλης ο φούρναρης ανησύχησε. Ποτέ δεν είχε λείψει. Έστειλε λοιπόν κάποιον στο σπίτι του. Πριν φθάσει σ’ αυτό τον βλέπει το σαλό με ένα φτυάρι να έχει ανοίξει τα φρεάτια και να τα καθαρίζει από τα χώματα και τις ακαθαρσίες. «Βρε συ ντιπ- για ντιπ ζουλάθηκες;» του λέγει. «Ο κυρ –Αποστόλης σε περιμένει στο φούρνο και εσύ καθαρίζεις φρεάτια; Μήπως νομίζεις πως θα σε προσλάβουν έτσι στο Δήμο;». Εκείνος απάντησε. «Ψάχνω να βρω από το πρωί δυό κατοστάρικα που έχασα. Αλλά δεν θυμάμαι σε ποιό από τα πέντε φρεάτια έπεσαν και έτσι τα άνοιξα όλα. Και μια που τ’ άνοιξα είπα να βγάλω και τις βρωμιές και να τα καθαρίσω», είπε χαμογελώντας ο σαλός. «Τράβα λοιπόν πες στον κυρ -Αποστόλη πως θα δουλέψω πιο πολύ αύριο για να συμπληρώσω τις ώρες, Δύο κατοστάρικα είναι αυτά... Δεν είναι παίξε -γέλασε», είπε. Ποιός είδε τον φούρναρη τότε και δεν τον φοβήθηκε. Μόλις έμαθε τα καμώματα του σαλού απειλούσε να τον διώξει. Μετά πέντε ώρες ο Γιάννης ο σαλός είχε ολοκληρώσει την εργασία του και αποσύρθηκε ικανοποιημένος στο σπίτι του. «Τα βρήκες βρε συ τα κατοστάρικα; Τον περιέπαιξε ο μπακάλης. «Να πας στο Δήμαρχο να σου τα δώσει, που του καθάρισες τα φρεάτια» του είπε γελώντας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ουρανός σκοτείνιασε. Μαύρα σύννεφα απλώθηκαν απειλητικά. Βροντές και αστραπές και μία καταρρακτώδης βροχή άρχισε να πέφτει. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια παρασύροντας ότι βρήκαν στο διάβα τους ακόμη και αυτοκίνητα. Στον ευρύτερο Δήμο της περιοχής σημειώθηκαν πολλές καταστροφές. Πλημμύρισαν σπίτια, καταστήματα, αποθήκες. Χάθηκαν περιουσίες. Η πυροσβεστική δεν προλάβαινε να αντλήσει ύδατα. Ο δήμαρχος έκανε μία περιοδεία την επόμενη ημέρα για να διαπιστώσει προσωπικά τις ζημιές. Όλοι οι δημότες διαμαρτύρονταν για τα βουλωμένα φρεάτια. Πήγε και στη γειτονιά του τρελο -Γιάννη. Εκεί δεν υπήρχε ζημιά. Ο μπακάλης που τον είδε του είπε: «Δήμαρχε, να πας να ευχαριστήσεις τον τρελο -Γιάννη που σήμερα από το πρωί καθάριζε τα φρεάτια. Μας έσωσε η τρέλα του σαλού που έψαχνε να βρει τα δύο κατοστάρικα που έχασε» πρόσθεσε. Αλλά και ο φούρναρης είπε τα ίδια στον Δήμαρχο. «Ευτυχώς που ο τρελός δήμαρχε καθάρισε τα φρεάτια όμβριων υδάτων γιατί αλλιώς θα είχαμε πνιγεί με τέτοια βροχή. Μας γλύτωσε η τρέλα του από τα χειρότερα». «Να που χρειάζονται και οι τρελοί» είπε χαμογελώντας ο δήμαρχος. Ο σαλός κατά Χριστόν Ιωάννης συνήθιζε να ντύνεται φτωχικά. Έτσι όπως τον έβλεπαν πολλοί τον λυπόντουσαν και του έδιναν χρήματα. Πάρε βρε τρελέ να αγοράσεις κανένα παντελόνι και κανένα πουκάμισο να φορέσεις. Εκείνος τους ευχαριστούσε. Έβαζε τα χρήματα σε φακέλους, συμπλήρωνε και από το μισθό του και πήγαινε κρυφά και τα πετούσε κάτω από τις πόρτες αυτών που είχαν ανάγκη. Όταν πήγαινε στο σούπερ –μάρκετ συνήθιζε να ψωνίζει πράγματα αλλόκοτα. «Έβαζε στο καλάθι λ.χ. ακόμη και πράγματα γυναικεία, που προκαλούσαν γέλια στις κοπελιές του ταμείου. Ο ιδιοκτήτης του σούπερ-μάρκετ τον λυπόταν και είχε δώσει εντολή να του παίρνουν τα μισά χρήματα από την συνολική αξία». Μία ημέρα κίνησε την περιέργεια σε κάποιον να δει τι τα κάνει ο σαλός τόσα ψώνια. Έτσι κρυφά μια ημέρα τον παρακολούθησε. Εκείνος πήγε σε μία απόμακρη γωνιά της μικρής πλατείας για να μην τον βλέπουν και άρχισε να χωρίζει τα ψώνια. Εν συνέχεια άρχισε να χτυπά, όπως συνήθιζε τα κουδούνια και να αφήνει έξω από την πόρτα τις τσάντες με τα ψώνια. «Τα γυναικεία είδη που ψώνιζε τα πήγαινε σε μία φτωχή φοιτήτρια, την Κατερίνα, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, που είχε μεγάλη ανάγκη». Όλοι στη γειτονιά την ημέρα της εκδημίας του πριν από οχτώ χρόνια είχαν να εξιστορήσουν και από μία αφήγηση για τα «καμώματα» του τρελού. Ο Αναστάσιος, ο διαχειριστής στην πολυκατοικία που έμενε ο σαλός άρχισε να μιλά για την αγάπη που είχε στην Εκκλησία. Πήγαινε σχεδόν καθημερινά στο ναό. Τις Κυριακές έφθανε ακόμη και πριν από τον Παπά. Άναβε το κερί του, προσκυνούσε τις αγίες εικόνες και έπαιρνε τη θέση του μπροστά από την είσοδο του ναού κάνοντας τον ζητιάνο. Ότι χρήματα μάλιστα, όπως μου αποκάλυψε ο παπάς, μάζευε πήγαινε κρυφά και τα έβαζε στο παγκάρι υπέρ των φτωχών και των γερόντων. Μία ημέρα η νεωκόρος τον είδε και νόμιζε ότι ήθελε να το κλέψει. Έτρεξε γρήγορα και ειδοποίησε τον παπά. «Παπά ο τρελο- Γιάννης βάζει χέρι στο παγκάρι» του είπε. Ο παπάς προχώρησε τότε με προσοχή και κοίταξε κρυφά. Είδε τον σαλό να βγάζει χρήματα από τις τσέπες του και να τα ρίχνει στο παγκάρι. Τι κάνεις εκεί βρε τρελέ; του φωνάζει. Και εκείνος του απαντά. «Να πάτερ μου τρύπησε η τσέπη μου και για να μην μου πέσουν και τα χάσω τα ρίχνω μέσα για να τα φυλάει η Παναγιά μας και να τα δώσει σε πιο φτωχούς από μένα»! Η Νικολέττα στη συνέχεια τραβώντας μια δυνατή ρουφηξιά καφέ πήρε το λόγο. Ένα σούρουπο πριν από δέκα , ίσως και παραπάνω χρόνια είδα έναν νεαρό να περιφέρεται περίεργα στη γειτονιά μας. Τον παρατηρούσα γιατί τον πέρασα για κλέφτη. Ξαφνικά βλέπω τον τρελο-Γιάννη να βγαίνει από το σπίτι του φουριόζος και με γοργό βήμα να κατευθύνεται τη μοναδική μονοκατοικία της γειτονιάς, όπου έμενε τότε με ενοίκιο μία οικογένεια τετραμελής. Στρογγυλοκάθησε ο τρελός μπροστά στα σκαλοπάτια της αυλόπορτας και άρχισε να ψέλνει δυνατά ύμνους της Παναγίας. Του άρεσε να λέει «το αγνή Παρθένε...» Πέρασαν σχεδόν δυό ώρες και ο τρελός συνέχιζε να ψέλνει. Βγήκα έξω και του είπα να σταματήσει. Τότε είδα τον νεαρό να απομακρύνεται βιαστικά. Ο σαλός σηκώθηκε και μπήκε στην μονοκατοικία. Από περιέργεια πήγα να δω τι συμβαίνει. Ο νους μου δεν σας κρύβω πως πήγε στο κακό. Χτύπησα το κουδούνι και η κοπέλα, μου άνοιξε. Ο τρελο-Γιάννης καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και έτρωγε κάτι που του είχε σερβίρει η κοπέλα. Δίπλα του στεκόταν ο πεντάχρονος γιος της. Απευθυνόμενος στο παιδάκι ο σαλός άρχισε να του λέει πως μία από τις δέκα εντολές του Θεού είναι αυτή που λέει «ου μοιχεύσεις». «Ξέρεις Γιωργάκι μου η μοιχεία δεν είναι αρεστή στο Θεό. Η μοιχεία ανοίγει μία πύλη στο μιαρό Σατανά που μπαίνει στο σπίτι και αλωνίζει. Χαλούν τότε οι οικογένειες και οι ασθένειες και ο πόνος και το μίσος μπαίνουν από τα παράθυρα και διώχνουν την ευλογία του Θεού που έδωσε με το μυστήριο του γάμου. Η γυναίκα και ο άνδρας, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά με το γάμο Γιωργάκη μου γίνονται μία σάρκα, ένα σώμα. Με τη μοιχεία είναι σαν να κόβεις το χέρι σου». Δεν σας κρύβω πως θύμωσα πολύ. «Τι λες βρε αθεόφοβε στο παιδάκι; Για συμμαζέψου...» είπα. Η κοπέλα τότε έβαλε τα κλάματα και μου είπε με αναφιλητά. «Για μένα τα λέει, άστον μην τον αποπαίρνεις...» Ο τρελό – Γιάννης όμως έφυγε βιαστικά και η κοπέλα τότε μου εξομολογήθηκε πως σκόπευε να απατήσει τον άνδρα της με έναν νεαρό που γνώρισε σε μία καφετέρια που είχε πάει με μία φίλη της να πιεί καφέ. Της είπε πως ο νεαρός θα τη συναντούσε στο σπίτι της, εκμεταλευόμενος την απουσία του άνδρα της που είχε πάει για δουλειές στην επαρχία αλλά ο Θεός τη φύλαξε και δεν ήρθε. Γλύτωσα από μεγάλο κακό Νικολέττα μου. Θα χαλούσα την οικογένειά μου και το γάμο μου. Όταν χτύπησε ο τρελο -Γιάννης νόμιζα πως ήταν ο νεαρός και θα είχα τη δύναμη να τον διώξω. Ευτυχώς ο Θεός με γλύτωσε από μεγάλη αμαρτία. «Ο σαλός σε προφύλαξε γιατί ο νεαρός ήρθε αλλά στο σκαλοπάτι της εξώπορτας καθόταν επί ώρες ο σαλός ψέλνοντας καθώς σεργιανούσε έξω από την πόρτα σου ο νεαρός. Δεν τον άκουγες;» της είπα. Είχα ακούσει λέγει τότε ο φούρναρης πως ο Γιάννης ήθελε από μικρός να γίνει παπάς. Όμως λίγο η κατοχή, λίγο ο εμφύλιος δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Έμαθε μόνο να διαβάζει και να γράφει λίγο. Έτσι, όταν πήγε νεαρός ακόμη στον Επίσκοπο και του ζήτησε να τον κάνει παπά εκείνος τον απέτρεψε συστήνοντάς του να πάει πρώτα στο σχολείο. Αλλά να, με όλα αυτά που λέτε αλλά και μ’ αυτά που γνωρίζω και εγώ που τον είχα στο φούρνο μπορώ να πω πως ο Θεός μπορεί να μην τον έκανε παπά αλλά τον έχρισε Επίσκοπο στη γειτονιά μας. Τα τελευταία λόγια του κυρ -Αποστόλη χάθηκαν μέσα στους λυγμούς του και τα δάκρυά του.

πηγη

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός (1900 – 13 Μαΐου 1984)

Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός
Μοναχός Χρυσόγονος Κουτλουμουσιανός
Γεννήθηκε ο μακάριος αυτός μοναχός, ο κατά κόσμον Χριστόδουλος Νικολάου Κωστάκης, στον Σοχό Θεσσαλονίκης το 1900. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1930 και ζούσε στο εργατόσπιτο του Κουτλουμουσιανού Κελλιού των Αγίων Αποστόλων (Αλυπίου) πολύ φτωχικά. Μοναχός εκάρη το 1932. Εργόχειρό του είχε το να βάφει ρούχα. Τις βαφές τις έφτιαχνε μόνος του από ρίζες δένδρων. Η πενία του ήταν αξιοθαύμαστη. Το συνηθισμένο φαγητό του ήταν παξιμάδι και νερό. Αν πήγαινε σε καμιά γειτονική πανήγυρη, έτρωγε κάτι μαγειρεμένο. Τα ρούχα του ήταν πολύ φτωχικά και τα σκεπάσματά του παλιά τσουβάλια. Άνοιγε μια τρύπα στα τσουβάλια, φορούσε τέσσερα-πέντε από αυτά κι έτσι περνούσε τους χειμώνες. Ήταν ήσυχος και καλός, όπως διηγείται ο Γέροντας Ιωακείμ († 1988).
Κελλιά των Καρυών (φωτ.1918)
Κελλιά των Καρυών (φωτ.1918)
Όπως γράφει ο ιερομόναχος Αναστάσιος Κουτλουμουσιανός: «Όλα του τα χρόνια στη διακονία των ασθενών και των γερόντων. Πέρασε άσημος και έγκλειστος τουλάχιστον είκοσι χρόνια στο Κελλί του. Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Ευχαριστούσε τον Θεό και παρακαλούσε να τον σώση δωρεάν, γιατί, τι μπορούσε να κάνει που να είναι ισάξιο της δωρεάς του Θεού; Είχε καλό θάνατο· εξομολογήθηκε στον Γέροντα, Χριστόδουλο, κοινώνησε και έφυγε πλήρης ημερών για τον ουρανό, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Όταν τον κατέβαζαν στον τάφο, ήταν σαν να ’βλεπες ένα μικρό παιδάκι στην κούνια του. Αλήθεια!».
Καρυές
Καρυές
Ήταν 14.3.1984. Λόγω της μακάριας απλότητός του δικαιολογούνται κάποιες αφέλειές του, που ίσως ενοχλούσαν ορισμένους αδελφούς.
Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίων Αποστόλων
Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγίων Αποστόλων
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Μωυσέως Αγιορείτου μονάχου, Αγιορείτικες Διηγήσεις του Γέροντος Ιωακείμ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 97. Αναστασίου ιερομ., Αθωνικά δίπτυχα, Άγιον Όρος 2000, σ. 52.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1095-1096.

Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης (1930 – 13 Μαΐου 1998)

Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης
Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης

Γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1930. Το 1946 προσήλθε στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης στην υπακοή του σεβασμίου Γέροντος Αβιμέλεχ († 1965). Στη ρασοευχή ελαβε το όνομα Χρυσόστομος και στη μεγαλοσχημία του Διονύσιος. Το 1953 χειροτονήθηκε διάκονος από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956) και το 1959 πρεσβύτερος από τον Κώου Ναθαναήλ († 1978). Όλη του η ζωή πανθομολογουμένως υπήρξε καλογερική, αγωνιστική, αγιορείτικη.
Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης, είχε εξ ουρανού το χάρισμα της εξομολογήσεως (φωτ. D. Lyttle)
Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης, είχε εξ ουρανού το χάρισμα της εξομολογήσεως (φωτ. D. Lyttle)
Εκεί που διακρίθηκε κυρίως ήταν ως εξομολογος-Πνευματικός πολλών μοναχών και λαϊκών. Ανέπαυσε χιλιάδες ψυχές με τη διάκριση, τη σύνεση και την αγάπη του. Το παύλειο λόγιο, «το επιεικές ημών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις», τον διακατείχε. Μάρτυρες τούτου τα πολλά και αγαπητά του πνευματικά τέκνα. Απέκτησε πολυμελή κι ευλογημένη συνοδεία.
Ieromonahos Mitrofanis Mikragiannanitis
Ιερομόναχος Μητροφάνης Μικραγιαννανίτης († 5.10.1997)
Δοκιμάσθηκε πολύ από ασθένειες και πειρασμούς. Στις 13.5.1998 υπέκυψε κατόπιν μακράς νοσηλείας. Στην εξόδιο ακολουθία του προσήλθαν πολλοί να προσευχηθούν για τη μακαρία ψυχή του και να τον προπέμψουν στην τελευταία του κατοικία, δίπλα στους τάφους των αειμνήστων: Γέροντος Γερασίμου († 1991) και ιερομονάχου Μητροφάνους († 1997), ανάμεσα στους βράχους όπου έζησε επί μισό αιώνα.
Τον γνωρίσαμε ως άνθρωπο χαριτωμένο, γλυκύ, φιλόξενο και νηφάλιο. Ήταν αφιλόδοξος, αγαπούσε το «λάθρα βιώσας», τη συναναστροφή μετά σεβασμίων Γερόντων. Με τον ωραίο του τρόπο επιθυμούσε «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αλήθειας ελθείν». Κατά τον πνευματικό του υιό μητροπολίτη Βέροιας κ. Παντελεήμονα: «Άσκηση, προσευχή, αγώνας αδιάκοπος και εντατικός, αλλά πάνω απ’ όλα η πανσθενουργός χάρη του Θεού που πλημμύριζε την ψυχή του π. Διονυσίου, τον έκανε διακριτικό πνευματικό, στοργικό πατέρα, σοφό και απλανή οδηγό των ψυχών που προσέφευγαν σ αυτόν».
Ο Ιερομόναχος Διονύσιος (μπροστά) με τον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, επιστρέφοντας από τη μονή Αγίου Παύλου στη Μικρά Αγία Άννα.
Ο Ιερομόναχος Διονύσιος (μπροστά) με τον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, επιστρέφοντας από τη μονή Αγίου Παύλου στη Μικρά Αγία Άννα.
Άλλο πνευματικό του τέκνο, ο πρωτοσύγκελλος της μητροπόλεως Γορτύνης αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδάκης, γράφει πολύ ωραία γι’ αυτόν: «Στο πετραχήλι σου βρήκα τον χαρισματούχο εξομολόγο-θεραπευτή. Όχι τον δικαστή. Βρήκα αυτόν που μπορούσε να αναπαύει απόλυτα τον άγιο ασκητή, τον Επίσκοπο, το Μοναχό, τον Ιερέα του κόσμου, τον φοιτητή, τον ηθοποιό, τον τραγουδιστή, τον όποιο καλλιτέχνη, τον επιστήμονα, τον βιοπαλαιστή, τους πάντες, μέχρι και τον έσχατο αδελφό. Εξομολογούσες πάντα όρθιος στο στασίδι σου, παρά την κόπωσή σου από τις δουλειές και το σοβαρό πρόβλημα της υγείας σου. Μπορούσες για πολλή ώρα να ακούς και να βλέπεις το ξεδίπλωμα της ψυχής με σοβαρότητα, γλυκύτητα και αταραξία αισθημάτων και συναισθημάτων. Ποτέ δεν είχες το “ύφος” του “μεγάλου” και του “καθαρού”. Είχες για όλα κατανόηση και έσπευδες με σπλάχνα οικτιρμών να κάνεις τον εξομολογούμενο να νιώθει άνετα “εν τη οικία του Πατρός του”, να τον ενθαρρύνεις να μιλήσει άφοβα και μετά να τον οδηγείς στη διόρθωση, με τους φωτισμένους τρόπους της πολύχρονης εμπειρίας σου. Γνώριζες να δίνεις καταπληκτικές λύσεις σε δύσκολα προβλήματα, διότι ήσουνα χαριτωμένος άνθρωπος. Γνώριζες να στηρίζεις τα θεμέλια του προσωπικού πνευματικού αγώνα του καθενός, μα και να γαληνεύεις την ψυχική τρικυμία με μόνο το βλέμμα σου. Είχες την ίδια σταθερότητα της χαμογελαστής και ειρηναίας συμπεριφοράς μετά την εξομολόγηση, όπως την ώρα που μας υποδεχόσουνα ως επισκέπτες. Στάθηκες υπόδειγμα πνευματικής πατρότητας. Κανένα δεν κάλεσες κοντά σου, κανένα δεν κράτησες άθελά του, κανένα δεν απομάκρυνες. Κανένα δεν λύπησες, κανενός δεν πρόδωσες την εμπιστοσύνη. Όχι μόνο δεν τραυμάτισες ψυχικά κανένα, αλλά έγινες για πολλούς από μας ο Καλός Σαμαρείτης που “κατέδησες τα τραύματά” μας “επιχέων έλαιον και οίνον” τη Χριστοειδή ευσπλαχνία του. Δεν αποστράφηκες ακόμα και τη λέπρα της οποίας ψυχής. Η αγία σου καρδιά είχε χώρο για όλους. Και είχε μόνο εισόδους. Όχι εξόδους! Η παρουσία σου μας γέμιζε σιγουριά. Ο λόγος σου μας ανέπαυε. Η προσευχή σου ήταν η σκέπη μας. Με όλα αυτά και με άλλα αμέτρητα, σφράγισες ανεξίτηλα την εν Χριστώ ζωή μας. Και μετά την κοίμησή σου σε νιώθουμε σαν δεύτερο Άγγελο φύλακά μας. Όσοι από κοντά σε γνωρίσαμε, αν και θα θέλαμε να πλέξουμε εγκώμιο για την ποιότητα της πνευματικής σου πατρότητας, “σοί δε αρκέσει η μαρτυρία” του Οσίου Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου, ότι είχες εξ Ουρανού το χάρισμα της εξομολόγησης». Ήταν αλήθεια, λέγουν πολλοί, χαρισματούχος Πνευματικός.
Πηγές  – Βιβλιογραφία:
Παντελεήμονος Βέροιας μητροπ., Ιερομόναχος Διονύσιος Μικραγιαννανίτης ο Πνευματικός, Παύλειος Λόγος, 23/1998, σσ. 26-27. Χρυσοστόμου Παπαδάκη αρχιμ., Οι όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος και η Ιερά Μονή Κουδουμά, Μοίρες 2003, σσ. 13-14.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ. 1439-1443.

Μοναχός Μόδεστος Κωνσταμονίτης (1901-15 Μαΐου 1984)

Μοναχός Μόδεστος Κωνσταμονίτης, ο πράος, συνετός και σοβαρός.
Μοναχός Μόδεστος Κωνσταμονίτης, ο πράος, συνετός και σοβαρός.

Γεννήθηκε στο χωριό Μανολιόπουλο Κυδωνιάς Χανίων Κρήτης το -1901 ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Κατσανεβάκης. Από μικρός ήθελε ν’ ακολουθήσει τη στενή ευαγγελική πύλη και τη μακαρία τεθλιμμένη οδό, αλλά οικογενειακές ανάγκες δεν τον άφησαν. Έτσι έγινε αστυφύλακας στην Αθήνα. Εκεί πονούσε πολύ η ψυχή του, παρατηρώντας την ανθρώπινη πτώση σ’ έσχατο βαθμό. Φοβήθηκε τον παρασυρμό του. Προσευχόταν θερμά να τον συνδράμει ο Θεός ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά της βιοπάλης και ν’ αφιερωθεί ολόκαρδα, ολόψυχα και ολόθερμα στην υπηρεσία Του. Το του αββά Αρσενίου βοούσε συνεχώς στ’ αυτιά του· «φεύγε στην έρημο και σώζου».
Τ’ άφησε όλα, λοιπόν, και μία ημέρα του 1931 αναχώρησε για το εράσμιο Άγιον Όρος, τη μοναχοπολιτεία των αζύγων, των φίλων του Θεού. Εκάρη μοναχός στην Ιερά μονή Κωνσταμονίτου το 1932, το επόμενο έτος έγινε μεγαλόσχημος και το 1943 προϊστάμενος της μονής του, την οποία διακόνησε με περισσή αγάπη ως νοσοκόμος, βιβλιοθηκάριος, αντιπρόσωπος και με άλλα κοινοβιακά διακονήματα μέχρι τα γεράματά του.
Ως βιβλιοθηκάριος μας ξενάγησε κι εμάς κάποτε πριν 40 έτη περίπου. Γνώριζε την ακριβή θέση των βιβλίων. Τα έπιανε στα χέρια του με μία ιδιαίτερη αγάπη. Γνώριζε απ’ έξω μεγάλα κεφάλαια της Φιλοκαλίας και του φίλτατου αββά Ισαάκ του Σύρου. Αγαπούσε πολύ τη μελέτη. Εμβάθυνε στην πλούσια αγιοπατερική γραμματεία. Προσπαθούσε να τηρεί αυτά που μελετούσε. Όχι σαν κι εμάς. Οι βίοι των αγίων τον έτερπαν. Οι λόγοι των Πατέρων τον έθελγαν. Τα θαύματα της Παναγίας τον γέμιζαν δάκρυα. Ο Γέροντάς μας, Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, που εκτιμούσε τον π. Μόδεστο, έλεγε, «Η μελέτη είναι τα γυαλιά που βάζει ο Θεός στη μυωπία μας…».
Γέροντας Μόδεστος Κωνσταμονίτης (αριστερά) στον αυλόγυρο της μονής του (1978)
Γέροντας Μόδεστος Κωνσταμονίτης (αριστερά) στον αυλόγυρο της μονής του (1978)
Είχε ο ευλογημένος μία φυσική πραότητα, σύνεση και σοβαρότητα. Η προσήνεια, η ευγένεια, η γλυκύτητα, η καλοκαγαθία και ταπεινότητα τον χαρακτήριζαν. Αναφέρουν γι’ αυτόν πως «την καρδιά του πλημμύριζε η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, γνωρίζοντας ότι ο καλύτερος μοναχός είναι ο μοναχός της αγάπης και ο καλύτερος χριστιανός είναι ο χριστιανός της αγάπης». Όλους τους θεωρούσε και τους είχε αδελφούς εν Χριστώ. Έλεγε μάλιστα: «Εάν δεν νιώσουμε ότι όλοι οι αδελφοί είναι δικοί μας και ότι κι εμείς είμαστε δικοί τους, ποτέ δεν θα κατοικήσει το Άγιον Πνεύμα στην καρδιά μας. Τη στάση μας απέναντί τους δεν πρέπει να τη ρυθμίζει η πνευματική τους ποιότης. Παράδειγμά μας έχουμε τον ίδιο τον Κύριο. Μας αγαπά και φροντίζει για όλους μας το ίδιο, χωρίς να επηρεάζεται από την πνευματική μας κατάσταση. Τον αμαρτωλό τον αγαπά το ίδιο με τον άγιο…». Συχνά επίσης έλεγε κάτι που ο ίδιος προσπαθούσε και κατάφερνε: «Να έχετε την εκούσια τύφλωση. Μη βλέπετε τα σφάλματα των άλλων».
Κατά τον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο: «Ήταν ευλαβέστατος και εντελώς σκελετωμένος από τις νηστείες, γιατί το θέλημα του Θεού και η ευσυνειδησία ήταν τα κριτήρια των σκέψεων, των λόγων και των αποφάσεων του, γιατί δεν έλειπε από καμιά ακολουθία ή αγρυπνία του Πρωτάτου (ως αντιπρόσωπος), ποτέ το κομποσχοίνι δεν το άφηνε από το χέρι του και το “Κύριε Ιησού Χριστέ” από το στόμα του».
Είχε ο μακάριος την αδιαχώριστη, διφυή χριστιανική αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Η κορωνίδα των αρετών ήταν βασίλισσα της καρδιάς του. Περισσότερα από πενήντα χρόνια στον Άθωνα και βγήκε μόνο δύο φορές στον κόσμο για σοβαρά θέματα υγείας του. Η κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος «τελεία των τελείων ατέλεστος τελειότης», που είναι η αγάπη, υπήρχε ως τις 15.5.1984, που φτερούγισε η αγαπώσα ψυχή του στον ουρανό.
Πήγες – βιβλιογραφία
Χρυσοστόμου Ροδοστόλου Επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 360-361. Αντωνίου Στιβακτάκη, Κρήτες Αγιορείτες Μοναχοί, Ιεράπετρα 2007, σσ. 49-51.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1099-1101

Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός (1856 – 15 Μαΐου 1916)

Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός, όπου κι αν πέρασε άφησε την αρετή του.
Μοναχός Κάνδιδος Ξηροποταμηνός, όπου κι αν πέρασε άφησε την αρετή του.
Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Ζαχαριάδης γεννήθηκε το 1856 στη Βλάστη Σισανίου, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Δεκάχρονος μετέβη στη μονή Παναγίας της Κλεισούρας, πλησίον μίας θείας του μοναχής, επί τριετία. Κατόπιν ήλθε στο Άγιον Όρος, όπου εργαζόταν ο πατέρας του. Έμεινε για ένα διάστημα στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Άγιου Νικολάου-Χαλκιά παρά τις Καρυές, και άλλου, μαθαίνοντας ραπτική και κάνοντας τον εργάτη. Λόγω όμως του ζωηρού του χαρακτήρα δεν τον κρατούσαν για πολύ πουθενά. Το 1876 προσήλθε στη μονή Ξηροποτάμου παρά τον Γέροντα Λεόντιο. Πλησίον όμως του Γέροντος Ιακώβου του Πελοποννησίου στη μονή Βατοπεδίου «μετέβαλε τον ατίθασον χαρακτήρα αυτού επιδειξάμενος έκτοτε διαγωγήν αρίστην, επιμέλειαν περί τα μαθήματα λιπαράν, σωφροσύνην, ταπεινοφροσύνην, σύνεσιν και εγκράτειαν γλώσσης, και εν γένει βίον οσίου ανδρός, αρετάς, αίτινες περιεκόσμουν αυτόν μέχρι του θανάτου αυτού». Εκάρη μοναχός στη μονή Βατοπεδίου το έτος 1879.
Ο Γέροντάς του Ιάκωβος τον προετοίμασε στη σχολή της μονής, τον έστειλε στην Αθωνιάδα, τον έκειρε μοναχό με το όνομα Κυριάκος και κατόπιν τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Κατά την παραμονή του στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές, τα έξοδά του κέρδιζε ψάλλοντας σε διάφορους ναούς. Αποφοίτησε της Θεολογικής Σχολής. Ήταν εγκρατής της εκκλησιαστικής μουσικής κι εξέδωκε περί αυτής τρίτομο έργο. Στη Θεσσαλονίκη διετέλεσε καθηγητής θεολόγος και ιεροκήρυκας.
Ιερά Μονή Ξυροποτάμου (φωτ. π. 1890)
Ιερά Μονή Ξυροποτάμου (φωτ. π. 1890)
Το 1903 ανέλαβε Σχολάρχης της Αθωνιάδος, θέση που διατήρησε έως το 1907. Το 1904 συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της μονής Ξηροποτάμου, στην οποία διακόνησε ως δάσκαλος, γραμματεύς, βιβλιοθηκάριος, προϊστάμενος (από το 1910) και αντιπρόσωπος. Το 1911 διορίσθηκε Γενικός Επίτροπος του Αγίου Όρους στην Κωνσταντινούπολη έως το 1914. Τη μονή του αγάπησε θερμά και προσέφερε σε αυτή πολύτιμα δώρα και περίπου 600 βιβλία. Έγραψε βιβλία και άρθρα ιστορικά και πνευματικά. Λίγο πριν από την εκδημία του εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός με τ’ όνομα Κάνδιδος, εις τιμή του ομωνύμου μάρτυρος, ενός από τους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, στη μνήμη των οποίων τιμάται το Καθολικό της μονής.
Ανεπαύθη εν Κυρίω σε ηλικία 60 ετών στις 15.5.1916 από καρκίνο, που είχε στο αυτί του. Κατά τους συγχρόνους του άφησε μνήμη αγαθού και ενάρετου μοναχού παντού όπου πήγε κι έζησε. Διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση οποίο καθήκον του ανατέθηκε. Τις θυσίες, τις προσφορές, τους κόπους και τους μόχθους του ασφαλώς τους μέτρησε ο Πανάγαθος Θεός και τους αντάμειψε στα αιώνια ουράνια σκηνώματα.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Χριστοφόρου Κτένα αρχιμ., Η σύγχρονος Αθωνιάς Σχολή και οι εν αύτη διδάξαντες από του 1845-1916, Αθήναι. 1930, σσ. 106-110. Ευδοκίμου Ξηροποταμηνού Προηγουμένου, Η εν Άγίω Όρει Άθω Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Σεβασμία Μονή του Ξηροποτάμου, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 161.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Α΄ 1901-1955, σελ. 127-128.

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Όπου Θεός, γαλήνη


ΝΗΦΑΛΙΟΤΗΤΑ
Εικόνα

Μεγάλη συμφορά της ψυχής αποτελεί η άτακτη ζωή . Ιδιαιτέρως φρικτή εντύπωση προκαλεί αυτή για όσους επιτρέπουν στον εαυτό τους την αταξία , ενώ ξεκίνησαν ήδη μια προσεκτική ζωή. Ο ευσεβής χριστιανός οφείλει να περνά τη ζωή του προσέχοντας παντοιοτρόπως τον εαυτό του και όντας σε νηφαλιότητα. «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμὸν» ( Κατά Μάρκον , ΙΔ΄, 38 ) είπε ο Κύριος.
***
Η νηφαλιότητα αποτελεί την οδό προς κάθε αρετή.
***
Πρέπει να ενθαρρύνουμε στον εαυτό μας , να παρακολουθούμε επιμελώς τις σκέψεις μας, τα αισθήματά μας , και να κλαίμε για τα σφοδρά , αμαρτωλά συναισθήματα, τους πόθους και τους διαλογισμούς μας∙ όλα αυτά θα πρέπει οπωσδήποτε να τα αποδιώξουμε ως δυσάρεστα για τον Θεό, και αφού τα αποδιώξουμε , να μην τους επιτρέψουμε ποτέ ξανά να μπουν στην καρδιά μας, επειδή δεν γίνεται, κυριευμένοι από τα πάθη, να ψάλλουμε ύμνους στον Κύριο.
***
Ποτέ μην ελπίζεις στους ανθρώπους και μην σαστίζεις όταν δεν βλέπεις καμιά συμπάθεια εκ μέρους τους, μην τους κατακρίνεις.
ΌΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ
Όταν θα επισημαίνεις τις αδυναμίες των άλλων και θα καυχάσαι νοερώς ενώπιόν τους, πρέπει να απαντήσεις στη δαιμονική αυτή σκέψη: «Είμαι χειρότερος όλων»∙ έστω κι αν δεν το νιώθεις, πρέπει να το πεις.

Καλώς πράττει όποιος μεριμνά για την εσωτερική στοχαστική ζωή, επειδή αυτή του προσφέρει τα πάντα.
Όταν κάποιος φλυαρεί ακόπως , αυτός αδυνατεί να ζήσει προσεκτικά, αφαιρείται διαρκώς. Από την προσευχή γεννάται η σιωπή, από την σιωπή , η προσευχή. Επειδή πώς μπορεί να προσευχηθεί όποιος είναι αφηρημένος; Προσέξτε τον εαυτό σας, η προσεκτική ζωή είναι ο στόχος του μοναχισμού. Ελέχθη: «Πρόσεχε σεαυτῷ» ( Δευτερονόμιον, κεφ. ΙΕ΄, 9 ) .
ΟΣΙΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ
Πρόσεχε τα μάτια σου. «Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ» ( Κατά Ματθαίον , Ε΄ 29 ) , διέταξε ο Θεός. Αν δεν προσέξεις τα μάτια και τη γλώσσα σου, θα προκαλέσεις μάχη με τον εαυτό σου.
ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ

Πηγή: «ΟΠΟΥ ΘΕΟΣ, ΓΑΛΗΝΗ
Πνευματικές παραινέσεις
Των Γερόντων της Όπτινα»
Επιμέλεια-Πρόλογος
ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
Εκδόσεις ατέρμονον


Όπου Θεός, γαλήνη


Η ΕΚ ΘΕΟΥ ΒΟΗΘΕΙΑ

Οι απόπειρές μας να κάνουμε κάτι συμβαίνουν με την ανοχή του Θεού ώστε να αποκτήσουμε επίγνωση της ανθρώπινης αδυναμίας μας. Είναι αδύνατο να κάνουμε οτιδήποτε καλό χωρίς τη βοήθεια του Θεού, και, όταν σκεπτόμαστε ότι κάναμε κάτι που ευχαριστεί τον Θεό , τότε ακριβώς, εξαιτίας αυτής της έπαρσης το έργο μας δυσαρεστεί τον Θεό.
ΟΣΙΟΣ ΛΕΩΝ

Μην χάνεις το θάρρος σου! Ο Θεός είναι κοντά σου . Σ’ Αυτόν απόθεσε όλες τις θλίψεις σου και τις αμφιβολίες σου. Όπου δεν αρκεί η βοήθεια των ανθρώπων για να λογικευτούμε, εκεί η βοήθεια του Θεού προσδίδει αμέσως νόημα στο αγαθό, όταν απευθυνόμαστε σε Εκείνον, όπως τα παιδιά στον πατέρα.
ΟΣΙΟΣ ΜΩΥΣΗΣ

Ο Θεός αρχίζει να εκδηλώνει τη δύναμη Του όπου βλέπει ότι όλα τα ανθρώπινα μέσα παροχής βοήθειας , σε όποιον τη χρειάζεται, έχουν εξαντληθεί.
ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

Όσα κύματα και αν σηκωθούν μέσα στην ψυχή σου, εσύ πάντα να προστρέχεις στον Χριστό. Ο Σωτήρας θα σπεύσει σε βοήθεια και θα γαληνέψει τα κύματα. Πίστευε ότι ο Κύριος δημιούργησε προσεκτικά αυτή τη ζωή προς θεραπείαν μας, μην την απορρίπτεις και μην αναζητάς τη σωματική γαλήνη και τον ψεύτικο κόσμο, πρώτα θα πρέπει πολλά να σε συγκλονίσουν και πολλά να υπομείνεις. Αν δεχτείς την αποκάλυψη , τότε αυτή θα διευκολύνει κατά πολύ τον αγώνα σου και εσύ θα έχεις μεγαλύτερη ηρεμία απ’ ό,τι ο ίδιος ο αγώνας.
ΟΣΙΟΣ ΛΕΩΝ

Μην ανησυχείς ιδιαίτερα για την πορεία της ζωής σου. Να έχεις μόνο την ακράδαντη επιθυμία της σωτηρίας και, αποθέτοντας τα πάντα στον Θεό, περίμενε τη βοήθειά Του , έως ότου έρθει η ώρα.
ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ


Πηγή: «ΟΠΟΥ ΘΕΟΣ, ΓΑΛΗΝΗ
Πνευματικές παραινέσεις
Των Γερόντων της Όπτινα»
Επιμέλεια-Πρόλογος
ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
Εκδόσεις ατέρμονον


Όπου Θεός, γαλήνη


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Προκειμένου να εκπληρώσετε τις εντολές του Χριστού, θα πρέπει να τις γνωρίζετε. Αυτές αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Διαβάζετε το Άγιο Ευαγγέλιο, εμβαθύνετε στο πνεύμα του, κάνετέ το κανόνα της ζωής σας, το βιβλίο που θα έχετε στο προσκέφαλό σας. Σε κάθε σας ενέργεια και ζήτημα της ζωής σας, να ενεργείτε σύμφωνα με τις διδαχές του Ευαγγελίου. Αυτό είναι το μοναδικό φως της ζωής μας.

Τι εξαίσια λόγια εμπεριέχονται στο Ευαγγέλιο… Όποιο άλλο βιβλίο και να πιάσεις στα χέρια σου, ακόμα και του καλύτερου συγγραφέα, αν το διαβάσεις και το ξαναδιαβάσεις, μπορεί να το βαρεθείς. Ενώ το Ευαγγέλιο, όσο περισσότερο το διαβάζεις, τόσο μεγαλύτερη ανακούφιση αισθάνεσαι μαζί με κάθε είδους καλά αισθήματα.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ

Συνιστώ να διαβάζεις συχνότερα και επί μακράν το Ευαγγέλιο, ιδίως αυτό του Ιωάννη. Να το διαβάζεις έτσι ώστε να το ακούν τα αφτιά σου∙ είτε καταλαβαίνεις είτε όχι, εσύ διάβαζε. Ο ευλογημένος λόγος του Ευαγγελίου θα έχει τη δύναμη να διώξει τη θλίψη και τη μελαγχολία και να σε ηρεμήσει. Διάβαζέ το μόνον όσο γίνεται συχνότερα και για όσο γίνεται μεγαλύτερο διάστημα.
ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ


Πηγή: «ΟΠΟΥ ΘΕΟΣ, ΓΑΛΗΝΗ
Πνευματικές παραινέσεις
Των Γερόντων της Όπτινα»
Επιμέλεια-Πρόλογος
ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
Εκδόσεις ατέρμονον

Όπου Θεός, γαλήνη


ΑΓΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ
Εικόνα

Είναι ιδιαιτέρως σωτήριο να τρέφουμε την ψυχή μας με τον Άφθαρτο και Άγιο Άρτο. Αν τύχει να πεθάνει ο άνθρωπος την ημέρα κατά την οποία μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, τότε, χάριν της Αγίας Μεταλήψεως , την ψυχή του θα παραλάβουν στα χέρια τους οι άγιοι Άγγελοι , και όλες τις επουράνιες δοκιμασίες θα τις περάσει άνετα.
ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ
Κατά το Μυστήριο της μετάνοιας, ή κατά την εξομολόγηση , η οποία είναι ένα και το αυτό, σχίζονται τα γραμμάτια, δηλαδή καταστρέφεται το χειρόγραφο των αμαρτιών μας, και η Μετάληψη του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού μας παρέχει τις δυνάμεις ώστε να αναγεννηθούμε πνευματικά.
ΟΣΙΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ
Μετά τη Μετάληψη, πρέπει να ζητήσουμε από τον Θεό να διατηρήσουμε επαξίως τη Δωρεά και ο Θεός να μας δώσει τη δύναμη να μην γυρίσουμε πίσω, δηλαδή στις παλιές μας αμαρτίες.

Εάν με πίστη ανεπικρίτως μεταλαμβάνουμε τα Μυστήρια του Σώματος κι του Αίματος του Χριστού, τότε όλες οι μηχανορραφίες του εχθρού οι οποίες μας στενοχωρούν μένουν αργές και ανενεργές. Ανεπικρίτως δε μεταλαμβάνουμε ,όταν συμμετέχουμε στο Μυστήριο αυτό, πρώτον, με ειλικρινή και ταπεινή μετάνοια, εξομολόγηση όλων των αμαρτιών μας και με ακλόνητη αποφασιστικότητα να μην επανέλθουμε σε αυτές, και, δεύτερον, αν συμμετέχουμε χωρίς μνησικακία, συμφιλιωμένοι στα βάθη της καρδιάς μας με όλους όσοι μας λύπησαν
ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
Δύσκολο να πει κανείς τί είναι καλύτερο∙ να μεταλαμβάνουμε συχνά ή σπανίως των Αγίων Μυστηρίων του Χριστού. Ο Ζακχαίος υποδέχθηκε με χαρά στο σπίτι του τον αγαπημένο επισκέπτη, τον Κύριο, και καλώς έπραξε. Ενώ ο εκατόνταρχος , από ταπεινοφροσύνη , αναγνωρίζοντας την αναξιότητά του, δεν αποφάσισε να τον δεχτεί και καλώς έπραξε και αυτός. Οι πράξεις του ,αν και ερχόμενες σε αντίθεση, είναι ταυτόσημες ως προς το κίνητρο. Και ενώπιον του Θεού φάνηκαν εξίσου άξιες. Η ουσία βρίσκεται στο ότι πρέπει να ετοιμάζουμε δεόντως τον εαυτό μας για το μέγα Μυστήριο.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ


Πηγή: «ΟΠΟΥ ΘΕΟΣ, ΓΑΛΗΝΗ
Πνευματικές παραινέσεις
Των Γερόντων της Όπτινα»
Επιμέλεια-Πρόλογος
ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
Εκδόσεις ατέρμονον


ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ


Εικόνα
Το αίσθημα της αγάπης προς τον Θεό έρχεται στον βαθμό κατά τον οποίο εκτελούμε τις εντολές Του.

Η αγάπη προς τον Θεό εκφράζεται πρωτίστως με την τήρηση των εντολών του Θεού.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ
Όταν αφιερωθούμε ολοκληρωτικά στον Θεό, δεν πρέπει να ανησυχούμε για ασήμαντα θέματα και η καρδιά μας να προσκολλάται σε αυτά.
ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ
«Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» ( Κατά Ματθαίον ,κεφ. ΣΤ΄, 24 ) , δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και την αμαρτία. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου και ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» ( Κατά Ματθαίον , κεφ. ΚΒ΄, 37 ∙ κατά Μάρκον ,κεφ. ΙΒ΄, 30∙ κατά Λουκάν , κεφ. Ι΄, 27 ) , δίχως να χαρίσεις στην αμαρτία την παραμικρή σου ικανότητα, είτε ψυχική είτε σωματική.

Αν βασιστείτε στην θέληση του Θεού , όλα είναι καλά, ακόμα και τα δυσάρεστα , όλα οδηγούν στη σωτηρία της ψυχής μας, και ταυτόχρονα αποκαλύπτεται μεγάλη σοφία και βάθος μεγάλο. Για τους αγαπώντες τον θεό, όλα συνεργούν επ’ αγαθώ.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ
Στην Αγία γραφή αναφέρεται : «ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» ( Πράξεις των Αποατόλων, κεφ. ΙΔ΄, 22 ) . Να ποιά είναι η αγάπη μας προς τον Ουράνιο Νυμφίο! Με τα λόγια Τον αγαπάμε και Τον ποθούμε, αν όμως τα πράγματα δεν πάνε καλά, ξεσπούμε σε κλάματα.
ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ



Πηγή: «ΟΠΟΥ ΘΕΟΣ, ΓΑΛΗΝΗ
Πνευματικές παραινέσεις
Των Γερόντων της Όπτινα»
Επιμέλεια-Πρόλογος
ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
Εκδόσεις ατέρμονον

αββάς Ναζάριος, Φιλοκαλία των Ρώσων Νηπτικών


Από τις διδαχές μιας ιδιαίτερα χαρισματικής μορφής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, του αββά Ναζάριου.
Ο αββάς Ναζάριος ήταν μια ιδιαίτερα χαρισματική μορφή. Στερημένος απ’ τη στείρα ακαδημαϊκή θεολογική γνώση, που όχι σπάνια φυσιοί το νου, διδάχτηκε τις θείες αλήθειες κατευθείαν από την πηγή της Αλήθειας και τις μεταδίδει σε εμάς απλοποιημένες, όπως απλός και ταπεινός ήταν και ο ίδιος σ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.
Συνεχής φροντίδα του ήταν η τήρηση του νου κι εκείνο που μετέδιδε στους μαθητές του και σ’ όσους εξομολογούνταν σε κείνον, ήταν πώς να ενταχθούν πρακτικά στη στρατευόμενη Εκκλησία, δηλαδή πώς θα μπορούσαν με πρακτικούς τρόπους να ελέγχουν τους λογισμούς, ν’ αποκτήσουν ταπείνωση και να επιδοθούν στην αδιάλειπτη προσευχή του Ιησού, στοιχεία απαραίτητα για τη σωτηρία.
Ας παρακολουθήσουμε μερικές από τις διδαχές του οι οποίες προέρχονται από διάφορες επιστολές.
«...Σ’ αυτόν που προσέχει τη σωτηρία του και ζει νηπτική ζωή, κάθε τρόπος προσφέρεται για την ψυχική του σωτηρία. Δεν σώζει ο τόπος αλλά ο τρόπος ζωής, αν είναι ευάρεστος στο Θεό. Εγώ ζω στο σωτήριο λιμάνι του μοναστηριού του Σάρωφ, αλλά είμαι φτωχός από αρετές. Ο τόπος δεν σώζει. Ο Ιούδας δεν σώθηκε, αν και ζούσε κοντά στον ίδιο τον Χριστό. Όπου και να βρίσκεσαι, πρέπει να ζεις με προσευχή και εγρήγορση.
Δεν είμαι ούτε νηστευτής ούτε άνθρωπος προσευχής ούτε αγωνιστής. Αντίθετα, τρώω, πίνω και έχω επαφές και συνομιλώ με όλους. Ό,τι κάνω όμως το κάνω για την δόξα του Θεού. Σε όλες μου τις θλίψεις, θυμάμαι τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Δοξα τω Θεω παντων ενεκεν» και κλαίω με αναστεναγμούς απ’ τα βάθη της καρδιάς μου.
Είναι χαρακτηριστικό των γενναίων ψυχών το να μην απελπίζονται, όταν βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο. Και έργο του ευγνώμονος ανθρώπου είναι να δοξολογεί τον Θεό όχι μόνο για τα ευχάριστα, αλλά και για τα δυσάρεστα. Τίποτα δεν πικραίνει τον ενάρετο άνθρωπο. Όλα όσα υποφέρει, πιστεύει ότι του αξίζουν. Τι είναι καλύτερο απ’ το να τα υποφέρει κανείς όλα με γενναιότητα και χωρίς γογγυσμό; Δεν υπάρχει πιο γενναίο πράγμα απ’ το να ξεχνάει κανείς τις προσφορές που του έκαναν.
Όταν σκέφτομαι αυτά τα πράγματα ή παρόμοια με αυτά, λέω μέσα μου: «Υπόφερε τις θλίψεις, αμαρτωλέ, και δοξολόγησε γι’ αυτές τον Θεό. Δεν υπάρχει ανάπαυση, αν δεν έχει προηγηθεί κόπος. Και δεν υπάρχει νίκη χωρίς αγώνα» . «Τω νικωντι δωσω αυτω φαγειν εκ του ξυλου της ζωης, ο εστιν εν τω παραδεισω του Θεου μου» (Αποκ. β’ 7) λέει ο Χριστός.
Οι θλίψεις ακολουθούνται πάντα από χαρές. Μην απελπίζεσαι μετά από μια πτώση, αλλά αγωνίζου. Μη λυπάσαι πολύ, ώστε ο εχθρός, που σε έχει ήδη πληγώσει αρκετά, να μη σε φέρει σε απελπισία, που είναι η χειρότερη από όλες τις αμαρτίες, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος...»
Επιμέλεια:
Γεωργία Ψαρογιώργου
Φιλοκαλία των Ρώσων Νηπτικών Β΄

Ο Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας


12_01_11

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μια μεγάλη μορφή του μοναχισμού που έζησε μερικά χρόνια στο Άγιον Όρος και εκφράσθηκε στις σλαβικές χώρες, και κυρίως στην Ουκρανία, την Μολδαβία και την Βλαχία, αλλά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, της Ρωσίας και σε άλλες περιοχές.
Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της Δύσεως.
Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία».
Δεν αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.

Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, που δίδαξε για χρόνια την ιστορία των Σλαβικών και λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την ησυχαστική παράδοση στα Βαλκάνια και την Ρωσία, αφού η διδακτορική του διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις του ησυχασμού εις την εκκλησιαστικήν πολιτικήν εν Ρωσία, και ακόμη ασχολήθηκε με τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι και η ασκητικοφιλολογική Σχολή του. Αυτές και άλλες μελέτες του απεκάλυψαν την ζωή και το έργο του μεγάλου αυτού Ουκρανού ασκητού.

Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, έκδοση του Uniνersity Studio Press. Το βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σε άλλες γλώσσες, με την αυτοβιογραφία και την βιογραφία του μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού και με την έκδοση αυτή μεταφράσθηκε και στην ελληνική γλώσσα.
Συγκεκριμένα το βιβλίο αυτό, το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι που τελειώνει μέχρι την εποχή εκείνη που μετέβη στο Άγιον Όρος. Στο δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία του οσίου Παϊσίου που γράφηκε από τον μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από το σημείο εκείνο που διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι την κοίμηση του μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Και στο τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η αφήγηση του ιδίου του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στον ηγούμενο Θεοδόσιο του ερημητηρίου του Αγίου Σωφρονίου στην Ρωσία για την ανακάλυψη στο Άγιον Όρος των συγγραμμάτων των νηπτικών Πατέρων και την μετάφρασή τους στην ρωσοσλαβονική γλώσσα.
Στην εισαγωγή, που προηγείται του όλου έργου, ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, με επιστημονική ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση, κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στα κείμενα που ακολουθούν, και κυρίως στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι την οποία ανακάλυψε στην Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν και μετέφρασε ο Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, που διευκολύνουν τον αναγνώστη, καταγράφονται στις υποσημειώσεις που παρατίθενται στα κείμενα. Η καταγραφή της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου δείχνει την μεγάλη προσφορά του οσίου Παϊσίου.
Πρόκειται για ένα έργο πολύ σημαντικό και πρέπει να διαβασθή από όλους όσοι ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, γιατί συνδέεται με την αναγέννηση του μοναχισμού στην Μολδαβία, την Ρουμανία, την Ρωσία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Είναι δε γνωστόν ότι η μετάφραση των σημαντικών αυτών νηπτικών κειμένων στην ρωσοσλαβωνική γλώσσα, που έγινε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και από εκεί στην Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε πολλούς μοναχούς που έζησαν αυτήν την ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δε αυτήν την Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στο περίφημο βιβλίο Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.
Στην συνέχεια θα εντοπισθούν πέντε σημεία από την ζωή του μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού και ησυχαστού αγίου της Εκκλησίας.
 1. Η πορεία του προς τον μοναχισμό
Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος και γεννήθηκε στην Πολτάβα της Ουκρανίας, της Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, το έτος 1722. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 4 ετών. Στην ηλικία των δέκα χρόνων διάβαζε την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, το βιβλίο Μαργαρίτης του ιερού Χρυσοστόμου, τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τον αββά Δωρόθεο και άλλα βιβλία. Με την ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό.
Όταν σπούδαζε στο Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο για τα πνευματικά ζητήματα, παρά για τα σχολαστικά μαθήματα που διδάσκονταν τότε στην Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο με τον Σχολάρχη του που δείχνει τον πρώϊμο ζήλο του για την πατερική ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν την σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου και εμπνεόμενος από την μοναχική ζωή και από την άσκηση των μοναχών αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό και μάλιστα για την ερημική ζωή, με την πλήρη ξενιτεία.
Διαβάζοντας κανείς την αφήγησή του παρατηρεί τον μεγάλο ζήλο του για τον ησυχαστικό μοναχισμό που αναπτύχθηκε στην εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν μερικές φράσεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί στην αυτοβιογραφία του και δείχνουν την αγάπη του για τον μοναχισμό και μάλιστα τον ησυχαστικό μοναχισμό που κυρίευσε την ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:
«Η αγάπη για τον μοναχισμό υπερίσχυε στην ψυχή μου, και δεν με έσπρωχνε πια στο να φοιτώ στα μαθήματα, παρά με εξωθούσε στο να απαρνηθώ τον κόσμο και όσο το δυνατό γρηγορότερα να γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τα βράδια, και μη γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τη νύχτα είτε κάπου στην πλησιέστερη σπηλιά κοντά στην εκκλησία, είτε στο μεγάλο μοναστήρι κοντά στο μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου να σημάνει για τον Κανόνα». «Μακάριζα την τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο έκαιγε στην ψυχή μου η επιθυμία για ένα πράγμα που ήταν ακατόρθωτο, ώστε, αν ήταν δυνατόν, δεν θα ήθελα με κανέναν τρόπο να φύγω από εκείνα τα ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, να τελειώσω μέσα σ’ αυτά τη ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τα ιερά εκείνα σπήλαια με θλίψη και στεναγμό».
Με συμμαθητές του στην Σχολή που είχαν τον ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Να ξενιτευθούμε από την πατρίδα μας σε κάποιον έρημο και ήσυχο τόπο, και αφού βρούμε για τις ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, να παραδοθούμε στην υπακοή του και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή να λάβουμε από αυτόν τη μοναχική κουρά». Αποφάσισαν να ζήσουν «έως την τελευταία μας (τους) πνοή μέσα στη μοναχική πτωχεία», «μέσα στην κακοπάθεια».
Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες και ωφελείτο από την παρουσία τους και τα λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους και μου φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».
Για την ικανοποίηση του μεγάλου του πόθου να μονάση μέσα σε ξενιτεία, ησυχία και κακοπάθεια εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Κίεβο, καθώς επίσης αποχωρίσθηκε την μητέρα του, μέσα σε μια συγκινητικότατη και συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ’ ενός μεν ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, αφ’ ετέρου δε η ισχυρή του θέληση για την εκπλήρωση του πόθου του.
Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τις ταλαιπωρίες του για την αναζήτηση ενός κατάλληλου τόπου, την επίσκεψή του σε διάφορα μοναστικά κέντρα και την συνάντησή του με ερημίτες στους οποίους ήθελε να κάνει υπακοή για την σωτηρία του, χαρακτηριστική δε περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος. Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, με πολλές δυσκολίες, με αφάνταστες και απερίγραπτες ταλαιπωρίες.

Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος του πρότεινε να φορέση, αν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο ίδιος: «Εγώ του έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελλί μου, έβγαλα τα κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά που μου έδωσε ο ηγούμενος, που τα φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τα φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, που αντί για τα κοσμικά ρούχα που φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά που έπρεπε, τα μοναστηριακά».
Στην αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται στον ποταμό Τιασμίνα και ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου και έλαβε το μικρό μοναχικό σχήμα και ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός, όμως, που ξέσπασε εναντίον της Μονής, αφού οι αξιωματούχοι της περιοχής τους πίεζαν να προσχωρήσουν στην Ουνία, τον εξανάγκασε να επιστρέψη στην Σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου.
Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από την παρουσία μεγάλων ασκητών Πατέρων, που διακρίνονταν για την άσκησή τους και τις αρετές τους. Ο ίδιος δηγείται για κάποιον μοναχό: «Και από μόνη τη θέα του η ταλαίπωρη ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σε μεγάλους ασκητές διηγείται: «Αυτά βλέποντας και σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη για τον άγιο αυτόν τόπο και απ’ όλη την ψυχή μου ευχαρίστησα τον Θεό, γιατί με αξίωσε και εμένα τον ανάξιο να βρεθώ σε τέτοια άγια Λαύρα».
Οι ασκητές, όμως, αυτοί δεν δέχονταν συνήθως να καθοδηγήσουν άλλους, ενώ εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό για την πνευματική του ζωή. Γι’ αυτό αναζήτησε αυτόν τον πνευματικό καθοδηγό στην Μολδαβία, περνώντας διάφορα μέρη μέσα στο χιόνι που έφθανε μέχρι το γόνατο, αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τα σύνορα με άλλους συνοδοιπόρους του. Στην πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές που ζούσαν με βαθειά και μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί με τον γέροντα στον ίδιο τόπο και συζητούσαν έως τα μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς καθόμουν και εγώ ο έσχατος και, ακούοντας προσεκτικά τα λεγόμενα, χαιρόμουν χαρά ανείπωτη και δόξαζα τον Θεό με δάκρυα, διότι με αξίωσε στη νεότητά μου να ακούσω από το στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, που για όλη μου τη ζωή μου ήταν οδηγός».

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ) "Ό Στάρετς δεν μιλούσε καθαρά στόν καθένα. Στους πολλούς χρησιμοποιούσε παραβολές μέ σημασία."








Ό Στάρετς δεν μιλούσε καθαρά στόν καθένα.
Στους πολλούς χρησιμοποιούσε παραβολές μέ σημασία. Είχε άκόμα τήν συνήθεια νά δίνη στόν επισκέπτη του κάποιο αντικείμενο πού από μόνο του δέν είχε κάποιο νόημα, αλλά προφητικά φανέρωνε τήν τύχη πού τόν περίμενε π.χ. μιά στάμνα, μιά φλούδα δέντρου, ένα σάπιο μήλο, ένα άχλάδι, ένα κομμάτι πίττα, ένα αγγούρι, ένα κουρέλι, ένα πρόσφορο, ένα σβωλάκι κερί, άκόμα καί μιά χούφτα κοπριά πού συνήθως πάντα ύπήρχε στό καλάθι του. Όλα αύτά γιά τόν Στάρετς είχαν μιά συμβολική σημασία γιά τό συγκεκριμένο πρόσωπο.


Κάποτε, έστειλε τόν ύποτακτικό του στόν Ιερομόναχο Μόδεστο, τόν έπιστάτη τής Λαύρας, μέ μερικές βρώμικες κάλτσες.
«Δώστες σ’ αύτόν καί πές του νά τις πλύνη», είπε ό μακάριος.
Μετά άπό λίγο οί κάλτσες έπιστράφηκαν πλυμένες.
«’Ά, όχι έτσι!», φώναξε ό Στάρετς. «Πήγαινέ τις του πίσω ξανά. Πές του νά τίς πλύνη καλύτερα».

Καί τις έστειλε στόν Μόδεστο γιά δεύτερη φορά. Τι σήμαιναν οί βρώμικες κάλτσες;

Σήμαιναν τούς ακάθαρτους λογισμούς πού σύγχυζαν τόν επιστάτη εκείνη τήν έποχή. Στάλθηκαν σ’ αύτόν νά πλυθούν, φανερώνοντας ότι καί ό νους τού Μοναχού έπρεπε νά καθαριστή καί ν’ άποκτήση λογισμούς καθαρούς.
Ό Ίεροδιάκονος Αγαπητός, πού άργότερα έγινε ήγούμενος, ήταν διορισμένος Φύλακας στό έκκλησιαστικό αρχείο τής Μεγάλης Λαύρας. Αύτή ή διακονία πού απαιτούσε μεγάλη δραστηριότητα καί περΐσπαση δεν ταίριαζε στόν χαρακτήρα τού 'Ιεροδιακόνου. Έπρεπε νά έχη συνεχώς συζητήσεις με τούς πολλούς προσκυνητές τής Λαύρας. Ήταν έπιπλέον ύποχρεωμένος νά περιποιήται τούς καλεσμένους καί νά δίνη εξηγήσεις σέ όλους τούς έπισκέπτες. Όλα αύτά ελάττωσαν πάρα πολύ τό χρόνο τής μελέτης καί τής αύτοσυγκέντρωσης. Έξ αιτίας αυτού, κατέλαβε κάποτε τόν εύλαβή Αγαπητό μιά βαριά αθυμία- καί τότε έφτασε ξαφνικά ένας απεσταλμένος άπό τόν πατέρα Θεόφιλο, κρατώντας ένα πρόσφορο, μέ τήν έντολή νά τό φάη. Καί πράγματι έτσι εξαφανίστηκε ή αθυμία του.


"Αλλοτε, μιά φτωχή χήρα κάποιου ιεροψάλτη, ήρθε στόν Στάρετς. Έκλαψε μπροστά του μέ παράπονο γιά τήν μοίρα της. Οι συγγενείς της άρνήθηκαν νά τήν βοηθήσουν, παρ’ όλο πού είχε μιά μεγάλη οικογένεια καί πέθαινε σχεδόν τής πείνας.


Ό Στάρετς τήν κοίταξε προσεχτικά καί μέ τό ίδιο του τό χέρι σκούπισε τά δάκρυα πού έβρεχαν τό πρόσωπό της. Μετά πήγε στό κελλί του καί τής έφερε μιά γαβάθα μέ λαχανόσουπα.
«Ορίστε! Παρακαλώ κάνε κουράγιο. Πρόσεξε όμως, απ’ ό,τι θά πάρης, νά μή δώσης τίποτα σε κανέναν. Δεν σε βοήθησαν, κι εσύ μή τούς δώσης».
«Μά δεν έχω τίποτα νά δώσω, Μπάτουσκα».
«Καλά, καλά, κοίταξε νά μή δώσης· κρύψτα όλα γιά τόν έαυτό σου».


Ή χήρα έπέστρεψε σπίτι μέ τήν λαχανόσουπα. Μόλις έφτασε στό χωριό της, έλαβε μιά είδηση ότι ένας άκληρος έξάδελφός της πέθανε καί τής άφησε μιά μεγάλη περιουσία. Οι άπληστοι συγγενείς πού τήν είχαν ξεχάσει στήν φτώχεια της, τώρα ένδιαφέρθηκαν γιά τά πλούτη της, αλλά δέν τούς έδωσε τίποτα.



Μιά άλλη φορά ήρθε στόν Στάρετς ένας χωρικός μέ τήν κόρη του.
«Γιατί ήρθατε;».


«Μπάτουσκα, εύλόγησε τήν κόρη μου νά πάη σέ Μοναστήρι. Είναι τόσο καλή, εύγενικιά, ύπάκουη. Ή μητέρα της κι εγώ πριν από πολύ καιρό τάξαμε νά τήν αφιερώσουμε στόν Θεό. Εύλόγησέ την».
«Καλά, ναί, θά τήν εύλογήσω άμέσως τώρα!», είπε ό Στάρετς κι εξαφανίστηκε στό κελλί του. Ό χωρικός προσπαθούσε νά μαντέψη τί θά συμβή στήν συνέχεια. Ό Στάρετς βγήκε κι έφερε ένα κερί φτιαγμένο από λίπος κι έβγαλε άπό μέσα του τό φυτίλι.
  «Ορίστε!».

«Τΐ είναι αύτό Μπάτουσκα;».
«Είναι ή ευλογία της κόρης σου. Τώρα δρόμο!...».
Μισό χρόνο αργότερα, ή «καλή, εύγενικιά καί ύπάκουη» κόρη, έφερε στόν κόσμο ένα παιδί. Δεν γινόταν πιά λόγος γιά παρθενία ή Μοναστήρι, παρά γιά γάμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.