Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ανιέροι συναλλαγαί

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Ανιέροι συναλλαγαί
ΑΝΙΕΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΑΙ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Η ΕΠΟΧΗ μας εἶναι δύσκολη. Ὑπάρχει σύγχυση φρενῶν καὶ δολιότητα πράξεων. Ἔχουν καταπέσει πιὰ οἱ ἠθικοὶ φραγμοὶ καὶ ὅλα ἐπιτρέπονται χάριν τοῦ οἰκονομικοῦ ὀφέλους. Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι ἔχουν τὸ ἴδιο σκεπτικό. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχουμε εἰσροὴ χρημάτων στὸν τόπο μας, στὴν ἐπιχείρησή μας καὶ στὸ σπίτι μας, θυσιάζουμε τὰ πάντα. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τὸ χρῆμα, ἀπ᾽ ὅπου καὶ ἂν προέρχεται.Δυστυχῶς, στὸν πειρασμὸ αὐτὸ ἔχουν πέσει καὶ πολλοὶ Μητροπολίτες καὶ κληρικοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας,
ἀλλὰ καὶ Ἱερὲς Μονές, οἱ ὁποῖες ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὑπεράνω χρημάτων καὶ ἔχουν ὡς κύρια ἀποστολή τους τὰ πνευματικὰ κατορθώματα καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Πρέπει κάποια στιγμὴ νὰ ἀφυπνιστοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ βλέπουμε μὲ ἐπιφύλαξη τοὺς πλούσιους ἀνθρώπους, τοὺς διάφορους ὀργανισμοὺς ἀλλὰ καὶ τὰ κράτη, ποὺ προθυμοποιοῦνται νὰ μᾶς βοηθήσουν μὲ ἐντυπωσιακὰ ποσά. Νὰ βλέπουμε, νὰ πληροφορούμαστε καὶ νὰ διερωτώμαστε, γιατὶ μᾶς προσφέρουν; Σὲ τί ἀποβλέπουν; Τί θέλουν ὡς ἀνταλλάγματα; Γιατὶ ἕνας μασῶνος θέλει νὰ μᾶς βοηθήσει; Γιατὶ ἕνας ἑτερόδοξος προσφέρει σὲ κάποια Μητρόπολη; Τόσο μεγάλη ἀγάπη; Μήπως περιμένουν ἄλλα ὀφέλη; Μήπως μὲ τὶς προσφορὲς ἐξασφαλίζουν μελλοντικές μας ὑποχωρήσεις σὲ θέματα πίστεως, παραδόσεως; Ἀλήθεια, μπορεῖ σήμερα τὸ ἀναστηλωμένο καὶ ἀνακαινισμένο Ἅγιον Ὄρος νὰ ἀρνηθεῖ κάτι στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση; Τόσα ἑκατομμύρια ἔχουν δοθεῖ γιὰ τὴ διάσωσή του καὶ πῶς μποροῦν οἱ ἁγιορεῖτες νὰ μὴ συμφωνήσουν μὲ τὶς ὅποιες ἀποφάσεις της;
Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ κάτι στοὺς ποικίλους χορηγούς της; Ἀφοῦ χωρὶς πολλὴ σκέψη δέχεται ὅ,τι τῆς προσφέρουν, εἶναι φυσικὸ καὶ νὰ προσφέρει ὅ,τι τῆς ζητοῦν.Ἡ ἀνίερη συναλλαγὴ γιὰ τοὺς ὑπεύθυνους τῆς Ἐκκλησίας δὲν θεωρεῖται ἁμαρτία. Ἀντίθετα, θεωρεῖται εὐκαιρία, γιὰ νὰ πετύχουν αὐτὰ ποὺ διαφορετικὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ πετύχουν.Παίρνουν ὑλικὰ καὶ χάνουν πνευματικά, καθὼς ὑποχωροῦν καὶ σὲ θέματα πίστεως καὶ παραδόσεως. Ἔχει χαθεῖ πιὰ τὸ ὀρθόδοξο κριτήριο καὶ ἡ εὐαισθησία περὶ τὴν ἠθική.
Γιὰ πολλοὺς ἀξιωματούχους τῆς Ἐκκλησίας ἰσχύει τὸ «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα». Θὰ συμπλήρωνα καὶ τὶς προσφορὲς τῶν διαφόρων ἀντιχρίστων. Αὐτὸ σημαίνει πνευματικὴ πτώση. Καὶ ἂν ἕνας Ἀρχιεπίσκοπος, γιὰ παράδειγμα, δέχεται προσφορὲς ἀπὸ ἀντίχριστους, τί νὰ ποῦμε στὸ λαό; Μὲ ποιὸ σθένος θὰ τὸν ἐνημερώσουμε ὅτι μόνο οἱ καθαρὲς προσφορὲς πρέπει νὰ γίνονται δεκτές, προκειμένου νὰ ματαιώνονται τὰ σχέδια εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἐπιμελῶς καταστρώνουν οἱ διάφοροι ἑτερόδοξοι καὶ ἀλλόθρησκοι;
Ορθόδοξος Τύπος, 24/1/2014 και dtatsis.blogspot.gr

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό.

Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό.



Ο σατανάς τους ξεγελάει με αυτά που βλέπουν, δεν προβληματίζονται και δεν σκέφτονται ότι πρέπει να τα πουν στον πνευματικό. Τι τεχνίτης είναι ο διάβολος! Φοβερό!
Αν δεν προσέξει κανείς την φαντασία του, ο πειρασμός μπορεί να εκμεταλλευτεί  ακόμη και ένα απλό, φυσικό, γεγονός και να τον πλανέσει. Στην Μονή Στομίου, όταν διάβαζα τον εσπερινό τον χειμώνα, άναβα την σόμπα. Οι γυναίκες που ανέβαιναν καμιά φορά στο μοναστήρι είχαν παρατηρήσει ότι η εικόνα της Παναγίας στο τέμπλο, την ώρα του εσπερινού, έκανε κρακ-κρακ-εγώ δεν το είχα προσέξει- και έλεγαν η μία στην άλλη: «Την ώρα που διαβάζει ο καλόγερος την εσπερινό, η εικόνα της Παναγίας κάνει κρακ-κρακ». Όταν το άκουσα, είπα: «Για να δω την εικόνα που κάνει κρακ-κρακ». Όχι ότι δεν πιστεύω σε θεία γεγονότα· πιστεύω ότι η Παναγία και παρουσιάζεται και μιλάει και την βλέπουν όσοι έχουν πνευματική κατάσταση, αλλά χρειάζεται προσοχή. Ανεβαίνω λοιπόν σε μια καρέκλα και κοιτάζω. Τι συνέβαινε; Η εικόνα ήταν παλιά και είχε τρέσα χωνευτά. Όταν άναβε η σόμπα, ζεσταινόταν το τρέσο και με την διαστολή έκανε κρακ-κρακ. Έβαλα ένα καρφάκι και σταμάτησε ο θόρυβος. Ύστερα ρώτησα τις γυναίκες: «Ακούτε τώρα τίποτε;». «Όχι», μου είπαν. «Ε, μη δίνετε σημασία», τις είπα. Θέλει προσοχή, γιατί, αν καλλιεργηθεί σιγά-σιγά η φαντασία, όλη η ζωή του ανθρώπου πάει χαμένη.
-Γέροντα, πως καταλαβαίνει κανείς αν ένα γεγονός είναι πράγματι από τον Θεό ή αν είναι από τον διάβολο;
-Φαίνεται αυτό. Αν δεν είναι από τον Θεό, του φέρνει ο διάβολος λογισμούς υπερήφανους. Ύστερα, όσα κάνει ο διάβολος είναι χοντρά· φθάνει σε βλάσφημα πράγματα. Είχε έρθει μια φορά στο Καλύβι ένας πλανεμένος και δαιμονισμένος. Του είπα μερικά πράγματα και τον βοήθησα. Ξέρετε τι μου είπε; «Πρώτη φορά τα ακούω αυτά! Ούτε στο Ευαγγέλιο δεν τα έχω διαβάσει!». Δηλαδή σαν να μου έλεγε: «Τα είπες καλύτερα  από τον Χριστό». Κατάλαβες τι κάνει ο διάβολος, για να σου φέρει υπερήφανο λογισμό; Πάντως, αν δεν καταλάβει ο άνθρωπος ότι τίποτε δεν μπορεί να κάνει με την δική του δύναμη, αλλά, ό,τι κάνει, το κάνει με την δύναμη του Χριστού, και χίλια δαιμόνια να βγάλει  από δαιμονισμένους, πάλι τίποτε δεν κάνει.
Γεροντας  Παισιος  ΛΟΓΟΙ  Γ ΄

-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ

-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ








Νοικοκυριὸ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας
Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Λόγοι Δ΄. Νοικοκυριὸ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας
-Γέροντα, πῶς μπορεῖ μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ρυθμίση τὶς δουλειές της, ὥστε νὰ ἔχη χρόνο καὶ γιὰ προσευχὴ; Τί ἀναλογία δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑπάρχη ἀνάμεσα στὴν ἐργασία καὶ στὴν προσευχὴ;
-Οἱ γυναῖκες συνήθως δὲν ἔχουν μέτρο στὶς δουλειές τους. Θέλουν συνέχεια νὰ ἀνοίγουν δουλειὲς. Ἐνῶ ἔχουν πολλὴ καρδιά καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν πολὺ καλὸ νοικοκυριὸ στὴν ψυχή τους, ξοδεύουν τὴν καρδιὰ τους σὲ ἀσήμαντα πράγματα. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἔχουμε ἕνα ποτήρι μὲ ὡραῖα σχέδια, μὲ γραμμὲς κ.λ.π.
Καὶ ἄν δὲν εἶχε γραμμές, τὴν δουλειά του πάλι θὰ τὴν ἔκανε. Ἐκεῖνες ὅμως πᾶνε στὸ κατάστημα καὶ ἀρχίζουν: «Ὄχι, τὶς θέλω μέχρι ἐκεῖ τὶς γραμμές, ὄχι ἔτσι, ὄχι ἀλλιῶς». Καὶ ἄν ἔχη καὶ κανένα λουλούδι, ἔ, τότε εἶναι ποὺ σκιρτᾶ ἡ καρδιὰ!
Ἔτσι ἡ γυναίκα καταστρέφει ὅλη τὴν δυναμικότητά της. Σπάνια θὰ βρῆς κανένα ἄνδρα νὰ δώση προσοχὴ σὲ κάτι τέτοια. Καὶ ἄν ἕνα πορτατιφ λ.χ. εἶναι καφὲ ἤ μαῦρο, οὔτε ποὺ τὸ προσέχουν οἱ ἄνδρες.
Ἀλλὰ ἡ γυναίκα θέλει κὰτι ὄμορφο, χαίρεται, δίνει ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς της σὲ αὐτό, ἄλλο κομμάτι σὲ κάτι ἄλλο, ὁπότε τὶ μένει γιὰ τὸν Χριστό; Τὰ χασουμουρητὰ ἀπὸ τὴν κούρασή της στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἡ καρδιὰ τῆς γυναίκας ἀπὸ τὰ ὄμορφα, τόσο πλησιάζει τὸν Χριστό.
Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ δοθῆ στὸν Χριστό, τότε ἔχει μεγάλη δύναμη! Εἶδα μιὰ ψυχὴ αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ ἔχει ἀφεθῆ τελείως στὸν Θεό. Βλέπεις νὰ καίη μέσα της μιὰ γλυκειὰ φλόγα! Τὰ παίρνει ὅλα στὰ ζεστά. Ἦταν τελείως κοσμική, ἀλλὰ εἶχε καλὴ διάθεση καὶ κάποια στιγμὴ τινάχθηκε ἡ σπίθα μέσα της. Χρυσαφικά, λοῦσα, ὅλα τὰ πέταξε.

Τώρα ζῆ μὲ μιὰ ἁπλότητα! Ἀγωνίζεται, κάνει δουλειὰ πνευματική. Μὲ τί θυσία κινεῖται! Ζήλεψε τοὺς Ἁγίους μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Τί κομποσχοίνι, τί νηστεῖες κάνει, τί Ψαλτήρι διαβάζει!.... Φοβερό! Αὐτὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἄσκηση τώρα.
-Γέροντα, μιὰ μητέρα μοῦ εἶπε: «Εἶμαι ἀδύναμη σωματικὰ καὶ κουράζομαι πολὺ· οὔτε τὶς δουλειὲς προλαβαίνω νὰ κάνω, οὔτε χρόνος μοῦ
μένει γιὰ προσευχή».
-Νὰ ἁπλοποιήση τὴν ζωή της, γιὰ νὰ τῆς μένη χρόνος καὶ γιὰ προσευχή. Μὲ τὴν ἁπλότητα μιὰ μητέρα μπορεῖ νὰ κάνη πολλὴ προκοπή. Ἄν μιὰ μάνα ἔχει ἁπλοποιήσει τὴν ζωή της, ἀλλὰ κοπιάζει, γιατὶ ἔχει πολλὰ παιδιὰ, δικαιοῦται νὰ πῆ «κουράζομαι». Ἄν ὅμως χάνη τὸν χρόνο της κοιτάζοντας πῶς θὰ παρουσιάση τακτοποιημένο τὸ σπίτι της στοὺς ξένους, τότε τὶ νὰ πῆ κανείς;
Μερικὲς μητέρες, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα τακτοποιημένα στὸ σπίτι, περιορίζουν ἀσφυκτικὰ τὰ παιδάκια καὶ δὲν τὰ ἀφήνουν νὰ μετακινήσουν μιὰ καρέκλα ἤ ἕνα μαξιλάρι. Τοὺς ἐπιβάλλουν στρατιωτικὴ πειθαρχία, καὶ ἔτσι τὰ παιδιὰ, ἐνῶ γεννιοῦνται κανονικά, μεγαλώνουν δυστυχῶς βλαμμένα.
Ἕνας μυαλωμένος ἄνθρωπος, ἄν δῆ σὲ ἔνα σπίτι ποὺ ἔχει πολλὰ παιδιὰ ὅλα τὰ πράγματα στὴν θέση τους, θὰ βγάλη συμπέρασμα ὅτι ἡ τὰ παιδιὰ εἶναι βλαμμένα ἤ ἡ μάνα εἶνα βάρβαρη καὶ ἐπιβάλλει στρατιωτικὴ πειθαρχία.
Ὑπάρχει φόβος στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν, γι’ αὐτὸ πειθαρχοῦν. Μιὰ φορὰ εἶχα παέι σὲ ἕνα σπίτι μὲ πολλὰ παιδιά. Πόση χαρὰ μοῦ ἔδωσαν τὰ παιδάκια μὲ τὶς παιδικὲς ἀταξίες τους, ποὺ χαλοῦσαν τὴν κοσμικὴ τάξη-τὸ κάθε πράγμα στὴν θέση του. Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀταξία, ποὺ κουράζει πολὺ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο.
Παλιὰ δὲν ὑπῆρχαν πνευματικὰ βιβλία, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ μητέρες μὲ τὴν μελέτη. Τώρα ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ Πατερικά, ἕνα σωρὸ μεταφράσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ περισσότερες μητέρες ἤ ἀσχολοῦνται μὲ κάτι χαζὰ ἤ ἐργάζονται, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα.
Ἡ μάνα καλύτερα εἶναι νὰ ἀσχολῆται μὲ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, παρὰ νὰ καταπιάνεται σχολαστικὰ μὲ τὸ νοικοκυριό, μὲ τὰ ἄψυχα πράγματα. Νὰ τοὺς μιλάη γιὰ τὸν Χριστό, νὰ τοὺς διαβάζη βίους Ἁγίων.
Παράλληλα νὰ ἀσχολῆται καὶ μὲ τὸ ξεσκόνισμα τῆς ψυχῆς της, γιὰ νὰ λαμποκοπάη πνευματικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῆς μητέρας θὰ βοηθήση ἀθόρυβα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν της. Ἔτσι καὶ τὰ παιδιά της θὰ ζοῦν χαρούμενα, καὶ ἐκείνη θὰ εἶναι εὐτυχισμένη, γιατὶ μέσα της θὰ ἔχη τὸν Χριστό. Ἄν ἡ μάνα δὲν εὐκαιρῆ οὔτε ἕνα «Τρισάγιο» νὰ πῆ, πῶς θὰ ἁγιασθοῦν τὰ παιδιά της;
-Καὶ ὅταν, Γέροντα, μιὰ μάνα ἔχη πολλὰ παιδιὰ καὶ πολλὲς δουλειές;
-Ὅταν κάνη τὶς δουλειὲς στὸ σπίτι, δὲν μπορεῖ συγχρόνως νὰ προσεύχεται; Ἐμένα ἡ μητέρα μου μοῦ ἔμαθε νὰ λέω τὴν εὐχή. Ὅταν σὰν παιδιὰ κάναμε καμμιὰ ἀταξία καὶ πήγαινε νά θυμώση, τὴν ἄκουγα ποὺ ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅταν ἔβαζε τὸ ψωμὶ στὸ φοῦρνο, ἔλεγε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας». Καὶ ὅταν ζύμωνε καὶ ὅταν μαγείρευε, πάλι ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἔτσι ἁγιαζόταν ἡ ἴδια, ἁγιαζόταν καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ φαγητὸ ποὺ ἔκανε, ἁγιάζοταν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸ ἔτρωγαν.
Πόσες μητέρες ποὺ εἶχαν ἅγια ζωὴ εἶχαν καὶ ἁγιασμένα παιδιὰ! Νά, ἡ μητέρα τοῦ Γέροντα Χατζη-Γεώργη. Ἀκόμη καὶ τὸ γάλα αὐτῆς τῆς εὐλογημένης μάνας, ποὺ θήλαζε ὁ Γαβριήλ –τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα τοῦ Γέροντα Χατζη-Γεώργη- ἦταν ἀσκητικό!
Εἶχε ἀποκτήσει δὺο παιδιὰ καὶ ὕστερα ζοῦσαν μὲ τὸν σύζυγό της ἐν παρθενίᾳ, ἀγαπημένοι σὰν ἀδέλφια.
Εἶχε ἀσκητικὸ πνεῦμα ἀπὸ μικρή, γιατί εἶχε ἀδελφὴ μοναχή, ἀσκήτρια, τὴν ὁποία ἐπισκεπτόταν καὶ ἀργότερα μὲ τὰ παιδιὰ της.
Ὁ πατέρας τοῦ Γαβριήλ ἦταν καὶ αὐτὸς εὐλαβὴς καὶ ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἐμπόριο, γι’ αὐτὸ τὸν περισσότερο καιρὸ τὸν περνοῦσε στὰ ταξίδια. Αὐτὸ ἔδινε τὴν εὐκαιρία στὴν μητέρα του νὰ ζῆ ἁπλὰ, νὰ μὴ «μεριμνᾷ καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά»14, νὰ τὸν παίρνη μαζί της καὶ νὰ ἀγρυπνῆ μὲ ἄλλες γυναῖκες πότε στὶς σπηλιὲς καὶ πότε στὰ ἐξωκλήσια. Γι’ αὐτὸ μετὰ ἔφθασε σὲ τέτοια μέτρα ἁγιότητος15..
Ἡ εὐλάβεια τῆς μητέρας ἔχει μεγάλη σημασία. Ἄν ἡ μητέρα ἔχη ταπείνωση, φόβο Θεοῦ, τὰ πράγματα μέσα στὸ σπίτι πᾶνε κανονικά. Γνωρίζω νέες μητέρες ποὺ λάπμπει τὸ πρόσωπό τους, ἄν καὶ δὲν ἔχουν ἀπὸ πουθενὰ βοήθεια. Ἀπὸ τὰ παιδιὰ καταλαβαίνω σὲ τὶ κατάσταση βρίσκονται οἱ μητέρες.

14.Βλ. Λουκ. 10,41.
15.Βλ. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου. Ὁ Γέρων Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης, «Ἱ. Ἡσυχ. Εὐαγγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 6η ἔκδ. 2001.
Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Λόγοι
Δ΄.

ΗΛΙΑΣ   ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   18 ΜΑι 2012 

EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA¨{ΓΕΡ. ΠΑΙΣΙΟΣ

EΡHMITHΣ ΣTO ΘEOBAΔIΣTON OΡOΣ ΣINA¨{ΓΕΡ. ΠΑΙΣΙΟΣ}






                                                                                          Μακαρία ερημική ζωή

                Ο Γέροντας ζήτησε ευλογία να μείνη μόνος στην έρημο. Εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, που αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την αγία Κορυφή, και απέχει λιγώτερο από μία ώρα από το Μοναστήρι.
Διακόσια μέτρα πιο πάνω βρίσκεται η σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και λίγο πιο πίσω είναι η Σκήτη που έμενε η αγία Επιστήμη με τις άλλες ασκήτριες. Άγια μέρη, ευλογημένα. Παρ όλη την αυχμηρότητά τους, εμπνέουν αυτά τα βράχια. Εκεί ψηλά λοιπόν, σαν αετός, έστησε ο Γέροντας την φωλιά του, έκανε μάλλον την πολεμίστρα του ο αετός του πνεύματος.

Πολύ κοντά, «ωσεί λίθου βολήν», στο ασκητήριο είχε μια μικρή πηγούλα. Μάζευε το 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Έλεγε ο Γέροντας: «Πήγαινα με ένα τενεκάκι να πάρω νερό, για να κάνω τσάι ή να βρέξω λίγο το μέτωπο, λέγοντας τους χαιρετισμούς με ευγνωμοσύνη και τα μάτια μου πλημμύριζαν από δάκρυα. «Θεέ μου,» έλεγα, «λίγο νερό να πίνω˙ δεν θέλω τίποτε άλλο». Τόσο πολύτιμο ήταν αυτό το λιγοστό νεράκι γι αυτόν που ήθελε να ζήση εκεί στην έρημο. Αλλά και αυτό ο Γέροντας το μοιραζόταν με τα άγρια ζώα και τα διψασμένα πουλιά της ερήμου.

-             Γέροντα, πως ζούσατε στο Σινά; τον ρώτησε κάποιος.
Απάντησε: «Η τροφή μου ήταν τσάι με παξιμάδι που το έκανα μόνος μου. Έκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) και τα ξέραινα στον ήλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, που έσπαζαν σαν τζάμι. Καμμιά φορά έβραζα και ρύζι στουμπισμένο μέσα σε ένα κονσερβοκούτι. Αυτό ήταν και μπρίκι και κατσαρόλα και πιάτο και ποτήρι. Αυτό το κονσερβοκούτι και ένα κουτάλι λίγο πιο μικρό από της σούπας ήταν όλο το νοικοκυριό μου.
»Ακόμη, είχα μια φανέλλα, που την φορούσα τη νύχτα για να αντιμετωπίζω το κρύο. Έπινα και ένα τσάι μαύρο, για να με βοηθά στην αγρυπνία, και έβαζα και μια κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, που αντιστοιχούσε με άλλη μια φανέλλα. (Δηλαδή οι θερμίδες που του έδινε η παραπανίσια ζάχαρη ήταν σαν να φορούσε ακόμη μια φανέλλα). Είχα και μια αλλαξιά χοντρά ρούχα, γιατί τη νύχτα έκανε πολύ κρύο. Δεν είχα ούτε φανάρι, ούτε φακό, παρά μόνο έναν αναπτήρα, για να βλέπω λίγο στο σκοτάδι, όταν βάδιζα σε κανένα πέτρινο μονοπάτι με σκαλοπάτια. Τον χρειαζόμουν επίσης για να ανάβω καμμιά φορά φωτιά με φρύγανα, για να κάνω κανένα ζεστό. Είχα και λίγες τσακμακόπετρες και ένα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό για τον αναπτήρα. Τίποτε άλλο.
»Μιά φορά φύτεψα και μια ρίζα ντομάτα, αλλά μετά με πείραξε ο λογισμός μου και την ξερρίζωσα, για να μην προκαλώ τους Βεδουίνους. Μού φαινόταν αταίριαστο, οι φτωχοί Βεδουίνοι να μην έχουν ντομάτες, και εγώ που ήμουν καλόγηρος να έχω, έστω και μια ρίζα.
»Τήν ημέρα έλεγα την ευχή και έκανα εργόχειρο. Ευχή και εργόχειρο. Αυτό ήταν το τυπικό μου. Τη νύχτα έκανα μερικές ώρες μετάνοιες, χωρίς να τις μετρώ. Ακολουθία δεν διάβαζα, την έκανα με κομποσχοίνι.
»Για να μη με ενοχλούν οι περίεργοι, έκανα με πράσινη λαδομπογιά νεκροκεφαλές (σήμα κινδύνου) στα βράχια. Μιά φορά ένας τουρίστας Γερμανός θέλησε να ανεβή επάνω. Νόμισε ότι είναι ναρκοπέδιο, αλλά επειδή φαίνεται ήξερε από τέτοια, πρόσεχε που πατούσε και κατώρθωσε να φθάση μέχρι επάνω. Εγώ τον παρακολουθούσα από ψηλά. Τον άφησα να πλησιάση, μετά μπήκα στην σπηλιά του αγίου Γαλακτίωνος και τράβηξα ένα δεμάτι αγκάθια στην είσοδο. Έψαξε, αλλά δεν μπόρεσε να με βρή και γύρισε πίσω».
Απλοποίησε πολύ την ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όλες του τις δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Η έρημος ερημώνει τα πάθη. Όταν την σεβασθής και προσαρμοσθής προς την έρημο, σου δίνει να αισθανθής την παρηγοριά της», έλεγε αργότερα ο Γέροντας με νοσταλγία, εκφράζοντας με λίγες λέξεις την εμπειρία του από την Σιναϊτική έρημο.

                                                   
     Αγαπούσε ο Γέροντας να επισκέπτεται τόπους, όπου έζησαν ασκητές
                           τα μικρά ασκητικά σπήλαια. Αλλού σωζόταν μια μικρή στερνούλα, σε άλλα φαινόταν μαυρισμένος ο βράχος από την φωτιά που άναβαν κάπου-κάπου για να μαγειρεύουν. Τον ενέπνεαν και τον συγκινούσαν αυτά τα παλαιά ασκητήρια. Επισκέφθηκε και το ασκητήριο του αγίου Γεωργίου του Αρσελαίτου. Είναι μια πανέρημος κατάλληλη για αναχωρητές. Την Μεγάλη Σαρακοστή την πέρασε στο ασκητήριο του αγίου Στεφάνου, που αναφέρει και η Κλίμακα, κάτω από την αγία Κορυφή, με μεγάλη νηστεία, σχεδόν ασιτία. Είχε εκεί μόνο ένα τενεκεδάκι, για να βγάζη νερό από το πηγάδι που υπήρχε πιο κάτω, στον προφήτη Ηλία.
Είχε τυπικό να μη φοράη παπούτσια. Είχαν σχιστή οι φτέρνες του και έτρεχαν αίμα. Τα παπούτσια τα είχε στο ντορβά και τα φορούσε μόνο όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι ή συναντούσε κάποιον στον δρόμο. Για όποιον γνωρίζει τις συνθήκες της ερήμου, είναι πολύ οδυνηρό να βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στα βράχια ή στην άμμο. Την ημέρα καίνε τόσο πολύ, που οι Βεδουίνοι βάζουν αυγά στην άμμο και γίνονται μελάτα, ενώ τη νύχτα είναι τόσο κρύα τα βράχια, σαν να πατά κανείς πάνω σε πάγο.
Στο Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε δεκαπέντε ημέρες. Βοηθούσε στην ακολουθία και κοινωνούσε.

Λύει την ανομβρία
Όταν πρωτοπήγε στο Σινά είχε μεγάλη ανομβρία. Σε φυσιολογικές συνθήκες στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ αραιά. Τήν χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη νερού. Ένα καραβάνι ετοιμάσθηκε για να πάη να κουβαλήση νερό από μακρυά. Ο Γέροντας τους είπε: «Περιμένετε, μην πάτε απόψε». Τη νύχτα έκανε προσευχή και έβρεξε πολύ
.

Εργόχειρο κι ελεημοσύνες Το εργόχειρο του Γέροντα ήταν η ξυλογλυπτική. Ανέφερε ο ίδιος: «Έκανα σε ξύλο εικόνες σκαλιστές τον προφήτη Μωυσή να παίρνη τον Δεκάλογο. Τα ξύλα τα έκοβα μόνος μου. Πολλές φορές και τη νύχτα άνοιγα λίγο την πόρτα του Κελλιού και στο φως του φεγγαριού έλεγα την ευχή και γυαλοχάρτιζα και προετοίμαζα τα ξύλα. Για εργαλεία είχα μόνο δυό μαχαιράκια από ένα ψαλίδι Singer, που το έφερα από την Ελλάδα˙ το διέλυσα στα δύο, το ακόνισα και το έβαψα με λαδομπογιά πράσινη, για να μην αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και θαμπώνει τα μάτια μου.
»Τα εργόχειρα τα έδινα στο Μοναστήρι και τα πωλούσαν˙ γίνονταν ανάρπαστα από
τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνα τα έδινα σε γνωστούς ταξιτζήδες από το Κάιρο. Τούς έλεγα να ψωνίζουν ρούχα, καπελλάκια, μπισκότα, τρόφιμα κ. α. Μετά γέμιζα το σακκίδιο με ευλογίες και ρωτούσα που υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στις σκηνές τους, φώναζα πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζα τις ευλογίες.
Από την πολλή του αγάπη προς τα πλάσματα του Θεού ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του στην άκρη, κουραζόταν για να τους βοηθά, και δεν πήγε να προσκυνήση στα Ιεροσόλυμα, που τόσο επιθυμούσε, για να μη στερηθούν τα Βεδουϊνάκια τις ευλογίες του. Και αυτά καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη, που δεν είχε σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια, και τον υπεραγαπούσαν. Γινόταν σωστό πανηγύρι από την χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους
Αμπούνα Παίζι». (Στα Βεδουίνικα: πατήρ Παίσιος).
Αλλά και όταν τα Βεδουινάκια πήγαιναν στο ασκητήριό του με σκασμένα τα πόδια, επειδή περπατούσαν ξυπόλυτα, τους έβαζε κερί στα σχισίματα και τους έδινε και από ένα ζευγάρι σανδάλια. Σε άλλα μοίραζε καπελλάκια, για να μη τα ζαλίζη
«ο ήλιος, και ό,τι άλλο είχε.

«Ην εν τηΠαρουσιάζεται ο διάβολος και του λέγει:
- Πήδα κάτω, Παίσιε˙ σου υπόσχομαι, δεν θα πάθεις τίποτε.
Ο Γέροντας συνέχισε ατάραχος την ευχή και το εργόχειρό του. Δεν έδωσε σημασία στον διάβολο. Ο πειρασμός συνέχισε να τον παρακινή να πηδήση στον γκρεμό επαναλαμβάνοντας την ίδια υπόσχεση. Αυτό κράτησε μιάμιση ώρα περίπου.
Στο τέλος παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει στον γκρεμό λέγοντας στον διάβολο: - Άντε να σου αναπαύσω τον λογισμό σου.
Ο διάβολος, αφού απέτυχε να τον ρίξη στον γκρεμό, του λέγει δήθεν με θαυμασμό:
- Τέτοια απάντηση ούτε ο Χριστός δεν μου έδωσε. Εσύ καλύτερα απάντησες.
- Ο Χριστός είναι Θεός. Δεν είναι σαν και μένα τον καραγκιόζη. «Ύπαγε οπίσω μου σατανά
».
Και έτσι, με την ενοικούσα θεία χάρι, απέφυγε τον πρώτο πειρασμό να πηδήση στον γκρεμό, να τσακισθή στα βράχια˙ ακόμη απέφυγε και τον βαθύτερο γκρεμό της υπερηφανείας, να δεχθή τον έπαινο του διαβόλου, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τον Χριστό.

Εγκαταλείπει την γλυκειά έρημο
Ενώ ζούσε τέτοια ζωή και χαιρόταν που βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε από χρόνια, η υγεία του χειροτέρευε. πέφερε από πονοκεφάλους που οφείλονταν στην έλλειψη οξυγόνου λόγω του υψομέτρου.
Τελικά, όταν είδε να επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την γλυκειά έρημο του Σινά και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ +ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙCAAK ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2004
BIOΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΣΕΛ 161,162,163 ,
                                                    <,Ηλιας Χαιντουτης  >21 Δεκ 2011
...

διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου

Η διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου



          Η  διαθήκη του Γέροντα Παϊσίου

Του λόγου μου ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτόν μου, ίδα ότι όλες της εντολές του Κυρίου της παρέβην, όλες της αμαρτίες της έχω κάνη. Δεν έχει σημασία εάν, ορισμένες έχουν γίνη σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφριντικά, επειδή με έχει εβεργετίση πολύ ο Κύριος.
Εύχεσθε να με ελεήση ο Χριστός. Συνχωρέστε με, και συνχωρημένοι να είναι όσοι νομίζου...ν ότι με λύπησαν. Ευχαριστώ πολύ, και πάλη εύχεσθε.
Μοναχός Παΐσιος

Αυτό το ιδιόγραφο κείμενο του Γέροντα βρέθηκε αυτοτελές στο κελλί του «Παναγούδα», μετά την κοίμησή του. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 716-717

                                                                                     
You might also like:

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος



Φωτογραφία για 3508 - Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος

Ανακοίνωσις του Αρχιμ. Ιωσήφ,

Καθηγουμένου της Ι. Μ. Ξηροποτάμου,

στο διεθνές συμπόσιο «Το Άγιον Όρος χθες - σήμερα - αύριο»

της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,

Θεσσαλονίκη, 29 Οκτωβρίου - 1 Νοεμβρίου 1993.

Η μοναχική αναχώρησις

Οι Χριστιανοί που επέλεγαν τον δρόμο της χριστιανικής τελειότητος (παρθενίας, σωφροσύνης και ακτημοσύνης) μέσα στα πλαίσια της κοινοτικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας ωνομάστηκαν ασκητές, ενώ οι γυναίκες ασκήτριες ή παρθένες.

Οι πρώτοι ασκητές που βγήκαν από τις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου για να ζήσουν αρχικά στις παρυφές τους και αργότερα στην ακατοίκητη και απαράκλητη έρημο, ωνομάστηκαν αναχωρητές. Αν και ποτέ δεν έπαυσαν να υπάρχουν και οι εν τω κοσμω μεμονωμένοι ασκητές και ασκήτριες, (ιδιαίτερα κληρικοί και παρθένες), η ονομασία μοναχός καθιερώθηκε κυρίως για τους ασκητές της ερήμου, των αναχωρητικών λαυρών και των μαγάλων κοινοβίων. Η αναχώρησις, δηλ. η απομάκρυνσις από την ωργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία -με τις ανέσεις, τους πειρασμούς και τις δεσμεύσεις της- απετέλεσε ουσιώδες γνώρισμα του Ορθόδοξου μοναχισμού καθ' όλη την μακραίωνα ιστορία του. Ακόμη και στην περίπτωσι που η γεωγραφική απομάκρυνσις από τον κόσμο δεν ήταν μεγάλη, η διασφάλισις της πνευματικής αποστάσεως (ξενιτεία) και η αποφυγή των θορύβων και του περισπασμού (ησυχία) αποτέλεσαν βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξι του σκοπού της μοναχικής ζωής, που είναι η εσωτερική κάθαρσις από τα πάθη και η δια της προσευχής και της τηρήσεως των εντολών ένωσις με τον θεό.

Η αναχώρησις στο Άγιον Όρος σήμερα

Ένα τέτοιο τόπο αναχωρήσεως και ησυχίας απετέλεσε για τον Ορθόδοξο Μοναχισμό το Άγιον Όρος από τα τέλη του ενάτου αιώνος μέχρι σήμερα. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να υποστηριχθή ότι αυτό σήμερα αποτελεί και την μοναδική έρημο της Ορθοδοξίας, με την έννοια του γεωγραφικού χώρου του αφιερωμένου εξ ολοκλήρου στην μοναχική άσκησι, όπου αποκλείεται η εγκαταβίωσις λαϊκών και η είσοδος γυναικών και όπου ισχύει ειδικό καθεστώς μοναχικής αυτοδιοικήσεως βάσει πανάρχαιων κανόνων και τυπικών.

Πόσο εφικτή είναι όμως η αναχώρησις και η ησυχία στο Άγιον Όρος των δυσμών του 20ου αιώνος; Η ανάπτυξις των συγκοινωνιών και επικοινωνιών, το ογκούμενο ρεύμα των επισκεπτών, οι τεράστιες αναστηλωτικές ανάγκες, η υπογράμμισις της «πολιτιστικής» αξίας των αγιορειτικών μνημείων και κειμηλίων και η συνακόλουθη εξάρτησις από κοσμικούς φορείς εξουσίας, όχι πάντοτε αντιστοίχους εκείνων των Ορθοδόξων αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, έχουν φέρει τον «κόσμο» απειλητικά κοντά στο Άγιον Όρος, κάνοντας την αναχώρησι μια αρκετά πιο δύσκολη υπόθεσι από ό,τι ήταν μέχρι και το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνος.

Αν ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου του Αθωνίτη, Ιωάννη του Κουκουζέλη και Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν τελικά δυνατό να «κρυφτή» κανείς και να τηρήση την ανωνυμία του στο Άγιον Όρος, πόσο μάλλον δεν είναι δυνατό αυτό σήμερα, όταν με τις σύγχρονες τεχνικές ευκολίες η αλληλογραφία, τα τηλεφωνήματα και οι επισκέψεις των συγγενών και φίλων - τελευταία δε και οι κάμερες των τηλειπτικών καναλιών - εισβάλλουν και σ' αυτό ακόμη το κελλί του σημερινού επίδοξου αναχωρητή;

Όσον αφορά το ρεύμα των επισκεπτών γίνεται συνήθως η διάκρισις μεταξύ προσκυνητών και περιηγητών, ενώ σαφώς δεν κρύβεται μια κάποια προτίμησις για τους πρώτους. Όμως τόσο οι πρώτοι όσο και δεύτεροι βρίσκουν πιο εύκολα τον δρόμο για το Άγιον Όρος σήμερα, σε σημείο που, αν δεν ισχύσουν κάποια περιοριστικά μέτρα, να κινδυνεύη το Άγιον Όρος να πάθη σε πνευματικό επίπεδο κάτι αντίστοιχο με αυτό που παθαίνουν τα δάση, οι εξοχές και οι παραλίες, όταν τα κάνουμε αγνώριστα από το να συνωστιζώμαστε σ' αυτά κάθε λίγο, χωρίς να αφήνουμε το απαραίτητο περιθώριο για την ανανέωσί τους. Συνηθίζω να αναφέρω το παράδειγμα του κήπου με τα ευωδιαστά λουλούδια που ευφραίνει μεν τους επισκέπτες του - όταν αυτοί δεν υπερβαίνουν κάποιον ανώτατο αριθμό - αρχίζει όμως να καταστρέφεται, όταν αυτοί είναι τόσοι ώστε να συνωστίζονται και να καταπατούν τα φυτά και τα άνθη. Ισχύει λοιπόν και εδώ το λεγόμενο ότι «καταστρέφουμε εκείνον που αγαπούμε υπερβολικά».

Οι μοναχικές αδελφότητες και συνοδείες που ζουν μέσα σ' ένα συνεχές ρεύμα επισκεπτών, με ένα γενικό και συνεχή προσανατολισμό προς την φολιξενία και την συζήτησι - όσο πνευματική κι αν αυτή θέλη να είναι - αντιμετωπίζουν πολλά εσωτερικά πνευματικά προβλήματα, τα οποία μόλις τώρα αρχίζουμε να εκτιμούμε. Ο πρώτος εκείνος ενθουσιασμός για την πρόσφατη επάνδρωσι και κοινοβιοποίησι των αγιορείτικων μονών και η συναφής χαρά για τους πολλούς προσκυνητές που έρχονται να οικοδομηθούν από τους νέους Αγιορείτες υποχωρεί σήμερα μπροστά στην γενικώτερη περίσκεψι για το πως θα σταθεροποιηθή πνευματικά αυτή η νέα γενιά των μοναχών, με φανερή την έλλειψι της παρουσίας των «παλαιών» ανάμεσά της και μέσα σε συνθήκες σαφώς πιο αντίξοες, όσον αφορά τουλάχιστον την αναχώρησι και ησυχία.

Αν κατά τους Πατέρες ακόμη και η θέα των κοσμικών βλάπτει τον αρχάριο μοναχό, γιατί του θυμίζει όλα εκείνα που θέλει να ξεχάση και να αποτινάξη από την καρδιά του, τότε η καθημερινή παρουσία ανεξέλεγκτου αριθμού κοσμικών φιλοξενουμένων μέσα στα πλαίσια μιας μοναχικής αδελφότητος συνιστά πράγματι πρόβλημα ανανεώσεώς της. Από την άλλη μεριά κρίνεται ότι η ανάθεσις της φιλοξενίας των κοσμικών σε κοσμικούς εκτός του περιβόλου των Ιερών Σκηνωμάτων θα οδηγήσει σιγά-σιγά στην τουριστικοποίησι και εκκοσμίκευσι του Αγίου Όρους.

Αλλά και οι εργασίες αναστηλώσεως των μνημείων και συντηρήσεως των κειμηλίων απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητος των αδελφοτήτων και ιδιαίτερα των προεστώτων τους, με άμεσες συνέπειες την τακτική έξοδο των Αγιορειτών στον κόσμο για εξασφάλισι πόρων και τεχνογνωσίας και την συναφή όλο και μεγαλύτερη εξάρτησι της ζωής της αδελφότητος από κοσμικούς φορείς.

Εξ' άλλου οι αναστηλώσεις χρειάζονται υλικά, τα υλικά οχήματα και τα οχήματα δρόμους. Η τήρησις του μέτρου και της ισορροπίας στον τομέα αυτόν είναι πράγμα τόσο δύσκολο όσο και πολυσυζητημένο. Όμως οι δρόμοι φτάνουν όλο και πιο κοντά ακόμη και στα πιο απόμακρα ερημητήρια, ενώ μερικοί λαϊκοί που εισέρχονται με οχήματα μεταφέροντας κάποια υλικά δεν χάνουν την ευκαιρία και για έναν αυτοκινητιστικό γύρο του Αγίου Όρους, όσο κι αν αυτό συνεπάγεται πολλή σκόνη και ταρακούνημα.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε προσπάθεια των Αγιορειτών για την διατήρησι των στοιχειωδών συνθηκών αναχωρήσεως και ησυχίας στον Ιερό τους Τόπο έρχεται αντιμέτωπη με μια ποικιλία συμφερόντων, διεκδικήσεων και νοοτροπιών. Πόσο θα αντέξη η τελευταία αυτή μοναστική «έρημος» της Ορθοδοξίας σε μια μάχη που μάλλον χάθηκε για τα άλλα μοναστικά κέντρα της Παλαιστίνης, του Σινά, της Πάτμου και των Μετεώρων:

Αυτό ανθρωπίνως θα εξαρτηθή από την επιτυχία μιας πολυμέτωπης προσπάθειας στην οποία πρέπει να αποδυθούν οι σημερινοί Αγιορείτες, με κύριους άξονες:

α) την απώθησι των πάσης φύσεως κοσμικών αντιλήψεων και επιδιώξεων από τις τάξεις των ίδιων των μοναχών, έτσι ώστε να μην επιδεινώνονται εκ των έσω τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα, με την φιλόδοξη, φιλομέριμνη και άρα φιλόκοσμη στάσι των ίδιων των Αγιορειτών.

β) την διατήρησι και ομαλή λειτουργία του αρχαίου προνομιακού καθεστώτος αυτοδιοικήσεως του Αγίου Όρους, το οποίο, με την χιλιόχρονη ιστορία του και παρά τις ανθρώπινες ελλείψεις και ατέλειές του, αποτελεί - μετά Θεόν - την μοναδική εγγύηση για την αποτροπή κάθε έξωθεν επεμβάσεως, κάθε προσπάθειας χειραγωγήσεως μοναχών από τους μοναχούς, κάθε φιλόδοξου σχεδίου «αξιοποιήσεως», «εντάξεως» ή και «υποτάξεως» του Αγίου Όρους σε εφήμερες κοσμικές σκοπιμότητες και νοοτροπίες.

και γ) την διατήρησι και ενίσχυσι της οικονομικής αυτοτέλειας των αγιορείτικων μονών, διότι η υλική εξάρτησις αργά ή γρήγορα φέρνει και την πνευματική.

Ας προχωρήσουμε όμως και στο πρόβλημα της μαρτυρίας του Αγίου Όρους σήμερα.

Η μοναχική μαρτυρία

Ως γνωστόν, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο μέσα στην ζωή της Εκκλησίας. Η τελειότης της χριστιανικής ζωής, την οποία επιδιώκει και - κατά το μέτρο του αγώνος του - βιώνει ο μοναχός, γίνεται πρότυπο για τους αδελφούς τους που ζουν στον κόσμο και έτσι το παράδειγμά του και μόνο μαρτυρεί για την αλήθεια του Ευαγγελίου και το δυνατόν της τήρησεως ολοκλήρου του ευαγγελικού νόμου από τον άνθρωπο, αν αυτός δοθή ψυχή και σώματι στην αγάπη του Θεού. Αυτή είναι και η κύρια και πρωταρχική μαρτυρία του μοναχισμού στην Εκκλησία και στον κόσμο. Το ότι η αγιότης είναι κατορθωτή πιστοποιεί το ότι και η σωτηρία είναι αληθινή. Γι' αυτό και η Εκκλησία χωρίς μοναχισμό είναι κήρυγμα χωρίς τεκμήρια και διδασκαλία χωρίς πειστήρια.

Επειδή όμως ο μοναχισμός βιώνει την χριστιανική ζωή με μεγαλύτερη τελειότητα, έχει την δυνατότητα και να την υποδεικνύει με περισσότερη ακρίβεια. Έτσι η τεράστια και ανεκτίμητη συμβολή στην ορθή διατύπωση του δόγματος, στην διαμόρφωσι της λατρείας, στην διαποίμανσι και την ιεραποστολή, στην διάδοσι της ευαγγελικής ηθικής και της γνήσιας πνευματικότητος, εκπορεύονται μέσα από το ίδιο το βίωμά του και αποτελούν ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της αποστολής του.

Ήδη ο πρώτος αναχωρητής και Καθηγητής της Ερήμου, ο Μέγας Αντώνιος σηματοδότησε με το παράδειγμά του την κατοπινή πορεία του μοναχισμού, όταν έτρεχε στην πιο ψηλή θέση του αμφιθεάτρου, για να ενισχύση τους διωκόμενους μάρτυρες και να μαρτυρήση - αν το επέτρεπε ο Θεός - και ο ίδιος. Τον μιμήθηκε μια ολόκληρη χορεία πνευματοφόρων Οσίων και Ομολογητών από τους Αγίους Θεοδόσιο και Σάββα μέχρι τον Αγιορείτη Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους Κολλυβάδες, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους αγώνες της Εκκλησίας κατά του μονοφυσιτισμού, του μονοθελητισμού, της εικονομαχίας, της δυτικής νοησιαρχίας, της Ουνίας και τόσων άλλων επιβουλών κατά του ορθού δόγματος και της λογικής λατρείας της.

Αλλά και η σχεδόν αποκλειστική προτίμησις των μοναχών στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των ψυχών, από τα πρώτα κιόλας χρόνια που η Εκκλησία χρησομοποίησε αυτό το είδος της ποιμαντικής διακονίας, μαρτυρεί από μόνη της για την καθολική αναγνώρισι του μοναχισμού ως κατ' εξοχήν θεματοφύλακος του προφητικού χαρίσματος μέσα στην Εκκλησία.

Πόσο όμως είναι εφικτή η βίωσις αυτού του είδους της μοναχικής μαρτυρίας στο σημερινό Άγιον Όρος και ποιοί είναι οι παράγοντες που την επηρεάζουν;

Η μαρτυρία του Αγίου Όρους σήμερα

Η μαρτυρία της ζωής δίδεται επί τόπου στα κοινόβια, στα κελλιά και στις ερήμους και «μετα-δίδεται» από τους ευλαβείς προσκυνητές και τους θαυμαστές της συγγραφείς και δημοσιογράφους. Είναι ίσως κατώτερη από εκείνη που έδιδαν πολλοί μοναχοί περασμένων γενεών, αλλά πάντως εμπνέει τον κατά πολύ ασθενικώτερο Χριστιανό της εποχής μας. Ο μόνος εξωτερικός παράγων που θα μπορούσε να επηρεάση αρνητικά την λειτουργία της θα ήταν η στέρησις της ίδιας της δυνατότητος αναχωρήσεως από τον κόσμο και εν ησυχία βιώσεως της μοναχικής ζωής.

Η μαρτυρία του λόγου δίδεται με τον προφορικό και τον γραπτό λόγο, είτε συλλογικά, σε έκτακτες περιπτώσεις, από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, είτε προσωπικά, από τον μεμονωμένο Αγιορείτη που αισθάνεται να νομιμοποιήται για κάτι τέτοιο από τα πατροπαράδοτα μοναχικά θέσμια. Το αν όντως «έχει την ευλογία» να το κάνη, πιστεύω ότι καταδεικνύεται πάντοτε από το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της ενεργείας του, αν και αυτό παραμένη πάντοτε ένα εσωτερικό και πνευματικό ζήτημα για κάθε μοναχό και για κάθε αδελφότητα. Εν πάση περιπτώσει όμως, αυτού του είδους η αγιορειτική μαρτυρία αναμένεται να είναι αυθεντική μετάδοσις του ανόθευτου χριστιανικού κηρύγματος και γι' αυτό χαίρει μεγάλου κύρους στο πλήρωμα της Εκκλησίας.

Σαν εξωτερικοί παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται αυτή η μαρτυρία του λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν οι εξής:

α) Η λανθασμένη εντύπωσις ανταγωνισμού προς την εκκλησιαστική αυθεντία που δημιουργείται, όταν η γνώμη των Αγιορειτών προηγείται ή και διαφέρει από εκείνην των εν τω κόσμω ποιμένων και διδασκάλων, δημιουργεί σίγουρα κάποιες αναστολές στους Αγιορείτες, όταν πρόκειται για μια δημόσια ή και ιδιωτική τοποθέτησι σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία.

β) Ο σκεπτικισμός και η απροθυμία πολλών συγχρόνων ανθρώπων στο να δεχθούν το απόλυτο και ακραιφνές ευαγγελικό μήνυμα, το οποίο εκφράζει συνήθως ο μοναχισμός, και η ολέθρια εισβολή του σχετικισμού και ενός πρωτοφανούς συγκρητισμού στον χώρο του θρησκευτικού «πιστεύω» κάνει τους Αγιορείτες αρκετά επιλεκτικούς, οσον αφορά το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

γ) Η λόγω αναστηλωτικών αναγκών αυξανόμενη εξάρτησις των αγιορειτικών μονών από την κοσμική εξουσία, με την οποία όμως υπάρχει σαφής αντιπαράθεσις όπως η αποχριστιάνισις του κράτους, η περί αιρέσεων νομοθεσία, το οικογενειακό δίκαιο, οι αμβλώσεις, οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες κ.λ.π., δημιουργεί αναμφισβήτητα εσωτερικές συγκρούσεις και προβλήματα.

Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι σημερινοί Αγιορείτες ηγούμενοι και πνευματικοί πατέρες καλούνται και προκαλούνται πολύ πιο συχνά να τοποθετηθούν ιδιωτικά και δημόσια σε επίκαιρα θέματα, κάτι που κάνει τον ρόλο τους πολύ δυσκολώτερο από ότι σε προηγούμενες εποχές. Το πλησίασμα όμως του «κόσμου» και η ελάττωσις της ησυχίας μπορεί να επηρεάση αρνητικά την ποιότητα και αυθεντικότητα της σημερινής αγιορειτικής μοναχικής μαρτυρίας, είτε αυτή δίδεται με την ζωή είτε με τον λόγο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθή ότι η γνησιότης και η δύναμις της μοναχικής μαρτυρίας είναι ευθέως ανάλογη με την δυνατότητα βιώσεως της μοναχικής αναχωρήσεως κάτι που - δόξα τω Θεώ - εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος και είθε ο Θεός να μην επιτρέψη ποτέ να χαθή.

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους

Αρχιμανδρίτης Ιωσήφ

Όταν ό άνθρωπος λέει τήν "ευχή"

Όταν ό άνθρωπος λέει τήν "ευχή"




Η Γερόντισσα Μακρίνα, σέ αδελφές τής Μονής...

Όταν ό άνθρωπος λέει τήν "ευχή" (Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με), δέν μπορεί νά εκδηλώνεται, νά φωνάζει καί νά μιλάει. Η Χάρις του Θεού τόν κάνει πράο, ταπεινό. Είναι αδύνατον ό Θεός νά μήν μαλακώσει τήν καρδιά του. Όταν λέει τήν "ευχή", πόση γλυκύτητα αισθάνεται! Η αργολογία, η μεμψιμοιρία, οι συζητήσεις διακόπτουν τήν επικοινωνία μέ τόν Θεό καί φέρνουν ταραχή. Δέν συγκρατείται η μιά καί λέει τόν λογισμό της στήν άλλη καί η άλλη φορτωμένη σπέρνει τό κακό καί μετά δέν μπορεί ούτε προσευχή ούτε τά καθήκοντά της νά κάνει ούτε τό κελλί (σπίτι) της
τής αρέσει ούτε μπορεί ν' αναπαυθεί πουθενά. Χρειάζεται ταπείνωση στήν ψυχή μας. Διά τής ταπεινώσεως θά σωθούμε. Ο Θεός θά δώσει πολλή Χάρι. Ο άνθρωπος διά τής "ευχής" αισθάνεται θεία παρηγοριά, ουράνια μεγαλεία.

από τό βιβλίο: Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου, Λόγια Καρδιάς, Ιερά Μονή Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριά Βόλου.

Πόσα από αυτά πού λέει στίς Μοναχές, δέν ισχύουν καί γιά εμάς πού ζούμε στόν κόσμο; Γιατί όπως λέει καί ό Άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος: " Φώς μέν Μοναχοίς, Άγγελοι. Φώς δέ κοσμικοίς Μοναχοί".

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ.

Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ.



Ο π. Νικόλαος Μακαρασβίλι έλεγε ότι η επαφή με τον π. Γαβριήλ, η υπακοή και ο δρόμος της αρετής τον δίδαξε πως ο άνθρωπος, καθώς προχωρά στην πνευματική ζωή, ανεβαίνει την εξής κλίμακα:

1.         Αμαρτωλός.

2.         Άνθρωπος που τηρεί τις δέκα εντολές.

3.         Πιστός, δοκιμασία του Αβραάμ.

4.         Ιερομόναχος, μαθητής, εκείνος που αναζητά τη γνώση.

5.         Υπακοή μόνο στον Θεό κι όχι στον άνθρωπο.

6.         Αντίληψη του πνεύματος του άλλου (διόραση).

7.         Άγιος.


Κάποιες φορές που παρακαλούσαν τον Γέροντα να τους ευλογήσει, εκείνος έλεγε:
—        Ο Θεός να σε ελεήσει, όταν εσύ ελεείς τον βασανισμένο σαν εσένα άνθρωπο.


Ή έβαζε το χέρι στο κεφάλι του πιστού και έλεγε θερμά:
—        Ο Θεός να ευλογεί όλους τους δικούς σου και να σώζει όποιους θέλεις εσύ να σώζει. Ο Θεός να ελεεί όλους, όποιους θέλεις να ελεεί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995) Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

†. 04. ΠΕ 09-01-2014, Β' ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ, ΚΕΦ.1, ΣΤΙΧ. 04-05


Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

"ΘΕΛΕΙ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΠΕΙ Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ" .

"ΘΕΛΕΙ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΠΕΙ Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ"
15Γέροντα, τι θα με βοηθήση να μην κατακρίνω;
- Όλα είναι πάντοτε έτσι όπως τα σκέφτεσαι εσύ;
- Όχι, Γέροντα.

- Ε, τότε να λες: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά∙ πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο- πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του.Αν φέρη στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγη την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.

Κι εγώ, όταν ήμουν νέος ,είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβεια, ό,τι μου φαινόταν στραβό ,το έκρινα. Γιατί, όταν στον κόσμο ζη κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπη πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπη αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά να βλέπη τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνη. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατεί έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι…».

Ξέρετε τί είχα πάθει μια φορά ; Είχαμε πάει με ένα γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλη, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη∙ παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της∙ με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της … Είχα αγανακτήσει.

Βρέ, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τί με κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δε μου μίλησε!» . «Καλά, μου έλεγε μετά η μητέρα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα.

Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η ίδια σου η αδελφή και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων… Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πη να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθή στον πόλεμο! Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της∙ πραγματικά ,μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της.

Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει!». Ω, μετά ξέρετε πώς με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό; «Για δες, είπα, εσύ να κάνης τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μεσ’ στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου… και αυτή η φουκαριάρα να έχη χάσει το παιδί της και να έχη τον καημό της!».
   
Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι∙ τι έγιναν τα μπετόνια;». «Μα, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς τόκανε αυτό, να πάρη λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα… Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσης από την νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»!

Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά ,είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη την φουκαριάρα∙ τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν».

Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά ,είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία- παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά ,όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα : «Κάτι καλό θα είναι , αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω∙ όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω».

Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα∙ για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.

Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.
Λοιπόν:
Καλή Αρχή. STOP.
STOP των κριτικών λογισμών. Αμήν.
Καλή εξάγνιση του νου και της καρδιάς. Αμήν.

Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» - ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΛΟΓΟΙ Ε΄

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ.

    Μια φορά πήγαν στον Γέροντα δύο γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά. Τις έστειλαν για να δουν αν ο π. Γαβριήλ θα τις έφερνε στην οδό της αληθείας. Όταν μπήκαν στο κελί, ο π. Γαβριήλ, με ένα μυστηριώδες ύφος στη φωνή του, φώναξε:
—       Ήρθε το χαλάζι και βρήκε την πέτρα!
Μετά άρχισε να κλαίει για πολλή ώρα. Οι γυναίκες, μην αντέχοντας άλλο, τον ρώτησαν γιατί έκλαιγε.
—       Πώς να μην κλαίω; Για όλους τους χριστιανούς η πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών είναι ανοιχτή, όμως εγώ από τις αμαρτίες μου δεν μπορώ να μπω! Κι αυτοί οι Ιεχωβάδες, πέντε εκατομμύρια στον κόσμο, λένε ότι θα σωθούν μόνο 144 χιλιάδες. Αυτοί έχουν πιάσει όλες τις θέσεις, κι εμένα ποιος θα με βάλει μέσα;
Οι γυναίκες τα έχασαν. Δεν ήξεραν τι ν' απαντήσουν. Ύστερα τους μίλησε για την πλάνη στην οποία βρίσκονταν, τους δίδαξε την ορθή πίστη και, τέλος, έγιναν μοναχές στο μοναστήρι Μπόδμπε.


Η Μτσχέτα και η γύρω περιοχή είναι γεμάτη με εκκλησίες και μοναστήρια, όπου οι προσκυνηματικές εκδρομές είναι συνηθισμένες. Μια μέρα η αυλή του μοναστηριού Σαμτάβρο γέμισε παιδικές φωνές. Η ανυπόμονη φύση των παιδιών τα έκανε να τρέχουν παντού. Οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν να τα συμμαζέψουν. Ένα μόνο παιδί στεκόταν παράμερα. Πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε αμέσως προς την πύλη για να βγει, και μετά πάλι, σαν κάποιος να το τραβούσε πίσω, κοίταζε την εκκλησία με βουρκωμένα μάτια. Ο π. Γαβριήλ καθόταν πάνω στις σκάλες και τα παρακολουθούσε όλα. Ξαφνικά έβαλε μια δυνατή φωνή και τα παιδιά από την τρομάρα τους μπήκαν στο ναό. Τότε ο Γέροντας είπε στην Ταμάρη που ήταν δίπλα του:


—       Το παιδί αυτό που κάθεται μόνο του είναι Ιεχωβάς, όπως και οι γονείς του. Και βλέπεις τι κάνει ο Πονηρός; Δεν το αφήνει να μπει στην εκκλησία! Αλλά ούτε η χάρις του Κυρίου το αφήνει να βγει έξω.
Τότε ο Γέροντας το σταύρωσε, και το παιδί, σαν να ελευθερώθηκε από βαριές αλυσίδες, ξέγνοιαστο και χαρούμενο, μπήκε στο ναό. Αφού όλα τα παιδιά προσκύνησαν, βγήκαν ήρεμα από την εκκλησία. Ο π. Γαβριήλ, γελώντας, είπε τότε στην Ταμάρη:
—       Ήρθαν αγριοκάτσικα και φεύγουν αρνιά!




Ο π. Γαβριήλ δεν επέτρεπε στα πνευματικά του παιδιά να μιλάνε με αιρετικούς γιατί έτσι άνοιγαν επικοινωνία με το κακό. Μια μέρα, δύο Ιεχωβάδες πήγαν σε ένα γειτονικό μου σπίτι κι οι γείτονες κάλεσαν εμένα να τους μιλήσω. Τους μίλησα, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να καταλάβουν τίποτα. Εγώ βιαζόμουν να πάω στον π. Γαβριήλ και τους άφησα. Στον Γέροντα δεν έκανα λόγο καθόλου γι' αυτό. Κάποια στιγμή όμως μου είπε:

— Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να κάνεις κήρυγμα στους Ιεχωβάδες; Δεν είσαι απόστολος. Όποιος επιτρέπει σε αιρετικό να μπει στο σπίτι του, για να του μιλήσει για την ορθή πίστη, βάζει μέσα τον Πονηρό, και πώς μετά θα βγει από εκεί; Εσύ είχες καμιά ευλογία από ιερέα να κάνεις κήρυγμα; Όταν μιλάς με αιρετικούς, πρέπει να αποκαλύπτεις τα λάθη τους. Όμως εσύ άρχισες να μιλάς αλαζονικά, λέγοντας πως εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε πιο δυνατοί. Έτσι οδηγήθηκες από τον Πονηρό στην αμαρτία της περηφάνιας. «Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τούς μαργαρίτας υμών έμπροσθεν χοίρων, μηδέ καταπατήσωσιν αυτούς έν τοις ποσίν αυτών καί στραφέντες ρήξωσιν υμάς». 


Στους αιρετικούς δεν κάνει να μιλάς, γιατί τους δίνεις αφορμή να βλασφημούν περισσότερο τον Κύριο. Αν ο μουσουλμάνος τηρεί τις δέκα εντολές, θα τον ευλογήσει ο Θεός και θα του φανερώσει το δρόμο προς την αλήθεια και έτσι θα στραφεί προς την Ορθοδοξία. Όπως ο απόστολος Παύλος που τηρούσε τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης ειλικρινά, καρδιακά και όχι φαρισαϊκά. Κι ο Θεός τον ελέησε και τον ξεχώρισε.

 Σ' ένα πυκνό δάσος ζούσε μια φυλή. Οι άνθρωποι αυτοί, όταν χρειαζόταν, έφερναν βροχή με την προσευχή τους κι ότι άλλο ζητούσαν ο Θεός τούς το ικανοποιούσε. Στο τέλος τους έστειλε και δύο ιεραποστόλους, οι οποίοι όταν είδαν τα θαυμαστά που συντελούνταν απόρησαν και είπε ο ένας στον άλλον: «Βλέπεις αυτοί πόσα μεγάλα θαύματα κάνουν μόνοι τους; Αυτοί δεν προσκυνούν τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' άλλα είδωλα, αλλά προσεύχονται ενώπιον Εκείνου που δημιούργησε τον ήλιο, το φεγγάρι, τον ουρανό και όλα. Ο Θεός βλέπει την καθαρή καρδιά τους και γι' αυτό ακούει τις παρακλήσεις τους. Γι' αυτό έστειλε και μας εδώ, για να κηρύξουμε την αλήθεια και να τους βαπτίσουμε. Το γράφει το Ευαγγέλιο: "Ζητείτε και εύρήσετε"».


Μια φορά έτυχε να περπατήσω στις παλιές περιοχές της Τιφλίδας. Προσπέρασα τους αρμένικους ναούς και μέσα μου τους κατηγόρησα ως αιρετικούς. Στη συνέχεια, επισκέφτηκα τον Γέροντα. Κάθισα αλλά δεν του είπα τίποτα. Εκείνος όμως είπε:
— Ναι, αλλά τι σου φταίει το Ετσμιαδζίνι;  Όπως για μας είναι το Σβετιτσχοβέλι, έτσι γι' αυτούς είναι το Ετσμιαδζίνι. «Ετσμιαδζίνι» σημαίνει «Ένας που ήρθε». Εκεί εμφανίστηκε ο Θεός, και είναι σπουδαίο και άγιο μέρος. Και πού ξέρεις πότε χτίστηκαν αυτοί οι ναοί; Μήπως τους έχτισαν πριν γίνουν οι Αρμένιοι μονοφυσίτες;



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995) Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Γ.Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης -Περί Πνευματικοῦ Ζήλου‏

Γ.Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης -Περί Πνευματικοῦ Ζήλου‏



Ὁ σκύλος ὅταν ἀντιληφθῆ, ὅτι κάτι ἔρχεται νὰ κάνη κακὸ στὰ πρόβατα, φωνάζει, γαυγίζει ἔντονα, ἀπειλητικά, νιώθοντας ὅτι ἔχει κάποια εὐθύνη πάνω στὰ πρόβατα, στὸ ἀφεντικὸ ποὺ τὸν ἔχει, ποὺ τὸν ταΐζει. Εἶναι φυσικό του νὰ τὸ κάνει αὐτό. Καὶ ὅσο γαυγίζει καὶ φωνάζει, ὁ κλέφτης, ὁ λύκος, τὸ ἀγρίμι, δὲν πλησιάζει τὸ κοπάδι. Ἐὰν στὸ σκυλὶ αὐτὸ ἔρθει ὁ λογισμός, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει λύκος, δὲν κρύβεται κάποιος κλέφτης καὶ ἀρχίζει νὰ σπάζει ἡ προσοχή του, τὸ ἄγρυπνο γιὰ τὸ κοπάδι, τὸν πλησιάζει ὁ νυσταγμός, κάθεται καὶ τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Καὶ ἔτσι ἡσυχάζει ὁ τόπος, τὸ κοπάδι ἀπὸ τὰ γαυγίσματα, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν κλέφτη, ἀπὸ τὸν λύκο, ποὺ παραμονεύουν. Ὅταν, λοιπόν, σταματήσει ὁ λύκος νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ φωνάζει. Ὅταν δοῦνε τὴν περίπτωση αὐτή, σιγὰ-σιγὰ προχωροῦν, πλησιάζουν, προσβάλλουν τὸ κοπάδι καὶ ἀρχίζουν ἕνα - ἕνα νὰ ρημάζουν τὰ πρόβατα.


Ὁ ζῆλος ὁ πνευματικὸς εἶναι σὰν τὸ σκυλί. Γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία στὸν ἄνθρωπο τὸν πνευματικὸ νὰ ἀγωνιστεῖ, νὰ ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ καὶ στὴ συνέχεια νὰ φυλάξει τὴν ἀρετή. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ διεγείρεται μέσα στὸν ἄνθρωπο, γεννᾶ τὸν ζῆλο. Ὁ ζῆλος, ὅταν γεννηθεῖ, φωνάζει σὰν τὸ σκυλί. Πλέκει λογισμούς, πῶς νὰ ἀγωνιστεῖ σκέπτεται πῶς νὰ φυλαχθεῖ, πῶς νὰ φυλάξει, πῶς νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀρετή. Διεγείρεται ἡ ἀδιάλειπτη προσοχή, ἡ νῆψις, γιὰ νὰ κατορθωθεῖ ἡ ἀρετὴ τὴν ὁποία ἐπεθύμησε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄς πάρουμε μιά περίπτωση, μιά ἀρετὴ ποὺ σκέπτεται, μᾶλλον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἂς πάρουμε τὴν ἀρετὴ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μελέτη, ἀπὸ τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποκτήσει, νὰ κερδίσει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὴν προσευχὴ ποὺ δὲν ἔχει σταματημό. Ἡ ἐπιθυμία γεννᾶ τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη αὐτή, τὴν ὁρμητικότητα τῆς ψυχῆς. Καὶ ἡ ἐπιθυμία, ὁ ζῆλος, ἡ θέρμη δημιουργοῦν ὁρμητικότητα, εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀρετή. Ὁ ζῆλος γεννᾶ τοὺς λογισμοὺς τῆς παραφυλακῆς καὶ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα, κατὰ τοὺς Πατέρας. Ὅτι πρέπει συνεχῶς νὰ ἐλέγχει τὴν κατάσταση, νὰ ἀγωνίζεται στὴν ἀρχή, μὲ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση μὲ τὸ στόμα νὰ λέει τὴν εὐχή. Ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τώρα νὰ μὴν σταματήσει ἡ προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴν ἀργολογήσει, νὰ μὴν σκεφτεῖ μάταια πράγματα, νὰ μὴν σκορπίζει τὸ μυαλὸ του ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ συνεχῶς τὴν προφορικὴ ἔτσι ἐργασία τῆς προσευχῆς, τὴν παρακολουθεῖ ὁ ζῆλος, ἡ προσοχή, ἡ νῆψις. Τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα νὰ μὴν σταματήσει.

Μόλις συμβεῖ κάτι, ποὺ νὰ ἐμποδίζεται ὁ ζῆλος, πάλι δίνει τοὺς λογισμοὺς τοὺς φωτισμένους, τοὺς θερμούς, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ. Μιά ἀργολογία ἤτανε, μιά σκέψις ἦρθε ἔτσι μάταιη στὸν λογισμὸ καὶ σταμάτησε τὸ στόμα νὰ λέει τὴν προσευχή. Ἀμέσως ὁ ζῆλος ξεκινάει πάλι ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνει. Μόλις δεῖς τὴν περίπτωση, νὰ τὴν ὑπερπηδήσεις, καὶ ἔτσι διατηρεῖται αὐτὴ ἡ ἐργασία τῆς προσευχῆς.

Φωτίζει τώρα ὁ ζῆλος, ἀποδιώκει κάθε κακὸ λογισμό, καὶ δέχεται τοὺς φωτεινοὺς λογισμοὺς ποὺ λένε ὅτι σὰν ἀγωνιστεῖς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο προφορικά, ὅπως μᾶς συμβουλεύουν οἱ μεγάλοι πατέρες, μετὰ ἀπὸ τὴν προφορική, θὰ φθάσουμε στὴ διανοητική, στὴν νοερὰ προσευχή. Ἡ ὄρεξη τῆς ψυχῆς νὰ φτάση στὴν νοερὰ ἐπίκληση, δίνει τόνωση, ὁρμητικότητα στὴν προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴ σταματήσει, γιατί πρόκειται νὰ φτάσουμε στὴν νοερά. Ἐὰν δὲν ἀγωνιστεῖ σωστὰ στὴν προφορική, δὲν θὰ φθάσεις στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔτσι ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τὸν ἀγῶνα συστηματικὰ καὶ κανονικά. Τὸν περιφράττει, τὸν περιβάλλει, τὸν σκεπάζει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ τὴν κακία τοῦ δαίμονος. Καὶ ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἡ ἁγία αὐτὴ ἐπιθυμία, μὲ τὴν φρούρηση τοῦ πνευματικοῦ ζήλου, προχωρεῖ στὴν ἀπόκτηση τῆς τελείας προσευχῆς.

Ὅταν ὅμως νυστάξει αὐτὸς ὁ ζῆλος, οἱ θερμοὶ λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ κρυώνουν ἀρχίζει ἡ αὐτοπεποίθησις μέσα μας, ὅτι καλὰ πᾶμε. Θὰ ἀποκτήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Λογισμοὶ μάταιοι ἔρχονται καὶ προσβάλλουν καὶ σπάζουν τὸν τόνο τοῦ ζήλου. Ἀρχίζει ὁ νυσταγμὸς τῆς ψυχῆς, καὶ πέφτει ὁ ἀγώνας. Ὑποχωρώντας ὁ ζῆλος, παύει τὸ στόμα φερ' εἰπεῖν νὰ λέει συνέχεια τὴν προσευχή. Ἀρχίζει νὰ κάνει διαλείψεις, νὰ κάνει σκαμπανεβάσματα, πλημμελῶς νὰ ἐργάζεται τὸ στόμα τὴν προσευχή. Ὁπότε τὴν κλέβει τελείως ὁ ἐχθρὸς τὴν προσευχή, καὶ κλείνουμε τὸ στόμα καὶ οἱ λογισμοὶ μέσα μας οἱ ἄσχημοι, δουλεύουνε ἄνετα. Τότε τὸ στόμα ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση ἔρχεται στὴν παρρησία καὶ ἔτσι ἐρημώνεται τὸ πνευματικὸ ποίμνιο τῆς ψυχῆς.

Καὶ γιὰ κάθε ἀρετή, ἔτσι γίνεται, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πνευματικοῦ ζήλου. Ὅσο ἡ ἐπιθυμία θὰ φρουρεῖται καὶ θὰ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν ζῆλο, ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ τῆς ἀρετῆς θὰ γίνει ἔργο, θὰ γίνει κτῆμα τῆς ψυχῆς. Καὶ πρέπει συνεχῶς νὰ πυροδοτοῦμε τὸν πνευματικὸ ζῆλο, γιὰ νὰ φρουρεῖται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λύκους καὶ ἀπὸ τοὺς νοητοὺς κλέφτες, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐρημώσουν τὴν ψυχή μας.

Ὁ διάβολος τῆς κακῆς ἐπιθυμίας στέκει ἀπέναντί μας, στέκει μπροστά μας, ἔχει ἀναμμένη, ὅπως λένε οἱ πατέρες, τὴν δάδα καὶ ζητεῖ εὐκαιρία, κατάλληλη στιγμὴ ἀμελείας καὶ ραθυμίας γιὰ νὰ μᾶς δώσει μπουρλότο, νὰ ἐμπρήσει τόν ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς ἀνάψει τὴν κακὴ ἐπιθυμία μέσα μας καὶ νὰ ἀποτεφρώσει τελείως κάθε ὑπόστασι καθαρότητος τῆς ψυχῆς.

Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο, εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Οὐκ οἴδατε ὅτι εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνοίκει (κατοικεῖ) ἐντὸς ὑμῶν; Μέσα μας κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀναγεννηθήκαμε πνευματικῶς, μὲ τὴ ἱεροπραξία αὐτή, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἦρθε μέσα στὴν καρδιὰ του βαπτισμένου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἡ χάρις αὐτή, ὅταν δὲν προσέξει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἁμαρτάνει, καταπλακώνεται, καταχώνεται βαθιὰ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ λαμπρότης αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν λάμπει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἡ λάμψις, ὁ φωτισμὸς αὐτῆς τῆς χάριτος, νὰ δώσει τὴν δυνατότητα, νὰ γνωρίση ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ μέσα του.

Ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος, κάνει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ναὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν εἶναι καθαρός, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἐπισκέπτεται, δὲν μπαίνει μέσα στὸ ναὸ αὐτό, ἀλλὰ φεύγει. Τὸν ἀφήνει ἔρημο. Καὶ γίνεται ἕνας τόπος ἄχρηστος, ἕνας τόπος βρώμικος. Ἔρχονται ὅλα τὰ δαιμόνια καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ μέσα. Ἄρα ἡ καθαρότης τοῦ ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ καθαρότης τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ.

Ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν βρίσκεται καθαρὸς στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ ἔρχεται ὅλος ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τότε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνακύπτει, ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Ἀποβάλλει ὅλη τὴν σαβούρα, ποὺ εἶχε πάνω της διὰ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ λαμπηδόνες καὶ οἱ ἀκτῖνες καὶ οἱ λάμψεις αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταυγάζουν ὅλον τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τόν κάνουν θεοειδῆ.

Λοιπὸν ὁ διάβολος, ὅπως εἴπαμε, στέκεται ἀπέναντί μας καὶ ἔχει στὸ χέρι του τήν κακὴ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας καὶ ζητᾶ εὐκαιρία νὰ πετάξει ἐπάνω μας αὐτὴ τὴν φλόγα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας, νὰ μᾶς πυρπολήσει καὶ νὰ μᾶς ἀποξενώσει τελείως ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχουμε ὑπόστασι τοῦ θείου ναοῦ. Ὁ πνευματικὸς ὅμως ζῆλος, ὅταν αὐτὸν τὸν ναὸ τὸν περιβάλλει, τὸν περιπολεῖ, τὸν περιτριγυρίζει καὶ ὑλακτεῖ καὶ φωνάζει σὰν τὸν σκυλί, τότε ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀπέναντί μας, δὲν βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ μᾶς κάψει, νὰ μᾶς ἀχρηστεύσει, νὰ μᾶς κάνει ἁμαρτωλοὺς μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἔτσι διατηρούμεθα ἐν τῷ Θεῷ.

Ὅταν ἡ ψυχή μας προσεύχεται, ὅταν ὁ νοῦς μας περπατάει στὸν Θεό, πλησιάζει τὸν Θεό, μὲ τὴν θεωρία καὶ τὴν θεία μελέτη, ὁ ναὸς θυσιάζεται μὲ τὸ ἄρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἄρωμα εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ψυχῆς ἡ πρᾶξις τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ καρπὸς τῆς προσευχῆς, ἡ εὐωδία τοῦ θυμιάματος, Καὶ ὅταν ἕνας ναὸς θυμιάζεται καὶ εὐωδιάζεται καὶ εἶναι εὐπρεπισμένος καὶ καλλωπισμένος, ὁ Θεὸς εὐχαρίστως ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐκεῖ μέσα καὶ θυσιάζεται ἐπάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἡ καρδιὰ ἀναπέμπει δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες στὸν Θεό, ποὺ κάμει αὐτὸ τὸ μυστήριο, ποὺ δέχεται αὐτὴν τὴν ἐξιλαστήριο θυσία.

Ἐὰν ὅμως ὁ ζῆλος δὲν περιφρουρήσει αὐτὸν τὸν ναό, τότε ὁ ναὸς εἶναι ἀνοχύρωτος, εἶναι ἀπροστάτευτος, εἶναι ἀφύλακτος, καὶ ἐρημώνεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἐμεῖς σὰν μοναχοί, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διδασκόμεθα συνέχεια ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες μας, πῶς πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε. Ἡ ζωή τους, τὸ παράδειγμά τους, οἱ νουθεσίες τους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μᾶς ἀνάψουν τὸν ζῆλο γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὴν ἀρετή τους, καὶ στὴν χάρι ποὺ ἀπόκτησαν ἀπὸ τὸνἀγώνα τους.

Καὶ αὐτοὶ ἦταν ἄνθρωποι, εἶχαν πάθη καὶ ἀδυναμίες, ἀλλὰ πρόσεξαν πάρα πολὺ τὸν πνευματικό τους ζῆλο. Δὲν τὸν ἄφησαν νὰ νυστάξη, νὰ κοιμηθῆ. Τὸν εἶχαν πάντα ἄγρυπνο, νηφάλιο καὶ προσεκτικὸ καὶ σιγὰ - σιγὰ ὁ ναὸς τῆς ψυχῆς των καὶ τοῦ σώματός των ἔγινε ἅγιος καὶ ὁ Θεὸς κατοίκησε μέσα τους καὶ ἔγιναν ἅγιοι.

Τώρα ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς. Ἤρθαμε ἐμεῖς στὸ στίβο τῆς πάλης. Ἤρθαμε στὴ θέσι τους. Ἤρθαμε στὴ ζωὴ ποὺ ἔζησαν αὐτοί. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ πρῶτος ἐγώ. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε, νὰ δοῦμε πῶς ἐζήλωσαν αὐτοὶ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν ζηλώσουμε καὶ ἐμεῖς. Νὰ ἔχουμε προσοχὴ σὲ ὅλα μας. Νὰ θερμαίνουμε συνεχῶς τὸν πόθο, τὸ πῶς θὰ ἁγνίσουμε ψυχοσωματικὰ τὸν ἑαυτό μας.

Ἀλλὰ σὰν ἄνθρωποι ποὺ εἴμεθα καὶ ἔχουμε τόσες ἀδυναμίες, ποὺ πολλὲς φορές μᾶς ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν προσοχή, πρέπει τὸν δικό μας ζῆλο νὰ τὸν διατηροῦμε συνέχεια. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, δίνει μεγάλη θέρμη στὸν ζῆλο! Καὶ ὅταν κανεὶς σκέπτεται, ὅτι ἴσως πεθάνει μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα, μετὰ ἀπὸ μία μέρα, ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνο, ἡ σκέψις αὐτὴ εἶναι μία θέρμανση στὸν ζῆλο, ὥστε νὰ προσέξη τὸν ἑαυτό του. Νὰ προσέξη νὰ μὴν ἁμαρτήση νὰ μὴν σκεφθῆ κακό, νὰ μὴν μιλήση ἄσχημα, νὰ μὴν πράξη κακό, γιατί ὁ θάνατος ἄμα ἔρθη, τί θὰ γίνει μετά;

Γνωρίζουμε ὅτι τὰ πάντα μας εἶναι γνωστὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν διάβολο. Ὁ πειρασμὸς τὰ γράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅλα μας τὰ ἔργα, ὅλους μας τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ λόγια στὰ κατάστιχά του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ πρόκειται νὰ φύγουμε ἢ καὶ ὅταν θὰ ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸν Θεό, τὰ εἰδικὰ τελώνεια θὰ μᾶς παρουσιάσουν ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἐμεῖς τὶς ἔχουμε λησμονήσει. Καὶ ὅταν τὶς δοῦμε καὶ εἶναι ὅλες γραμμένες καὶ νὰ μᾶς δοθῆ ἡ δυνατότητα νὰ τὶς ἐνθυμηθοῦμε, τότε, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τὸ μέγεθος, γιὰ τὸ πλῆθος, ποὺ θὰ ἔχουν γραμμένα ἐκεῖ οἱ δαίμονες.

Τότε θὰ ἔρθη τὸ μυαλὸ στὴ θέση του, τότε θὰ σκεφθοῦμε ὤριμα καὶ σωστά. Τὸ ὄφελος ποιὸ θὰ εἶναι; Νὰ μεταμεληθοῦμε βέβαια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μεταμέλεια πλέον δὲν φέρνει τὴν ὠφέλεια, δὲν φέρνει τὴν μετάνοια, δὲν ἔχει ἀξία πλέον ἡ μετάνοια ἐκείνη τὴν ὥρα, διότι τὸ πανηγύρι ἔχει λήξει, ὁ καιρὸς τῆς μετανοίας δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ δυσκολία εἶναι ἄμεση.

Ὅλα αὐτά, ὅταν τὰ ὑπενθυμίζει ὁ ζῆλος στὴν ψυχή, ἡ ψυχὴ φυλάγεται ἀπὸ τὸ κακό. Γι' αὐτὸ πρέπει ὁ ζῆλος νὰ μᾶς συνέχει καὶ νὰ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα τῆς ἀδειαλείπτου προσοχῆς. Δὲν πρέπει ἡ προσοχή μας νὰ ἀποσπᾶται. Νὰ προσέχουμε συνέχεια καὶ πρῶτος ἐγὼ διότι ἔχω μεγαλύτερη τὴν εὐθύνη καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπολογίας μου σκληρότερος ἐνώπιόν του Θεοῦ.

Ἃς προσέξουμε τώρα πατέρες μου, νὰ ἔχουμε τὸν ζῆλο μας θερμό, ἀδιάλειπτον προσεκτικὸ καὶ ἀνύστακτον. Καὶ ὅταν ἔρθη, θὰ προσέχουμε τὴν ζωή μας, ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ θὰ φυλαχθῆ, θὰ διατηρηθῆ καὶ ὁ Θεὸς θὰ κατοικῆ μέσα του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας, τὰ πάντα κατευθύνονται σωστά. Ἡ πορεία μας εἶναι πρὸς τὸ φῶς, πρὸς τὴν Οὐράνιο Πύλη. Ἡ ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ θὰ δίνη τὴν καλύτερη δροσιὰ καὶ ἀνακούφιση.

Ἃς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο, τὸν πνευματικὸ ζῆλο, καὶ ἂς ἐλπίσουμε τότε, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ συντρέξη μὲ τὴν καλὴ αὐτὴ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας, εἰς τὸ νὰ βοηθήση τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη.

Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ μᾶς ἀξιώση νὰ φτάσουμε στὴν μεγάλη πατρίδα, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Οὐρανόν. Ἐκεῖ ποὺ ἔχει κάμει ὁ Θεὸς τὴν ἄνωἹερουσαλήμ, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἄκτιστον φῶς, ἐκεῖ ποὺ ὅλη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι Οὐράνιος ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ φέγγος.

Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς ποὺ φωτίζει αὐτὸν τὸν Ναό. Ἐκκλησίασμα εἶναι οἱ σωσμένες ψυχές, ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς θλίψεως τοῦ ἐδῶ ἀγῶνος, καὶ ἐκεῖ ξεκουράζονται πλέον ἀπὸ αὐτὴ τὴν θλίψη, ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀπὸ τὸν ἀγώνα, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπηλλαγμένοι πλέον ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπὸ τοὺς φόβους. Καὶ ἔτσι αὐτὸ τὸ ἐκκλησίασμα θὰ βρίσκεται σ' αὐτὸ τὸν ναό, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.


Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)

 

Ἅγ.Ἰουστῖνος Πόποβιτς-Τί πρέπει νὰ αἰτούμεθα τὸν Θεὸ καὶ τί ὄχι.

Ἅγ.Ἰουστῖνος Πόποβιτς-Τί πρέπει νὰ αἰτούμεθα τὸν Θεὸ καὶ τί ὄχι.



 Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς    
«Ἐὰν τὶς ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. Ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ» (Α” Ἰωάννου 5,16). Εὐαγγελικὸ εἶναι νὰ ἐπιθυμεῖς γιὰ τὸν καθένα τὴν σωτηρία του καὶ νὰ ἐργάζεσαι γι” αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ γιὰ καθέναν, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι καὶ δική μας ἐπιθυμία. Καὶ τοῦτο σημαίνει: νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὴν ἁμαρτία καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἁμαρτωλό, ἀλλὰ πάντα νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Πανάγαθο· νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὸ θάνατο καὶ ὅ,τι εἶναι θανατηφόρο, ἀλλὰ πάντα νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀθανασία καὶ ὅ,τι ὁδηγεῖ στὴν ἀθανασία· νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὸν διάβολο καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι διαβολικό, ἀλλὰ γιὰ τὸν καθέναν νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ ὅ,τι εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἁμαρτία, ἐπιθυμοῦν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοὺς τὸν θάνατο. Ἐὰν κάποιος εἶναι ἀνεπιστρεπτὶ ἐρωτευμένος μὲ τὶς ἁμαρτίες του, αὐτὸς ἤδη θανάτωσε τὸν ἐαυτό του. Ἐὰν ἐπιθυμεῖ κάποιος τὴν ἁμαρτία γι” ἄλλον, αὐτὸς ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατό του. Ἐπειδὴ «ἡ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον» (Ἰακ. α’, 15). Ὑπάρχουν δύο εἴδη ἁμαρτίας: ἡ «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» καὶ ἡ «ἁμαρτία πρὸς θάνατον». Ἡ «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτία γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ. Κάθε ἁμαρτία φέρνει στὴν ψυχὴ ἀπὸ ἕνα μικρὸ θάνατο· ἐνῶ μὲ τὴν μετάνοια ὁ ἄνθρωπος διώχνει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ μέσα του, διώχνει τὸν θάνατο, ἀνασταίνει τὴν ψυχὴ του ἐκ νεκρῶν. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μόνο δεύτερη βάπτιση, ἀλλὰ καὶ πρώτη ἀνάσταση. Ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ μετάνοια καταστρέφει τὸν τάφο τῆς ψυχῆς, ἐξαφανίζει τὸν πνευματικὸ θάνατο, εἰσάγοντας τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰώνια ζωή. Ὁποιεσδήποτε ἁμαρτίες κι ἂν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν μετανοήσει, «ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν»: «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἢν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε’, 24.32). Ἔτσι, «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» εἶναι κάθε μετανοημένη ἁμαρτία, ἀκόμα καὶ ἂν πραγματοποιήθηκε «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας», ἐφόσον αὐτὸς ποὺ τὴν διέπραξε εἶπε «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας» «μετανοῶ» (Λουκ. ιζ’, 3-4). Ἐνῶ «ἁμαρτία πρὸς θάνατον» εἶναι κάθε ἀμετανόητη ἁμαρτία, δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία κατὰ τὴν ὁποία καὶ στὴν ὁποία παραμένει ὁ ἄνθρωπος συνειδητά, ἑκούσια καὶ ἐπίμονα. Τέτοια ἁμαρτία προκαλεῖ τὸ θάνατο τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ στέρηση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν χαρισματικῶν δωρεῶν καὶ δυνάμεών Του ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: «Ἐὰν τὶς ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. Ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήςῃ». «Αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν». Ἐπειδὴ ἔκανε ἁμαρτία πέθανε, νέκρωσε τὸν ἑαυτό του, σκότωσε τὸν ἑαυτό του· ἐὰν παρακαλέσει, θὰ τοῦ δοθεῖ μέσω τῆς μετανοίας ἀνάσταση ἐκ νεκρῶν, ζωή. Ἔτσι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μετάνοια εἶναι νικητὲς τοῦ θανάτου· ἀνασταίνουν νεκρούς. Γιὰ τὴν «ἁμαρτία πρὸς θάνατον» νὰ μὴν «ἐρωτήσῃ». Γιατί; Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μ” ὅλο του τὸ εἶναι, μ” ὅλη τὴν ψυχή, μ” ὅλη τὴ συνείδηση, μ” ὅλη τὴ θέληση εἰσέρχεται στὴν ἁμαρτία καὶ παραμένει συνειδητὰ καὶ ἑκούσια σ” αὐτήν. Δὲν θέλει νὰ τὴν ἀπαρνηθεῖ, νὰ τὴν μισήσει. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ «δεύτερος θάνατος», ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ἀνασταίνεται. Σὲ τέτοιον ἄνθρωπο ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ, οὔτε θέλει νὰ τοῦ ἐπιβάλλει μὲ βία τὴν μετάνοια. Οὔτε ἐπιθυμεῖ, οὔτε θέλει, οὔτε μπορεῖ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, καὶ διὰ τῆς ἀγάπης «εἶναι» καὶ ζεῖ καὶ ὑπάρχει. Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο μὲ θεόμορφη ἐλευθερία. Ἐὰν ἐπέβαλλε μὲ τὴ βία στὸν ἄνθρωπο τὴ θέλησή Του, τὸ Εὐαγγέλιό Του, τὴ σωτηρία Του, τὴ Βασιλεία Του, τὸν Ἑαυτό Του, τότε θὰ κατέστρεφε τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὁ ἄνθρωπος θὰ σταματοῦσε νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ θὰ γινόταν αὐτόματο, μηχανή, ρομπότ. Ἐνῶ ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι ἀγάπη, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι στὴν φύση τῆς ἀγάπης. Ἐὰν θὰ τὸ ἔκανε, θὰ σταματοῦσε νὰ εἶναι Ἀγάπη. Ἐὰν σταματοῦσε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἀγάπη θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ ἅγιος Μύστης συμβουλεύει ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴν «ἁμαρτία πρὸς θάνατον». Καὶ μ” αὐτὸ τὸν τρόπο μᾶς ὑποδεικνύει τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς πρὸς τί πρέπει νὰ αἰτούμεθα τὸν Θεὸ καὶ τί ὄχι.

Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐκδ. Ἐν πλῷ