Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Τρομερό αποτέλεσμα της παρακοής

 

Στη Σκήτη της Αγίας Αννης, σε μια από τις παραλιακές Καλύβες πριν από 90 περίπου χρόνια, ασκήτευαν πέντε Μοναχοί, ό Γέροντας Ιερομόναχος και Πνευματικός, ό διάδοχος ιερομόναχος, δύο Μοναχοί και ένας Δόκιμος μοναχός.
Ή ζωή τους, άκρα καλογερική, με όλους τους τύπους της Μέρας Παραδόσεως του ασκητικού Μοναχισμού. Προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να υποτάσσονται στο θέλημα του Κυρίου και να ζούνε όπως όλοι οί Πατέρες της Σκήτης, σύμφωνα με τα τυπικά και τις Παραδόσεις των αγίων Πατέρων.
Ό Δόκιμος έγινε Μοναχός κι έλαβε το όνομα Σάββας, πέρασαν πολλά χρόνια στην υπακοή, πέθανε ό πνευματικός και κατά την ταξί έγινε ό διάδοχος Γέροντας στη Συνοδεία, και με την βοήθεια του Θεού συνέχισαν την πορεία της πνευματικής ζωής.
Μια μέρα, ο νεώτερος Μοναχός της συνοδείας αυτής Σάββας,
σαν αγαθός και απλός πού ήταν, είχε πολύ προκόψει στην υπακοή και στην πνευματική ζωή, αλλά ό μισόκαλος Διάβολος, φθόνησε την προκοπή αυτή του Μονάχου κι άρχισε να σπέρνει ζιζάνια στο μυαλό του αδελφού. Στην αρχή έβαλε επιθυμία στην καρδιά του, να πάει στην κορυφή του Άθωνα, για να προσκυνήσει, επειδή άκουγε άλλους μοναχούς να λένε, πήγα στην κορυφή του βουνού κι ήταν ωραία, θα πρέπει να πας και συ, άλλο είναι να σου λέμε εμείς κι άλλο πού θα ιδείς εσύ. Άπ’ αυτά πείστηκε ό αδελφός Σάββας ότι πρέπει να πάει κι αυτός να δει, πώς φαίνεται το Όρος από την κορυφή του! Νόμιζε δε όπως του παρέστησε ό Σατανάς, ότι ‘κει πάνω μένει κάποιος σεβάσμιος Γέροντας, πού είναι άγιος και τον προσκυνάνε, γι’ αυτό άκουγε πού λέγανε θα πάω κι εγώ να προσκυνήσω το γέρο – Άθωνα.
Τους λογισμούς του αυτούς, είπε στο Γέροντα του και τον παρακαλούσε να του δώσει την άδεια, για να εκπληρώσει την αγαθή, όπως νόμιζε, επιθυμία του αύτη.
Ό Γέροντας του όμως είχε αντίθετη γνώμη και του έλεγε, πώς δεν είναι καιρός ακόμη να πάει στην κορυφή του βουνού, αλλά και δεν πρόκειται άπ’ αυτό το πράγμα να προκύψει καμιά ψυχική ωφέλεια και γι’ αυτό αρνήθηκε να του δώσει την άδεια.
Ό Μοναχός Σάββας, από την επήρεια των πονηρών λογισμών του Σατανά πιεζόμενος, δεν μπόρεσε να ησυχάσει κι αποφάσισε να κάνει παρακοή και να πάει με το δικό του θέλημα στην κορυφή του Γέρο – Άθωνα. Αφού λοιπόν πήρε μόνος του την απόφαση αυτή, έφυγε κρυφά από την ασκητική καλύβα τους και πήγε στην Κερασιά, κοινοβίασε στο κελί των «Αγίων Πάντων» εκεί έμεινε μερικά χρόνια και όπως μας διηγήθηκε ό μετέπειτα Γέροντας του κελιού αυτού — Γέρο – Γρηγόρης, όταν αυτός ήταν πολύ νέος ακόμη, πώς ένα πρωί του Μάη, χωρίς την άδεια και ευλογία του Γέροντα του Γρηγορίου Ιερομόναχου, ξεκίνησε για τον Γέρο – Άθωνα. Κανείς από τη συνοδεία δε γνώριζε, που θα πήγαινε ό Πάτερ Σάββας, ό όποιος βάδιζε αρκετή ώρα, κι όταν έφτασε στη θέση πού λέγεται «Χαΐρι» συνάντησε το Σατανά σε σχήμα πνευματικού, όπως μας το διηγήθηκε, ό Γέρο – Γρηγόριος, ένας σεβάσμιος Γέροντας από το Κελί «των Αγίων Πάντων» στην Κερασιά, υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Σε μια στροφή του δρόμου, παρουσιάζεται ένας άσπρογένης και πολύ σεβάσμιος την όψη γέροντας, ό όποιος έδειχνε πολύ κουρασμένος και με πολλή συμπόνια, τάχα, είπε στο Μοναχό Σάββα:
«Που πας παιδάκι μου και φαίνεσαι κατάκοπος και πολύ στενοχωρημένος, τι έχεις;» Ό Μοναχός Σάββας, μόλις είδε αυτόν τον άγνωστο γέροντα μπροστά του και τον είχε τόσο πλησιάσει, τα έχασε από το φόβο του και δεν ήξερε τι να απαντήσει, το μόνο πού κατάφερε να ειπεί ήταν: «θέλω να προσκυνήσω τον Γέρο – Άθωνα». Τότε ό φαινόμενος γέροντας άρχισε με γλυκόλογα να του λέει:
«Εγώ είμαι, παιδί μου, ό Γέρο – Άθωνας, εσύ που μένεις; Από που έρχεσαι;» Ό Μοναχός Σάββας συνήλθε λίγο από το φόβο και του είπε: «Εγώ, Γέροντα, είμαι από τη Σκήτη της Αγίας Αννης, μένω στην Κερασιά και πηγαίνω για πρώτη φορά στον Άθωνα να προσκυνήσω». Ό φαινόμενος ασπρογένης, ρώτησε το Μοναχό Σάββα: «Από την Άγιάννα είπες πώς είσαι, πώς δε σε ξέρω εγώ; Σε ποια Καλύβα μένεις; Γιατί δε σε ξέρω; Εγώ τους γνωρίζω όλους, αλλά σένα πρώτη φορά σε βλέπω και μου φαίνεται παράξενο, πώς εγώ να μη σε ξέρω; Φαίνεται θα έφυγες από την υπακοή». Ό Μοναχός Σάββας σ’ αυτά του απάντησε: «Εγώ έμενα στην Άγιάννα πρώτα, τώρα και μερικά χρόνια έφυγα, πήγα στην Κερασιά στο Κελί «των Αγίων Πάντων» έχω πολλά χρόνια στην Καλογερική, διαφώνησα με τους παραδελφούς μου κι έμεινα στην Κερασιά, αλλά τώρα και δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πρώτη μου Μετάνοια, πού ήταν ή Καλύβα του «Αγίου Δημητρίου». Εσένα ούτε ‘γώ σε γνωρίζω και μου φαίνεται περίεργο πού λες πώς όλους τους ξέρεις! Εσύ ποιος είσαι και πώς δε με ξέρεις έμενα;»
Ό φαινόμενος Γέρος είπε στο Μοναχό Σάββα: «Εγώ παιδί μου, όπως σου είπα, είμαι πνευματικός και όλοι οι υποτακτικοί, πού ξεθαρρεύουν και θέλουν να κάμουν το θέλημα τους, έρχονται και μου κάνουν μετάνοια. Σένα μέχρι τώρα φαίνεται σε σκέπαζε ή υπακοή πού έκανες στο Γέροντα σου γι’ αυτό δε σε ξέρω, αλλά δεν πειράζει, τώρα δεν είναι ανάγκη να κουραστείς άλλο, εγώ οίδα την προαίρεση σου και ήρθα μόνος μου, έλα να με προσκυνήσεις και να μην κάνεις τον κόπο να ανέβεις επάνω στην κορυφή, βάλε μετάνοια και γύρισε πίσω στο σπίτι σου και στο θέλημα σου κι εγώ θα φροντίσω για σένα».
Ό Μοναχός Σάββας, από την επιθυμία πού είχε να κάνει το θέλημα του και από την παρακοή σκοτισμένος, ξέχασε τη «νοερά προσευχή», πού κάθε Μοναχός έχει πάντα στην καρδιά και στα χείλη, χωρίς να σκεφθεί τι κάνει, έσκυψε έβαλε μετάνοια, κι εκεί πού φιλούσε το χέρι, του φαινόμενου Γέρο – ασπρογένη, είδε τα νύχια του να φτάνουν τον αγκώνα και το χέρι σαν να είχε μεγάλα λέπια. Τότε κατάλαβε πώς ό φαινόμενος γέρος δεν ήταν άλλος από τον πανούργο Γέρο – Διάβολο και Σατανά. Ήταν αργά όμως τότε πού κατάλαβε την απάτη, το κακό είχε γίνει από το Διάβολο, ό όποιος του είπε: «Τώρα πλέον είσαι δικός μου και θάρθω μια μέρα να σε πάρω». Αυτά είπε και έγινε άφαντος.
Ό δυστυχής και ταλαίπωρος Σάββας, μόλις φίλησε το χέρι του Σατανά, ζαλίστηκε έπεσε κάτω λιπόθυμος κι υστέρα από πολλές ώρες, περαστικοί Μοναχοί, τον βρήκαν σε πολύ κακά χάλια. Στην αρχή δεν μπορούσε να ειπεί λέξη, τον πήραν και τον πήγαν στη Καλύβα πού έμενε στην Αγία Άννα, πού ήταν και ή πραγματική μετάνοια του.
Μετά από τρεις μέρες ήρθε στον εαυτό του και με δάκρυα στα μάτια διηγήθηκε αυτό πού του συνέβηκε. Ζήτησε πολλές φορές συγχώρεση, από το Γέροντα του και τους παραδελφούς του. Εκείνη, με πόνο στην ψυχή και δάκρυα στα μάτια, τον συγχώρεσαν με την καρδιά τους και παρακαλούσαν μέρα – νύχτα το Θεό να τον συγχωρέσει και να παραβλέψει το σφάλμα του αδελφού Σάββα, πού στο μεταξύ ώρες, ώρες δεν ήταν στα λογικά του, άλλα κλεινόταν στον εαυτό του και έκλαιγε απαρηγόρητα.
Στη Σκήτη της Αγίας Αννης έμεινε περίπου οκτώ χρόνια, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει και με την άδεια του Γέροντα του, έφυγε και πήγε στο Μοναστήρι των Ιβήρων, πού είναι ή εικόνα της Παναγίας πού λέγεται «Πορταϊτισσα». εκεί έμεινε δέκα πέντε (15) χρόνια, αλλά και πάλι έφυγε από τη Μονή των Ιβήρων και πήγε στο Γέροντα του στην Αγία Άννα, πού όπως είπαμε δεν ήταν καλά στα λογικά του.
Ή θεία Πρόνοια, για παραδειγματισμό και ωφέλεια των άλλων, τιμωρεί τον άνθρωπο, τιμωρεί το σώμα για να σωθεί ή ψυχή, όπως λέγει κι ό απόστολος Παύλος: «Παραδούνε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρο της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθεί εν τη ήμερα του Κυρίου Ιησού» (Α’ Κορινθ. Ε’ 5), αλλά στον αδελφό αυτό συνέβη κάτι το τρομερό! Οι Μοναχοί της ασκητικής Καλύβης αυτής, όπως και άλλες παραλιακές Καλύβες, διατηρούσαν βάρκα και πήγαιναν συχνά για ψάρεμα.
Τρία χρόνια μετά πού ξαναγύρισε ό Μοναχός Σάββας, με δυο άλλους μοναχούς βρίσκονταν στην ψαρόβαρκα και την ίδια ακριβώς ώρα πού είχε βάλει μετάνοια στο Σατανά, έγινε πάνω στη βάρκα ένας στριφτός αέρας, ό όποιος μπροστά στα μάτια των αδελφών άρπαξε το Σάββα όπως ήταν με το σώμα και δε φάνηκε πλέον πουθενά, δηλαδή όπως είπαν και οι άλλοι Πατέρες, τον πήρε ό Σατανάς με το σώμα μπροστά από τα μάτια τους.
Αυτοί δυστυχώς είναι οι καρποί της παρακοής με τα ολέθρια αποτελέσματα, επειδή όπως λέγει και -πάλιν ό θείος Παύλος: «Δι α έρχεται ή οργή του Θεού επί τους υιούς της απείθειας» (Κολ. Γ’ 6). Το τρομερό αυτό πάθημα ας μας γίνει μάθημα και ας προσέξομε την επιβουλή του Σατανά ό όποιος δεν τρώει, δεν πίνει, δεν κοιμάται «άλλ’ ως λέων ωρυόμενος» ζήτα ποιόν θα μπορέσει να κατασπαράξει και να καταπιεί.

Τους έδιωξε η Παναγία

 

Στην ησυχαστική Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στα πάνω Κατουνάκια, με πολλή άσκηση αγωνίζονταν ο Γέροντας Ιγνάτιος που ήταν αόματος.
Ο Γέροντας αυτός είχε και δυο υποτακτικούς τον Νεόφυτο Μοναχό και τον νεώτερο Παπά Ιγνάτιο. Όλοι τους αγωνίζονταν με κάθε τρόπο, με παντος είδους στερήσεις, προσπαθώντας να ευαρεστήσουν τον Κύριο.
Σε μια χρονιά μεγάλης ξηρασίας, έγινε αφορία και το λάδι ήταν πολύ λιγοστό και για τον λόγο αυτόν, ενώ μέχρι τότε άναβαν και τα τέσσερα καντήλια στις εικόνες του τέμπλου της εκκλησίας, τη χρονιά εκείνη έδωσε εντολή ο Γέροντας να ανάβουν μόνον το καντήλι που κρέμεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Ο Παπα – Ιγνάτιος ο νέος όμως, επειδή λιγόστευε το λάδι υστέρα από λίγο διάστημα, σταμάτησε να ανάβει και το μόνο καντήλι της Παναγίας, από ολιγοπιστία μήπως και τελειώσει το λίγο λάδι πού είχαν.
Τρεις μέρες δεν άναψε το καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την άλλη μέρα, μετά την Ακολουθία του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας, παρουσιάστηκε μπροστά στον νέον Παπα- Ιγνάτιο ένας σεβάσμιος ψηλός Γέροντας και με υφός πολύ σοβαρό του έδωσε ένα πεντακοσιόδραχμο, δηλαδή 500 δραχμές, για να αγοράσετε του είπε λάδι για τον εαυτό σας και για το καντήλι της Παναγίας.
Με χαρά πήρε ο Παπα – Ιγνάτιος τα χρήματα και άναβε πλέον το καντήλι της Παναγίας, αλλά από τότε άρχισε να ωριμάζει μέσα του η ιδέα να φύγουν από το ασκητικό εκείνο ησυχαστήριο.
Πράγματι δεν πέρασε πολύς καιρός όπου μετά τον θάνατο του αόματου Γέροντα τους, ο νέος Παπα – Ιγνάτιος με την συνοδεία του έφυγαν και πήγαν στην Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου.
Σε κάθε πειρασμό και στενοχώρια που τους παρουσιάζονταν στην Σκήτη από τα σκάνδαλα, ο Παπα – Ιγνάτιος με παράπονο έλεγε στους άλλους Πατέρες: «Αδελφοί μου, από ολιγοπιστία μου επειδή δεν άναβα το καντήλι της Παναγίας, μας έδιωξε από το ησυχαστικό εκείνο Καλύβι, που είχαμε ησυχία και περισσότερο χρόνο να επιδοθούμε στα πνευματικά μας καθήκοντα κι από την ολιγωρία μας, μας τιμώρησε η Παναγία και με το παράπονο αυτό άφησε τη μάταιη αυτή ζωή!

Ο σοφός γέροντας Δανιήλ.

 

Ό Γέροντας αυτός Δανιήλ, κατά κόσμο λέγονταν Δημήτριος Ισιδώρου και κατάγονταν από τη Σμύρνη της Μ. Ασίας, αφού τελείωσε τη λεγόμενη «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης, από υπερβολικό ζήλο στην αρετή και τον Μοναχισμό, νέος ακόμη σε ηλικία 19 ετών εγκατέλειψε τα εγκόσμια, έφυγε κρυφά από τους γονείς και συγγενείς του και πήγε στην Πάρο. Στο νησί ‘κείνο βρήκε τον άγιο Αρσένιο, ό όποιος είχε κάνει χρόνια στο Αγιον Όρος, από το όποιον εξαναγκάσθηκε να φύγει λόγω των πολλών τότε σκανδάλων και κατά τις θείες βουλές του Υψίστου ήταν ηγούμενος στην Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου, ή οποία ήταν μετόχι της εν Νάξο Ιεράς Μονής «Φανερωμένης». Στην Πάρο κοντά στον άγιο Αρσένιο δεν έμεινε πολύ, διότι αυτός προέτρεψε τον Δημήτριο να μεταβεί το συντομότερο στο Αγιον Όρος, εφόσον θέλει να γίνει και να είναι πραγματικός Καλόγερος.
Έτσι ό Δημήτριος Ισιδώρου, με την ευχή και ευλογία του αγίου Αρσενίου ήλθε στο Αγιον Όρος κατά το σωτήριον έτος 1864′ Στην αρχή κοινοβίασε στην ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, ή οποία είχε στους κόλπους της πολλούς σοφούς και ενάρετους Μοναχούς, από διάφορα μέρη της Ελλάδος και της Μικρας Ασίας, φλογερούς Μοναχούς με μεγάλη πίστη και αυταπάρνηση.
Ό Δημήτριος, ακολούθησε όλους τους Κανόνες και την τυπική διάταξη του Ιερού αυτού Κοινοβίου και υστέρα από σκληρή δοκιμή, έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Δανιήλ. Πολύ σύντομα όμως ξέσπασε ό πόλεμος και τα σκάνδαλα στο Κοινόβιο αυτό, όταν από το 1850 άρχισαν να κοινοβιάζουν σ’ αυτό Ρώσοι ορθόδοξοι χριστιανοί και να γίνονται Μοναχοί, τόσοι δε πολλοί εισέρευσαν στο Μοναστήρι αυτό Ρώσοι, ώστε σε λίγο χρονικό διάστημα πέρασαν σε αριθμό τους Έλληνες Μοναχούς και ακολούθησαν μετά τα γνωστά γεγονότα, κατά τα οποία με την επέμβαση του Πατριαρχείου ξεδιώχθηκαν σχεδόν όλοι οι Έλληνες Μοναχοί και ή Μονή έγινε Έλληνορωσική.
Ένας από τους εκδιωχθέντες, από την Μονή αυτή Έλληνας Μοναχούς, ήταν και ό Γέρων Δανιήλ, διότι σαν μορφωμένος είχε γίνει Γραμματέας του Κοινοβίου και ήταν δυναμικό στέλεχος των Ελλήνων Μοναχών. Έτσι στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος έμεινε οκτώ περίπου χρόνια καί άπ’ αυτήν βρήκε καταφύγιο στην Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου, οι αδελφοί της οποίας με πολλή χαρά δέχθηκαν να κοινοβιάζουν το Μοναχό Δανιήλ καί στην αρχή τον διόρισαν Γέροντα καί διευθυντή στον Ξενώνα της Μονής, πού λέγεται «Αρχονταρίκι.
Στο διακόνημα αυτό, πού τον τοποθέτησαν οί Βατοπαιδινοί Γέροντες, λόγω της ενάρετης ζωής καί του σοβαρού χαρακτήρα, επιβλήθηκε τόσο πού το μετέβαλε σε Κοινόβιο, να διαβάζουν όλοι κοινή Ακολουθία, να παρακολουθούν τη θεία λειτουργία καί το Απόδειπνο να προσεύχονται όλοι μαζί καί έκανε το Αρχονταρίκι σαν ένα. μικρό Κοινόβιο. Στο Μοναστήρι αυτό παρέμεινε περίπου άλλα οκτώ χρόνια καί ήταν πολύ αγαπητός σε όλους καί από όλους.
Ό πόθος όμως, για ησυχία καί ό ζήλος για την απόκτηση της νοερας – καρδιακής προσευχής δεν τον άφηνε ήσυχο να παραμείνει στη Μονή αυτή, οπού ό κόσμος ήταν πολύς καί ό θόρυβος μεγάλος. Γι’ αυτό απεφάσισε να φύγει καί να πάει στην έρημο του Αθω, όπου θα ησύχαζε καί θα ηρεμούσε το πνεύμα του. Οί Βατοπαιδινοί του πρότειναν να τον κάνουν προϊστάμενο της Μονής, αλλά αυτός δε δέχθηκε καί αναχώρησε πράγματι για την έρημο.
Έτσι έφθασε στην έρημο των Κατουνακίων και εκεί πού -μέχρι σήμερα βρίσκεται το θαυμάσιο οικοδόμημα των Δανιηλαίων, έκτισε στην αρχή μικρό Καλυβάκι με ωραιότατη εκκλησία έπ’ ονόματι των «Αγιορειτών Πατέρων», τους οποίους είχε σε πολύ μεγάλη ευλάβεια και ήθελε να μιμηθεί τη ζωή τους.
Από την πολλή δε πίστη, αφοσίωση και αγάπη πού είχε στο Θεό, τη μελέτη της Αγίας Γραφής και την εμπειρία πού είχε στην Καλογερική ζωή, έλαβε τη χάρι και τη δύναμη να ανέβει στα ψηλότερα σκαλοπάτια της αρετής και της θεογνωσίας.
Στην έρημο αυτή, σκληρά δοκιμάστηκε από ορατούς και αόρατους δαίμονες, από συκοφαντίες καί καταλαλιές αδύνατων και φθονερών ανθρώπων, από τους οποίους δέχονταν καί διάφορες ύβρεις. Επειδή όμως ήταν φύσει πράος, ταπεινός, άκακος κι αγαθός, αγαπούσε καί πάντοτε κέρδιζε την αγάπη όλων των αδελφών, συνασκητών του καί ησυχαστών Πατέρων καί σιγά σιγά, σα φιλόπονη μέλισσα με τη συνεχή μελέτη, την εγκράτεια καί την αδιάλειπτη προσευχή, έγινε φωτεινός φάρος διακρίσεως καί αρετής.
Ό σφοδρός ερωτάς της ησυχίας καί ή ευλάβεια με το σεβασμό, προς το θεόσδοτο χάρισμα της ιεροσύνης, δεν του επέτρεψαν να ιερωθεί, αλλά ή νοερά προσευχή με τη διάκριση της πνευματικής καταστάσεως, τον έκαμαν να γίνει όχι μόνον στους Μοναχούς οδηγός καί ποδηγέτης της πνευματικής ζωής, αλλά καί πολύτιμος σύμβουλος, σε πολλούς πνευματικούς ξομολόγους, πού ζητούσαν πάντα τη γνώμη του, για σοβαρά πνευματικά ζητήματα, τα οποία, σαν τα μανιτάρια φύτρωναν μεταξύ των Μοναχών καί των ιερών Μονών ακόμη, την εποχή εκείνη.
Έτσι το μέλι της ησυχαστικής ζωής δεν το έτρωγε μόνος του, ό Γέρο – Δανιήλ, αλλά πρόσφερε τις σοφές συμβουλές του σε όσους περνούσαν από το Ιερό ησυχαστήριο του. Όσοι είχαν την ευκαιρία καί την τιμή να τον γνωρίσουν, δεν μπορούσαν να ξεχάσουν, όπως οι ίδιοι μου διηγήθηκαν, το μειλίχιο καί χαρούμενο πρόσωπο του, πού ενέπνεε σεβασμό καί εμπιστοσύνη.
Με την ενάρετη ζωή του, σα μαγνήτης τράβηξε κοντά του καί κατάρτισε πνευματική κυψέλη με το όνομα «Αδελφότης Δανιηλαίων», διότι στη συνοδεία του ήταν ό καλλίφωνος ψάλτης καί μελοποιός Παπα – Δανιήλ ό πνευματικός, ό όποιος τον διεδέχθη στην αρετή καί την ηγουμενία της αδελφότητας.
Ό Παπα – Δανιήλ με τον παραδελφό του Μοναχό Γερόντιο, αποτελούσαν το καλύτερο πνευματικό «ντουέτο», ήταν οι καλύτεροι ψάλτες του Αγίου Όρους, τόσο πού όταν νέοι ακόμη στην ηλικία, σαν έψαλαν, νόμιζες πώς ήταν άγγελοι Θεού και όχι άνθρωποι. Και οι δυο αυτοί, έκτος από μουσικοί ψάλτες, ήσαν και άριστοι καλλιτέχνες αγιογράφοι.
Ό Γέρο – Δανιήλ, κληροδότησε στη συνοδεία του, το πνεύμα της προσευχής και της φιλοξενίας ου μην αλλά και της αγάπης προς όλους τους Πατέρες και χριστιανούς κοσμικούς ακόμη.
Ή φήμη της αρετής, τόσο του Γέρο – Δανιήλ όσο και της συνοδείας του, κίνησε το ενδιαφέρον και την επιθυμία να τον γνωρίσουν και να λάβουν τη συμβουλή του πολλοί χριστιανοί, αλλά και οι Πατέρες του Όρους τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη.
Μεταξύ του πλήθους των προσερχόμενων, στο ασκητικό ησυχαστήριο του, ήταν και ό τότε Μητροπολίτης Πενταπόλεως, που τον επισκέφθηκε σα Διευθυντής της Ριζαρείου θεολογικής Σχολής και σήμερα τιμώμενος, από τη Μητέρα Εκκλησία και από όλο το χριστιανικό κόσμο σα θαυματουργός άγιος Νεκτάριος.
Ό άγιος Νεκτάριος τόσο ενθουσιάστηκε από τη γνωριμία του με το Γέροντα Δανιήλ, πού δώρισε πολλά βιβλία, μεταξύ των οποίων, ολόκληρη τη σειρά των συγγραμμάτων του θείου Χρυσοστόμου, αποσκοπών να ενταχθεί κι ό ίδιος στη συνοδεία του.
Ό Γέρο – Δανιήλ, έγραψε ωραία βιβλία:
α) με τον τίτλο «Οί πλάνες του Αποστόλου Μακράκη», στο όποιο με κάθε λεπτομέρεια φανερώνει και ελέγχει την έκταση της κακοδοξίας του «Μακρακισμού» και διαφωτίζει τους πιστούς να φυλάγονται από τα γεμάτα ματαιοδοξία, κακόδοξα και αιρετικά φρονήματα και την ελεεινή διδασκαλία του αιρεσιάρχου Αποστόλου Μακράκη.
β) Με τίτλο «Ό εκρωσισμός της Ιεράς Μονής του Άγιου Παντελεήμονος» στο όποιο εκθέτει με λεπτομέρεια τον εκρωσισμό της Ελληνικής ταύτης Μονής,
γ) Σα φωτισμένος και μορφωμένος Μοναχός πού ήταν έγραψε κι αλλά βιβλία, με σπουδαίο πνευματικό περιεχόμενο, τα όποια δεν είδαν ακόμη το φως της δημοσιότητας, αλλά παραμένουν χειρόγραφο:.
Σήμερα ή συνοδεία του αείμνηστου αυτού Γέροντα Δανιήλ, με Γέροντα τον πνευματικό Παπα – Μόδεστο και εκλεκτή άλλη εξαμελή ομήγυρη ευλαβών νέων ιερομόναχων και Μοναχών, συνεχίζει την Ιερά Παράδοση τόσο της Βυζαντινής Μουσικής σαν καλλίφωνοι Ιεροψάλτες, όσο και την ανάπτυξη καί καλλιέργεια της αγιογραφίας σε Βυζαντινή τεχνοτροπία, αλλά και σε άριστη καλλιτεχνία της Αναγεννήσεως.
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΦΟΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ
Έλεγε ό Γέρο – Δανιήλ ότι, στην Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος, ό Γέροντας της Καλύβας «Εισοδια της Θεοτόκου» Γρηγόριος Ιερομόναχος, είχε υποτακτικό πολύ απλό, αγαθό και άκακο, θεοφύλακτο ονομαζόμενο.
Ό Μοναχός θεοφύλακτος, κατά την εορτή των Θεοφανίων, πού γίνεται ό μεγάλος Αγιασμός, όταν άκουσε τα τροπάρια και τίς ευχές πού ψάλλει ή Εκκλησία μας και τα όποια λένε: «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων…», του φάνηκε κάπως περίεργο και όταν τελείωσε ή τελετή, ρώτησε το Γέροντα του Παπα – Γρηγόρη : «Γέροντα, άκουσα στα τροπάρια και στις ευχές να λέτε πώς «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων…», πώς γίνεται αυτό το πράγμα και όλα τα νερά αγιάζονται; Αγιάζονται και τα νερά της θαλάσσης;»
Ό Γέροντας του Παπα – Γρηγόρης σ’ αυτά απάντησε: — Αδελφέ Θεοφύλακτε, ό Πανάγαθος θεός, με τίς προσευχές των ανθρώπων, πού γίνονται με ταπείνωση, από αδιάκριτη και ακλόνητη πίστη, με την επιφοίτηση της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, επενεργεί επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη μεταβάλλει αυτά και τα αγιάζει, για να καθαρίσει και αγιάσει μ’ αυτά τους πιστούς δούλους Του.
Όπως, επί παραδείγματι, αγιάζει το νερό και το λάδι στο Βάπτισμα, και απαλλάσσει τον άνθρωπο, και καθαρίζει αυτόν από το προπατορικό αμάρτημα και από κάθε είδους άλλης αμαρτίας και έτσι βγαίνει από την άγια Κολυμβήθρα αγνός, καθαρός και τέλειος χριστιανός.
Όπως μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί, πού προσφέρει θυσία των χριστιανών ό Ιερεύς και με την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, τα κάνει από ψωμί – Σώμα κι από κρασί – Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτηρος ημών Ιησού Χριστού και γίνονται τα Τίμια Δώρα, που μεταλαμβάνουν οι πιστοί, και μ’ αυτά όταν άξιοι και καθαροί, με τη μετάνοια και εξομολόγηση τα παίρνουν, αγιάζονται και θεοποιούνται.
Όπως μεταβάλλει το λάδι του ευχελαίου και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χριωμένους. Έτσι, αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος καί ή φύση των υδάτων.
Ό Μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φορά ρώτησε το Γέροντα του και είπε:
Πάτερ καί το νερό της θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό;
Ναι αδελφέ, άκουσε καί γι’ αυτό: Όταν ό πρωτάγγελος Εωσφόρος, από την υπερηφάνεια του, ξέπεσε από τους ουρανούς καί σαν αστραπή βρέθηκε στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γης, εκεί πού είναι τα τάρταρα του Αδη, τότε πέφτοντας αυτός, παρέσυρε με την πτώση του το ένα τρίτο (1/3) από τους Αγγέλους, πού κι αυτοί έγιναν όπως κι ό αρχηγός τους Δαίμονες.
Πέφτοντας αυτοί, οι πρώην άγγελοι, από τους ουρανούς προς τη γη καί επειδή εξακολουθούσαν να πέφτουν συνέχεια κι άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ό μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία, φώναξε προς όλους τους Αγγέλους καί είπε: «Στώμεν καλώς, Στώμεν μετά φόβου Θεού» καί με τη φωνή αύτη συνήλθαν οι Άγγελοι καί σταμάτησαν να πέφτουν.
Εκείνοι όμως πού είχαν πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, σταμάτησαν εκεί πού βρέθηκαν, άλλοι στον αέρα κι έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γη, κι έγιναν οι πειρασμοί καί εξουσιαστές της γης, κι άλλοι στα ύδατα των ποταμών τής Γης καί• της θαλάσσης, οπού πειράζουν, δοκιμάζουν καί πνίγουν τους διερχόμενους επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου «Άπ’ αρχής, ό διάβολος ανθρωποκτόνος εστί» (Ίωάν. Η’ 44).
Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως λέγουν οι άγιοι Απόστολοι καί το ιερό Ευαγγέλιο, καί ό Υιός καί Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος, με το μέγα καί ανερμήνευτο μυστήριο της θείας ενσάρκου αυτού οικονομίας, με την κάθοδο Του από τους ουρανούς αγίασε τον αέρα, τη γη, τη θάλασσα, τα ύδατα καί πάντα «τα εν αυτοίς», καί με τον αγιασμό καί τη χάρι του Αγίου Πνεύματος κατήργησε την δύναμη καί την εξουσία του Σατανά πού είχε, πριν να σαρκωθή ό Δεσπότης Χριστός επάνω στους ανθρώπους, στα ζώα καί στα στοιχεία της φύσεως, καί έτσι ό αέρας, ή γη καί το νερό αγιάστηκαν, από την παρουσία του Δεσπότη Χριστού του Θεού ημών.
Ή ήμερα αυτή των Θεοφανίων, πάτερ Θεοφύλακτε, όπου γίνεται ό Μεγάλος Αγιασμός, γίνεται ή ανάμνησης της του Χριστού παρουσίας καί της Θεοφανείας του τρισυπόστατου καί τρισηλίου Θεού των χριστιανών, του Ποιητού και Δημιουργού των όλων, πού σαν σήμερα στη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ό ουράνιος Πατέρας με τη φωνή και ό όποιος με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πού το έστειλε σαν ένα περιστέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, μ’ αυτό δείχνοντας μας το Χριστό, είπε: «Ούτος εστίν ό υιός μου ό αγαπητός ενώ ηυδόκησα…» δηλαδή αυτό είναι το αγαπημένο μου παιδί, ό μονογενής, με τον όποιον, όπως δημιουργήσαμε μαζί μ’ αυτόν και το Αγιον Πνεύμα τον κόσμο όλον, έτσι και τώρα ευδόκησα, μέσον Αυτού να σωθεί ό κόσμος και να αναγεννηθεί ανακαινιζόμενος με το άγιο Βάπτισμα.
ΓΛΥΚΎΤΕΡΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Εάν λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών πού σου είπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στη θάλασσα σήμερα, να ιδείς πώς το νερό είναι γλυκό και πίνεται.
Ό απλός κι αγαθός Μοναχός Θεοφύλακτος, παρ όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα για να βεβαιωθεί, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, ή οποία από τη Σκήτη αυτή απέχει περισσότερο από μια ώρα πεζοπορία, έσκυψε με ταπείνωση και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και μετά θαυμασμού είδε πώς το νερό ήταν γλυκό και πίνονταν με ευχαριστήσει. Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στο Γέροντα του, τον όποιον αφού ευχαρίστησε του έδωκε να πιει κι αυτός από το νερό της θάλασσας, ήπιε κι εκείνος και δόξασαν «τον θαυμαστόν Θεόν εν τοις έργοις και τοις άγίοις αυτού» (Ψαλμ. ΞΖ’ 36).
Πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια, ό Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ήμερων, αρρώστησε λίγο και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο. Ό υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο την ήμερα των Θεοφανίων, νερό από τη θάλασσα και συνεχίζονταν το ίδιο θαύμα, το νερό να είναι γλυκό και πόσιμο.
Τρία χρόνια μετά το θάνατο του γέροντα του, ό Πάτερ θεοφύλακτος, μετά την αγρυπνία των Θεοφανίων, όταν βγήκαν οι Πατέρες από το «Κυριάκο» βλέπουν τον αδελφό θεοφύλακτο να πηγαίνει περισσότερο κάτω από την Καλύβα πού έμενε. Οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης τότε τον ρώτησαν: — Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δε θα πας να ξεκουραστείς στο σπίτι σου;
Ό πάτερ Θεοφύλακτος για απάντηση, τους φανέρωσε το μέχρι
τότε άγνωστο στους άλλους Πατέρες της Σκήτης θαύμα, πώς δηλαδή την ήμερα του μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται.
Οι Πατέρες, επειδή γνώριζαν πώς ό αδελφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν στα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν. — Άιντε καημένε να ξεκουραστείς και πας μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε… θάλασσα! Ό πάτερ Θεοφύλακτος δεν έδωκε καμιά σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα ήπιε, όπως έκανε μέχρι τότε, νερό πού ήταν γλυκό, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιουν και οι άλλοι Πατέρες.
Εκείνοι με ειρωνεία και δυσπιστία πήραν το νερό αυτό να πιουν, αλλά το μέχρι κείνη τη στιγμή γλυκό νερό, για την απιστία τους έγινε αλμυρότερο και πολύ πικρότερο από το νερό της θάλασσας.
Τότε ό αδελφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πώς επί τριάντα και πλέον χρόνια πίνανε με το Γέροντα του το γλυκύτατο και νοστιμότατο, για την ήμερα εκείνη νερό της θάλασσας. Και έτσι από την ήμερα εκείνη για την απιστία των Πατέρων σταμάτησε να γίνεται το θαύμα αυτό!
Ο ΓΕΡΟ – ΔΑΝΙΗΛ ΕΙΧΕ ΧΑΡΙΣΜΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Πολλά Μοναστήρια του Αγίου Όρους, για πνευματικό τους σύμβολο, είχανε τον πεπειραμένο σε πράξη και θεωρία της αρετής, το διακριτικότατο Γέροντα Δανιήλ των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια.
Χαρακτηριστικά αναφέρομε ένα από τα πολλά γεγονότα και τις μεσολαβήσεις πού είχε κάνει ό αείμνηστος εκείνος Γέροντας, για να καταλάβουμε την πείρα πού διέθετε και τη χάρι πού από τον Πανάγαθο Θεό είχε να διακρίνει τον πνευματικό πόλεμο του Σατανά και κυρίως από τα δεξιά, πού είναι και ό πιο επικίνδυνος, γιατί μας φαίνεται πώς κάνουμε αρετές.
Στην Ιερά Μονή του Κωνσταμονίτου, ή κοινοβιακή ταξί ήταν κατά πάντα ακριβής και όλοι οι Πατέρες και αδελφοί αυτής πορευόντουσαν σύμφωνα με το τυπικό και τις παραδόσεις των αγίων Πατέρων.
Ένας από τους αδελφούς, Δαμασκηνός το όνομα, μέσα σε λίγα χρόνια υπακοής, νόμισε πώς έγινε δυνατότερος από τους άλλους αδελφούς και ότι μπορεί να ανέβει σε ύψη αρετής, υπομονής και καρτερικότητας περισσότερο από τους άλλους αδελφούς της Μετανοίας του.
Ό ενθουσιασμός στους νέους Μοναχούς κι ό αυθορμητισμός για την απόκτηση υψηλής ζωής και αρετής και αγιότητας, είναι σύνηθες φαινόμενο, γι’ αυτό, οί αγιορείτες Πατέρες, έχουν κληροδοτήσει ένα ρητό πού ισχύει για όλους τους Μοναχούς, λέγουν λοιπόν, πώς «ό αρχάριος, Δόκιμος και νέος Μοναχός, όταν προσέρχεται να καταταγεί στις τάξεις των Μοναχών, θα πρέπει να έχει πίστη και ευλάβεια όσο είναι το βουνό του Άθωνα, για να του μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, όσο είναι ένα ρεβίθι ή μια φακή».
Ό δε κοινός εχθρός και πολέμιος των ανθρώπων Σατανάς, και κυρίως πολέμιος των Μοναχών, οί όποιοι, κατά τους Πατέρες, διεκδικούν να του πάρουν τη θέση, που είχε αυτός πρώτα και να γίνουν άγιοι Άγγελοι του Θεού, επειδή γνωρίζει ότι το εκπεσόν Εωσφορικό Τάγμα των Αγγέλων θα συμπληρωθεί και αναπληρωθεί, από αγνούς αρχιερείς, ιερείς, Μοναχούς και Μοναχάς και κατά πάντα αγνούς και καθαρούς χριστιανούς, βάνει σ’ ενέργεια εναντίον τους όλα τα σατανικά του σχέδια και τεχνεύεται μηχανές ό παμμήχανος, περισσότερο με τις φαινομενικές αρετές, τις δήθεν καλοσύνες, ψεύτικες ελεημοσύνες, επαίνους και κολακείες και πολύ λιγότερα σχέδια με τις φανερές κακίες, εγκλήματα κ.λπ. αμαρτήματα, από τα όποια, μπορεί ευκολότερα π χριστιανός ή ό μοναχός κ.λπ. να ανανήψει, να μετανοήσει και να διορθωθεί. Ενώ με τις φαινομενικές ψευτοαρετές και διάφορες πλάνες από τα δεξιά, πολύ δύσκολα ό άνθρωπος μπορεί να λυτρωθεί και να σωθεί.
Γι’ αυτό το Πνεύμα το Αγιον, εις τους Ψαλμούς του Προφ. Δαυίδ μας λέγει: «Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου» (Ψαλμ. 90, 7), δηλαδή από τις φανερές αμαρτίες και κακίες θα μας πολεμήσουν χίλιοι δαίμονες, από τα αριστερά πού λέγεται «κλίτος» και από τα δεξιά, πού είναι, οί υποκριτικές και ψεύτικες αρετές, τις όποιες τις κάνει κρυφά ό άνθρωπος, δήθεν από προαίρεση δική του, άπ’ εκεί, λέγει ό Προφήτης, θα μας πολεμήσουν δέκα χιλιάδες (10.000) Δαίμονες.
Έτσι και στο μυαλό του υποτακτικού Δαμασκηνού, της Ιεράς Μονής του Κωνσταμονίτου, έβαλαν οί δαίμονες να γίνει έγκλειστος, δηλαδή να μη βγαίνει έξω από την πόρτα του Μοναστηρίου και επειδή άκουγε πώς άλλοι Μοναχοί έκαναν 20, 30, 50 και περισσότερα ακόμη χρόνια να βγουν έξω από το Μοναστήρι τους, όπως ό άγιος Λεόντιος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, ό όποιος επί 75 χρόνια πού έζησε στο Μοναστήρι αυτό δεν ήξερε που είναι ή πόρτα της εξόδου έως ότου τον έβγαλαν από το Μοναστήρι όταν κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.
Ναι, αυτό είναι αληθές, άλλα αυτός ό ευλογημένος όπως και άλλοι πολλοί Μοναχοί έκαναν την αρετή αυτή με γνώμη και ευλογία του Καθηγουμένου καί του πνευματικού τους και όχι από μόνοι τους.
Ό καημένος όμως ό Δαμασκηνός ήθελε από μόνος του, κατόπιν συμβουλής του Σατανά, να κάνει αυτή την αρετή. Καί το αποτέλεσμα ήταν υστέρα από λίγα χρόνια να φουσκώνει από κρυφή υπερηφάνεια, γιατί αυτή είναι ή τέχνη του Σατανά, να ρίξει τον Μοναχό σε πλάνη. Έτσι τον κατέλαβε εγωισμός, πίστεψε πώς κάνει μεγάλη αρετή καί σιγά σιγά, άρχισε να περιφρονεί τους άλλους Πατέρες πού έβγαιναν έξω στο προαύλιο της Μονής, έβγαιναν έξω από την πόρτα του Μοναστηρίου, πήγαιναν στις Καρυές καί όπου άλλου τους έστελναν, ό ηγούμενος καί οι Γέροντες καί Προεστοί της Μονής.
Ενώ αυτός, από την εκκλησία πήγαινε στην τράπεζα καί άπ’ εκεί στο δωμάτιο του ή στο διακόνημα πού έκανε με το θέλημα του μόνον μέσα στη Μονή, διότι έξω δεν δέχονταν να βγει.
Άρχισε λοιπόν μετά καιρόν να καυχιέται καί να φιλονικεί με τους άλλους Πατέρες, πού βγαίνανε έξω από το Μοναστήρι, άρχισε να γίνεται νευρικός, να βρίζει τους άλλους καί κατήντησε να είναι σε όλους ενοχλητικός καί να μην υπακούει ούτε καί στον ηγούμενο ακόμη.
αφού το κακό έγινε ανυπόφορο, ό ηγούμενος καί οι Γέροντες της Μονής, κάλεσαν τον πνευματικό τους σύμβουλο, πού ήταν, ό φωτισμένος Γέροντας Δανιήλ από τα Κατουνάκια.
Ό Γέρο – Δανιήλ έτοιμος πάντα να βοηθήσει κάθε αδύνατο καί παραστρατημένο Μοναχό, άμα έλαβε την πρόσκληση της Μονής, έτρεξε καί αφού έμαθε τα διατρέξαντα, κάλεσε τον αδελφό Δαμασκηνό καί με μειλίχιο τρόπο τον ρώτησε πώς περνάει. — Έμαθα, του είπε, αδελφέ, πώς έφτασες σε μεγάλα μέτρα αρετής καί μάλιστα έλαβες τη χάρι να είσαι έγκλειστος καί ότι δε βγαίνεις έξω από την πόρτα του Μοναστηρίου καί επιδίδεσαι πολύ στη νοερά προσευχή!!
Ό Μοναχός Δαμασκηνός, με υποκριτική ταπεινοφροσύνη απαντώντας στο Γέρο – Δανιήλ, είπε:
— Ναι, Γέροντα, με την ευχή σας αξιώθηκα να έχω αυτή τη χάρι καί επί δέκα χρόνια τώρα δεν έχω βγει από την πόρτα του Μοναστηρίου, καί πάντα προσεύχομαι μόνος μου.
Ό Γέρο – Δανιήλ, σαν πολύπειρος από τις πλάνες του Σατανά και τα πονηρά σχέδια του, στην κρυφοεγωιστική αύτη απάντηση του Μονάχου Δαμάσκηνου, τον ρώτησε και πάλι:
— Δε μου λες, αδελφέ Δαμασκηνέ, αυτό πού κάνεις, είναι με την ευχή, και ευλογία του ηγούμενου και των Γερόντων της Μονής; Ό Δαμασκηνός στην ερώτηση αυτή, σκυθρώπιασε, κατέβασε το κεφάλι και πειραγμένος κάπως απήντησε στο Γέροντα Δανιήλ:
«Αυτοί όλοι Γέροντα, κι ό ηγούμενος και οί Προϊστάμενοι δε θέλουν την προκοπή και πρόοδο μου και με πολεμούν διαρκώς, για όλα τα πνευματικά μου κατορθώματα και με εμποδίζουν από κάθε καλό έργο πού θέλω να κάνω».
Ό Γέρο – Δανιήλ, βρήκε τότε την ευκαιρία και είπε στον πλανηθέντα αυτόν αδελφό τα έξης:
— Αδελφέ Δαμασκηνέ, από την Αγία Γραφή μαθαίνουμε ότι, όταν ό λαός των Εβραίων αμάρτησε στο Θεό, τότε στάθηκε μεσίτης ό Μωυσής και συγχώρεσε, ό Θεός, το λαό Του Ισραήλ. Όταν όμως ό λαός αμάρτησε στο Μωϋσή και τον στενοχώρησε με τις παρανομίες του, τότε επειδή δεν είχανε ποιος να μεσιτεύσει γι’ αυ τούς, τιμωρήθηκαν και αιχμαλωτίσθηκαν από τους γειτονικούς ασεβείς και αλλοεθνικούς λαούς.
»Ό Κύριος μας στο ιερό Ευαγγέλιο μας λέγει ότι: «Ό άκούων υμών εμού ακούει, και ό αθετών υμάς έμέ αθετεί» ό δε έμέ αθετών αθετεί τον άποστείλαντά με» (Λουκ. Ι’ 16).
»Για τον λόγο αυτόν, μετά την εις ουρανούς θεία Ανάληψί Του, άφησε τους μαθητές και αγίους Αποστόλους του, για να τον εκπροσωπούν, να τον αντιπροσωπεύουν επί της γης, να μας δίνουν τις εντολές του Θεού και τα ιερά παραγγέλματα.
»Οί άγιοι Απόστολοι, άφησαν τους Επισκόπους, οί Επίσκοποι διαδόχους των, άφησαν τους ιερείς και καθηγούμενους του λάου, προς τους οποίους οφείλαμε, μετά δοκιμή βέβαια, να κάνουμε αδιάκριτη υπακοή, όπως ακριβώς θα κάναμε στον αρχηγό της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, Κύριο και θεό και Σωτήρα ημών Ίήσουν Χριστόν.
Όποιος λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, δεν κάνει υπακοή στους κατά Θεόν αρχηγούς του, πού, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μας, είναι ό ηγούμενος και οί Γέροντες του Μοναστηρίου, αυτός, είναι σαν να μη κάνει υπακοή σ’ Αυτόν τον Κύριο μας Ίησουν Χριστόν, και επομένως ότι και να κάνει οποιαδήποτε φαινομενική αρετή κατορθώσει, ό Μοναχός αυτός, και γενικά κάθε άνθρωπος, χωρίς γνώση και γνώμη του αρχηγού, του Γέροντα του, σε αυτόν ή παντός είδους αρετή και πνευματική προκοπή, μπροστά στα μάτια του Θεού, γίνεται και είναι διαβολική κακία, όπως λέγει και ή Αγία Γραφή «Και ή προσευχή αυτού γενέσθω εις άμαρτίαν» (Ψαλμ. ΡΗ’, 7), γιατί προέρχεται από το θέλημα του, και όχι μόνον δεν τη δέχεται ό Θεός, άλλα παραχωρεί να πέσει, ό άνθρωπος αυτός, είτε Μοναχός είναι ή ότι αξίωμα και ιδιότητα κι αν έχει, σε αδόκιμο νου, σε πλάνη του διαβόλου και τότε ό άνθρωπος αυτός, βλέπει το μαύρο άσπρο, το πικρό γλυκύ και τ’ αντίθετο. Τα βλέπει όλα από την ανάποδη μεριά κι όχι από την πραγματική τους όψη.
Άλλα μπορεί ό τοιούτος υποτακτικός αν εξακολουθήσει να κάνει το θέλημα του, να θρηνήσει και χειρότερη πνευματική κατάπτωση καί καταστροφή, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου των Εθνών πρωτοκορυφαίου Παύλου, που λέγουν: «Δι’ α έρχεται ή οργή του θεού επί τους υιούς της απείθειας» (Κολασ. Γ’ 6).
»Για αυτό, αδελφέ Δαμασκηνέ, είπεν ό φωτισμένος Γέρο – Δανιήλ, θα πρέπει για να είναι ευπρόσδεκτη ή αρετή σου αυτή, μπροστά στα μάτια του Θεού, να πάς αμέσως να την εξομολογηθείς στο Πνευματικό, να σταματήσεις αυτή την αρετή πού κάνεις με το θέλημα σου καί να υπακούσεις σε όλα καί χωρίς διάκριση στη θέληση του ηγούμενου καί των Γερόντων της Μετάνοιας σου.
Έτσι ή προκοπή σου αυτή, θα είναι αληθινή καί πραγματική αρετή καί ευπρόσδεκτη στο Θεό, καί να είσαι βέβαιος πώς θα γλιτώσεις από το φούσκωμα πού σου φέρνει ό διάβολος καί τη φαντασία, πώς δήθεν κάνεις αρετή.
Τότε ό καλοπροαίρετος αυτός υποτακτικός, πάτερ Δαμασκηνός, έτρεξε στον ηγούμενο από τον όποιο ζήτησε συγχώρεση καί είπε ότι του λοιπού θα συμμορφώνεται με το θέλημα των Πατέρων καί θα κάνει υπακοή. Αυτή είναι ή πρόοδος καί πραγματική προκοπή
ΜΕ ΜΑΝΙΑ ΠΟΛΕΜΑΕΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΟΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟ
. Ό ηγούμενος, κατά συμβουλή του Γέροντα Δανιήλ, για να δοκιμάσει τον αδελφό Δαμασκηνό αν όντως μετανόησε αληθινά καί θέλει να διορθωθεί καί να κάνει υπακοή, του είπε: «Αδελφέ Δαμασκηνέ, αν θέλεις να κόψεις το θέλημα σου καί κατά Θεόν να προκόψεις από σήμερα σου δίνω εντολή, σύμφωνα με την οποία, δε θα βγαίνεις έξω στο προαύλιο του Μοναστηρίου και δε θα διαβείς την εξώπορτα του Μοναστηρίου για κανένα λόγο.
Ό αδελφός Δαμασκηνός, με χαρά δέχθηκε την εντολή αύτη, εφόσον μάλιστα, ήταν σύμφωνη και με το θέλημα του, πού έκανε και πρώτα. Άπ’ εκείνη την ήμερα δεν έβγαινε έξω από το Μοναστήρι για αρκετό χρονικό διάστημα.
Άλλα τι συνέβη όμως, ενώ με το θέλημα του, ό Πάτερ Δαμασκηνός, έκανε 10 χρόνια να βγει έξω από το Μοναστήρι, και τώρα πού έλαβε εντολή να μη βγαίνει έξω, δεν πέρασε ούτε ένας μήνας από την ήμερα πού έλαβε την εντολή αυτή, κι ό εχθρός της υπακοής διάβολος κίνησε τέτοιο πόλεμο, εναντίον του αδελφού αυτού, που δεν μπορούσε πουθενά να σταθεί ήσυχος, ούτε στην εκκλησία, ούτε στην προσευχή, ούτε στο φαγητό, ούτε στον ύπνο ακόμη, του βαλε σφοδρή επιθυμία να βγει οπωσδήποτε έξω από το Μοναστήρι.
Πήγε στον ηγούμενο, έπεσε στα πόδια του, τον παρεκάλεσε θερμά να του λύσει το επιτίμιο και την εντολή αυτή, για να μπορεί να βγαίνει κι αυτός έξω στο προαύλιο και στον περίβολο της Μονής.
Ό ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Στέφανος, κάλεσε πάλι τον Γέροντα Δανιήλ, να πάει στο Μοναστήρι του το συντομότερο γιατί το κακό έγινε ανυπόφορο.
Ό Μοναχός Δαμασκηνός, μόλις είδε το Γέροντα Δανιήλ στο Μοναστήρι, έπεσε στα πόδια του και με κλάματα τον παρεκάλεσε να μεσιτεύσει στον ηγούμενο να λύσει το επιτίμιο, διότι του είπε, «θα πέσω από το παράθυρο έξω και θα σκοτωθώ, δεν μπορώ να υποφέρω τον πόλεμο αυτόν, νομίζω πώς μ’ έχουν φυλακισμένο, θα σκάσω, δεν αντέχω άλλο».
Ό Γέρο – Δανιήλ, παρεκάλεσε τον ηγούμενο, ό όποιος έλυσε το επιτίμιο και έδωκε την άδεια στον Μοναχό Δαμασκηνό, να κάνει και να πορεύεται κι αυτός όπως και οι άλλοι Πατέρες.
Τότε, ό Γέρο – Δανιήλ, με την γαλήνη της ψυχής του ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, είπε στον αδελφό Δαμασκηνό: «Τώρα βλέπεις αδελφέ, ποια είναι ή πραγματική και ποια ή ψεύτικη αρετή, μπροστά στα μάτια του Θεού; Γι’ αυτό μην έχεις ποτέ εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Να κόβεις το θέλημα σου και να λες και συ με ‘κείνους τους ευλογημένους Πατέρες, τον Άββα Δωρόθεο και τους άλλους, πού όταν τους έλεγε ό λογισμός να κάνουν κανένα κρυφό πράγμα, καμιά κρυφή αρετή και προκοπή, τότε λέγανε στον εαυτό τους: «Ανάθεμα σε λογισμέ εσύ κι ή γνώσις σου». Να κόβεις πάντα το θέλημα σου και να κάνεις υπακοή, για να αποκτήσεις τη χάρι του Θεού, ή οποία θα σου χαρίσει ειρήνη λογισμών, γαλήνη ψυχής, καθαρό νου, αδιάλειπτη προσευχή και άκρα ταπείνωση και τότε κάθε κίνηση, κάθε διάδημα σου, θα είναι έργο υπακοής, πού θα σε παραστήσει ενώπιον του θρόνου της μεγαλοσύνης του Θεού, για να λάβεις το πολύτιμο στεφάνι της υπακοής και να ζεις αιώνια με τον αιώνιο και πλουσιοπάροχο μισθαποδότη θεό, τον Δεσπότη Χριστό και πρωτεργάτη της υπακοής Ιησούν Χριστόν τον Κύριον και Θεόν ημών».
Με τα λόγια αυτά του θεοφώτιστου Γέρο – Δανιήλ και την εργασία της υπακοής, ό αδελφός Δαμασκηνός, απέκτησε την μακάρια ησυχία των λογισμών και επιδόθηκε στην κατά Θεόν προκοπή, προς δόξαν Θεού, Πατρός, Υιού και Πνεύματος Αγίου. Αμήν.
ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΑΚΙ
Στα λεγόμενα σκαλοπάτια, μικρό δρομάκι πού είναι όλο σκαλοπάτια —σχεδόν από τη θάλασσα της Αγίας Αννης ως τη Μικρή Άγιάννα— εκεί λίγο κάτω από την Καλύβη, του περίφημου Πνευματικού Παπα – Σάββα, «Ή Άνάστασις του Κυρίου», σε ένα δέντρο βρίσκεται μικρή εικόνα, προ της οποίας παλαιότερα έκαιγε κλειστό φαναράκι. εκεί ό Μοναχός Μελέτιος των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια, περνούσε φορτωμένος με διάφορα τρόφιμα και ενώ έλεγε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ υιέ του Θεού ελέησον με», ευχή πού παντοτινά συνοδεύει κάθε μοναχό όπως και ή αναπνοή του, παραπάτησε και ξέφυγε από το στενό και δύσβατο δρομάκι και έπεσε με το φορτίο του γύρω στα τέσσερα μέτρα, όπου βρήκε στήριγμα το δέντρο αυτό, χωρίς να πάθει το παραμικρό, καί χωρίς το στόμα του να σταματήσει προς στιγμή τη θεία εκείνη προσευχή. Καί επειδή διαφυλάχθηκε αβλαβής, από την ενέργεια αυτή του ανθρωποκτόνου Σατανά, πού όπως του φάνηκε, σαν να τον έσπρωξαν, έφτιαξε καί τοποθέτησε εκεί την εικόνα της Παναγίας με το φαναράκι, προς δόξαν Θεού καί φύλαξη των διερχομένων από εκείνο το δύσκολο μονοπάτι, ήταν δε μαζί του καί ό Παπα – Θεοδόσιος από τη Μικρή Άγιάννα.

τα ησυχαστηρια των καρουλιον σαν αετοφωλιες

 

Καθώς μου διηγήθηκε, ό Πατήρ Δανιήλ των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια, ό Γέρο Φιλάρετος ήταν προϊστάμενος στην Ιερά Μονή του Σταυρονικήτα. Έφυγε δε άπ’ αυτήν, διότι τότε ήταν Ιδιόρρυθμη και ή ζωή των Πατέρων σ’ αυτήν δεν ήτανε κείνη πού είχε ό Πατήρ Φιλάρετος στη φαντασία του, γι’ αυτό έφυγε άπ’ αυτήν για να βρει περισσότερη ησυχία και ψυχική γαλήνη. Για να βρει ολοκληρωμένη ηρεμία του νου και να επιδοθεί σ’ αυτό πού επιθυμούσε ή ψυχή του, στη νοερά προσευχή. Έφυγε λοιπόν στην έρημο, πήγε στα Καρούλια κι έμεινε σε μια απομονωμένη Καλύβα.
Είχε κατά κόσμον μόρφωση, γιατί στην Καλογερική ήρθε σε μεγάλη ηλικία και με επίγνωση προτίμησε το Μοναχικό βίο, από τον έγγαμο, πού έχει πολλές φροντίδες και μέριμνες, και πολλές φορές απομακρύνεται από το Θεό.
Ήταν εγκρατής, λιγόλογος και σοβαρός, είχε την αδιάλειπτη προσευχή και συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατερικών συγγραμμάτων και αδιάκοπη μελέτη στα θεια θεωρήματα της ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Νύχτα – μέρα, αναλογίζονταν το μέγεθος της αγάπης του Θεού και Πατρός, προς τον αποστάτη και αχάριστο άνθρωπο, ώστε για χάρι του να θυσιάσει τον Μονογενή Υίόν Του, ό Όποιος πρόθυμα δέχθηκε να κάνει τη θυσία αυτή, με την ενσαρκη θεία οικονομία Αυτού, για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη σκλαβιά της αμαρτίας. Έφερνε μπροστά του σε ζωντανή εικόνα, την άκρα συγκατάβαση, την άκρα ταπείνωση, τα φρικτά πάθη, τους ονειδισμούς και τα ανείπωτα τρομερά μαρτύρια, πού, ως άνθρωπος τέλειος, έπαθε ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, και την αγάπη πού έδειξε, δείχνει και θα δείχνει προς τον αχάριστο, κακούργο και εγκληματία άνθρωπο, θαύμαζε μεσάτου τη μεγαλοπρέπεια, τη δόξα, τη χαρά και την ειρήνη του νου, πού κατεσκεύασεν, ό Κύριος ημών ‘Ιησούς Χριστός, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, μετά την ένδοξη τριήμερη Άνάστασί Του, όταν εμφανίστηκε στους μαθητές και αγίους αποστόλους Του και είπε«Ειρήνη υμίν, ειρήνη την εμήν δίδομι υμίν» (Ίωάν. ΙΔ’ 27) καί «λάβετε πνεύμα Αγιον αν τίνων άφήτε τάς αμαρτίας άφίενται αυτοίς, αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται». (Ίωάν. Κ’ 23). Έτσι ετοίμασε με το εμφύσημα την κατοικία του τελεταρχικού, καθαρκτικού καί αγιαστικού Παρακλήτου του Παναγίου Πνεύματος καί Θεού των όλων, όπως ό ίδιος είπε: «Ό δε Παράκλητος το Πνεύμα το Αγιον ο πέμψει ό Πατήρ εν τω ονόματι μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα καί υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν (Ίωάν. ΙΔ’ 28).
Με τη μελέτη καί αδολεσχία αυτή, πού όλο το 24ωρο ειχεν ό – Φιλάρετος, θεωρούσε τον άνθρωπο σαν ιδανική κατοικία του Πανάγαθου, τρισηλίου καί τρισυπόστατου Θεού, του Πατρός, του Υιού καί του αγίου Πνεύματος, όπως αναφέρει ό ίδιος ό Θεός στην αγία Γραφή: «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, καί ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, καί προς αυτόν έλευσόμεθα καί μονήν παρ’ ούτω ποιήσομεν» (Αυτόθι ΙΔ’ 23).
Άπ’ αυτά καί αλλά πνευματικά θεωρήματα θερμαινότανε ή καρδιά του, άναβε ή φλόγα του θείου ερωτά καί δινότανε ολόψυχα στη νοερά προσευχή καί σαν αποτέλεσμα πλημμύριζε ή καρδιά του από αγάπη προς όλους τους αδελφούς, προς όλους τους ανθρώπους, προς όλον τον κόσμο, ορατό καί αόρατο.
Από τα αισθήματα αυτά κινούμενος, για να ικανοποιήσει καί αισθητά, με την πράξη καί να βοηθήσει τους συνασκητές του, φύτευε σε κάτι ξεροπέζουλα πατάτες, οι όποιες, από την έλλειψη του νερού, γίνονταν μικρές καί καχεκτικές μεν, αλλά πολύ νόστιμες καί γευστικές. Τις πρόσφερε όλες στους γύρω του Ασκητές καί ερημίτες, λέγοντας τους, ότι Πατέρες καί αδελφοί, φέτος ό Θεός τις ευλόγησε καί έγιναν πολλές καί ότι δεν μπορεί να τις φάει μόνος του, ενώ για τον εαυτό του δεν κρατούσε ούτε μία, γιατί ήθελε από τους κόπους του να τρώνε οι άλλοι, για νάχει κι αυτός μισθό μιμούμενος τον Απόστολο Παύλο, πού έλεγε: «Αυτοί γινώσκετε ότι ταίς χρείαις μου καί τοις ούσι μετ’ εμού υπηρέτη σαν αϊ χείρες αύται… ότι ούτω κοπιώντες δει αντιλαμβάνεστε των άσθενούντων… μακαριόν εστί μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πραξ. Κ’ 34, 35). Το ίδιο έκανε καί με τα λάχανα, τα ραδίκια καί τα μαρούλια πού φύτευε καί όσα άπ’ αυτά γίνονταν, τα μοίραζε όλα στους Πατέρες, αυτός δε, έτρωγε τα πιο τραχεία χόρτα, τα οποία έβραζε, τα ανακάτευε με πίτουρα κι αυτό αποτελούσε την πιο ιδανική γι’ αυτόν τροφή.
Για να τιμωρεί τον εαυτό του δε φορούσε ποτέ παπούτσια ή αλλά υποδήματα, αλλά στα ανώμαλα και κακοτράχαλα εκείνα μέρη του Αγίου Όρους, περπατούσε με γυμνά πόδια, τελείως ανυπόδητος. Τα δε πόδια του, από τα πολλά κτυπήματα στις πέτρες και την αφόρητη ζέστη, πού κάνει στα μέρη αυτά το καλοκαίρι, είχαν σκληρυνθεί κι είχαν γίνει σαν το όστρακο της χελώνας.
Έτσι γύριζε σ’ όλους τους ερημίτες, μοίραζε τα λάχανα, τις πατάτες και το παξιμάδι πού του στέλνανε από τα πλησιέστερα Μοναστήρια κι έλεγε: «Πάρτε Πατέρες και αδελφοί, φάτε από την ευλογία και τα δώρα πού μας έδωκε φέτος ό Θεός».
Πολλές φορές, για να τον περάσουν για τρελό, έλεγε πολλά και ασυνάρτητα πράγματα, κι αυτό το έκανε με τόση φυσικότητα, πού πολλοί τον νόμιζαν για τρελό ή χαζό! Αυτός δε χαίρονταν και αισθάνονταν ικανοποιήσει, πού πολλοί αδελφοί είχαν πιστέψει πώς πράγματι είναι τρελός.
Εκ του λόγου τούτου, πολλοί τον κορόιδευαν, τον περιφρονούσαν ή και τον βρίζουνε ακόμη. Άλλοι πάλι τον δοκίμαζαν να δουν με ποιο σκοπό κάνει όλα αυτά τα πράγματα. Έτσι μια μέρα, ό Γέροντας των Δανιηλαίων Γερόντιος Μοναχός, ένας από τους πιο πρακτικούς και πεπειραμένους Μοναχούς, καλός αγιογράφος και άριστος μουσικός και ψάλτης, με πολλή σοβαρότητα, είπε στο Γέρο – Φιλάρετο: «— Αδελφέ Φιλάρετε, συγχώρεσε με άλλα είσαι υποκριτής και ψεύστης, γυρίζεις ξυπόλυτος και μας κάνεις τον άγιο, θέλεις με τον τρόπο αυτό να εντυπωσιάζεις τους ανθρώπους, για να πιστεύουν και να σε εγκωμιάζουν πώς είσαι άγιος άνθρωπος. Και συ πιστεύεις στα εγκώμια τους, φουσκώνεις και γεμίζεις από υπερηφάνεια και κενοδοξία. Ταλαίπωρε, δεν ξέρεις πώς θα κολασθείς πού κάνεις αυτά τα πράγματα και σκανδαλίζεις τους αδελφούς;»
Τούτο έκαμε ό Γέρο – Γερόντιος, μπροστά στο Μοναχό Δανιήλ τον νεώτερο, ό όποιος μου είπε και με βεβαίωσε πώς είδε το Γέρο -Φιλάρετο αμέσως μετά, από τα λόγια αυτά πού του είπε ό Γέρο -Γερόντιος, να βάνει μετάνοια, ζήτησε συγχώρεση και αφού σκανταλίστηκε ό Γέρο – Γερόντιος, του λοιπού όταν πήγαινε στο ησυχαστήριο των Δανιηλαίων φορούσε κάτι παλιά και πολύ μεγάλα παπούτσια, τα οποία είχε πάντα στο ντορβά του κι όταν πλησίαζε στο σπίτι τα έβαζε στα πόδια του, για να μη σκανδαλίζει τους αδελφούς.
Το τακτικό φαγητό του ήταν φραγκόσυκα, πού στην περιοχή των Καρουλιών βρίσκονται πολλά σαν φυσικά, διότι φαίνεται από πολύ παλιά χρόνια τα έχουν φυτέψει κι έχουν πολλαπλασιαστεί τόσο πού έχουν γεμίσει τα βράχια. Τα φραγκόσυκα λοιπόν φρέσκα ή ξερά τα ‘τριβε όπως είναι με τ’ αγκάθια, τα ανακάτευε με πίτουρα και τα έτρωγε άλλοτε ωμά κι άλλοτε ψημένα.
Είχε πολλή ευλάβεια στην Παναγία Θεοτόκο, κι όταν πρόφερε το όνομά της, τα μάτια του τρέχανε σα βρύσες τα δάκρυα. Όταν άκουγε ψαλμωδίες και μάλιστα να ψάλετε το «Άξιον εστίν» έκλαιγε και γέμιζε χαρά και ευφροσύνη ή καρδιά του.
Μια μέρα, ό πάτερ Δανιήλ, ρώτησε το Γέρο – Φιλάρετο: — Γέροντα Φιλάρετε, πολύν καιρό έχω πού σε παρακολουθώ, και βλέπω πώς όταν ψάλλουμε, αντί να χαίρεσαι όπως όλοι μας, εσύ κλαις, γιατί; Τι είναι εκείνο πού σε κάνει και κλαις; Αυτός τότε με δισταγμό είπε: «Πάτερ Δανιήλ, όταν ακούω να ψάλλουν οι αδελφοί, μεταφέρεται ό λογισμός μου, από τα γήινα στα ουράνια και μου φαίνεται πώς ακούω τους Αγγέλους του Θεού να ψάλλουν, τότε ευφραίνεται ή ψυχή μου και από τη χαρά μου τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Άλλοτε πάλι, αισθάνομαι την αμαρτωλότητά μου και κλαίω που δεν μπορώ κι εγώ να ψάλλω με τους επίγειους αυτούς Αγγέλους του Θεού, τότε και πάλι τρέχουν τα δάκρυα μου, γιατί λογίζομαι, πώς αν, με τους αδελφούς αυτούς εδώ στη γη, δεν μπορώ να συμψάλλω, τότε πώς θα αξιωθώ κι εγώ να δοξολογώ και να ψάλλω το όνομα Κυρίου του Θεού μας, με τα ουράνια Τάγματα των Αγγέλων να δοξολογώ και υμνώ τον Κύριο; Εγώ ό ανάξιος και αμαρτωλός; Και άπ’ αυτές όλες τις σκέψεις μου αδελφέ, τρέχουν τα μάτια μου δάκρυα χαράς και λύπης μαζί κι αρχίζω μέσα μου να δοξολογώ το πάντιμο, πανάγιο και μεγαλοπρεπές όνομα Κυρίου του Θεού μας».
ΤΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ
Όταν είχε περάσει σχεδόν τα 80 χρόνια της ηλικίας του, υστέρα από τη σκληρή άσκηση πού έκανε, ό Γέρο – Φιλάρετος, ήρθε σε φυσιολογική αδυναμία και το μεν σώμα του αδυνάτισε, ή δε ψυχή του, το φρόνημα και ή προθυμία για την πνευματική ζωή δυνάμωνε- και θέριευε πιο πολύ αντί να αδυνατίζει, και όπως λέγει ό απόστολος Παύλος: «Άλλ’ ει και ό έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, άλλ’ ό έσωθεν ανακαινούται ημέρα και ημέρα» και «Οίδαμεν γαρ οτι εάν ή επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον εν τοις ουρανοίς» (Β’ Κορ. Δ’ 16 και Ε’ 1) και «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, ή δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. ΚΣΤ’ 41).
Διαισθανόμενος και ό αββας Φιλάρετος ότι ό καιρός της εκδημίας του πλησίαζε, παρεκάλεσε τον Γέροντα των αδελφών Δανιηλαίων, Γερόντιο Μοναχό, να δώσει αδεία και ευλογία στα Καλογέρια Δανιήλ και Ακάκιο, να πάνε στην ερημική Καλύβα του, για να ψάλλουν προς δόξαν Θεού, διάφορους εκκλησιαστικούς ύμνους.
Ό Γέρων Γερόντιος, επειδή γνώριζε την πνευματική κατάσταση του Γέροντα Φιλάρετου, έδωκε ευλογία και στους δυο αυτούς καλλίφωνους ψάλτες, οι όποιοι, επειδή αγαπούσαν και ευλαβούτο το Γέροντα Φιλάρετο και για να πάρουν την ευχή του, με προθυμία πολλή και ευλάβεια, πήγαν στην Καλύβα του Γέροντα Φιλάρετου στα Καρούλια και με κατάνυξη έψαλλαν το «Παναγία Δέσποινα…», το «Μη καταπιστεύσης με…», «Τους του Αθω Πατέρας…» και άλλους ωραίους Αθωνικούς ύμνους.
Ό Γέρων Φιλάρετος, από τη χαρά του, τα δάκρυα, σαν δυο βρύσες τρέχανε, από τα μάτια του. Δόξασε μεγαλόφωνα το Θεό, ευχαριστούσε την Παναγία μητέρα του Χριστού και Θεοτόκο Μαρία και αφού γονάτισε, έκαμε θερμή προσευχή στο Δεσπότη Χριστό, προς τον όποιον είπε: «Να φυλάξεις Θεέ μου, αυτά τα αγγελούδια της ερήμου, τη συνοδεία των αδελφών Δανιηλαίων και να σκεπάζεις σε παρακαλώ, Χριστέ μου, όλα τα Καλογέρια, πού για την αγάπη σου από θείο ερωτά, αφήκαν τον κόσμο και τα εγκόσμια, μίσησαν τα ψεύτικα αγαθά της γης και ζητούν να απολαύσουν εκείνα τα επηγγελμένα αγαθά της μελλούσης ζωής τα αιώνια, τα οποία, με το στόμα του αποστόλου Σου Παύλου, μας είπες πώς: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβει, ό ητοίμασεν ό Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α’ Κορ. Β’ 9). Αυτά τα Καλογέρια, πού με τη δύναμη και χάρι σου, ήρθαν εδώ στον ιερό αυτόν τόπο, το Αγιον Όρος, σκέπασε τα από τις πλάνες και παγίδες του Σατανά, αλλά και όλους εκείνους πού ζήτησαν καταφύγιο στο λιμάνι αυτό, πού λέγεται «Περιβόλι της Παναγίας» και χάρισε τους νίψη στο νου, καθαρότητα και αγνότητα στην καρδιά και ψυχική σωτηρία σ’ όλο τον κόσμο. Σε ευχαριστώ Θεέ μου».

Σύγχρονοι άγιοι ο Γέρο-Ιγνάτιος Διονυσιατής.

 

Έτσι και στον Γέροντα Ιγνάτιο Διονυσιάτη, τα μετά θάνατον σημεία, που ο πανάγαθος Θεός ευδόκησε να δείξει, μας πληροφορούν για την άγια και ενάρετη ζωή που είχε ο ευλογημένος αυτός Μοναχός, ο οποίος για αντιμισθία της υπακοής και των πολλών πνευματικών του κόπων, έλαβε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Δηλαδή, προείδε και προείπε την κοίμησή του, και από την συνεχή και αδιάλειπτη προσευχή της μακαρίας και ζωτικής αυτής ευχής, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» η οποία είχε κολλήσσει και είχε γίνει ένα με την αναπνοή του, έλαβε την αγιαστική χάρι, όπως τα οστά και η αγία κάρα του, κατά την ανακομιδή, να ευωδιάζουν και να εκπέμπουν πνευματική και άρρητη ευωδία τόσο που όλοι οι Μοναχοί της Κοινοβιακής αυτής Μονής, έδωσαν δόξα στο Θεό, ο οποίος και στον Μοναχό αυτόν επιβεβαίωσε τα ιερά λόγια του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος που λέγει: «οπού ένδημήση o υπέρ φύσιν Θεός, υπέρ φύσιν λοιπόν καί τα πράγματα γίνονται».
Ο ευλογημένος αυτός Μοναχός δεν είναι από την χορεία των παλαιών εκείνων μεγάλων Αββάδων, αλλά είναι από τους σύγχρονους Πατέρες και Μοναχούς, διότι με την χάρι του Θεού κοιμήθηκε τον Ιούνιο του 1953 σωτήριο έτος και κατέταξε αυτόν ο Θεός στη χορεία των οσίων Αγιορειτών Πατέρων για να δοξάζει με τους αγίους Αγγέλους και όλους τους Αγίους τον πανάγαθο Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, τον οποίον από νεότητος αγάπησε και λάτρευσε.
Οι Διονυσιάτες Αββάδες Ιγνάτιος και Λάζαρος
O σεβαστός και αγαπητός μου, Διονυσιάτης Μοναχός Γέρων Λάζαρος, κοιμηθείς τον αιώνιο ύπνο πριν από λίγα χρόνια και τώρα βρίσκεται στην μακαρία χορεία των αγιορειτών Πατέρων, παρά τω αθανάτω και αιωνίω Βασιλεί και Θεώ ημών, μου διηγήθηκε κάποτε για τον Αββά Ιγνάτιο, που είπαμε πως κοιμήθηκε το 1953, ότι ο Μοναχός Λάζαρος, με τρόπο πολύ ταπεινό ρωτούσε, τον ευλογημένον αυτό Μοναχό Γέρο – Ιγνάτιο λίγο καιρό πριν να τον πάρει ο Κύριος στα ουράνια θεία Σκηνώματα, για την αρχή της πνευματικής ζωής.
Επειδή ο Γερο – Ιγνάτιος ήταν πολύ φειδωλός, σοβαρός και λιγόλογος, ο δε Γερο – Λάζαρος σαν το διψασμένο ελάφι ζητούσε κι αυτός να μάθει και γι’ αυτό του είπε μια μέρα: «Πάτερ Ιγνάτιε, θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μου πεις, πώς και με ποιο τρόπο μπορεί ο άνθρωπος γενικά και ιδιαίτερα ο Μοναχός να μπει στην πνευματική ζωή; Και από που θα πρέπει να αρχίσει;».
Πολύ ωφέλιμη διδαχή του Γέροντος Ιγνατίου
Ο Γέρο – Ιγνάτιος είπε στον Μοναχό Λάζαρο: «Πάτερ μου, με ρωτάς για πράγματα που δεν μπόρεσα ποτέ να ζήσω ο ίδιος και εφόσον δεν τα δοκίμασα με την πράξη, πώς μπορώ να τα πώ και να τα διδάξω στους άλλους;».
Τούτο έλεγε ο ευλογημένος από υπερβολική ταπείνωση και αυτογνωσία, διότι όπως από την συνέχεια θα δούμε, πως ο ίδιος αυτά τα είχε δοκιμάσει και είχε προχωρήσει αρκετά στην ταπείνωση, που είναι ο καλύτερος διδάσκαλος της αρετής.
Μα Γέροντα, επανέλαβε ο Πάτερ Λάζαρος, τόσα χρόνια στην Καλογερική ζωή που έχεις είμαι βέβαιος ότι, ο Θεός, ασφαλώς σου φανέρωσε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί ο άνθρωπος και μάλιστα πολύ περισσότερο ο Μοναχός, να μπει στον δρόμο της αρετής, της αυτοκυριαρχίας και του περιορισμού των λογισμών του.
Ο Γέρο – Ιγνάτιος σ’ αυτά είπε: «Ναί πάτερ Λάζαρε, εγώ όπως σας είπα -δεν γνωρίζω από δική μου πείρα, αλλά καθώς έχω ακούσει από εργάτες της αρετής, οι οποίοι είπαν ότι, εκείνο που μπορεί να ανοίξει την πόρτα, για την ενάρετη ζωή, κι εγώ νομίζω, πως θα πρέπει να είναι η άρνηση του εαυτού μας, όπως και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είπε: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, καί άρατω τον σταυρόν αυτού καί ακολουθήτω μοι» και «Ο εμέ ακολουθών ου μη περιπατήσει εν τη σκοτεία, άλλ’ εξει το φως της ζωής» και εξηγούμε, εκείνος που μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του. αυτός μπορεί εύκολα να σηκώσει τον Σταυρό του «καί άράτω τον Σταυρόν αυτού», κι όταν μάθει να σηκώνει «τον σταυρόν του», τότε αυτό είναι σημείο πώς μπορεί να ακολουθήσει και να βαδίσει στα ίχνη και στα βήματα της ζωής του Δεσπότου Χρίστου «καί άκολουθήτω μοι».
Εκείνος λοιπόν, πάτερ Λάζαρε, που θα κατορθώσει έστω και για λίγο να δοκιμάσει και να μπει στα ίχνη και να βαδίσει στα βήματα της ζωής, που μας δίδαξε και μας έδειξε ο Κύριος και ακολουθήσει το Χριστό, αυτός νομίζω αδελφέ μου, πώς έχει αποκτήσει την ταπείνωση του Κυρίου και δεν του χρειάζεται άλλη διδαχή. Και θα έχει ασφαλώς αποκτήσει το πρώτο χάρισμα του Θεού, που είναι η υπομονή.
Η υπομονή φέρνει στον εργάτη αυτόν, το δεύτερο κατά σειράν θείο δώρο, που είναι η διάκριση. Η δε διάκριση δίνει την δύναμη του ελέγχου των λογισμών, της αυτοκυριαρχίας και περιορισμού του νοός. Αλλά συγχώρεσε με, Πάτερ μου, που εγώ ο εμπαθής και αμαρτωλός σου κάνω το δάσκαλο.
Η οσιότητά σου ηλικία έχει και αρκετά χρόνια στην Καλογερική και εκείνα που δεν μπόρεσα να καταλάβω εγώ, ασφαλώς θα γνωρίζεις καλύτερα από μένα και με την πράξη θα έχεις μπει στο νόημα της πνευματικής ζωής και θα μπορείς πιο καλά να διδάξεις και άλλους αδελφούς και να τους οδήγησεις σαν καλός χειραγωγός στην εργασία της αρετής και της μακαρίας προσευχής, η οποία οδηγεί και μπάζει τον νουν μας μέσα στην καρδιά.
Κι όταν μπει ο νους στην καρδιά και θα λέει ακατάπαυστα την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησον με», τότε θα αρχίσουν να διαλύονται τα σύννεφα και τα σκοτάδια της αμαρτίας και των παθών και θα αρχίσει να πέφτει θείον φως του Κυρίου, που θα καθαρίσει και θα λαμπρύνει όλον το χώρο της καρδίας και θα κατοίκησει η χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Με τον τρόπο αυτόν και με τη δύναμη της χάριτος και δωρεάς του Παναγίου Πνεύματος θα συνομιλεί ο άνθρωπος με το Θεό, πρόσωπο με πρόσωπο και μόνος με μόνο τον Τρισυπόστατο και Τρισήλιο Θεό μας, είτε Μοναχός είναι, είτε απλός χριστιανός, είτε οποιανδήποτε ιδιότητα και αξίωμα κι αν έχει.
Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζεις αδελφέ, η Εκκλησία μας καθημερινά τιμάει και γιορτάζει Αγίους, οι οποίοι προέρχονται από όλες τις τάξεις των ανθρώπων: Πτωχούς, όπως είναι ο μεγαλύτερος Άγιος της Εκκλησίας μας, ο Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, Πλουσίους, όπως είναι οι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, Ιώβ, διάφοροι Βασιλείς, Στρατηγοί, Στρατιώτες, άρχοντες του λάου βουλευτές, και άρχοντες της Εκκλησίας, από κανδηλανάφτη, ψάλτη μέχρι αρχιερείς και Πατριάρχες.
Όλοι αυτοί, οι Προφήτες, Απόστολοι και το πλήθος των Μαρτύρων, των Οσίων και των άλλων Ταγμάτων της θριαμβευούσης Εκκλησίας της άνω Ιερουσαλήμ, συνέχισε να λέει ο Γέρων Ιγνάτιος, το δρόμο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, πιστά ακολούθησαν, όπως ο μακάριος πρωτοκορυφαίος των αποστόλων με παρρησία πολλή έλεγε: «Τον αγώνα τον καλόν ήγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειται μοι ό της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ό Κύριος εν εκείνη Ώ ημέρα, ό δίκαιος Κριτής, ου μόνον δε έμοί, αλλά καί πάσι τοίς ήγαπηκόσι την έπιφάνειαν αύτοΰ» (Β’ Τιμ. Δ 7, 8).
Έτσι σύμφωνα με τα ιερά λόγια αυτά του αποστόλου Παύλου, στεφανώθηκαν και ανταμείφθηκαν όλοι οι Άγιοι, τους οποίους όλος ο χριστιανικός κόσμος επικαλείται για βοήθεια και τους προσκυνάει τα αγία και ιερά Λείψανα και τις εικόνες τους σαν θεράποντες του Κυρίου.
Αλλά πρέπει όλοι μας να γνωρίζουμε ότι, αν δεν αρνηθούμε τον εαυτό μας, δηλαδή να υποταχθούμε και να κόψουμε το θέλημα μας. Αν δεν σηκώσουμε τον σταυρό μας, δηλαδή με χαρά και ευχαρίστηση να υπομένουμε τα βάσανα, τους πειρασμούς και τα σκάνδαλα του κόσμου τούτου, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το «Αρνίον» και να κερδίσουμε το Χριστό, όπως έκανε κι ο μακάριος Παύλος και όλοι οι Άγιοι, που έλεγε: «Δι’ ον τα πάντα εζημιώθην καί ήγοΰμαι σκύβαλα είναι ινα Χριστόν κερδίσω» (Φιλιπ. Γ» 8).
Δηλαδή, όλα τα ηδέα και ήδύνοντα ημάς, αυτά τα πράγματα που μας γλυκαίνουν και μας ευχαριστούν, όίν δεν τα μισήσουμε καί σαν σκουπίδια να τα λογαριάσουμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να επιθυμήσουμε τα αιώνια αγαθά του αλλού κόσμου, της άλλης ζωής, της αιωνίου βασιλείας των ουρανών, για τα οποία αγαθά, ο θείος Παύλος, που μέχρι τρίτου και εβδόμου ουρανού ηρπάγει, είπε: «α οφθαλμός ουκ είδε καί ους ουκ ήκουσε καί επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ήτοίμασεν ό Θεός τοις άγαπώσιν αυτόν» (Α’ Κορ. Β’ 9).
Αν λοιπόν δεν κάνουμε κι εμείς έτσι, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό εκεί που αυτός πήγε, δηλαδή στο Σταυρό. Κι αν δεν τον ακολουθήσουμε στο Σταυρό δεν θα αξιωθούμε να δούμε την Ανάσταση, την Οδό και την Ζωή, που είναι ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός:
Αλλά, εξακολούθησε να λέει ο Γερο – Ιγνάτιος στον Γερο -Λάζαρο, κι αν όλες αυτές τις πνευματικές αρετές αποκτήσουμε και στο Σταυρό ν’ ανέβουμε, αν δεν έχουμε την αληθινή ταπείνωση και την επίγνωση να λέμε και να το πιστεύουμε ότι «αχρείοι δούλοι έσμέν καί ο οφείλομεν ποιησαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ΙΖ’ 10), τίποτε δεν ωφελούμαστε.
Διότι αν δεν σκεπτόμαστε έτσι, δεν μπορούμε να μπούμε στην χώρα της πραγματικής αρετής. Αλλά και νοερά καρδιακή προσευχή αληθινή, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε, αν πρώτα δεν μπούμε στην περιοχή του άκρου αγαθού, στην κορωνίδα των αρετών και να αποκτήσουμε κι εμείς την αρετή εκείνη που λέγεται ΑΓΑΠΗ, η οποία είναι αυτός ο ίδιος ο προαιώνιος θεός. Και διότι χωρίς αγάπη, πραγματική αρετή δεν υπάρχει και κανείς χωρίς αυτήν ,δεν θα αξιωθεί να δει το θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, τη μόνη αληθινή ΑΓΑΠΗ.

Ο Γερο – Μιχαήλος στα Καυσοκαλύβια

 

Πριν από δεκαέξι χρόνια (1965) ο Γερο – Μιχαήλος, Γέροντας της Καλύβης «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» είχε ανιστορήσει μια εικόνα του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (διότι ήταν καλός αγιογράφος), την οποία εικόνα είχε μεταφέρει ο ίδιος στην νήσο Ρόδο.
Ο Γερο – Μιχαήλος, επί είκοσι και πλέον χρόνια είχε πάθει έλκος του στομάχου και κατά καιρούς υπέφερε από φριχτούς πόνους.
Όταν γύρισε από την Ρόδο, που παρέδωσε την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, στο πλοίο τον έπιασαν πάλι ισχυροί πόνοι και κάθονταν σε μια γωνιά κουβαριασμένος.
Στο ίδιο πλοίο συνταξίδευε και ένας γιατρός παθολόγος Παπανικολάου το όνομα. Ο γιατρός ρώτησε τον Γερο – Μιχαήλ «γιατί κάθεσαι έτσι μαζεμένος Πάτερ;» Και αφού έμαθε την αιτία του είπε: «Μη στενοχωριέσαι Γέροντα, θα σου δώσω εγώ ένα φάρμακο και θα γίνεις περδίκι», όπως μου είπε ο ίδιος ο Π. Μιχαήλ, όταν του έδωσε το φάρμακο και το ήπιε αμέσως υπεχώρησαν οι πόνοι, ανακουφίστηκε αρκετά και έτσι μπόρεσε και συνέχισε το ταξίδι άνετα.
Όταν έφτασε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στο Άγιον Όρος, δεκαπέντε ήμερες πριν από την εορτή του Αγίου Νεκταρίου, ο Γέρο – Μιχαηλος, μετά το Απόδειπνον και την Ιδιαίτερη προσευχή (τον κανόνα του) έπεσε να αναπαυθεί. Δεν πέρασε δε ούτε μια ώρα και άκουσε την πόρτα του δωματίου του να ανοίγει.
Από τον θόρυβο ξύπνησε και βλέπει μπροστά του έναν ιεροπρεπή σεβάσμιο Γέροντα. Στήν αρχή φοβήθηκε κι όταν συνήλθε από το φόβο, κοίταξε καλύτερα και βλέπει ότι έφερε εγκόλπιο και σταυρό στο στήθος.
Τότε ξεθάρρεψε και με κάπως έντονη φωνή είπε: «Ο άγιος Νεκτάριος!» ο οποίος του είπε: «Ηρθα να σου πω ότι δεν σε θεράπευσε ο γιατρός Παπανικολάου με τα φάρμακα του στο πλοίο αλλά από την στιγμή που πήγες την εικόνα μου στην Ρόδο, θεραπεύτηκες. Να δοξάζεις το Θεό και να τιμάς την Παναγία».
Όταν είπε αυτά, ο άγιος Νεκτάριος, έγινε άχραντος. Ο υποτακτικός του Γέροντα Μιχαήλ, Μοναχός Γαβριήλ, ο οποίος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, από την συζήτηση και τις έντονες φωνές του Γέρο – Μιχαήλ, ξύπνησε και βρήκε τον Γέροντα του να ψαχνει για να βρει τον άγιο Νεκτάριο.
Τότε και οί δυο τους κοίταξαν όλες τις πόρτες του σπιτιού και διεπίστωσαν πως όλες ήταν ερμητικά κλεισμένες και από μέσα ασφαλισμένες όπως τις είχαν οι ίδιοι κλείσει αποβραδύς.
Ο Γέρο – Μιχαήλ, αφού διηγήθηκε τα διατρέξαντα στον υποτακτικό του Μοναχό Γαβριήλ, πήγαν και οι δυο στην εκκλησία της Καλύβης, έκαμαν θερμή προσευχή, δέηση και δοξολογία στο Θεό και ευχαρίστησαν την Παναγία Θεοτόκο και τον θεράποντα τους αγιον Νεκτάριο.
Κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου
Σε συνέχεια καταχωρούμε εδώ επιστολή, του προ διετίας κοιμηθέντος τον αιώνιο ύπνο και απελθόντος στην αιώνια ζωή, μακαριστού Γέροντος Μιχαήλου Καυσοκαλυβίτου, με την οποία επιστολή αφηγείται ο ίδιος κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου, που έγινε στο Άγιον Όρος και το γράφει ο ίδιος στον ευσεβή και ευλαβέστατο χριστιανό και σε μας αγαπητόν εν Χριστώ αδελφόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον — Λυκούργου 16 Αθήνας — Το καταχωρούμε εδώ ακριβώς όπως ο ίδιος το έγραψε και το έστειλε:
«Προς τον ευσεβή χριστιανόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον
— Λουκούργου 16 ‘Αθήνας —»
κ. Θεόδωρε χαίρε εν Κυρίω και υγίαινε εν πάση Αγαπητέ Θεόδωρε σου γράφω με τη βοήθεια του Κυρίου ήλθα καλά και με τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου είμαι καλά… Θα σου γράψω και ένα ωραίο που συνέβη όταν ήρθα: Των Ταξιαρχών κάναμε θεία Λειτουργία στο Καλύβι μας που έχουμε εκκλησία του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» και την επόμενη που είναι του αγίου Νεκταρίου είπαμε στον Ιερέα πάλι να κάνουμε θ. Λειτουργία, για τα πολλά θαύματα που κατά καιρούς μου είχε κάνει ο άγιος Νεκτάριος. Και εφόσον διαβάσαμε τον εσπερινό και ΤΟ απόδειπνο, κατόπιν εγώ δεν είχα ύπνο και πήγαινα στην εκκλησία μας την νύχτα. Εκεί έρχεται μια ουράνια εύωδία τόσο που γέμισε όλο το σπίτι. Εγώ άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα της εκκλησίας αλλά η ευωδιά εκεί δεν έφευγε. Αφού σηκώθηκε ο πάτερ Γαβριήλ για τον Όρθρο μου λέγει, γέροντα ήλθε η χάρις της Παναγίας και των αγίων. Αφού τελειώσαμε ήλθε ο Ιερεύς ο Παπα – Αθανάσιος δια να λειτουργήσει και λέγει προς τον πάτερ -Γαβριήλ — τον υποτακτικό μου — αρώματα ερίξατε μέσα στην εκκλησία; κι εκείνος του λέγει όχι και εφόσον μπήκε μέσα στο Ιερό, τότε κατάλαβε ότι από την λειψανοθήκη — πού έχουμε στο Ιερό — έβγαινε η ευωδία εκείνη κι εμείς αλλοιωθήκαμε. Επί πέντε ημέρες κράτησε αυτή η ουράνια ευωδία. Ζωντανά πράγματα είναι η ορθόδοξος θρησκεία μας. Τι χαρά που είχαμε εκείνες τις μέρες δεν μπορώ να σου παραστήσω. Τους χαιρετισμούς σ’ όλους τους αδελφούς…
Με την εν Χριστώ αδελφική αγάπη Μιχαήλ Μοναχός Ιερά Σκήτη Καυσοκαλύβια «Ευαγγελισμός» Άγιον Όρος τη 12η Δεκεμβρίου 1978».
Αυτά ας τα δούν οι πλανεμένοι χριστιανοί και Μοναχοί, που
λένε πώς είναι ορθόδοξοι και με πολλή μανία και ασέβεια κακολογούν
και δυσφημίζουν τον άγιο Νεκτάριο Κεφαλά και ας αναλογισθούν τα
φριχτά επιτίμια και τις κατάρες που περιμένουν, τους ταλαίπωρους
αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι, ενώ είναι γεμάτοι αμαρτίες και παρανομίες, τολμούν να τα βάλουν και να καθυβρίζουν τους Αγίους που
επίσημα η Εκκλησία μας Συνοδικώς έχει αναγνωρίσει, ανακηρύξει
και κατατάξει στην χορεία των εορταζομένων Αγίων. Πολύ δε περισσότερο που ο Άγιος αυτός, από τούτη τη ζωή και μετά την κοίμησή του, αλλά και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κάνει πολλά καί μεγάλα
θαύματα!

Στην Σκήτη της Αγιάννας θαύμα της Θείας Πρόνοιας

 

Από την Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στην Σκήτη της Αγιάννας, ο Πάτερ Θεόκτιστος Μοναχός είχε βαρειά άρρωστο τον Γέροντα του Μακάριο Μοναχό.
Ο Γέρο – Μακάριος κατάγονταν από την Θεσσαλονίκη καί από την υπερβολική άσκηση έπαθε τρομερή εξάντληση καθότι δεν ήταν προικισμένος με φυσική αντοχή.
Ήταν ημέρα Κυριακή της Απόκρεω, κατά το σωτήριον έτος 1750 και ο Γερο – Μακάριος από την εξάντληση βρίσκονταν στα πρόθυρα του θανάτου, αλλά ήταν και Δίκαιος της Σκήτης.
Ο υποτακτικός του Θεόκτιστος Μοναχός, που ήταν και παραδικαίος καί είχε καί την φροντίδα του Κυριακού της Σκήτης, μετά από την θεία Λειτουργία, είχε μεγάλη στενοχώρια και αγωνία, τι φαγητό να δώσει στον Γέροντα του, για να μπορέσει κάπως να τονωθεί και να αναλάβει από την εξάντληση πού είχε. Με τη σκέψη αυτή, κατέβηκε στην παραλία μήπως βρει κανένα ψάρι, αλλά η θάλασσα ήταν τόσο ταραγμένη και φουρτουνιασμένη και καμία ψαρόβαρκα δεν φαινόταν να ξεμυτίσει κατακεί, μα ούτε και στο πέλαγο δεν περνούσε καμία. Τότε βαθιά συγκινημένος, με πίστη θερμή, γονάτισε καί έκαμε προσευχή στο Θεό καί παρακαλούσε καί την Θεοπρομήτορα του Χρίστου καί μητέρα της Παναγίας μας Αγία Άννα. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσευχή του αυτή ο Πάτερ Θεόκτιστος καί βλέπει πάνω στα αφρισμένα κύματα της θάλασσας να παιχνιδίζει ένα αρκετά μεγάλο ψάρι. Αμέσως με Θεού φώτιση έκαμε το σημείο του Σταυρού προς την κατεύθυνση, που βρισκόταν το ψάρι, καί το κύμα, ω των θαυμάσιων σου Χριστέ Βασιλευ! πέταξε έξω στην άμμο της παραλίας το ψάρι εκείνο. Γεμάτος χαρά ο Πάτερ Θεόκτιστος, πήρε το ψάρι, το πήγε στο Κυριάκο, που ήταν κατάκοιτος ο Γέροντας του, έφτιαξε φαγητό, από το οποίο έδωσε στον Γέροντα του, ο οποίος μια φορά έφαγε από το ψάρι εκείνο και πήρε τόση δύναμη που έγινε τελείως καλά και θεραπεύθηκε από την ασθένεια του.
Με το υπόλοιπο ψάρι, ο Πάτερ Θεόκτιστος, φιλοξένησε όσους βρέθηκαν στο Κυριάκο την ήμερα εκείνη Μοναχοί και κοσμικοί, και όλοι μαζί δόξασαν τον Πανάγαθο Κύριο και Θεόν «Τον θαυμαστόν εν τοις εργοις καί τοις Αγίοις Αυτού».

στον πυργο της νεας σκητης ο γερο δανιηλ (ΙΘ)αιωνα

 

Ένας άλλος προχωρημένος στην κατά Θεόν αρετή και προκοπή ήταν στη Νέα Σκήτη, ο Γέρο – Δανιήλ, ο όποιος ασκήτευε μέσα στο μεγάλο πύργο, πού έχει το εκκλησάκι της «Αγίας «Αννης», ήταν από τα μέρη της Κοζάνης, έκανε στους Πατέρες τον εργάτη, και πρόθυμος βοηθούσε πάντας χωρίς διάκριση. Μοναχός έγινε στην Καλύβα «Άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς».
α) Μια μέρα τον έβαλαν να τακτοποιήσει τα οστά: των κεκοιμημένων Πατέρων στο Κοιμητήρι της Σκήτης, ήταν Ιούλιος μήνας, από τη ζέστη και τον πολύ κόπο, κάθισε λίγο να ξεκουραστεί και τότε γύρισε με ευλάβεια και σεβασμό και είπε στα οστά: «Άγιοι Πατέρες, δεν κάνετε κι εσείς καμιά προσευχή και μεσιτεία στο Θεό και για μας τους αμαρτωλούς να σωθούμε οί ταλαίπωροι και να βρούμε έλεος, από τον πανάγαθο Θεό; Όταν είπε αυτά, παράδοξα, και με θαυμαστό τρόπο, μέσ’ από τα οστά βγήκε φωνή και του είπε: «Και βέβαια κάνουμε προσευχή, μεσιτεία κι ακατάπαυστη δέηση στο Θεό, για να σωθείτε, αλλά, αδελφέ, πώς είναι δυνατόν να σωθείτε, αφού σεις δεν θέλετε να έχετε τις απαραίτητες προϋποθέσεις: Την ακακία, την ταπείνωση και την αγάπη; Δεν ξέρετε από την αγία Γραφή, ότι ό Θεός αγάπη είναι και μισεί και σιχαίνεται τον εγωιστή και μνησίκακο άνθρωπο; Χωρίς αγάπη κανείς δε σώνεται!
Ρ) Ό Γέρο – Παντελεήμων με το γέροντα του Συμεών, μοναχοί και οί δύο, από πλανεμένη ιδέα, είχανε τελείως αποκοπεί από την κοινή εκκλησία του Κυριακού και από όλους τους Πατέρες της Σκήτης. Φτάσανε στο σημείο να παίρνουν από ένα. άλλο παπά – Γεδεών, πού ήταν κι αυτός πλανεμένος και αποκομμένος και δεν επικοινωνούσε με τους Πατέρες και την εκκλησία και οι τρεις αυτοί έκαναν λειτουργία στο σπίτι τους και κοινωνούσαν τα Μυστήρια μόνοι τους.
Ό Γέρο – Δανιήλ, με το διορατικό χάρισμα πού είχε από τον Κύριο, έβλεπε το σπίτι εκείνων και την εκκλησία τους να είναι γεμάτα Δαιμόνια που χόρευαν γύρω γύρω και δε φεύγανε με κανένα τρόπο.
γ) Άλλοτε πάλι, όπως ό ίδιος έλεγε, όταν επιδίδετο με θέρμη στη προσευχή και τη νίψη, πήγαιναν τα Δαιμόνια γύρω γύρω στο Πύργο πού έμενε και με πολλή μανία φώναζαν και πίεζαν το Γέρο -Δανιήλ και τουλεγαν να φύγει άπ’ εκεί και να πάει πάλι στο κόσμο ‘κει πού ήτανε πρώτα.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Ο ΟΣΙΟΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ


Ποιος είναι ο π. Γεώργιος Καρσλίδης σαν ιερεύς; Ο π. Γεώργιος γεννήθηκε στην Γεωργία της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Από μικρό παιδί άρχισε να γνωρίζει θλίψεις και πόνους στη ζωή του. Άλλος στη θέση του θα απογοητεύονταν, θα παραπονιόταν και θα λογάριαζε ως συνυπεύθυνο στο φόρτο της δοκιμασίας του τον Ύψιστο. Ο π. Γεώργιος Καρσλίδης όμως μέσα από πρωτόφαντους διωγμούς προσφυγιάς, σωματικούς τραυματισμούς, στερήσεις και πόνους, δεν έπαυσε να αγαπά και να δοξολογεί τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μέσα από τη καρδιά του. Τριών χρονών έμεινε πεντάρφανος. Έξι χρονών τον καταδιώκει βάναυσα ο αδελφός του. Έφυγε, εξορίστηκε σε μία σπηλιά γεμάτη χιόνι. Αλλά δεν βγήκε από το στόμα του λέξη βλάσφημη.
Συχνά ακούγεται από στόματα απίστων και δυσπίστων μια αντίρρηση. Ναι, σου λένε, παλαιότερα υπήρχαν ιερείς φωτισμένοι και θαυματουργοί. Τώρα όμως υπάρχουν τέτοιοι; Η απάντηση της Εκκλησίας είναι ότι υπάρχουν αλλά χρειάζεται ψάξιμο για να τους βρει κάποιος. Μαρτυρίες πνευματικών παιδιών του π. Γεωργίου αποδεικνύουν ότι ο π. Γεώργιος ήταν καλός ποιμήν διότι τους έλεγε πράγματα που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων προφητείες. Τους έλεγε, για παράδειγμα, ότι «θα έρθει καιρός που θα στείλει ο Κύριος αρρώστιες αθεράπευτες, ο κόσμος θα ψάχνει φάρμακα να θεραπευτεί και δεν θα βρίσκει». Ο π. Γεώργιος ήταν ακόμη προικισμένος με πολλά θεϊκά χαρίσματα. Αυτό όμως δεν ήταν πιστευτό από όλους τους ιερείς. Ένας δε εξ αυτών, ο πνευματικός Παπα-Χαράλαμπος συνιστούσε στα πνευματικά του παιδιά να μην επισκέπτονται ούτε να συμβουλεύονται τον π. Γεώργιο. «Ήρθες επιτέλους, παπα-Χαράλαμπε;», του είπε κάποτε ο Γέροντας μόλις τον αντίκρυσε. Τότε ο παπα-Χαράλαμπος έκπληκτος που τον γνώριζε χωρίς κάν να τον ξαναδεί και μετανοημένος για τη συμβουλή που είχε δώσει στα πνευματικά του τέκνα, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. (Από το στόμα της Κλειώς Κων/δου)
Ο π. Γεώργιος για να δυναμώνει τη πίστη του ποιμνίου του, τους έλεγε ότι αν έχουν πίστη και στη φωτιά να πέσουν δε θα καούν γιατί ο Θεός θα τους γλυτώσει. Μια Κυριακή πρωί εθεάθη κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να μην πατάει στη γη αλλά να είναι μετάρσιος. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)

Διδάγματα π. Γεωργίου Καρσλίδη Άρθρο του αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού




Όσα θα ακολουθήσουν αποτελούν σύντομη αναφορά σε διδαχές του π. Γεωργίου Καρσλίδη. Η ζωή του οσίου αυτού πατρός, όπως θα δείτε από τα λίγα που γράφονται παρακάτω, διδάσκει όχι μονάχα τους μοναχούς, τους ασκητές και τους ιερείς αλλά και όλους τους λαϊκούς. Το θέμα είναι άν δεχόμαστε τη διδασκαλία του.

Αμφιλοχίος Μακρής (1888-16.4.1970)



Είναι χαρακτηριστική και η περίπτωση του Γέροντα της Πάτμου Αμφιλοχίου Μακρή (1888-16.4.1970), ο οποίος απαιτούσε από τους εξομολογουμένους, σ' ένδειξη μετάνοιας, να φυτεύουν ένα δέντρο, επειδή -όπως έλεγε συνήθως- "όποιος φυτεύει δέντρο φυτεύει ελπίδα, φυτεύει ειρήνη, φυτεύει αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού".
Γέροντας Άνθιμος -Πνευματικός Αγιαννανίτης
M.M.: - Γέροντα πόσα χρόνια ασκείσθε ατό Άγιον Όρος;
A.A.: - Εις το Άγιον Όρος συνεπληρώθησαν τα εβδομήκοντα έτη της ανάξιας παραμονής μου.
M.M.: - Μέσα σ' αυτά τα εβδομήντα ολόκληρα χρόνια, γέροντα, χιλιάδες άνθρωποι θα έχουν ασφαλώς φθάσει στην καλύβη σας εδώ στη Σκήτη της Αγίας Άννης και άλλοι θα έχουν εξομολογηθεί στο πετραχήλι σας, άλλοι θα έχουν ζητήσει τις πολύτιμες νουθεσίες σας κι άλλοι απλώς θα πέρασαν να εξασφαλίσουν τις θεοπειθείς ευχές σας. Ποια είναι η εμπειρία σας από τους ανθρώπους αυτούς; Πώς αντιμετωπίζετε τον πόνο τού σύγχρονου άνθρωπου, γέροντα;
A.A.: - Άκουσε, παιδί μου. Ζούμε σε μια περίοδο που όλοι οι άγιοι και όλοι οι ευσεβείς παρακαλούσαν να μην βρίσκονται.
M.M.: - Μιλήστε μας, γέροντα, για την αποστασία αυτή, για την απομάκρυνση από το θέλημα τού Θεού.
A.A.: - Παιδί μου, ξέρεις τι θα πει αποστασία; Ο θείος Παύλος έγραψε στους Θεσσαλονικείς επιστολή που τους παροτρύνει να μην είναι σαν τους άλλους που δεν έχουν ελπίδα. Εκείνοι την παρερμήνευσαν και ο απόστολος αναγκάσθηκε να τους γράψει και δεύτερη επιστολή. Με εννοήσατε; Τους γράφει μεταξύ άλλων: Γιατί ξενίζεσθε και διαστρέφετε; Εγώ όταν ήμουν κοντά σας δεν σάς έλεγα ότι η Β' Παρουσία τού Κυρίου δεν θα γίνει τώρα, αλλά θα αργήσει;. Τους έβαλε, λοιπόν, ένα όριο, μεταξύ άλλων, λέγοντας: Δει πρώτον ελθείν την αποστασίαν, έως ότου αποκαλυφθή ο αρχηγός της αποστασίας (τουτέστιν, ο άνθρωπος, για να μη νομίζουν για τον άγγελο τον αποστάτη, τον εωσφόρο, τον οποίο “ανελεί ο Κύριος τη δυνάμει τού Πνεύματος”) όστις θα υψώση εαυτόν υπέρ πάν σέβασμα.... Σήμερα, λοιπόν, Βρισκόμαστε σ' αυτή την περίοδο. Υπάρχουν κι άλλοι που μας διαφωτίζουν περισσότερο. Είναι ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, Αθηναίος την καταγωγή (όχι σαν τα μαζέματα που είναι τώρα καταλάβατε;) από το πάλαι ποτέ κλεινόν άστυ κι όχι από τη Βαβυλώνα αυτής της Ελλάδος... Μάς δίδει σημάδια αισθητά. Εκεί στον λόγο του περί συντέλειας και περί αντίχριστου λέγει: Καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο Υιός τού Θεού και Θεός ένωσεν εις μίαν πίστιν πάντα τα έθνη, όταν ο αντίχριστος θα συνάξη το διασκορπισθέν γένος... Λοιπόν -όσον αφορά το πρώτο σημάδι, βλέπουμε ότι ακόμη δεν συνήχθησαν στην Παλαιστίνη όλοι οι Εβραίοι. Εκεί είναι το όρος των ελαιών. Εκεί πήγαινε ο Κύριος και προσευχόταν. Εκεί έγινε η φοβερά προσευχή εκεί και η προδοσία. Απ' εκεί ανελήφθη ο Κύριος. Εκεί ήτο ο ναός της Αναλήψεως, τον οποίο είχε κτίσει η αγία Ελένη. Όταν πήγαν οι Αγαρηνοί, διέδωσαν τις ασυναρτησίες τους. Μου έρχονται τώρα στο νου να σάς πω υπό μορφήν ερωτημάτων τα εξής: Οι πεθαμένοι τρώνε; Ασφαλώς όχι. Μήπως πίνουν; Όχι βέβαια. Πορνεύουν οι πεθαμένοι; Έ, όχι! Κι -όμως αυτά διακηρύσσουν! Μάλιστα. Μα και στο κουνούπι να τα πεις θα σε πει... άλογο!

Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον»




Ο π. Επιφάνιος ήταν μια προφητική και πατερική παρουσία στην εποχή μας που είχε σαν αποστολή να διακρατήσει ζώσα τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ότι πρέπει να αποβλέπει και να μιμείται τον της πίστεως Αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν, για να γίνει κοινωνός της Βασιλείας του Θεού.

Μια αποστολή που η εκπλήρωση της είχε σαν απαραίτητη προϋπόθεση τη συνεχή εν προσευχή επικοινωνία με την πηγή της Θείας Χάριτος, την Αγία Τριάδα για τη μέθεξη των υπερφυών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, και την επίτευξη της καλής εν Χριστώ αλλοιώσεως.
Παράλληλα δηλαδή με την προσπάθεια μεθέξεως των διά μέσου των αιώνων καρπών του Αγίου Πνεύματος με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και της πατερική ς θεολογίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση η επίτευξη της αδιαλείπτου προσευχής που αποτελεί την υψηλότερη από την μελέτη των Ιερών κειμένων έκφραση, απόδειξη και επισφράγιση της γνησιότητος της υψίστης αυτής αποστολής.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος Δια να μην αμαρτάνωμεν



( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος ,1884-1980 ) Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ της Ορθοδόξου Χριστού Εκκλησίας » Τόμος Α΄ Εκδόσεις : « Ορθόδοξη Κυψέλη » Στυλιανός Ν. Κεμεντζετζίδης
« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς.
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθ’ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετ’ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος… 2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατ’ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε. 3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει… 4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; … Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες. Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »

Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης Διδαχές προς κληρικούς



Εις Διάκονο: Πρόσεχε! Είσαι καλός τώρα, αλλά και Άγγελοι πέφτουν. Να κλείνεσαι στο δωμάτιο σου, να μελετάς, να προσεύχεσαι. Αν δεν είναι ανάγκη, να μη βγαίνεις έξω. «Κάθου εις το κελλίον σου, λέγει ό Ισαάκ Σύρος και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα». Ή Όσια Μαρία ή Αιγύπτια, τεσσαράκοντα έτη, έζησε εις την έρημοΝ και πρόσωπον άνθρωπου δεν είδε. Ξέρεις τι έπαθε;

- τι Γέροντα;
- Αγίασε!
Είσαι Ιερεύς; Να προσέχης, δεν ανήκεις εις τον εαυτόν σου. Είσαι σαν μια βελόνα στα χέρια του Θεού. Νάσαι καλός, να μη είσαι σα τη σκουριασμένη βελόνα πού δεν μπορεί να κάνη τη δουλειά της. Δια τον εαυτόν σου, δηλ. αδυναμίες, πάθη κλπ. να μην υπάρχεις. Το ράσο, ή συνθήκη σου είναι με τον Θεόν, να σε συγκλονίζει και να λες, τι θέλει τούτο, ΤΙ μου λέγει τούτο; Ναι ν' αγαπώ τον Θεόν και να εργάζομαι εις ότι με έταξε.
Εις κληρικό: Όσο μπορείς απέφευγε τα έξω. Κλείσου στο δωμάτιο σου. Σφίξε τον νουν σου ν' ανοίξει να δεις πνευματικόν φως. Να λέγεις πότε να φθάσεις στο δωμάτιό σου και να κλειστείς. Μελέτησε, προσευχήσου. Αν δεν θα είσαι ενισχυμένος, πώς θα ενισχύσεις άλλους; Και ό κόσμος τρέχει, ζητά την δίψα της ψυχής να ικανοποίηση από την Εκκλησία, από τα όργανά της, από το ράσο. Τι θα δώσεις αν δεν έχεις και πως θα έχεις αν δεν ζητήσεις από τον Θεόν; Να κοπιάζης στην προσευχή και μελέτη και θα ενισχύεσαι.
Ό κληρικός πρέπει σαν τα πολυόμματα να είναι, δηλ από παντού μάτια νά έχει, να είναι ακέραιος, δυνατός στον νουν, σοφός, άγιος.
Ένας ευλογημένος (Ιερέας) άρχιζε το βράδυ προσευχή και μέχρι το πρωί δεν χόρταινε. Στην εκκλησία, στα «Τα Σα εκ των Σων» έκλαιγε τόσο πολύ, πού δεν συνέχιζε για ώρα και όταν τον ρωτούσαμε, μας έλεγε: Πώς να συνεχίσω πού βλέπω τόσους αγγέλους γύρω από το θυσιαστήριο και μέσα στο Ποτήρια τον Κύριο μας να λάμπει.
Ό Γέροντάς μου, ό Μισαήλ, πριν να ανατείλει ο ήλιος, ανέβαινε στο βουνό. Με την εμφάνιση του ηλίου σήκωνε τα χέρια του και έτσι έμενε μέχρι πού βασίλευε. Ούτε έκάθητο, Ούτε το ένα, Ούτε το άλλο. Και το βράδυ τα ρούχα του Έσταζαν από τα πολλά δάκρυα. Είχε ζήλο και επιμέλεια.
Ποτέ μη κοινωνήσεις άνθρωπον, αν δεν ακούσης το όνομά του. Επίσης να προσέχεις να παίρνεις ολίγον Μαργαρίτη, όχι μεγάλον τεμάχιο.
Τον Ιεροκήρυκα να τον ακούτε, αλλά μη ζυγώνετε πολύ. Όλοι άνθρωποι είμεθα. Πιθανόν να διαπιστώσετε αδυναμίες και να πείτε άλλα λέει και άλλα πράττει.
Ή ελεεινή ασθένεια των ιερέων είναι ή φιλαργυρία.
Αλλοίμονον!
Όταν ό ιερεύς είναι φιλάργυρος, τότε θα πέσει και σε πολλά άλλα.
Να προσέχεις.
Ό διάβολος παντοίους τρόπους μεταχειρίζεται για να βλάψει τον κληρικό, διότι από ένα άγιον κληρικό, χιλιάδες ημπορούν να ωφεληθούν και να σωθούν, όπως και από έναν πού δεν αγωνίζεται, χιλιάδες να ζημιωθούν και αφανισθούν.